Μαρία Ανδρεάδου στις 8 Αυγούστου 2013

bride-of-frankenstein-boris-karloff-1935Το 1961, ο είκοσι εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία. Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων. Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών. Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών. Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του.

 

Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη.

 

Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».

 

Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.

Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»

 

Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος. (Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)

«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.

 

Το πείραμα ξεκινάει.

 

Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.» Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.

 

Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:

«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»

 

Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.

Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.

«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο… Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»

«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».

«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»

 

Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;

Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας ‘τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.

Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.

 

Δυστυχώς έκαναν λάθος.

Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή. Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ. Και το 65%… Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!

 

Που έγκειται η φάρσα;

Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο». Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος».  Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές».  Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»

 

Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.

Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.

 

Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που σου δίνει το χαλασμένο ψάρι και σε διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο (μιλώ εξ’ ιδίας πείρας, ως αγοραστής) δε σε μισεί, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθεις και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθάει εντολές.  Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής –αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του. Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.

 

Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα.  Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.
Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.

Και μια τελευταία παρατήρηση:

Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ. Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.

 

(Περισσότερα για το πείραμα του Μίλγκραμ μπορείτε να διαβάσετε στο υπέροχο βιβλίο της Lauren Slater: «Το κουτί της ψυχής», από τις εκδόσεις Οξύ, μετάφραση Δέσποινα Αλεξανδρή, 2009)

*περισσότερα για το αντίστιχο Πείραμα σε  Πιθήκους και τα αποτελέσματά του  βλέπετε εδώ : http://www.thessalonikiartsandculture.gr/blog/oxyrygxos/to-peirama-me-tous-deka-pithikous-tou-milgkram#.UgNTZ5LWPIZ

 

Πηγή: sanejoker.blogspot.gr  και http://www.thessalonikiartsandculture.gr/blog/oxyrygxos/to-teras-mesa-mas-to-peirama-tou-milgkram#.UgNMg5LWPIa

Κυριακή Ψαρρού στις 2 Αυγούστου 2013

Σκεφτόταν μαζί με τ’ άλλα πως όταν τον βρίσκαν αυτές οι κρίσεις της επιληψίας, υπήρχε μια φάση, αμέσως σχεδόν πριν πέσει χάμω (εφόσον βέβαια αυτά τα πάθαινε στον ξύπνο του), όταν ξαφνικά μέσα στη θλίψη της ψυχικής του καταχνιάς, της κατάθλιψης, στιγμές-στιγμές σαν να πετούσε το μυαλό του φλόγες κι όλες μέσα του οι δυνάμεις της ζωής τανύζονταν διαμιάς με ορμή ασυνήθιστη. Η αίσθηση της ζωής, η συνείδηση του εαυτού του δεκαπλασιαζόταν σχεδόν αυτές τις στιγμές που κρατούσαν τόσο όσο μια αστραπή. Ο νους, η καρδιά φωτίζονταν από ένα ασυνήθιστο φως• όλες οι συγκινήσεις, όλες του οι αμφιβολίες, όλες του οι ανησυχίες ξαφνικά σαν να γαλήνευαν, σβήναν μέσα σε μια ανώτερη απανεμιά, έμπλεη από μια ολοκάθαρη, αρμονική χαρά κι ελπίδα, γιομάτη φρόνηση κι αίσθηση ενός υπέρτατου τέλους. Αλλά οι στιγμές αυτές, αυτά τ’ αστραφτερά λαμπυρίσματα δεν ήταν παρά η προαίσθηση μόνο εκείνου του έσχατου δευτερόλεπτου (ποτέ παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο) από το οποίο άρχιζε η ίδια πια η κρίση. Τούτο το δευτερόλεπτο ήταν βέβαια αβάσταχτο. ‘Όταν έπειτα, δηλαδή όταν πια ήταν στα καλά του, τις συλλογιζόταν αυτές τις στιγμές, συχνά έλεγε: μα αυτές οι αστραπές κι αναλαμπές μιας ανώτερης αίσθησης και συνείδησης του εαυτού μου και συνεπώς και του «ανώτερου όντος» δεν είναι παρά μια αρρώστια, δεν είναι παρά μια παρέκκλιση από την ομαλή μας κατάσταση, άρα σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ένα στάδιο ύπαρξης ανώτερο, αντίθετα πρέπει να το κατατάξουμε χαμηλά, στο πιο χαμηλό σκαλί. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, στο τέλος-τέλος, οδηγήθηκε σ’ ένα από τα πιο παράδοξα συμπεράσματα: «Και τι σαν είναι αρρώστια; είπε τέλος πάντων. Τι σημασία έχει αν η ένταση αυτή είναι ανώμαλη, αφού το ίδιο το αποτέλεσμα, αφού η στιγμιαία εκείνη αίσθηση, όπως τη θυμάσαι και την κρίνεις γερός πια, βεβαιώνεσαι πως είναι μια αρμονία ανώτερου τύπου, μια ομορφιά ανώτερου τύπου, σου χαρίζει ένα ανήκουστο κι αμάντευτο αίσθημα τον ολοκληρωμένου, του τέλειου, του αρμονικού και μιας ολόχαρης κατανυχτικής συνένωσης με την πιο υψηλή που υπάρχει σύνθεση της ζωής;». Αυτές οι νεφελωμένες εκφράσεις τον φαίνονταν εκείνου του ίδιου πολύ κατανοητές, παρ’ όλο που ήταν ακόμη πάρα πολύ χλιαρές. Ότι όμως αυτή εκεί ήταν αληθινή «ομορφιά και προσευχή», ότι πραγματικά ήταν μια«ανώτερη σύνθεση ζωής», γι’ αυτό το πράγμα δεν είχε αμφιβολία, δεν μπορούσε ούτε να δεχτεί καν την παραμικρή αμφιβολία. Δεν είναι να πεις πως εκείνη τη στιγμή έβλεπε τίποτα οράματα, που εξευτελίζουν τη σκέψη, στρεβλώνουν την ψυχή, σαν να ‘πιε χασίσι, όπιο ή κρασί, οράματα αφύσικα κι ανύπαρχτα. Αυτό ήταν σε θέση να το κρίνει όταν πια περνούσε η νοσηρή του κατάσταση. Ίσα-ίσα οι στιγμές εκείνες δεν ήταν παρά μια έκτακτη ενισχυμένη αυτοσυνείδηση – για να εκφράσει όλη αυτή την κατάσταση του με μια λέξη -, συνείδηση και συνάμα μια αίσθηση του εαυτού του όσο είναι δυνατό να τη φανταστεί κανείς ατόφια. Αν εκείνο το δευτερόλεπτο, δηλαδή την εντελώς τελευταία στιγμή συνείδησης προτού πέσει χάμω, προλάβαινε να πει καθαρά και συνειδητά στον εαυτό του: «Ναι, γι’ αυτή τη στιγμή μπορώ να δώσω όλη τη ζωή μου!» – θα έλεγε αυτό που πραγματικά πίστευε: μα και βέβαια η στιγμή τούτη μόνη της αξίζει μια ολόκληρη ζωή. Βέβαια, το άλλο σκέλος του συλλογισμού του διόλου δεν το συμπαθούσε: η χαύνωση, το ψυχικό σκοτάδι, η αποβλάκωση ορθώνονταν μπροστά του κραυγαλέες συνέπειες εκείνων των «ύψιστων στιγμών». Σοβαρές αντιρρήσεις πάνω σ’ αυτό δε θά ‘χε. Το συμπέρασμα του, δηλαδή η εκτίμηση που έδινε σε κείνη τη στιγμή έκρυβε ένα σφάλμα, ωστόσο η πραγματικότητα εκείνου που είχε νιώσει τον έφερνε σε μια σύγχυση. Αλήθεια, πώς να την αρνηθείς την πραγματικότητα; Μα γινόταν, ήταν αληθινό αυτό που έλεγε, ο ίδιος προλάβαινε κι έλεγε στον εαυτό του μέσα σε κείνη τη στιγμή, προλάβαινε να πει πως τούτη η στιγμή με την απέραντη ευτυχία που του φέρνει κι αυτός τη νιώθει απόλυτα, αξίζει, αλήθεια μια ζωή ολόκληρη. «Αυτή τη στιγμή – όπως είπε κάποτε στον Ραγκόζιν στη Μόσχα, στις συναναστροφές τους τότε εκεί- αυτή τη στιγμή αρχίζω να καταλαβαίνω την παράξενη έκφραση πως χρόνος πια δεν θα υπάρχει. Πιθανόν, πρόσθεσε χαμογελώντας, είναι η ίδια εκείνη στιγμή που δεν πρόλαβε να χυθεί το νερό από το αναποδογυρισμένο κανάτι του επιληπτικού Μωάμεθ, ενώ εκείνος πρόλαβε μέσα σ’ αυτό το δευτερόλεπτο να δει όλα τα δώματα του Αλλάχ».

