*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 4 Μαΐου 2014 (Δημήτρης Θεοδωρόπουλος)
Πώς φτάσαμε στα σκαλοπάτια μιας ακόμη πτώχευσης; Συνέντευξη του Στέλιου Ράμφου στον Αντώνη Παγκράτη.
….Μα όλοι γνωρίζουμε ότι πρέπει να αλλάξεις τον χαρακτήρα σου για να γίνεις καλύτερος άνθρωπος… «Δεν είναι ανάγκη να αλλάξεις ριζικά χαρακτήρα. Αρκεί, όπως είσαι, να κάνεις αυτό το οποίο κάνει ο Ελληνας που εγκαθίσταται στην Αμερική ή στην Ευρώπη: Εντάσσεται οργανικά σε έννομη τάξη και αλλάζει χωρίς να αλλοιώνεται. Εξ ου και όταν επιστρέφει στην Ελλάδα χειροτερεύει πάλι ή φεύγει οριστικά επειδή δεν μπορεί να υποφέρει την ανομία της».
Οι Eλληνες που εγκαθίστανται στο εξωτερικό πράγματι δημιουργούν. «Μα δεν υπάρχει αμφιβολία! Το πολιτισμικό πλαίσιο της κοινωνίας μας πιέζει να μη δημιουργήσουν. Η Παιδεία τούς ζητάει να απομνημονεύσουν, το πολιτικό σύστημα τούς ζητάει αναξιοπρέπεια, η κοινωνική προαγωγή τούς ζητάει να συμβιβαστούν. Αν είναι καινοτόμοι θα πρέπει να μην κάνουν τίποτε, για να μη δυσκολέψουν αυτούς οι οποίοι είναι βολεμένοι».
Μου έρχεται τώρα στο μυαλό η φράση «Δεν γίνεται τίποτα σε αυτήν τη χώρα»… «Αυτό όμως δεν είναι θέμα χαρακτήρος. Είναι ότι τα ρίχνουμε ακόμη όλα στην Τουρκοκρατία. Πρόκειται για μεγάλη ανακρίβεια. Θα πρέπει να αποφασίσουμε ότι υπάρχει ένα θέμα προβληματικής ελληνικής πνευματικότητος. Θα δώσω ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα: Τα Επτάνησα δεν είχαν δει ποτέ Τούρκο, όμως οι Επτανήσιοι ήταν και είναι σαν κι εμάς. Αυτό σημαίνει ότι ο χαρακτήρας μας ριζώνει στην ορθόδοξη πνευματικότητα, για την οποία ο άνθρωπος οφείλει να παραδώσει το θέλημά του στον Θεό και να παραιτηθεί από τον εαυτό του».
Αυτό, όμως, δεν βλέπω να αλλάζει χωρίς να αλλάξει η νοοτροπία. «Η νοοτροπία, είναι δύσκολο. Ομως όταν αλλάζει το πλαίσιο, απορροφά την νοοτροπία εφ’ όσον προσφέρει συμφέρουσες λύσεις. Αν σε κάνει πιο δημιουργικό και άξιο, δεν έχεις λόγο να το απορρίψεις».
Τι σου προσφέρει ένα πιο σύγχρονο πλαίσιο; «Αυτό που σου προσφέρει η Γερμανία, η Γαλλία, η Αγγλία, όταν πηγαίνεις να σπουδάσεις εκεί ή να ζήσεις: Σε σέβονται!»
όλη η συνέντευξη εδώ: http://steliosramfosgr.wordpress.com/2011/06/09/%CF%80%CF%8E%CF%82-%CF%86%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B5-%CF%83%CF%84%CE%B1-%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B7/#more-527
Το πεζοποίημα του «Γκάμπο» όπως φώναζαν τον διάσημο συγγραφέα, θεωρείται το στερνό του αντίο προς φίλους και αγαπημένους αφού το έγραψε όταν έμαθε ότι χρειάζεται να δώσει την έσχατη των μαχών.
….. “Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ. Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’ αυτό που αξίζουν, αλλά γι’ αυτό που σημαίνουν. Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόνταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου. Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ’ ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ’ αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους…
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή… Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους… Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’ αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.
Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα σ’ αγκάλιαζα και θα σού ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα “σ’ αγαπώ” και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη. Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ΄θελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”, “συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις. Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.”
