1. Ο κύρης

  Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΣΠΑΝΙΑ ΜΙΛΟΥΣΕ, ΔΕ ΓΕΛΟΥΣΕ, δέ μάλωνε· κάποτε μονάχα έτριζε τα δόντια-του ή έσφιγγε τη γροθιά-του, κι άν τύχαινε να κρατάει κανένα πετραμύγδαλο, έστριβε τα δάχτυλά-του και τό “κανε σκόνη. Κάποτε που είδε έναν αγά να στρώνει ένα χριστιανό με σαμάρι και να τον φορτώ­νει σαν γάιδαρο, τόσο τον κυρίεψε το κακό-του, που χίμηξε απά­νω στον Τούρκο, μιά βρισιά ήθελε να ξεστομίσει, μα τα χείλια-του είχαν στρουφίξει, δέν μπόρεσε να βγάλει λόγο ανθρώπινο κι άρχισε να χλιμιντρίζει σαν άλογο· ήμουν εκεί μπροστά-του, παιδί ακόμα, τον κοίταζα και με κυρίεψε τρόμος. Κι ένα μεση­μέρι που γύριζε σπίτι να φάει, άκουσε, σ” ένα στενό που περνούσε, γυναίκες να σκληρίζουν και πόρτες να σφαλνούν κι ένας μεθυ­σμένος τουρκαλάς είχε βγάλει το γιαταγάνι-του και κυνηγούσε τους χριστιανούς. “Ως να δεί τον πατέρα-μου, χύθηκε καταπάνω-του· κάψα, κουρασμένος απο τη δουλειά, δέν είχε κέφι ο πατέρας-μου για καβγάδες· μιά στιγμή του πέρασε απο το νού να στρίψει απο το στενό να φύγει, κανένας δέν τον έβλεπε· μα ντράπηκε. Ξεζώστηκε την ποδιά που φορούσε, τύλιξε τη γροθιά-του, και την ώρα που σήκωνε ο τουρκαλάς απάνω απο το κεφάλι-του το γιαταγάνι, τού “δωκε μιά γροθιά στην κοιλιά και τον έστρωσε χάμω· έσκυψε, του ξεγάντζωσε το γιαταγάνι απο τη φούχτα και τράβηξε κατα το σπίτι. Η μητέρα-μου τού “φερε πουκάμισο ν” αλλάξει, είχε γίνει μουσκίδι στον ίδρωτα, κι εγώ, θά ’μουν ως τριών χρονών, κάθουμουν στον καναπέ και τον κοίταζα· όλο τρίχες ήταν το απανωκόρμι-του, άχνιζε· κι άμα άλλαξε και δροσέρεψε, πέταξε το γιαταγάνι στον καναπέ, δίπλα- μου· στράφηκε στη γυναίκα- του:
—     Σαν μεγαλώσει ο γιός-σου, της είπε, και πάει στο σκολειό, δώσ’-του το να ξύνει το μολύβι-του.
Ποτέ δέ θυμούμαι να μού “πε τρυφερό λόγο· μιά φορά μονάχα· ήμασταν στη Νάξο, την επανάσταση, και πήγαινα στη φράγκικη Σχολή, στους φραγκοπαπάδες· είχαμε δώσει εξέτασες κι είχα πάρει κάμποσα βραβεία, μεγάλα, χρυσοδεμένα βιβλία· δέν μπο­ρούσα μόνος-μου να τα σηκώσω, πήρε ο πατέρας-μου τα μισά και γυρίσαμε σπίτι. Σε όλο το δρόμο δέν άνοιξε το στόμα· προσπαθούσε να κρύψει τη χαρά-του που ο γιός-του δέν τον ντρόπιασε· και μονάχα όταν μπήκαμε στο σπίτι, χωρίς να με κοιτάξει:
—   Δέν ντρόπιασες την Κρήτη, είπε με κάποια τρυφεράδα. Μα ευτύς θύμωσε με τον εαυτό-του που προδόθηκε κι έδειξε πως ήταν συγκινημένος, κι όλη τη βραδιά απέφυγε να με κοιτάξει κι ήταν κατσουφιασμένος.