Aπό το http://fyodordostoyevsky.wordpress.com/2008/03/22/idiot_ayra/

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Ιουλίου 2013

Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις… είναι από την Ελληνική γλώσσα.. (Bιβλίο Γκίνες) Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σ’ αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Μπιλ Γκέιτς, Microsoft)

Η Ελληνική και η Κινέζικη… είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και… στον ίδιο τόπο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από την μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική. (Francisco Adrados, γλωσσολόγος).

Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.

Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πως να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.

Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.

Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.

Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών.

Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λές, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της. Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιον φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.

Η ΣΟΦΙΑ

Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε και εμπρός να είναι έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.

Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».

Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή +έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι.

Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).

Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για την σκέψη. Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει σαν ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και τη υγεία μας. Και φυσικά όταν θέλουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πως το λέμε; Μα φυσικά «άφθονο».

Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο, και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε.

Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά . Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις την δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία…

Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και ιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με την σωματική μας υγεία.

Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο…

Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που άλλο από Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε σαν λέξη, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.

Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με την σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.

«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.

Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ

Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία, προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.

Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος: «Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική».

Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα: «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε έναν άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».

Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής.

Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.

«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου.

Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να αποθαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες». Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ότι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως. Η Ελληνική γλώσσα επεβλήθη αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της.

Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».

[Πηγή ellinikoarxeio.com]

Κυριακή Ψαρρού στις 25 Ιουλίου 2013

 

 

Είμαι σχεδόν βέβαιη πως “Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου” (Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2008, μετ. Ρίτα Κολαΐτη) δεν θα γίνει μπεστ σέλλερ στην Ελλάδα, κι ας έχει πουλήσει πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα στη Γαλλία. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί διάβασα πρόσφατα σε αθηναϊκή εφημερίδα ποια ήταν τα πιο ευπώλητα βιβλία το 2008. Το μυθιστόρημα της Μιριέλ Μπαρμπερί, καθηγήτριας φιλοσοφίας, πολύ απέχει από τα εύπεπτα ελληνικά μυθιστορήματα που μονοπωλούν τις θέσεις των ευπώλητων. Είναι βιβλίο που απαιτεί όχι μόνο την προσοχή του αναγνώστη, αλλά και την προπαίδειά του σ’ ένα ευρύ λογοτεχνικό σύμπαν. Οι σαφείς ή υπαινικτικές αναφορές σε έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (όπως η “΄Αννα Καρένινα”, ο Προυστ, ο Σταντάλ, το “Όσα παίρνει ο άνεμος” κ.ά.), στην κλασική μουσική, στον κινηματογράφο, που διανθίζουν το μυθιστόρημα, του προσδίδουν μια ιδιαίτερη γοητεία, αλλά η απόλαυσή τους προϋποθέτει τη γνώση τους.
Στο βιβλίο ακούγονται δυο φωνές. Η πρώτη είναι της ηλικιωμένης θυρωρού σε μια πολυτελή πολυκατοικία του Παρισιού. Αυτοσυστήνεται: “Το όνομά μου είναι Ρενέ. Είμαι πενηντατεσσάρων ετών. Τα τελευταία είκοσι εφτά χρόνια, είμαι η θυρωρός του κτιρίου στην οδό Γκρενέλ 7, ενός όμορφου μεγάρου, με εσωτερική αυλή και κήπο, το οποίο χωρίζεται σε οκτώ γιγάντια και υπερπολυτελή διαμερίσματα, που κατοικούνται όλα. Είμαι χήρα, μικρόσωμη, άσχημη, στρουμπουλή, έχω εξογκώματα στα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών μου και, πιστέψτε το, κάποια θλιβερά πρωινά, ανασαίνω σαν μαμούθ”.
Η Ρενέ δεν είναι μια συνηθισμένη θυρωρός. Αν και από φτωχή, αγροτική, εργατική οικογένεια, από μικρή μαγεύτηκε με τα γράμματα και σ’ όλη της τη ζωή διάβαζε. Είναι μια καλλιεργημένη αυτοδίδακτη, μυημένη όχι μόνο στη λογοτεχνία αλλά και σ’ όλες τις καλές τέχνες, με μια ιδαίτερη αγάπη στον ιαπωνικό κινηματογράφο. Όλο αυτό τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο φροντίζει να τον κρατά μακριά από την σνομπ ψευτοαριστοκρατία της πολυκατοικίας.
Η δεύτερη φωνή του μυθιστορήματος είναι ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, η Παλόμα, που κατοικεί σ’ ένα από τα διαμερίσματα με τους γονείς και την αδερφή της. “Είμαι δώδεκα χρονών, μένω στην οδό Γκρενέλ 7, σ’ ένα αρχοντικό διαμέρισμα. Οι γονείς μου είναι πλούσιοι, η οικογένειά μου είναι πλούσια και επομένως η αδελφή μου κι εγώ είμαστε κατ’ ουσίαν πλούσιες. Ο πατέρας μου, πρώην υπουργός, είναι σήμερα βουλευτής (…) Έχω πάρει την απόφασή μου. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς, τη μέρα που θα γιορτάζω τα δεκατρία μου χρόνια, στις 16 Ιουνίου, θ’ αυτοκτονήσω”. (Νομίζω πως η αναφορά στη 16η Ιουνίου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλο το βιβλίο, δεν είναι τυχαία. Διερωτώμαι γιατί η μεταφράστρια, που έδωσε άλλες κατατοπιστικές υποσημειώσεις, δεν συνέδεσε την ημερομηνία αυτή με την περίφημη Bloomsday από τον “Οδυσσέα” του Τζόις. Δική μου σκέψη βέβαια, μπορεί και να κάνω λάθος).
Η ομοιότητα με τη Ρενέ έγκειται στο ότι και η Παλόμα κρύβει ένα μυστικό κόσμο στην ψυχή της. Με ωριμότητα πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία της εναλλάσσει τα κεφάλαια στα οποία ακούγεται η φωνή της Ρενέ, με τα κεφάλαια τα οποία τιτλοφορεί άλλοτε “Βαθυστόχαστες σκέψεις”, αριθμώντας τα από το 1-15 καΙ άλλοτε ” Ημερολόγιο της κίνησης του κόσμου”, πάλι αριθμώντας τα από το 1-7. Τόσο η θυρωρός όσο και το μικρό κορίτσι, μου έφεραν στο νου τη ρήση του Αποστόλου Παύλου: “Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά” (Προς Κορινθίους Α΄1,27).

Σε αντιδιαστολή με τους πλούσιους, κενούς, ματαιόδοξους εκπροσώπους της ανώτερης αστικής γαλλικής τάξης, η συγγραφέας προβάλλει τη γνήσια καλλιέργεια κι ευγένεια ψυχής , επιλέγοντας ως φορείς της μια αυτοδίδακτη κι ένα μικρό κορίτσι.