Τα παιδικά χρόνια στην Αρακατάκα
«Πολλά χρόνια αργότερα, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία θα θυμόταν εκείνο το μακρινό απόγευμα που ο πατέρας του τον είχε πάει να γνωρίσει τον πάγο». Αυτή είναι η περίφημη εναρκτήρια πρόταση του μυθιστορήματος «Εκατό χρόνια μοναξιά», με τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες να έχει εξηγήσει ότι «ήταν επιβεβλημένο να χρησιμοποιήσω πάγο για την πρώτη πρόταση, επειδή στην πιο καυτή πόλη του κόσμου ο πάγος είναι κάτι μαγικό».
Ο πάγος παραπέμπει σε μια ιστορία από τα παιδικά του χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, στη μικρή πόλη της Κολομβίας Αρακατάκα, όταν ο παππούς του, ο φιλελεύθερος συνταγματάρχης Νικολάς Ρικάρντο Μάρκες, τον πήρε από το χέρι και τον πήγε σε ένα μαγαζί να δει ένα κατεψυγμένο ψάρι. «Το άγγιξα και ένιωσα ένα κάψιμο», είπε κάποτε ο συγγραφέας. Οι καθημερινές βόλτες παππού και εγγονού, οι επισκέψεις στο τσίρκο και στον κινηματογράφο, οι ιστορίες από τον πόλεμο των Χιλίων Ημερών (τον εμφύλιο του 1899) ήταν σπουδαία μαθήματα για τον μικρό Μάρκες. «Η σχέση μου με τον παππού μου ήταν ο ομφάλιος λώρος που με κράτησε σε επαφή με την πραγματικότητα». Τα βράδια άκουγε τις ιστορίες της γιαγιάς του, με φαντάσματα και νεκρούς, γεμάτες με τις δεισιδαιμονίες της μυθολογίας της Λατινικής Αμερικής. Το υπερφυσικό στοιχείο εισχώρησε στη συνείδησή του· η βάση του «μαγικού ρεαλισμού» που αργότερα θα χαρακτήριζε το έργο του είχε ως αφετηρία τα παιδικά του βιώματα. Αλλωστε η Αρακατάκα είναι το θρυλικό Μακόντο, η φανταστική πόλη από το «Εκατό χρόνια μοναξιά». Οι γονείς του απουσιάζουν. Ζουν σε άλλες πόλεις, με τον πατέρα του, έναν τυχοδιώκτη αυτοδίδακτο ομοιοπαθητικό γιατρό, να προσπαθεί να πετύχει ως φαρμακοποιός. Ο Γκαμπριέλ, το πρώτο από τα έντεκα παιδιά της οικογένειας, μεγαλώνει με τους παππούδες του και την αδερφή του. Με τους γονείς του θα βρεθεί πολύ αργότερα, σε ηλικία έντεκα ετών, αλλά η σχέση του μαζί τους δεν θα είναι ποτέ ιδιαίτερα στενή.
Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.
Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.
Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.
Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.
Είμαστε οι δυο μας. Λέει «θα τα πάμε μια χαρά», λέω «ανησυχεί». «Το πιστεύεις ότι θα τα καταφέρουμε, ε;» «Φυσικά και το πιστεύω», λέω- είναι μικρή αλλά δε φοβάμαι. Κάθε μεσημέρι περιμένει στη γωνία το σχολικό: πολύ αδύνατη, μακριά μαλλιά, τεράστια τσάντα. Μετά μαζί, παντού μαζί. Δουλεύουμε στο δρόμο για το ρεπορτάζ και το βράδυ εφημερίδα, κακόηχη αίθουσα με καπνό, άνθρωποι που καπνίζουν λαχανιασμένοι χτυπώντας γραφομηχανές. Όταν έρχεται ο διευθυντής κρύβομαι πίσω απ’ την πόρτα, δεν πρέπει να μάθει ότι δουλεύω κι εγώ εκεί. Είμαι μόνο έξι.
Είναι μόλις τριάντα. Έκοψε τα μαλλιά της κοντά, τελείως κοντά. Απορρυθμίστηκε, «ένα κορίτσι πρέπει να ξέρει που πάει ακόμη κι αν δε θυμάται το όνομα του». Έχουμε οικογένεια και τα μωρά ντυμένα σαν τις κούκλες μας. Εκείνη όλη την ώρα διαβάζει, μαγειρεύει, καπνίζει. Εγώ δεν τη φωνάζω πια με το όνομα της, μόνο μαμά. Μου υπαγορεύει κείμενα, χωρίς διορθώσεις. Μερικά πρωινά λέει, μην πας σχολείο, κάνε μου παρέα σήμερα. Δεν έχει βρει το δρόμο της ακόμη.