Βαρίσκιωτος, αβάσταχτος. Όταν τύχαινε νά “ναι βίζιτες σπίτι, συγγενείς-μας ή γειτόνοι, κι είχαν πιάσει ψιλή κουβέντα και γελούσαν, άν άνοιγε ξαφνικά η πόρτα κι έμπαινε, κόβουνταν η κουβέντα και το γέλιο, κι ένας ίσκιος πλάκωνε το σπίτι. Χαι­ρετούσε με μισό χείλι, κάθουνταν στη συνηθισμένη θέση-του στη γωνιά του καναπέ, πλάι στο παράθυρο της αυλής, χαμή­λωνε τα μάτια, άνοιγε την ταμπακέρα κι έστριβε ένα τσιγάρο, αμίλητος. Ξερόβηχαν οι βίζιτες, κλεφτοκοιτάζουνταν ανήσυχα, και με τρόπο, ύστερα από λίγη ώρα, σηκώνουνταν, πατούσαν στις άκρες των ποδιών τους κι έφευγαν.
2.
Η μάνα
Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ. ΠΩΣ μπόρεσε πενήντα χρόνια, χωρίς να σπάσει η καρδιά-της, να νιώθει πλάι-της την αναπνοή και το χνότο του λιόντα; Είχε την υπομονή, την αντοχή και τη γλύκα της γής.  …………………………………………………………………….
Όταν έλειπε ό κύρης απο το σπίτι, τί γαλήνη ήταν εκείνη, πώς περνούσαν γοργές, ευτυχισμένες οι ώρες στο κλειστό περβολάκι της αυλής-μας! Η κληματαριά απάνω απο το πηγάδι, στη γωνιά της αυλής μιά μεγάλη γαζία και μοσκομύριζε, οι γλά­στρες, ο βασιλικός τριγύρα κι οι κατιφέδες και το αράπικο για­σεμί, κι η μάνα κάθουνταν ομπρός στο παράθυρο κι έπλεχε κάλτσες, καθάριζε χορταρικά, χτένιζε τη μικρή-μου αδερφή ή τη μάθαινε να στραταρίζει… Κι εγώ, κουκουβισμένος σ” ένα σκαμνάκι, την κοίταζα, άκουγα τους διαβάτες που περνούσαν απόξω απο την κλεισμένη πόρτα, ανάσαινα τη μυρωδιά απο το γιασεμί και το βρεμένο χώμα κι έμπαινε στο κορμί-μου ο κό­σμος, έτριζαν, άνοιγαν τα κόκαλα του κεφαλιού-μου να τον χω­ρέσουν.
Οι ώρες πού περνούσα με τη μητέρα-μου ήταν γεμάτες μυστή­ριο· καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι-μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος-μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν νά “ταν ο αγέρας ανάμεσά-μας γάλα και βύζαινα.
Απο πάνω-μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα εύωδάτα κίτρινα λουλούδια-της, τά “βαζε η μητέρα-μου στις κασέλες και τα σώρουχά-μας, τα σεντόνια-μας, όλη-μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε ή μητέρα-μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει και ξόμπλιαζα τη ζωή-τους με τη φαντασία-μου· δέ μ” έφταναν τα μαρτύρια-τους, έβαζα κι από δικού-μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα-μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατα-της, της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
— Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μή στενοχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω απο ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τούς αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά-τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά-της, με κοίταζε σαν να μου έλεγε: «Αλήθεια λές;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα απο το κλουβί-του, μας άκουγε, σή­κωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν νά “χε κατέβει απο τον Παράδεισο, σαν νά “χε αφήσει μιά στιγμή τούς αγίους κι ήρθε στη γής να καλοκαρδίσει τούς ανθρώπους.