Ο καταλύτης που θα δώσει ώθηση στην πορεία της ιστορίας, που θα φέρει κοντά τις δυο καταστάσεις, που θα αντιπροσωπεύσει τη γνήσια αρχοντιά ύλης και πνεύματος, είναι ένας ηλικιωμένος Ιάπωνας, ο Κακούρο Όζου, που αγοράζει ένα από τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας, όταν ο ιδιοκτήτης του πεθαίνει. Μια σύντομη στιχομυθία, κατά την οποία ξεφεύγει της Ρενέ, χωρίς να το θέλει, μια φράση, γίνεται αφορμή να την προσέξει ο Κακούρο:

“-Γνωρίζατε τους Αρτέν; Μου είπαν ότι ήταν μια εξαίρετη οικογένεια, συμπληρώνει.
-Όχι, απαντώ επιφυλακτικά, δεν τους γνώριζα ιδιαίτερα, ήταν μια οικογένεια όπως όλες οι άλλες εδώ.
-Ναι, μια ευτυχισμένη οικογένεια, λέει η κυρία Ροζέν, εμφανώς αδημονούσα.
-Ξέρετε, όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους, μουρμουρίζω για να τελειώσω μ’ αυτή την ιστορία, χωρίς να πω τίποτε άλλο.
-Αλλά μια δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο, μου λέει κοιτώντας με παράξενα, και αίφνης νιώθω μια νέα ανατριχίλα”

Είναι βέβαια η περίφημη εναρκτήρια φράση της “΄Αννας Καρένινα”. Και ενώ οι κυρίες της πολυκατοικίας τρώγονται από περιέγεια κι επιθυμία να γνωρίσουν τον Όζου και το ανακαινισμένο διαμέρισμά του, εκείνος καλέι για τσάι την ταπεινή θυρωρό. Μεταξύ τους δημιουργείται μια τέλεια επικοινωνία, Μιλούν για Τέχνη, για ιταλική και ολλανδική ζωγραφική, για κινηματογράφο, για την κοινή τους αγάπη, τον Τολστόι. Μερικές σελίδες του βιβλίου είναι ωραία, σύντομα δοκίμια περί Τέχνης. Η πνευματική φιλία συνεχίζεται, μεγαλώνει. Κι εκεί που ο αναγνώστης περιμένει πέρα από το πνευματικό κι ένα συναισθηματικό δέσιμο, μια και τόσο ο Κακούρο όσο και η Ρενέ, έχοντας χάσει τους συζύγους τους, είναι μόνοι, μια ανατροπή επέρχεται που μας αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση. Το τελευταίο κεφάλαιο γράφεται από τη μικρή Παλόμα που αναθεωρεί την απόφασή της να αυτοκτονήσει.
Κι ο τίτλος; Τι σημαίνει ο παράξενος τίτλος; Το εκφράζει η Παλόμα, η μόνη εκτός από τον Κακούρο που υποψιάστηκε το μυστικό κόσμο της θυρωρού: “Η κυρία Μισέλ έχει την κομψότητα του σκαντζόχοιρου. Απέξω είναι γεμάτη αγκάθια, αληθινό φρούριο, αλλά έχω την αίσθηση ότι από μέσα είναι τόσο απλώς ραφινάτη όσο και ο σκαντζόχοιρος, που είναι ένα ζωάκι δήθεν νωθρό, σκληρά μοναχικό και εξαιρετικά κομψό”.

Από το αnagnostria.blobspot.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 25 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ είναι το τρίτο στη σειρά Ελεγεία και κλείνει τη μοναδική συλλογή του Γρυπάρη Σκαραβαίοι και Τερρακότες. Σ’ αυτό ο ποιητής εκμεταλλεύεται τη ρωμαϊκή παράδοση για το αμάρτημα των Εστιάδων που από αβουλία άφησαν και έσβησε η ιερή φλόγα, την οποία τάχτηκαν να κρατούν άσβηστη στο βωμό της θεάς.

Βαθιά άκραχτα μεσάνυχτα, τρισκότεινοι ουρανοί
πάν’ απ’ την πολιτεία την κοιμισμένη·
κι άξαφνα σέρνει του Κακού το Πνεύμα μια φωνή,
τρόμου φωνή – κι όλοι πετιούνται αλαλιασμένοι.

 

«Έσβησε η άσβηστη φωτιά!» κι όλοι δρομούν φορά
τυφλοί μέσα στη νύχτα να προφτάσουν,
όχι μ’ ελπίδα πως μπορεί να ‘ν ψεύτρα η συμφορά,
παρά να δουν τα μάτια τους και τη χορτάσουν.

 

Θαρρείς νεκροί κι απάριασαν τα μνήματ’ αραχνά,
σύγκαιρα ορθοί για τη στερνή την κρίση,
κι ενώ οι ανέγνωμοι σπαρνούν μες σε κακό βραχνά,
μην τύχει τρέμουνε κανείς και τους ξυπνήσει.

 

Μ’ ένα πνιχτό μονόχνωτο αναφιλητό σκυφτοί
προς της Εστίας το Ναό τραβούνε,
και μπρος στην Πύλη διάπλατα τη χάλκινη ανοιχτή
ένα τα μύρια γίνουνται μάτια να ιδούνε.

 

Και βλέπουν: με της γνώριμης αρχαίας των αρετής
το σχήμα τ’ ανωφέλευτο ντυμένες,
στον προδομένο το Βωμόν εμπρός γονυπετείς
τις Εστιάδες, τις σεμνές, μα κολασμένες.

 

Το κρίμα τους εστάθηκε μια άβουλη αναμελιά
κι αραθυμιά -σαν της δικής μας νιότης!
μα η Άγια Φωτιά, μια πόσβησε, δεν την ανάβει πλια
ανθρώπινο προσάναμμα ή πυροδότης.

 

Κι όσο κι αν με τις φούχτες των σκορπίζουν στα μαλλιά
με συντριβή και με ταπεινοσύνη,
του κάκου! στη χλια χόβολη και μες στη στάχτη πλια
σπίθας ιδέα ούδ’ έλπιση δεν έχει μείνει.

 

Κι είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία· εχτός
αν, πρι ο καινούριος ο ήλιος ανατείλει,
κάμει το θάμα του ο ουρανός, και στ’ άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλει.

 

Κι αν είν’ και πέσει απάνω τους, ας πέσει! όπως ζητά
το δίκιο κι οι Παρθένες το ζητούνε,
που ιδού τις με τα χέρια τους στα ουράνια σηκωτά
και την ψυχή στα μάτια τους τον προσκαλούνε. ……………………………………………………………………
Τάχα το θάμα κι έγινε; Πες μου το να σ’ το πω,
γνώμη άβουλη, γνώμη άδικη μιας νιότης
σαν τη δικιά μας, πόσβησεν έτσι χωρίς σκοπό
κι ακόμα ζει και ζένεται – με το σκοπό της!

 

 


 

άκραχτος: σιωπηλός, που δεν έχει κράξει (λαλήσει) ο πετεινός.
αλαλιασμένος
: ξέφρενος, αναστατωμένος.
δρομώ φορά
: τρέχω ορμητικά.
απαριάζω
: αφήνω, παρατώ.
αραχνός
: αραχνιασμένος.
σπαρνώ
: σπαράζω, αναταράζομαι από φόβο.
Εστιάδες
: ιέρειες στο ναό της Εστίας στην αρχαία Ρώμη. Ανήκαν σε ευυπόληπτες οικογένειες της Ρώμης. Μπαίνοντας στην υπηρεσία της θεάς αναλάμβαναν την υποχρέωση να μείνουν αγνές σε όλη τους τη ζωή και να φυλάγουν να μη σβήσει η ιερή φωτιά στο ναό. Αν παραμελούσαν το χρέος τους, τις έθαβαν ζωντανές, γιατί πίστευαν ότι το σβήσιμο της φωτιάς προμηνούσε συμφορές για την πόλη.
αραθυμιά: αδράνεια, αβουλία.
ζένομαι: βράζω.

ΑΠΟ ΤΟ minedu.gov.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 25 Ιουλίου 2013

 

Μιὰ μέρα, ἕνας σοφός Ἰνδιάνος ἔκανε τήν παρακάτω ἐρώτηση στούς μαθητές του:

 

-“Γιατί οἱ ἄνθρωποι οὐρλιάζουν ὅταν ἐξοργίζονται;”-“Γιατί χάνουν τήν ἠρεμία τους” ἀπάντησε ὁ ἕνας.

-“Μά γιατί πρέπει νά ξεφωνίζουν παρότι ὁ ἄλλος βρίσκεται δίπλα τους;” ξαναρωτᾶ ὁ σοφός.

-“Ξεφωνίζουμε, ὅταν θέλουμε νά μᾶς ἀκούσει ὁ ἄλλος” εἶπε ἕνας ἄλλος μαθητής.

Καί ὁ δάσκαλος ἐπανῆλθε στήν ἐρώτηση:

“Μά τότε δεν εἶναι δυνατόν νά τοῦ μιλήσει μέ χαμηλή φωνή;

Διάφορες ἀπαντήσεις δόθηκαν ἀλλά.. καμμιά δέν ἱκανοποίησε τόν δάσκαλο..