Μεγαλώνουμε χώρια. Μαθαίνουμε να κολυμπάμε, θα βρεθούμε στην εξέδρα. Παντρεύεται, πάλι.
Της αρέσουν οι λεμονιές, τα τακτοποιημένα συρτάρια, τα κλειστά παραθυρόφυλλα, να περπατάει ξυπόλητη στο σπίτι χειμώνα-καλοκαίρι. Της αρέσουν οι γάμοι, να γελάει, να μιλάει με τον εαυτό της την ώρα που μαγειρεύει. Δεν της αρέσουν οι αποτυχίες. Φοβάται τις αρρώστιες, την κανονικότητα, τις δυσάρεστες συζητήσεις.
Προσπαθεί να είναι στα καλύτερά της. Αδύνατη, με μαλλιά που μακραίνουν και πάλι μετά από πολλά χρόνια. Στο δρόμο της λένε σ’ αγαπάμε, αλλά στην κανονική ζωή συνεχίζει να προσπαθεί σαν κουτσό, ανεπιθύμητο κουτάβι. Τι τα θες, υπολογίζει τον εαυτό της για ορφανό.
Μερικές μέρες με ήλιο, θυμάται πως είναι η ζωή που θες να τη ζήσεις, με παίρνει να βγούμε έξω. Κρέμεται από πάνω μου, με κρατάει και με τα δυο της χέρια, χέρια παιδιού δέκα χρονών, χέρια που τα κοιτάει και θυμάται πόσο δεν έμοιασε στη μάνα της. Μετά από λίγο παύει η κατατονία, γελάμε υστερικά στο δρόμο. Της χαϊδεύω το χεράκι, με ρωτάει «το πίστευες ότι θα τα καταφέρναμε, ε;».
Άλλες μέρες δε θέλει να μένει καθόλου μόνη. Όταν γράφει καθόμαστε δίπλα της, ένας ένας ή και όλοι μαζί, Μαριανίνα, Αλίκη, Άντα, Μαργαρίτα, φίλοι, περαστικοί- σαν παιδί που κάθεσαι δίπλα του για να διαβάσει. Μου λέει να μείνουμε μαζί. Δε γίνεται, είμαστε μεγάλες πια, εντάξει, ίσως για λίγο. Τα βράδια όταν κοιμόμαστε, εκείνη μιλάει στα τηλέφωνα. Εάν καθυστερούμε να επιστρέψουμε, στέλνει μηνύματα «Αγαπώ, φιλί». Δεν αντέχει ούτε τις αναμονές.
Στο δωμάτιο της, κουρτίνες κλειστές, και θα καπνίζει μισοξαπλωμένη ανάμεσα σε βιβλία. Αν μου πει να ανέβω στο κρεβάτι, σημαίνει αγάπες και όλα καλά. Αν ακούει Αλεξίου μόνη, σημαίνει πρέπει να μπω μέσα, και να καθίσω στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι, το πρόσωπο μου κοντά στο δικό της, η φωνή της ίσα ίσα που θα ακούγεται. Τις κανονικές μέρες γελάει και μιλάει ακατάπαυστα έως ότου να μη μπορεί να σκεφτεί άλλο. Στο τέλος λέει, «πες κάτι ευχάριστο», την παίρνει ο ύπνος.
Κακά νέα. «Το ‘χα δει όνειρο», της λέω. «Κι εγώ» λέει, «το ‘χα δει όνειρο για τη μάνα μου».
Γύρισε από την Αμερική. Της είπαν είναι καλά. Θέλει να τη βγάζω έξω κάθε βράδυ. Προσπαθεί. «Είναι ωραία η ζωή» λέει, «αλλά όχι κάθε μέρα», και κλαίει και γελάει μαζί.
Οι γιατροί τη φοβούνται. Κατάλαβαν. Όσο την πιέζουν τόσο το χειρότερο γι’ αυτή. Ξέρω, νιώθει αδικημένη, κανείς δεν πρέπει να παθαίνει αυτό που φοβάται περισσότερο. Κάθομαι ήσυχη όπως όταν ήμουν μικρή στην εφημερίδα. Κάθομαι ήσυχη, σχεδόν αόρατη. Πες κάτι ευχάριστο, πες κάτι. Δεν έχω τίποτε ευχάριστο να πω, δεν έχω τίποτε να πω, άχρηστη είμαι. Λέει να παντρευτείς, λέει μου μοιάζεις, κάνεις τα δικά μου λάθη, μαμά σαν όλες τις άλλες. Θέλει να δει την «Εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων» στην τηλεόραση τώρα, να πάω σπίτι στο μικρό, είναι αργά. Άρωμα λεμόνι, «αγαπώ πολύ, φιλί».