Η μητέρα-μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό-μου· δέν μπορώ πιά να μυρίσω γαζία, ν” ακούσω καναρίνι, χωρίς ν” ανέβει απο το μνήμα-της — απο το σπλάχνο-μου — η μητέρα-μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτέ δέν είχα δεί τη μητέρα-μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια-της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινόρχουνταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν νά “χαν τα χέρια-της μιά καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και νά “ναι η νεράιδα, συλλογίζουμουν κοιτάζοντάς-τη σιωπηλά, η νεράιδα που λέν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό-μου η φαντασία να δουλεύει: μιά νύχτα ο πατέρας-μου, περνώντας απο τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι απο τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα-του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει νά βρει το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά-της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινόρχεται, ν” ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απο το κρεβάτι, κι έτρεμα μήν τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντιλό-της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέν­νητη ψυχή-μου· κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα-μου, πιό ανομολόγητη, η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγα­πημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντιλό-της να φύγει.
Μονάχα μιά φορά θυμούμαι τη μητέρα-μου να λάμπει παρά­ξενα το μάτι-της, να γελάει και να χαίρεται, σαν όταν θά “ταν ανύπαντρη ή αρραβωνιασμένη. Πρωτομαγιά, είχαμε πάει σ” ένα χωριό, στη Φόδελε, γεμάτο νερά και περβόλια πορτοκαλιές, να κάμει ο πατέρας-μου μιά βάφτιση. Οπόταν, άξαφνα, σφοδρή νεροποντή ξέσπασε, γίνηκε ο ουρανός νερό κι άδειασε απάνω στη γής, κι αυτή κακάριζε, άνοιγε και δέχουνταν τ” αρσενικά νερά βαθιά στον κόρφο-της. Είχαν μαζευτεί οι προύχοντες του χωριού, με τις γυναίκες-τους και τις κόρες, στο μεγάλο οντά του κουμπάρου, η βροχή κι οι αστραπές έμπαιναν απο τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθυριών, ο αέρας μύριζε πορτο­κάλι και χώμα. Και μπαινόβγαιναν τα τραταρίσματα, τα κρασιά, τα ρακιά κι οι μεζέδες, πήρε να βραδιάζει, άναψαν τα λυχνάρια, οι άντρες ήρθαν στο κέφι, οι γυναίκες οι χαμηλοβλεπούσες σήκω­σαν τα μάτια κι άρχισαν να κακαρίζουν σαν τις πέρδικες* κι όξω απο το σπίτι μούγκριζε ακόμα ο Θεός, πλήθαιναν οι βροντές, τα στενά δρομάκια του χωριού είχαν γίνει ποτάμια, κατρακυ­λούσαν οι πέτρες και χαχάριζαν, είχε γίνει ο Θεός νεροποντή κι αγκάλιαζε, πότιζε, κάρπιζε τη γής.
Κι ο κύρης στράφηκε στη μάνα-μου, πρώτη φορά είδα να την κοιτάζει με τρυφεράδα, κι η φωνή-του πρώτη φορά είχε γλυκάνει:
— Μαργή, της είπε, τραγούδηξε.