“Ξέρετε γιατί οὐρλιάζουμε κυριολεκτικά ὅταν εἴμαστε θυμωμένοι; Γιατί ὅταν θυμώνουν δυό ἄνθρωποι, οἱ καρδιές τους ἀπομακρύνονται πολύ.. καί γιά νά μπορέσει ὁ ἕνας νά ἀκούσει τόν ἄλλο θά πρέπει νά φωνάξει δυνατά, γιά νά καλύψει τήν ἀπόσταση.. Ὅσο πιό ὀργισμένοι εἶναι, τόσο πιό δυνατά θά πρέπει νά φωνάξουν για ν’ ἀκουστοῦν.

Ἐνῶ ἀντίθετα τί συμβαίνει ὅταν εἶναι ἐρωτευμένοι; Δέν ἔχουν ἀνάγκη νά ξεφωνήσουν, κάθε ἄλλο, μιλοῦν σιγανά καί τρυφερά.. Γιατί; Ἐπειδή οἱ καρδιές τους εἶναι πολύ πολύ κοντά. Ἡ ἀπόσταση μεταξύ τους εἶναι ἐλάχιστη.

Μερικές φορές εἶναι τόσο κοντά πού δέν χρειάζεται οὔτε κἄν νά μιλήσουν, παρά μονάχα ψιθυρίζουν. Καί ὅταν ἡ ἀγάπη τους εἶναι πολύ δυνατή δέν εἶναι ἀναγκαῖο οὔτε κἄν να μιλήσουν, τούς ἀρκεῖ νά κοιταχθοῦν. Ἔτσι συμβαίνει ὅταν δύο ἄνθρωποι πού ἀγαπιοῦνται πλησιάζουν ὁ ἕνας πρός τόν ἄλλον.

Στό τέλος ὁ Σοφός εἶπε συμπερασματικά:

“Ὅταν συζητᾶτε μήν ἀφήνετε τίς καρδιές σας νά ἀπομακρυνθοῦν, μήν λέτε λόγια ποὺ σᾶς ἀπομακραίνουν, γιατί θά φτάσει μιὰ μέρα πού ἡ ἀπόσταση θά γίνει τόσο μεγάλη πού δέν θά βρίσκουν πιά τά λόγια σας τό δρόμο τοῦ γυρισμοῦ”

Από το agiazoni.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 14 Ιουλίου 2013

“Όταν είσαι «Σαμαρείτης”, λέει ο Χριστός
Πρέπει να αγνοείς τόσο το χρέος
Όσο και την ευγνωμοσύνη.
Είναι ανιδιοτελές αν αυτός που έκανε
Τη γενναιόδωρη χειρονομία
Δεν κρατά πλέον καμία ανάμνηση.
Δεν χρειάζεται να διώξει τη μνήμη.
Εκπληρώθηκε.
Είναι μια πράξη γενετικής μετουσίωσης.
Όπως όταν γεννά η μητέρα.
Πράξη αγάπης.
Προσφορά.
Είναι προσφορά όπως στην ερωτική συνουσία.
Ποιος όμως θα το θυμάται;
Το παιδί.
Χρωστά μια ζωή, έχει χρέος να ξανακάνει το ίδιο πράγμα με τα παιδιά του
Ή με τους συντρόφους στη ζωή του.
Άλλα όχι από “χρέος”, όχι γιατί “πρέπει”.
Είναι ρεύμα αγάπης.
Αν διακοπεί έρχεται ο θάνατος.
Πόσες φορές δεν ακούμε ανθρώπους, που είναι πεπεισμένοι
Ότι έκαναν μια φιλανθρωπία ή ότι έδωσαν
Να κατηγορούν εκ των υστέρων τους άλλους ότι φάνηκαν αγνώμονες:
“Όσο σκέφτομαι όλες τις θυσίες που έκανα για σένα..”.
“Τώρα με αφήνεις…φεύγεις αλλού”
“Την παντρεύεσαι κι ας μην την εγκρίνω…”
“Όσο σκέφτομαι τι έχω κάνει γι’αυτόν τον άντρα, και τώρα με εγκαταλείπει”.
Η ευγνωμοσύνη δεν εκφράζεται κατευθείαν στον “Σαμαρείτη”.
Θυμόμαστε τι έκανε για μας, και κάνουμε το ίδιο για κάποιον άλλο.
Αν ο “φιλάνθρωπος” απαιτεί ενδόμυχα κάτι από εκείνον που κάποτε βοήθησε
Αν περιμένει αναγνώριση, αποδεικνύει ότι μόνος σκοπός του ήταν να τον εξαγοράσει
Συνεπώς δεν ήταν “Σαμαρείτης”.
Και ποιος είναι ο πλησίον μας σήμερα;
Πλησίον μας είναι όλοι όσους το πεπρωμένο έφερε κοντά μας όταν είχαμε ανάγκη βοήθειας
Και μας την προσέφεραν δίχως να το ζητήσουμε
Που μας συνέδραμαν, χωρίς καν να το δέσουν στη μνήμη τους.
Μας έδωσαν από το πλεόνασμα της ζωτικότητας τους.
Μας ανέλαβαν για κάποιο διάστημα, σε έναν τόπο όπου το πεπρωμένο τους
Διασταυρωνόταν με το δρόμο μας.
Πλησίον μας είναι το “εσύ” χωρίς το οποίο δεν θα υπήρχε μέσα μας “Εγώ”
Σε μια στιγμή πού, απογυμνωμένοι από φυσικά ή ηθικά αποθέματα
Αδυνατούμε πλέον να συμπεριφερθούμε πατρικά ή μητρικά στον εαυτό μας
Σε μια στιγμή που δεν μπορούσαμε πια να συνδράμουμε
Να αναλάβουμε τον εαυτό μας, να τον στηρίξουμε ή να τον καθοδηγήσουμε.
“Πλησίον” μας υπήρξαν όλοι όσοι, αδελφικά και ανιδιοτελώς, μας πήραν υπό την προστασία τους
Και κατόπιν μας άφησαν ελεύθερους να συνεχίσουμε τον δικό μας δρόμο.

από το LLAZAROS.BLOGSPOT.GR

Μαρία Ανδρεάδου στις 13 Ιουλίου 2013

Παραθαλάσσιο κέντρο/ καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο

μουσική χειροκροτήματα/ ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά/τα παιδιά τρέχουν

στη θάλασσα σέρνονται φώτα/ τραγούδια/ (Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)

Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια/ βραδιάζει/ οι εκδρομείς επιστρέφουν

με λουλούδια/ με λιοκαμένα πρόσωπα/ χαρούμενοι

(θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)

Άγγλοι αντιπαθητικοί/ ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες

μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο/ Άλλος και φεύγουμε!

Λάμπες ασετυλίνης/ οι δρόμοι αδειάζουν

κορμιά κολλημένα στους τοίχους

λαχανιασμένοι ψίθυροι/ (νιώθουμε ξένοι, μόνοι πολύ μόνοι)

Ποιος θα μας σώσει/ ποιος θα μας ξεκουράσει

κατά πού να γυρίσουμε

(είμαστε νικημένοι

και τόσες Κυριακές μπροστά μας)

 

Κλείτος Κύρου, Κυριακή απόγευμα (Εν όλω συγκομιδή, εκδ. Άγρα)

Κυριακή Ψαρρού στις 11 Ιουλίου 2013

 

Από το μυθιστόρημα «Χαμένη Άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα, ΚΕΔΡΟΣ 1976, που αναφέρεται στην Αποστασία, την κυβερνητική αστάθεια, τη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα και γενικώς στο πολιτικό και κοινωνικό κλίμα λίγο πριν την Χούντα του 1967.
Το απόσπασμα αναφέρεται στους ξένους και στις επιδιώξεις τους στην Αθήνα, μέσω των πρακτόρων τους εγχώριων και μη:

 

[…] Θέλουν τη Ελλάδα πόρνη να τους ανοίγει τα σκέλια στην ποδιά της Ακρόπολης να προμηθεύει μισοτιμής το ρίγος της αμαρτίας στις μαραγκιασμένες από τον πουριτανισμό ψυχές τους.
Μας θέλουν γκαρσόνια ταβερνιάρηδες μαστροπούς βαρκάρηδες επιβήτορες καμπαρετζήδες μπουζουξήδες χασισέμπορους αχ αμαν αμαν και συρτάκι αμε και Ζόρμπα δη Γκρηκ κι αυτοί ν’αρμέγουν τον τόπο το κρασί το λάδι τα πορτοκάλια τις ντομάτες τα ροδάκινα το βαμπάκι τα μάρμαρα το βωξίτη το λιγνίτη τα μεταλλεύματα και τον ιδρώτα του κόσμου.