Κι όμως, θα μπορούσαμε να τα έχουμε καταφέρει. Τώρα πρέπει να κάψω τα ημερολόγια της, μην πάθω τίποτα και τα βρει κανείς.
Δημοσιεύτηκε στην Οδό Πανός
“Μην ακούω ανοησίες για ερωτική αιωνιότητα. Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο – γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες – αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα. Ο ερωτικός σπασμός είναι μια αιωνιότητα, κι ας μην αποτυπώνεται πουθενά αυτός “
Λιλή Ζωγράφου ” Η πόρνη”
”Η αγάπη δεν είναι βασικά μιά σχέση προς ένα ιδιαίτερο άτομο.Είναι μιά στάση, ένας προσανατολισμός του χαρακτήρα που καθορίζει τη σχέση ενός ατόμου προς τον κόσμο σαν σύνολο κι όχι προς ένα ‘αντικείμενο’ αγάπης. Αν ένα άτομο αγαπά μόνο ένα άλλο άτομο κι είναι αδιάφορο προς τους άλλους συνανθρώπους του, η αγάπη του δεν είναι ακριβώς αγάπη αλλά μια συμβιοτική προσκόλληση ή ένας διογκωμένος εγωισμός. Ωστόσο, οι πιο πολλοί άνθρωποι πιστεύουν πως η αγάπη είναι το αντικείμενο κι όχι η ψυχική ικανότητα. Στην πραγματικότητα φτάνουν στο σημείο να πιστεύουν ότι: όταν δεν αγαπάνε κανέναν άλλον παρά μόνο το ‘αγαπημένο’ πρόσωπο, αυτό είναι μια απόδειξη της έντασης της αγάπης τους. … Αν πραγματικά αγαπώ έναν άνθρωπο, αγαπώ όλους τους ανθρώπους, αγαπώ τον κόσμο, αγαπώ τη ζωή. Αν μπορώ να πω σε κάποιον άλλον ”σ’αγαπώ”, πρέπει να ειμαι ικανός να πω ”αγαπώ σε σένα όλους, αγαπώ μέσα από σένα όλο τον κόσμο, αγαπώ σε σένα και τον εαυτό μου”.
Λέγοντας ωστόσο ότι η αγάπη είναι ένας προσανατολισμός που αναφέρεται σ’όλους και όχι στον ένα,δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις διάφορες μορφές της αγάπης….”
Εριχ Φορμ ” Αγάπη”
Η γιαγια συμβουλεύει την εγγονή της:”…Κάθε φορά που θα νιώθεις χαμένη, μπερδεμένη, να σκέφτεσαι τα δέντρα, να θυμάσαι τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν. Να θυμάσαι ότι ένα δέντρο με πλούσια φυλλώματα και λίγες ρίζες ξεριζώνεται με το πρώτο φύσημα του αέρα, και σ’ ένα δέντρο με πολλές ρίζες και ισχνά φυλλώματα η λέμφος κυλάει με δυσκολία. Ρίζα και φυλλώματα πρέπει ν’ αναπτύσσονται με το ίδιο μέτρο, πρέπει να μένεις μέσα στα πράγματα και πάνω από αυτά, μόνο έτσι θα μπορέσεις να προσφέρεις σκιά και καταφύγιο, μόνο έτσι θα μπορέσεις να γεμίσεις με λουλούδια και καρπούς τη κατάλληλη εποχή.
Κι όταν θ’ ανοιχτούν μπροστά σου τόσοι δρόμοι και δεν θα ξέρεις ποιον να διαλέξεις, μην ακολουθήσεις ένα στη τύχη, αλλά κάθησε και περίμενε. Πάρε βαθιές, γεμάτες εμπιστοσύνη ανάσες, όπως τη μέρα που ήρθες στον κόσμο, χωρίς ν’ αφήσεις τίποτα ν’ αποσπάσει την προσοχή σου. Περίμενε, περίμενε κι άλλο. Μέινε ασάλευτη, σιωπηλή κι άκουσε την καρδιά σου. Κι όταν σου μιλήσει, πήγαινε όπου σε πάει εκείνη…”
Τατιάνα Σόττο ” Οπου σε πάει η αγάπη”
Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας….
Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει….
Αν στην προβλήτα μας περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτή,ατα ,όλοι αυτοί που αγαπήσαμε….
Αν τόσες φορές ,παρασυρμένοι από το τραγούδι των σειρήνων,δεν είχαμε χάσει τη ρότα μας….
Αν δεν είχαμε κρυφτεί λαθραία σε λάθος όνειρα….
Αν όλα αυτά που γυάλιζαν και τα μαζέψαμε με τόση αφοσίωση και στοργήξέραμε από την αρχή πως δεν ήταν χρυσάφι…..Μπορεί και να το ξέραμε ,αλλά μας έφαγε η ουτοπία.
Αν δεν είχαμε ξεπουλήσει σε γαλίφηδες εμπόρους τα τιμαλφή μας,για λίγες γουλιές παρηγοριάς….
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή,για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι….Τι απερισκεψία κι αυτή!Πάντα τους ληστές τους περνούσαμε για κατατρεγμένους.
Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε καταιγίδες…….
Αν φορούσαμε στολές παραλλαγής….Αυτό είναι σίγουρο μέσον για να πετύχεις.Μα εντελώς το αψηφήσαμε!
Εμείς ακόμα και τη νιτσεράδα για τις βροχές που κάποιος προνοητικός-δεν μπορεί πάντα υπάρχει ένας τέτοιος στο περιβάλλον μας-έχωσε στις αποσκευές μας,τη χαρίσαμε στον πρώτο τεμπέλη ψαρά.Έτσι…..Γιατί μας άρεσε το χαμόγελό του…..
Αχ,αυτή η λάθος εκτίμηση….Ο υπερβάλλων ζήλος…Η περιττή γεναιοδωρία!
Αν είχαμε υψώσει έναν τοίχο για να προστατέψουμε τη ζωή μας…Ένα ανάχωμα έστω.Μια ξερολιθιά.
Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση…Πόσος χαμένος χρόνος ,αλήθεια!
Αν δεν χαμογελούσαμε ,με κείνο το ηλίθιο χαμόγελο,σ’αυτόν που ερχόταν καταπάνω μας μ’ενα σουγιά….Λέγαμε αποκλείεται!Άλλη θα είναι η πρόθεσή του.
Αν δεν δίναμε ραντεβού με την ψυχή μας ,πέρα από τα όριά της….
Αν δεν κάναμε τον κλόουν,με στόχο να διασκεδάσει η ομήγυρις και να ξεχάσει τον καυμό της….
Αν όλος ο κόσμος ήταν ένα κουκούλι που θα μας προστάτευε και μέσα εκεί,με όλη μας την άνεση,θα γινόμασταν από σκουλήκια πεταλούδες…..
Αν…Αν….
Αν ήταν όλα…. αλλιώς!
Άντε καλέ!
Μα τότε ,πως θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνου μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;
Χαμηλοφώνως
Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ’ το φεγγίτη έκαμε
τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κατόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψύχα τους φαγώθηκε
από παράσιτα
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει ο αγέρας από
φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και θυμάσαι
Διότι θυμάσαι
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμαστε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν’ ανεβοκατεβαίνει τα δέντρα
Όπως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν
Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια του νερού
και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες απ’ το κόκκινο
– σαν τα μάτια τού μπεκρή- λυκόφως
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρόμους για τον
επιούσιο
Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Nά ‘ρχονται και να χάνονται
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ’ τα σκάγια
Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι από σκέψη από
αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ.
Από το Οι κινήσεις των άστρων
Έτσι κι όταν γύρισα απ την κηδεία του πατέρα
εγώ δεν τους πίστευα,
γιατί, αν ο πατέρας πέθανε, όπως ισχυρίζονται
εγώ σε ποιόν διαβάζω τώρα μεγαλοφώνως τα βράδια?