Της έδινε την άδεια, μπροστά σε τόσους άντρες, να τραγου­δήσει· κι εγώ σηκώθηκα ανταρεμένος· δέν ξέρω γιατί, είχα θυ­μώσει· έκαμα να τρέξω στη μάνα-μου, σαν νά “θελα να την προ­στατέψω· μα ο κύρης με άγγιξε με το δάχτυλό-του στον ώμο και με κάθισε κάτω. Κι η μάνα-μου φάνηκε αγνώριστη, γυάλιζε το πρόσωπό-της, σαν να το αγκάλιαζαν όλες οι βροχές κι οι αστρα­πές, σήκωσε το λαιμό, και θυμούμαι τα μακριά κορακάτα μαλλιά της λύθηκαν ξαφνικά, της σκέπασαν τις πλάτες και κατέβηκαν ώς τα γοφιά-της. Κι άρχισε… τί φωνή ήταν εκείνη, βαθιά, γλυ­κιά, λίγο βραχνή, όλο πάθος· μεσόκλεισε τα μάτια-της κατα τον κύρη και  τραγούδησε μιά μαντινάδα. Δέ θα την ξεχάσω ποτέ τη μαντινάδα αυτή· τότε δέν κατάλαβα γιατί την είπε, για ποιόν την είπε· αργότερα, σαν μεγάλωσα, κατάλαβα. Τραγουδούσε με τη γλυκιά, γεμάτη συγκρατημένο πάθος φωνή-της και κοίταζε τον πατέρα:
Θαμάζουμαι όταν περπατείς πώς δέν ανθούν οι ρούγες και πώς δέ γίνεσαι αϊτός με τις χρυσές φτερούγες!
Γύρισα πέρα τα μάτια, να μή βλέπω τον κύρη, να μή βλέπω τη μάνα, πήγα στο παραθύρι κι ακούμπησα το κούτελό-μου στο τζάμι κι έβλεπα τη βροχή να πέφτει και να τρώει τα χώματα.
3.
Τον Αύγουστο ξάπλωναν και στους οψιγιάδες τα σταφύλια, να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα. Μιά χρονιά είχαμε πάει στο αμπέλι-μας και μέναμε στο εξοχικό-μας σπιτάκι· ο αγέρας μύριζε, η γής καίγουνταν, τα τζιτζίκια καίγουνταν κι αυτά, σαν να κάθουνταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
Τη μέρα εκείνη, της Κοίμησης της Παναγιάς, 15 Αυγού­στου, οι εργάτες δέ δούλευαν κι ο πατέρας-μου κάθουνταν στη ρίζα μιάς ελιάς και  κάπνιζε· είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι, πού είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα-τους, κάπνιζαν πλάι στον πατέρα-μου, αμίλητοι. Φαίνουνταν στενοχωρημένοι. Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια σ” ένα συννεφάκι πού “χε προβάλει στον ουρανό, κατασκότεινο, βουβό, και  προχωρούσε. Είχα καθίσει κι εγώ κοντά στον πατέρα-μου και  κοίταζα το σύννεφο· μου άρεσε· σκούρο μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε, άλ­λαζε πρόσωπο και  κορμί, πότε σαν γεμάτο ασκί, πότε σαν μαυροφτέρουγο όρνιο και  πότε σαν τον ελέφα που είχα δεί ζωγραφιά· κουνούσε την προβοσκίδα-του κι έψαχνε ν” αγγίξει κάτω τη γής. Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι κατα το σύν­νεφο που προχωρούσε.
—Ανάθεμά-το, μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!
— Δάγκασε τη γλώσσα-σου, τού “καμε ένας γέρος θεοφοβού­μενος, δέ θα το αφήσει η Παναγιά· σήμερα είναι της χάρης-της.
Ο πατέρας-μου έγρουξε, μα δέν έβγαλε άχνα· πίστευε στην Παναγιά, μα δέν πίστευε πως η Παναγιά μπορεί να κουμαντάρει τα σύννεφα.
Εκεί που μιλούσαν, ο ουρανός σκεπάστηκε· οι πρώτες στάλες, χοντρές, ζεστές, άρχισαν να πέφτουν. Τα σύννεφα χαμή­λωσαν, κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.
— Παναγιά-μου, φώναξαν οι γειτόνοι, βοήθεια!
Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατα το αμπέλι-του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς· κι ως έτρεχαν, ολοένα και  σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες απο τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τ” αυλάκια, πήραν να τρέχουν οι   δρόμοι σαν ποταμοί, φωνές ακούστηκαν γοερές απο το κάθε αμπέλι. Άλλοι βλαστημούσαν, άλλοι φώναζαν την Παναγιά να τους λυπηθεί, να βάλει το χέρι-της, και  στο τέλος θρήνος ξέσπασε πίσω απο τις ελιές στο κάθε αμπέλι.