Κοίτα που καταντήσαμε κάθε πολιτικός και κόκκινο φαναράκι στην πόρτα του και τ’όνομά του φωτισμένο σε ταμπελίτσα πλάι στο κουδούνι. Λουιζ Κλάρα Ρόζα Ντολόρες.

[…] Παραμερίστε διαφορές με Παπατζήδες ή Σβωλοτσιριμώκους, παράπονα και μνησικακίες για Λίβανους και Δεκέμβρηδες και λοιπά. Όλοι μαζί, όλοι μαζί, να σώσουμε τον τόπο, γιατί η Γερμανίδα λύσσαξε και θα τον ξεπατώσει….

[…] Σε άλλες χώρες που οι πολίτες ξέρουν τα δικαιώματά τους θα είχε αλλάξει από καιρό τέτοια κατάσταση. εδώ τα εδραιωμένα συμφέροντα, η μονοωλιακή εκμετάλλευση, τα «κλειστά επαγγέλματα» , το συνάλλαγμα που σπαταλιέται σε πολυτέλειες και αργομισθίες… Τετρακόσια χρόνια σκύβαμε το κεφάλι όταν σήκωνε τη φωνή κι ο τελευταίος αγάς. Ενάμιση αιώνα τώρα ελεύθερο κράτος κι ακόμη μας δυναστεύουν αγάδες κάθε λογής, από τον εισπράχτορα του λεωφορείου ως το διοοικητή της Εθνικής, απ” τον Βαν Φλητ ως τους εξοχότατους της Πιουριφάι και Λαμπουίς, τους ανθύπατους της νέας Ρώμης στο κρατίδιο των Γραικύλων…

[…]Φοβάμαι πως δε θα την αποφύγουμε τη δικτατορία.
_ Γιατί τώρα τι έχουμε; ρώτησε ο Βάρναλης. Έχουμε δικτατορία των δωσίλογων με φερετζέ. Την παρουσιάζουμε για «αληθινή δημοκρατία». Και η δουλειά τους – δηλαδή η προδοσία του λαού – γίνεται. Καμαρώστε καθεστώς: πατημένο σύνταγμα, κυβέρνηση της μειοψηφίας, χιτλερική νομοθεσία, αστυνομοκρατία, παρακρατικοί δολοφόνοι, γερμανοντυμένοι «πατριώτες» και τα λοιπά…

 

Στρατής Τσίρκας (1911 – 1980)
Ο Στρατής Τσίρκας, το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Χατζηανδρέας, γεννήθηκε στο Κάϊρο το 1911.

 

Εγραψε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα και είναι ένας από τους σημαντικότερους κριτικούς και μελετητές του έργου του Κ.Καβάφη. Σπούδασε στην Αμπέτειο σχολή και μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως υπάλληλος στο Κάϊρο, στην Ανω Αίγυπτο και στην Αλεξάνδρεια.

 

Το 1930 γνωρίζεται με τον Καβάφη, έρχεται επίσης σε επαφή με το αριστερό κίνημα και εντάσσεται σ” αυτό. Αναπτύσσει συνδικαλιστική δράση και οργανώνει αντι-ιμπεριαλιστικό κίνημα στην Ανω Αίγυπτο.

 

Οι εμπειρίες της επαφής του με τους ντόπιους και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους αποτελούν το υλικό για την ποιητική συλλογή του Φελλάχοι το 1937. Την ίδια χρονιά ταξιδεύει στο Παρίσι για να πάρει μέρος στο αντιφασιστικό συνέδριο συγγραφέων, εκεί, έχει επαφές με τους Νερούντα, Αραγκόν και Μπρεχτ. Μαζί με τον Λάγκστον Χιούγκ γράφoυν τον Ορκο στον δολοφονημένο ποιητή Λόρκα («να καταπολεμούμε την τυραννία και την καταπίεση όχι μόνο με τον λόγο αλλά και με τη ζωή μας»), ο οποίος υπογράφεται από τα περισσότερα μέλη του συνεδρίου.

 

Μετά από ένα σύντομο ταξίδι στην Τσεχοσλοβακία επιστρέφει στην Ελλάδα. Οι προσπάθειες του να έρθει σε επαφή με αντιφασίστες φίλους του που βρίσκονται στην παρανομία λόγω της δικτατορίας του Μεταξά, δίνουν το υλικό για μια ακόμη συλλογή ποιημάτων, Το λυρικό ταξίδι (1938).

 

Στη διάρκεια του Β” Παγκοσμίου πολέμου η δράση του υπήρξε έντονη. Εντάχθηκε σε παράνομες αντιφασιστικές οργανώσεις, προσέφερε βοήθεια στους εξόριστους Ελληνες της Μέσης Ανατολής, συμμετείχε στην ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου. Παράλληλα, αρθογραφούσε σε διάφορα έντυπα και στην εφημερίδα της οργάνωσης που είχε τον τίτλο Ελλην. Το 1944 κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων Αλλόκοτοι άνθρωποι και άλλα διηγήματα, ενώ δύο χρόνια αργότερα η τελευταία συλλογή ποιημάτων του Προτελευταίος αποχαιρετισμός και το Ισπανικό ορατόριο.

 

Το 1947 δημοσιεύεται το έργο του Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός, μέσα από το οποίο εκφράζονται οι εμπειρίες του από τον αγώνα. Στη μεταπολεμική περίοδο ταξιδεύει στην Ευρώπη ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει την πολιτική του δράση. Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 δημοσιεύονται η συλλογή διηγημάτων Ο ύπνος του θεριστή και άλλα διηγήματα (1954), η νουβέλα Νουρεντίν Μπόμπα (1957).

 

Το 1958 βραβεύεται με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για την μελέτη του Ο Καβάφης και η εποχή του, μελέτη που αποτελεί σημείο αναφοράς στη σχετική βιβλιογραφία. Το πρώτο βιβλίο της τριλογίας του Ακυβέρνητες Πολιτείες, η Λέσχη, δημοσιεύεται το 1961. Ακολουθούν η Αριάγνη (1962) και η Νυχτερίδα το 1965. Aλλη μια συλλογή διηγημάτων του κυκλοφορεί το 1966, με τίτλο Στον κάβο και άλλα διηγήματα.

 

Ο πολιτικός Καβάφης, έργο που κυκλoφορεί το 1971, συγκεντρώνει τις μελέτες του Τσίρκα για τον ποιητή. Το 1972 οι Ακυβέρνητες Πολιτείες κρίνονται ως το καλύτερο ξένο βιβλίο που κυκλοφορεί στη Γαλλία και του απονέμεται το Βραβείο Κριτικών και Εκδοτών της Γαλλίας. Επίσης κυκλοφορούν ένα χρόνο αργότερα τα ημερολόγια που ο συγγραφέας κρατούσε στο διάστημα που έγραφε την τριλογία.

 

Το τελευταίο του έργο, Η χαμένη άνοιξη το 1976, ήταν η αρχή μιας νέας τριλογίας, που δεν ολοκληρώθηκε όμως ποτέ.

 

Πεθαίνει το 1980 και ένα χρόνο μετά κυκλοφορούν τα ποιήματα του συγκεντρωμένα σ” έναν τόμο.

Από το politismopolitis.org

Κυριακή Ψαρρού στις 11 Ιουλίου 2013

Τα μέλη της συγχρονίζουν εκτός από τις φωνές και τους παλμούς τους

Τα μέλη μιας χορωδίας δεν εναρμονίζουν μόνο τις φωνές τους, αλλά και τους παλμούς της καρδιάς τους, οι οποίοι ανεβοκατεβαίνουν με τον ίδιο ρυθμό, σύμφωνα με μια νέα σουηδική επιστημονική έρευνα, η οποία εκτιμά ότι αυτός ο συγχρονισμός κάνει καλό στην υγεία των τραγουδιστών.