Ώσπου τελικά η ζωή μας γίνεται τόσο απόμακρη
όσο κι η άλλη ζωή
κι άλλοτε ξεφύλλιζα παλιούς σιδηροδρομικούς οδηγούς
μήπως βρω κάπου να πάω
ώ μικρά σιωπηλά ξενοδοχεία, όπου στους διαδρόμους σας
συνάντησα εκείνο το απροσδιόριστο πρόσωπο
«δε με τρομάζεις» του λέω, « σε ξέρω από άλλες,
πιο δύσκολες νύχτες»,
έτσι τον ξεσκέπασα
και συχνά ναυάγησα για ν αλλάξω λίγο αναμνήσεις
ή προσπάθησα από μια χίμαιρα να φτιάξω ένα
ολόκληρο πεπρωμένο.
Τώρα αν θυμάμαι κάτι είναι κάποια όνειρα που έκανα
ακουμπισμένος στον ωκεανό ή κάποιες ταπεινώσεις
που τέλειωσαν με τα πιο υπέροχα δάκρυα και συχνά
έκλεισα τα μάτια για να περάσω έναν δρόμο
έτσι σώθηκα.
Κι όταν κάποτε χτύπησαν την πόρτα εγώ έλειπα,
όπως πάντα τις πιο ωραίες στιγμές μου. «Όχι, δε μένει
κανείς εδώ», είπα.
Κι ήταν η μόνη αλήθεια που έλεγα.
Από την ΚΑΝΤΑΤΑ
Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,
ένας άντρας πήγε σ ένα απ αυτά τα «σπίτια», πήρε
μια γυναίκα,
μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο, αντί να γδυθεί και να
επαναλάβει την αιώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει
να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,
«εδώ έρχονται για άλλα πράγματα», οι άλλοι επ έξω
δώστου χτυπήματα στην πόρτα. Με τα πολλά
άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές ακούς εκεί
διαστροφή
να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.
Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανείς δεν τον ξανάδε πια.
Και μόνο εκείνη η γυναίκα, θαρθεί η αναπότρεπτη ώρα
μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ την πιο βαθειά, την πιο
μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.
activeradio.gr
Κι αν είσαι άνθρωπος
Κι αν είσαι άνθρωπος κι αν είσαι εργοστάσιο
κι αν είσαι μια ξανθή μοντέρνα πόλη
Είσαι για μένα κούραση το βράδυ
μια μηχανή που σώπασε
μια ετοιμόρροπη φωνή
Είσαι η στάμνα μου για ένα καλοκαίρι
Υστεροφημία
Είπες κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ
θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν
ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι
ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει
ΠΟΣΟ Σ ΑΓΑΠΗΣΑ ΥΓΡΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
Πόσο σ αγάπησα , υγρή μουσική σ αιθουσες χορού ατημέλητες
πίδακες χαμηλοί και μουσκεμένοι κήποι
λιθόστρωτο με βομβητή νερού, υπόγειοι χείμαρροι
θάλασσα γλυστερή μέσα στη βραδινή ομίχλη
ποιητή σε αφίσα, φύλλα απο βροχή
Πόσο σ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατέλειωτο
από τα epoema.eu , poiein.gr ,activeradio.gr
Στο βιβλίο που εξέδωσε το 2011 με τον αρκετά εύγλωττο τίτλο «Self-Compassion: Stop Beating Yourself Up and Leave Insecurity Behind» («Αυτο-συμπόνια: Σταμάτα να αυτομαστιγώνεσαι και ξέχνα την ανασφάλεια»), η αμερικανίδα ειδικός επιμένει ότι πρέπει να εγκαταλειφθούμε επιτέλους στην αγκάλη του πανοικτίρμονος εαυτού μας. Να του συμπεριφερθούμε όπως συνηθίζουμε να κάνουμε με έναν καλό φίλο. Με υπομονή, κατανόηση, ανεκτικότητα, έλλειψη προκατάληψης. Σε όσους τολμούν να υπονοήσουν ότι κάτι τέτοιο θα υπονομεύσει τα κίνητρα και τις προσπάθειές μας να αγγίξουμε έναν στόχο, η αμερικανίδα ειδικός εξηγεί ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Οι αγαστές σχέσεις με τον εαυτό μας (και όχι η ανελέητη αυτοκριτική) είναι εκείνες που μας δίνουν ώθηση. Φτάνει, βέβαια, να μη συγχέουμε την «αυτο-συμπόνια» με διάφορα άλλα, εντελώς ξένα φρούτα. Οπως, για παράδειγμα, τον αυτοοίκτο. Ή την απουσία αυτογνωσίας. Ή την τεμπελιά. Ή την παντελή έλλειψη ευθιξίας, όπως συνέβη το 1999 με τον ιάπωνα υπουργό Εργασίας Τόσιο Γιαμαγκούτσι, ο οποίος, λίγο μετά τη σύλληψή του για διαφθορά, δήλωσε: «Είχα σκεφτεί πολύ σοβαρά να κάνω χαρακίρι, αλλά παρακοιμήθηκα σήμερα το πρωί».