………………………………………………………………
Είχα φτάσει ώς το δρόμο, δέν μπόρεσα να τον περάσω, ήταν ποταμός, και  στάθηκα και  κοίταζα: μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μεσοξεραμένα σταφύλια, ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατα τη θάλασσα και  χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε, μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ώς τα γόνατα μέσα στα νερά και  μάχουνταν να περισώσουν λίγη σταφίδα· άλλες, όρθιες στην άκρα του δρόμου, είχαν βγάλει τις μπολίδες-τους και  συρομαδιούνταν.
Είχα γίνει μουσκίδι ώς το κόκαλο· πήρα δρόμο κατα το σπιτάκι και  μάχουμουν να κρύψω τη χαρά-μου· βιάζουμουν να δώ τί θά “κανε ο πατέρας-μου· θά “κλαιγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε; Περνώντας απο τον οψιγιά είδα πως όλη-μας η σταφίδα είχε φύγει.
Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, και  δάγκανε τα μουστάκια-του. Πίσω-του, όρθια, η μητέρα-μου έκλαιγε.
—Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα-μας!
—Εμείς δέν πάμε, μου αποκρίθηκε· σώπα!
Ποτέ δέν ξέχασα τη στιγμή ετούτη· θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής-μου μεγάλο μάθημα· αναθυμόμουν τον πατέρα-μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κα­τώφλι, μήτε βλαστημούσε, μήτε παρακαλούσε, μήτε έκλαιγε· ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο, κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του άνθρωπου.
4.
Ποτέ δέν είχα αντικρίσει με τρυφεράδα τον πατέρα-μου· ο φόβος που μου προξενούσε ήταν τόσο μεγάλος, που όλα τ” άλλα, αγάπη, σεβασμός, οικειότητα, εξαφανίζουνταν. Βαρύς ήταν ο λόγος-του, πιό βαριά η σιωπή-του* σπάνια μιλούσε* κι όταν άνοιγε το στόμα-του, τα λόγια-του ήταν μετρημένα, καλά ζυγια­σμένα, δέν μπορούσες νά βρεις πάτημα να φέρεις αντίλογο· είχε πάντα δίκιο, κι αυτό θαρρείς τον έκανε άτρωτο. Συχνά συλλογίζουμουν: άχ, να μήν είχε δίκιο, ίσως τότε νά “κανα κόμπο την καρδιά-μου να του αντιμιλήσω· μα ποτέ δέν έδινε μιά τέτοια αφορμή, κι αυτό δέν μπορούσες ποτέ να το συχωρέσεις. Ένας δρύς ήταν με σκληρό κορμό, με τραχιά φύλλα, με στυφό καρπό, χωρίς κανέναν ανθό· έτρωγε όλη τη δύναμη γύρα-του, και στον ίσκιο-του κάθε άλλο δέντρο κάτσιαζε· όμοια κάτσιαζα κι εγώ στον ίσκιο-του και δέν ήθελα να ζώ κάτω απο την ανάσα-του· παράφορες ανταρσίες ξεσπούσαν μέσα-μου όταν ήμουν νέος, ήμουν έτοιμος να ριχτώ σ” επικίντυνες περιπέτειες· μα συλλογίζουμουν τον κύρη, κι η καρδιά-μου κιότευε· νά γιατί, αντί να γίνω μεγάλος αγωνιστής στην πράξη, αναγκάστηκα, απο φόβο στον κύρη, να γράφω ό,τι θά “θελα να κάμω· το αίμα-μου το είχε καταντήσει μελάνι.