Η μελέτη εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ιατρικής έρευνας για τον τρόπο που η μουσική επηρεάζει βιολογικά το σώμα και την υγεία, με στόχο τα σχετικά συμπεράσματα να αξιοποιηθούν στην θεραπεία των ασθενών.

Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Νευροεπιστήμης και Φυσιολογίας της ιατρικής Ακαδημίας Σαλγκρένσκα του πανεπιστημίου του Γκέτεμποργκ, με επικεφαλής τον δρα Μπιορν Βίκχοφ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό νευροεπιστήμης «Frontiers in Neuroscience», σύμφωνα με το BBC και το «New Scientist», μελέτησαν εργαστηριακά 15 18χρονους χορωδούς, καθώς εκτελούσαν διαφόρων ειδών μουσικά έργα.

Καθώς τα μέλη της χορωδίας συντονίζουν σταδιακά τις αναπνοές τους, ακολουθεί ο γρήγορος συγχρονισμός στους παλμούς της καρδιάς τους, οι οποίοι ανεβαίνουν με την εισπνοή και πέφτουν με την εκπνοή με συντονισμένο τρόπο. Όσο πιο αργό είναι το τραγούδι, τόσο πιο αισθητός είναι ο συγχρονισμός των καρδιών τους.

Γενικότερα, όπως διαπιστώθηκε, η συμμετοχή σε μια χορωδία έχει ως αποτέλεσμα οι παλμοί της καρδιάς του ατόμου να γίνονται πιο αργοί λόγω του αναγκαίου ελέγχου της αναπνοής μέσω ενεργοποίησης του πνευμονογαστρικού νεύρου, που συνδέει τη βάση του εγκεφάλου με την καρδιά. Καθώς η αναπνοή τίθεται υπό έλεγχο, η καρδιά με τη σειρά της ηρεμεί. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η επίδραση της χορωδίας στην αναπνοή και τον ρυθμό της καρδιάς μοιάζει με την ανάλογη επίπτωση της γιόγκα.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι χορωδοί έχουν οφέλη στην υγεία τους, αν μη τι άλλο επειδή μακροπρόθεσμα μειώνεται η αρτηριακή πίεσή τους, πράγμα που προστατεύει την καρδιά τους, όμως για να επιβεβαιωθεί κάτι τέτοιο, θα χρειαστεί νέα μελέτη.

από το newsbeast.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 7 Ιουλίου 2013

 

Ἕνας βράχος στὰ βουνὰ

συλλογιέται μοναχός του.

Ἕνα ρυάκι, ποὺ περνᾷ,

κάτι τραγουδάει ἐμπρός του.

Μία ἀνεμώνη, ποὺ ἀνθεῖ

εἰς τὸν βράχο στηριγμένη,

νὰ νοήσῃ προσπαθεῖ

τὸ τραγούδι τί σημαίνει.

Κι᾿ ὅλο σκύφτει πιὸ πολύ,

καὶ ξεχνᾷ τὸ στήριγμά της.

Τί τραγούδι νὰ λαλῇ

ὁ τρεχάμενος διαβάτης;

Τραγουδεῖ γιὰ μία ἀγκαλιά,

ποὺ μὲ πόθον ἀνοιγμένη

στὴν χρυσὴν ἀκρογιαλιὰ

μέρα νύχτα τὸν προσμένει.

-Ἄχ, κι᾿ ἂς ἤμουν, λέγ᾿, ἐγὼ

κείνη ποὺ θὰ τ᾿ ἀγκαλιάσῃ!

Καὶ τὰ ρεῦμα τὸ γοργὸ

σκύβ᾿ ἡ λουλουδιὰ νὰ φθάσῃ,

Μά, σὰν ἔσκυβ᾿ ἔτσι δὰ

τὸ νερὸ μὲ τὴν ὁρμή του

τὰ φυλλάκια της μαδᾷ

τὰ κατρακυλᾷ μαζύ του.

Τώρα στέκει μαδητή,

στέκει στέλεχος μονάχο!

Διατί, ἄχ! διατὶ

ξεστηρίχθηκ᾿ ἀπ᾿ τὸν βράχο!

Κυριακή Ψαρρού στις 7 Ιουλίου 2013

Συμμετοχή στην  παράγωγη και  το Ελληνικό κέντρο κινηματογραφου

Ημερομηνία έκδοσης: 2007

Bliss (2007) Poster

Χώρα : Τουρκία

 

Γλώσσα : Τουρκικά

 

Διάρκεια: 2 ώρες. 8 λεπτά

 

 Είδος: Δράμα
Είδα αυτήν την ταινία πρόσφατα και τη βρίσκω αριστουργηματική!!Η φωτογραφία της ήταν απίστευτη, ήδη από την πρώτη σηνή του έργου και πραγματεύεται πολλά θέματα που έχουν να κάνουν με την οικογένεια, τις σχέσεις μας, τα πρέπει αλλά και τις επιθυμίες μας που τελικά ακολουθούμε!Να την αναζητήσετε!Παρακάτω παραθέτω μερικές κριτικές από το ts-gs-team.blogspot.gr

 

 

 

 

“Ευτυχία (Mutluluk στα Τούρκικα) είναι η ιστορία ενός νεαρού κοριτσίου που βιάζεται και σύμφωνα με τα έθιμα του χωριού της, πρέπει να θανατωθεί έτσι ώστε να αποκατασταθεί η τιμή της οικογένειας της.

 

Ο μεγαλύτερος γιος του αρχηγού του χωριού πρέπει να την πάει στην Κωνσταντινούπολη για να την σκοτώσει, έτσι ώστε να μην το ανακαλύψει η κυβέρνηση (η θανάτωση για εξιλέωση τιμής είναι παράνομη αλλά ακόμη εξασκείται).

 

Φτάνοντας στην Κων/λη ο μεγαλύτερος γιός συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να την σκοτώσει και έτσι οι δυό τους δεν μπορουν να επιστρέψουν ξανά στο χωριό τους. Μέσα από την εξέλιξη της ιστορίας, ο Τζεμάλ και η Μεριέμ ( η νεαρή κοπέλα), παλεύουν με το σύστημα αξιών και πεποιθήσεων μεσα στο οποίο μεγάλωσαν, και κατά ένα περίεργο τρόπο έρχονται κοντά ο ένας στον άλλο. Όταν όμως η ταυτότητα του βιαστή της Μεριέμ αποκαλύπτεται, μαθαίνουμε οτι πίσω από την θανατική καταδίκη της Μεριέμ, όπως και πίσω από τα περισσότερα δεινά του κόσμου, κρύβεται το προσωπικό όφελος. “

 

 

Είχε επιλέξει να ανοίξει το 2007  Asian Film Festival in Mumbai .Επίσης το 2007  στο Medfilm Festival  της Ρώμης  κέρδισε το βραβείο κοινού και το βραβείο κριτικής επιτροπής. Το 2008 πηρέ το βραβείο για  νέους  τούρκους κινηματογραφιστές στο  Φεστιβάλ Κινηματογράφου στη Νυρεμβέργη. Κέρδισε ακόμα  το βραβείο κοινού για τις διεθνείς ταινίες στο Φεστιβάλ  Miami International Film Festival το 2008. Τελειώνοντας το  Mutluluk βραβεύτηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με το Prix Odyssee Human Rights Award ,.βραβείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το 2007.

 

Κυριακή Ψαρρού στις 7 Ιουλίου 2013

 ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ της φώκιας είναι από τα ωραιότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη· δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1908.

 Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού, την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζουν το Κοχύλι —φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα— κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν,* δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου, και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον, το μονοπάτι, και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν* εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της, δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου, οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ, κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.

 

Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.

 

Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της, και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα· ο εις είχεν υπάγει, της είπον, εις την Αυστραλίαν, και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών· αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει· ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου, και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη. Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα, με μισήν δωδεκάδα παιδιά.

 

Πλησίον αυτής, η γρια-Λούκαινα εθήτευε τώρα, εις το γήρας της, και δι’ αυτήν επήγαινε τον κατήφορον, το μονοπάτι, δια να πλύνη τα χράμια* και άλλα διάφορα σκουτιά* εις το κύμα το αλμυρόν, και να τα ξεγλυκάνη στο Γλυφονέρι.

 

Η γραία έκυψεν εις την άκρην χθαμαλού, θαλασσοφαγωμένου βράχου, και ήρχισε να πλύνη τα ρούχα. Δεξιά της κατήρχετο ομαλώτερος, πλαγιαστός, ο κρημνός του γηλόφου, εφ’ ου* ήτο το Κοιμητήριον, και εις τα κλίτη* του οποίου εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα* τεμάχια σαπρών ξύλων από ξεχώματα, ήτοι ανακομιδάς ανθρωπίνων σκελετών, λείψανα από χρυσές γόβες ή χρυσοκέντητα υποκάμισα νεαρών γυναικών, συνταφέντα ποτέ μαζί των, βόστρυχοι από κόμας ξανθάς, και άλλα του θανάτου λάφυρα. Υπεράνω της κεφαλής της, ολίγον προς τα δεξιά, εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου, είχε καθίσει νεαρός βοσκός, επιστρέφων με το μικρόν κοπάδι του από τους αγρούς, και, χωρίς ν’ αναλογισθή το πένθιμον του τόπου, είχε βγάλει το σουραύλι από το μαρσίπιόν* του, και ήρχισε να μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα. Το μοιρολόγι της γραίας εκόπασεν εις τον θόρυβον του αυλού, και οι επιστρέφοντες από τους αγρούς την ώραν εκείνην —είχε δύσει εν τω μεταξύ ο ήλιος— ήκουον μόνον την φλογέραν, κι εκοίταζον να ιδώσι πού ήτο ο αυλητής, όστις δεν εφαίνετο, κρυμμένος μεταξύ των θάμνων, μέσα εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού.

 

 

Μία γολέτα ήτο σηκωμένη στα πανιά, κι έκαμνε βόλτες εντός του λιμένος. Αλλά δεν έπαιρναν τα πανιά της, και δεν έκαμπτε ποτέ τον κάβον τον δυτικόν. Μία φώκη, βοσκούσα εκεί πλησίον, εις τα βαθιά νερά, ήκουσεν ίσως το σιγανόν μοιρολόγι της γραίας, εθέλχθη* από τον θορυβώδη αυλόν του μικρού βοσκού, και ήλθε παραέξω, εις τα ρηχά, κι ετέρπετο εις τον ήχον, κι ελικνίζετο εις κύματα. Μία μικρά κόρη, ήτο η μεγαλυτέρα εγγονή της γραίας, η Ακριβούλα, εννέα ετών, ίσως την είχε στείλει η μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή από την άγρυπνον επιτήρησίν της, και μαθούσα ότι η μάμμη* ευρίσκετο εις το Κοχύλι, πλύνουσα εις τον αιγιαλόν, ήλθε να την εύρη, δια να παίξη ολίγον εις τα κύματα. Αλλά δεν ήξευρεν όμως πόθεν ήρχιζε το μονοπάτι, από του Μαμογιάννη τον μύλον, αντικρύ στα Μνημούρια, και άμα ήκουσε την φλογέραν, επήγε προς τα εκεί και ανεκάλυψε τον κρυμμένον αυλητήν και αφού εχόρτασε ν’ ακούη το όργανόν του και να καμαρώνη τον μικρόν βοσκόν, είδεν εκεί που, εις την αμφιλύκην* του νυκτώματος, εν μικρόν μονοπάτι, πολύ απότομον, πολύ κατηφορικόν, κι ενόμισεν ότι αυτό ήτο το μονοπάτι, και ότι εκείθεν είχε κατέλθει η γραία η μάμμη της· κι επήρε το κατηφορικόν απότομον μονοπάτι δια να φθάση εις τον αιγιαλόν να την ανταμώση. Και είχε νυκτώσει ήδη.

 

Η μικρά κατέβη ολίγα βήματα κάτω, είτα είδεν ότι ο δρομίσκος εγίνετο ακόμη πλέον απόκρημνος. Έβαλε μίαν φωνήν, κι επροσπάθει ν’ αναβή, να επιστρέψη οπίσω. Ευρίσκετο επάνω εις την οφρύν ενός προεξέχοντος βράχου, ως δύο αναστήματα ανδρός υπεράνω της θαλάσσης. Ο ουρανός εσκοτείνιαζε, σύννεφα έκρυπταν τα άστρα, και ήτον στην χάσιν του φεγγαριού. Επροσπάθησε και δεν εύρισκε πλέον τον δρόμον πόθεν είχε κατέλθει. Εγύρισε πάλιν προς τα κάτω, κι εδοκίμασε να καταβή. Εγλίστρησε κι έπεσε, μπλουμ! εις το κύμα. Ήτο τόσον βαθύ όσον και ο βράχος υψηλός. Δύο οργυιές ως έγγιστα.* Ο θόρυβος του αυλού έκαμε να μη ακουσθή η κραυγή. Ο βοσκός ήκουσεν ένα πλαταγισμόν, αλλά εκείθεν όπου ήτο, δεν έβλεπε την βάσιν του βράχου και την άκρην του γιαλού. Άλλως δεν είχε προσέξει εις την μικράν κόρην και σχεδόν δεν είχεν αισθανθή την παρουσίαν της.

 

 

Καθώς είχε νυκτώσει ήδη, η γραία Λούκαινα είχε κάμει την αβασταγήν της, και ήρχισε ν’ ανέρχεται το μονοπάτι, επιστρέφουσα κατ’ οίκον. Εις την μέσην του δρομίσκου ήκουσε τον πλαταγισμόν, εστράφη κι εκοίταξεν εις το σκότος, προς το μέρος όπου ήτο ο αυλητής.

 

— Κείνος ο Σουραυλής θα είναι, είπε, διότι τον εγνώριζε. Δεν του φτάνει να ξυπνά τους πεθαμένους με τη φλογέρα του, μόνο ρίχνει και βράχια στο γιαλό για να χαζεύη… Σημαδιακός κι αταίριαστος είναι.

 

Κι εξηκολούθησε τον δρόμον της.

 

 

Κι η γολέτα εξηκολούθει ακόμη να βολταντζάρη εις τον λιμένα. Κι ο μικρός βοσκός εξηκολούθει να φυσά τον αυλόν του εις την σιγήν της νυκτός.

 

Κι η φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω εις τα ρηχά, ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της.

 

Το μοιρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής* εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών, έλεγε περίπου τα εξής:

 

Αυτή ήτον η Ακριβούλα
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.
Φύκια ‘ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της…
κι η γριά ακόμη μοιρολογά
τα γεννοβόλια της τα παλιά.
Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.


 

αβασταγή: μπόγος.
έμελπεν: ρ. μέλπω, τραγουδώ.
χράμια: υφαντά, στρωσίδια.
σκουτιά: ρούχα.
εφ’ ου: πάνω στο(ν) οποίο.
κλίτη, τα: οι πλαγιές.
πανδέγμων: αυτός που δέχεται τα πάντα.
μαρσίπιον: (υποκορ. του μάρσιπος)· δερμάτινος σάκος, τορβάς.
εθέλχθη: ρ. θέλγομαι· γοητεύομαι.
μάμμη: γιαγιά.
αμφιλύκη: το βραδινό φως, το μούχρωμα.
ως έγγιστα: περίπου.
εντριβής: βαθύς γνώστης.

από τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας β΄Λυκείου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Ιουλίου 2013

Η λέξη πελαργός είναι σύνθετη από τις λέξεις «πελός» (που σημαίνει μαύρος) και «αργός» (που σημαίνει λευκός) και ανταποκρίνεται στο ασπρόμαυρο χρώμα αυτού του πουλιού.

Ελληνική… ιθαγένεια απέκτησαν εκατοντάδες λευκοί πελαργοί που φωλιάζουν αυτό το διάστημα στη βόρεια Ελλάδα. Τουλάχιστον 190 μικρά πελαργάκια δακτυλιώθηκαν στο Εθνικό Πάρκο Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, από τη Νέα Καρβάλη Καβάλας έως τη Μαρώνεια Ροδόπης και δεκάδες άλλα στο Δέλτα του Εβρου.