Όταν, ύστερα απο τρείς μέρες, γύρισα στο σπιτάκι της ακρο­γιαλιάς, ένιωθα ανομολόγητη, ανίερη αλάφρωση· ένα βάρος είχε φύγει από πάνω μου, ένας ίσκιος· κόπηκε το μυστικό αόρατο σκοινί που μ” έδενε με την υποταγή και με το φόβο· μπορούσα τώρα να πώ και να γράψω και να πράξω ό,τι ήθελα, δέν είχα πιά να δώσω λόγο σε κανένα· έφυγε ο κηδεμόνας, αποβασίλεψε το μάτι που έβλεπε και δέ συχωρνούσε, σκίστηκε το δουλοχάρτι· ήμουν τώρα λεύτερος, απελεύτερος.
Πολύ αργά· είχα πιά πάρει ένα δρόμο, δέν τον διάλεξα, αυτός με διάλεξε, είχαν φράξει μπροστά και πίσω-μου όλοι οι άλλοι δρόμοι, είχα βολευτεί σε ορισμένες συνήθειες, σε ορισμένες συμπάθειες κι αντιπάθειες, πολύ αργά πιά να κάμω απότομη στροφή και ν’ αλλάξω μέτωπο μάχης. το δρόμο που πήρα έπρε­πε να τον περάσω όλο, να φτάσω ώς την άκρα· τίποτα άλλο· όμως ένα κέρδος τώρα μεγάλο· είχα αλαφρώσει και μπορούσα πιά να περπατώ άνετα κι όπως εγώ ήθελα: τραγουδώντας, γελών­τας, σταματώντας, παίζοντας· δέν ντρέπουμουν, δέ φοβόμουν πιά κανένα. Στη ζωή-μου ένα μονάχα άνθρωπο φοβήθηκα, τον πατέρα-μου· τώρα ποιό να φοβηθώ; Όταν ήμουν μικρό παιδί, σήκωνα τα μάτια, τον κοίταζα και μου φαίνουνταν γίγας· όσο μεγάλωνα, όλα τα πράματα γύρα-μου μίκραιναν, άνθρωποι, σπί­τια, δέντρα· μονάχα αυτός απόμενε πάντα, όπως τον έβλεπα παιδί, γίγας· πυργώνουνταν μπροστά-μου και μου έκρυβε τον ήλιο. Μάταια απόφευγα να μένω στο πατρικό σπίτι, στη σπηλιά του λιόντα· ρεμπέλευα, ταξίδευα, ρίχνουμουν σε δύσκολες πνεματικές περιπέτειες· πάντα ανάμεσα έμενα και στο φώς ο ίσκιος-του· οδοιπορούσα κάτω από ακατάπαυτη έκλειψη ήλιου.
Σκοτάδια πολλά μέσα-μου, κύρης πολύς· σε όλη-μου τη ζωή απελπισμένα μάχουμαι να μετουσιώσω τα σκοτάδια αυτά και να τα κάμω φώς, μιά στάλα φώς· αγώνας τραχύς, χωρίς έλεος, χωρίς αναπαή, μιά στιγμή να κουράζουμουν, να σκόλαζα τον πόλεμο, ήμουν χαμένος· κι άν έβγαινα κάποτε νικητής, τί αγωνία και πόσες λαβωματιές! Δέ γεννήθηκα αγνός· μάχουμαι να γίνω. Η αρετή για μένα δέν είναι καρπός της φύσης-μου, είναι καρπός του αγώνα-μου· δέ μου την έδωκε ο Θεός, μοχτώ να την καταχτή­σω με το σπαθί-μου· το άνθος της αρετής για μένα είναι σωρός μετουσιωμένη κοπριά.
Ποτέ δέν πήρε τέλος ο πόλεμος αυτός· ώς τώρα δέ νικήθηκα ολοκληρωτικά, δέ νίκησα ολοκληρωτικά· πάντα αγωνίζουμαι, κι απο στιγμή σε στιγμή μπορώ να χαθώ όλος, μπορώ να σωθώ όλος· ακόμα περνώ της Τρίχας το γιοφύρι απάνω απο την άβυσσο.