Σε ψηλά σημεία φτιάχνουν τις φωλιές τους οι πελαργοί ώστε να μην κινδυνεύουν τα νεογέννητα. Για να τοποθετήσουν οι επιστήμονες τα δακτυλίδια επιστρατεύτηκε γερανοφόρο όχημα

Σε ψηλά σημεία φτιάχνουν τις φωλιές τους οι πελαργοί ώστε να μην κινδυνεύουν τα νεογέννητα. Για να τοποθετήσουν οι επιστήμονες τα δακτυλίδια επιστρατεύτηκε γερανοφόρο όχημα

Εκείνο που εντυπωσίασε τους επιστήμονες και ειδικά την Εύα Στετς, δακτυλιώτρια και εκπρόσωπο του Ελληνικού Κέντρου Δακτυλίωσης, είναι πως φέτος ήταν μια ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά. Ο ήπιος χειμώνας, η ακόμη πιο ήπια άνοιξη και η άφθονη τροφή που βρήκαν οι πελαργοί στους υγρότοπους, βοήθησαν στην επιβίωση πολύ μεγάλου αριθμού νεοσσών. Ετσι, ενώ συνήθως επιζούν 3 μικρά σε κάθε οικογένεια, στη Βιστωνίδα βρέθηκαν φωλιές με 6 μικρά, γεγονός εξαιρετικά σπάνιο ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ ταυτόχρονα η πλειονότητα των φωλιών, στις οποίες έγιναν δακτυλιώσεις, φιλοξενούσαν 4-5 μικρά.

Καλή χρονιά
«Ηταν μια πολύ καλή χρονιά για την αναπαραγωγή του πληθυσμού και επιπλέον είναι πολύ καλή η κατάσταση του αναπαραγόμενου πληθυσμού του λευκού πελαργού. Την άνοιξη που ήρθαν οι πελαργοί βρήκαν άφθονη τροφή και επιβίωσαν σε πολύ μεγάλο ποσοστό, τόσο τα ενήλικα άτομα όσο και οι νεοσσοί», είπε στο «Εθνος» ο επιμελητής και ξεναγός στο Εθνικό Πάρκο Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, Βασίλης Τερζής.

Οι δακτυλιώσεις έγιναν από την Εύα Στετς, η οποία συντόνισε την όλη προσπάθεια, παρέχοντας τεχνογνωσία, αλλά και τα δακτυλίδια τύπου ELSA που χρησιμοποιήθηκαν, σε συνεργασία με τον Φορέα Διαχείρισης Δέλτα Νέστου-Βιστωνίδας-Ισμαρίδας.

Σε διάστημα τεσσάρων ημερών καλύφθηκαν συνολικά έξι οικισμοί στην ευρύτερη περιοχή του Εθνικού Πάρκου -Βαφέικα, Γενισσέα, Μάγγανα (Ξάνθης), Ποντολίβαδο, Αγίασμα, Ερατεινό (Καβάλας)- με ελέγχους και δακτυλιώσεις σε 59 φωλιές πελαργών και συνολικό αριθμό νεοσσών για το 2013, που φτάνει στα 190 μικρά πελαργάκια, ενώ εντοπίστηκαν συνολικά πάνω από 250 φωλιές.

Σε ανάλογη επιχείρηση στο Δέλτα του Εβρου δακτυλιώθηκαν 29 νεοσσοί, γύρω από τον Πόρο, από 9 διαφορετικές φωλιές, σε συνεργασία με το WWF Δαδιάς.

Ερχονται άνοιξη και φεύγουν το φθινόπωρο
600.000 κάθε χρόνο οι φτερωτοί επισκέπτες

Ελληνικό «διαβατήριο» σε 190 νεοσσούς πελαργούς

Οι πελαργοί έρχονται την άνοιξη στην Ελλάδα για να αναπαραχθούν και προτιμούν περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, αν και έχουν παρατηρηθεί σε όλη τη χώρα. Υπολογίζεται ότι πάνω από 600.000 άτομα έρχονται κάθε χρόνο και περνούν εδώ το καλοκαίρι, ενώ το φθινόπωρο φεύγουν μέσω του Εβρου, περνούν στην Τουρκία, από τα παράλια της Μικράς Ασίας και της Κύπρου, βγαίνουν στην Αφρική, όπου ξεχειμωνιάζουν στην υποσαχάρια περιοχή.

Τα πουλιά κάνουν το ταξίδι αυτό όχι πετώντας, αλλά ανεμοπορώντας και μόλις νυχτώσει βρίσκουν υγρότοπους για να φωλιάσουν, να τραφούν και να ξεκουραστούν.

Ταξιδεύουν πάντα σε κοπάδια, στην αρχή και στο τέλος των οποίων μπαίνουν τα ενήλικα άτομα και στη μέση τα νεαρότερα.

Οι πελαργοί επιλέγουν να φτιάξουν τις φωλιές τους σε ψηλά σημεία, κοντά σε κατοικημένες περιοχές και σε αντίθεση με τους μαύρους, που αναζητούν δυσπρόσιτες δασικές περιοχές, οι λευκοί είναι πολύ? κοινωνικά άτομα. Οι φωλιές είναι από ξύλα, κλαδάκια και χόρτα. Εχουν διάμετρο 70-80 εκατοστών και συνήθως είναι πάνω σε στέγες, καμινάδες, καμπαναριά και μιναρέδες, σε χαλάσματα, μεγάλα δέντρα και σιλό, γενικά σε σημεία που να έχουν ελεύθερο χώρο γύρω γύρω για να ελέγχουν πιθανούς θηρευτές τους.

 

ΜΑΡΙΑ ΡΙΤΖΑΛΕΟΥ (TO ΕΘΝΟΣ)

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Ιουλίου 2013

Φεστιβάλ Επιδαύρου 2013
Τα Επιδαύρια που φέτος εκτείνονται από τις αρχές Ιουλίου ως το τέλος Αυγούστου, περι-
λαμβάνουν: δύο αρχαίες τραγωδίες, ένα σατυρικό δράμα, δύο αριστοφανικές κωμωδίες και
μια του Μενάνδρου, μια πειραματική παράσταση με αποσπάσματα των τριών τραγικών και
σύγχρονης ποίησης. Και μια έκπληξη…
Το εθνικό Θέατρο παρουσιάζει τον Κύκλωπα του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία του Βασίλη Πα-
παβασιλείου [2 & 3.08], και τις Τραχίνιες του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπου-
λου[9 & 10.08].
Το Κρατικό Θέατρο Βορείου ελλάδος συμμετέχει με την Ειρήνη του Αριστοφάνη σε σκη-
νοθεσία ςωτήρη Χατζάκη.[26 & 27.07]
Το ΔΗΠεΘε Πάτρας ζωντανεύει στο αργολικό θέατρο τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε σκη-
νοθεσία Θοδωρή αμπαζή.[23 & 24.08]
Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου επανέρχεται στην αρχαία ορχήστρα με τη Σαμία του Με-
νάνδρου, σε σκηνοθεσία εύη Γαβριηλίδη.[19 & 20.07]
Η Μήδεια είναι άντρας στην παράσταση της ομώνυμης τραγωδίας του Ευριπίδη που σκηνο-
θετεί ο ςπύρος ευαγγελάτος.[5 & 6.07]
Ο Διονύσης ςαββόπουλος αυτή τη φορά υπογράφει όχι μόνο τη μουσική, αλλά και τη σκη-
νοθεσία του αριστοφανικού Πλούτου.[12 & 13.07]
ΆσκησηΕπίδαυρος-Σύσσημον:ΣτοκλείσιμοτωνΕπιδαυρίων,ηουσιαστικά ερευνητικήομάδα
Χώρος του ςίμου Κακάλα προτείνει μια πειραματική παράσταση βασισμένη σε σπαράγματα
των τριών τραγικών και αποσπάσματα απότοΣύσσημον τουΝίκουΠαναγιωτόπουλου.[31.08]
Kαι η έκπληξη: Mια θεατρική γιορτή θα συνδυαστεί με τις γιορτινές μέρες τουΔεκαπενταύ-
γουστου. Μια λαϊκή τραγωδία, η θρυλική ΓκόλφωτουΠερεσιάδηστην εξαιρετικήπαράσταση
του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου θα ζωντανέψει για μια μοναδική
βραδιά στα αρχαία ερείπια.[17.08]