*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 19 Απριλίου 2014
Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα· είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.
Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε. Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:
Παίξε,
ρίξε μια γλυκιά πενιά,
σαν γεμίσω το κεφάλι,
γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.
(Τσέτσης)
Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι’ αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.
Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.
Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:
Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα
του θανάτου η καμπάνα και για μένα.
(Τσιτσάνης)
*****
Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου.
(Βαμβακάρης)
Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα*· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα.
Είναι χορός μοναχικός. Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι’ αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει.
Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός. Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι’ αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί. Και στο μάτι δεν κολλάει.
Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας· είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ’ άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά. (Κι όμως είδα σπουδαίο ζεϊμπέκικο από δύο γυναίκες· τη Λιλή Ζωγράφου, που αυτοσχεδίαζε έχοντας αγκαλιάσει τον εαυτό της από τους ώμους με τα χέρια χιαστί σαν αρχαία τραγωδός· και μια νεαρή πουτάνα σε ένα καταγώγιο των Τρικάλων, πιο αυτεξούσια απ’ όλους τους αρσενικούς εκεί μέσα.)
Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι’ αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.
Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.
Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν’ ανοίξει η γη να μπει». Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει. Πότε μ’ ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.
Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει.
Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει. Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες. Μπορεί και να γίνει έτσι. Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο.
Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.
Άρθρο του Διονύση Χαριτόπουλου στην εφημερίδα Τα Νέα, 14/9/2002.
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Aπό την Γεωργία
Θα ήθελα να σας μεταφέρω λίγα λόγια για μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση που είχα την τύχη να παρακολουθήσω και με έχει συνεπάρει.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στο σαλόνι ενός σπιτιού όπου μία αδελφή δέχεται επίσκεψη από τον αδελφό της. Η γυναίκα είναι απορροφημένη με ζήλο στις δουλειές του σπιτιού της και υποδέχεται τον αδελφό της ψυχρά και απρόθυμα. Αυτός ωστόσο, καθόλου δεν πτοείται και με φανερό ενδιαφέρον και επιμονή προσπαθεί να κερδίσει την προσοχή της και τον χρόνο της. Η αντίσταση και η ψυχρότητα της γυναίκας γίνεται μεγαλύτερη σε αυτήν την προσπάθεια μέχρι που φτάνει σε σημείο να τον προσβάλλει και να τον ταπεινώνει. Ο αδελφός απογοητεύεται αλλά και πάλι βρίσκει τον τρόπο για να ανοίξει τον δρόμο προς την καρδιά της. Κι όταν τα καταφέρνει, ξεκινάει μια διήγηση των παιδικών του αναμνήσεων που διαμορφώθηκαν στον δύσκολο και διχαστικό καιρό του ελληνικού εμφύλιου. Η αδελφή βλέπει με τα μάτια του αδελφού, ρωτάει, αμφισβητεί, μαθαίνει…
Δεν θα ήθελα να σας πω περισσότερες λεπτομέρειες γι’ αυτό το συγκινητικό έργο του Διονύση Χαριτόπουλου. Το έργο παίζεται στο ζεστό και μαζεμένο χώρο της Θεατρικής Σκηνής, στην Κυψέλη (Νάξου 84). Οι ηθοποιοί που ενσαρκώνουν τους πρωταγωνιστές είναι ο Αντώνης Αντωνίου και η Νατάσσα Ασίκη. Τους θαύμασα για το μεγαλείο της απλότητας και πηγαίου συναισθήματος που βγάζουν. Πόνεσα, φοβήθηκα, έκλαψα και γέλασα μαζί τους. Όσα περιέγραφαν πέρασαν σαν ζωντανές παραστάσεις μπροστά από τα μάτια μου. Ένιωσα σαν αυτόπτης μάρτυρας και αδελφή. Δυστυχώς, η παράσταση θα παίζεται μέχρι την Κυριακή των Βαϊων και ενδεχομένως δεν προλαβαίνετε να τη δείτε αν δεν πάρει παράταση. Παρόλα αυτά η Θεατρική Σκηνή ανήκει στους ίδιους ηθοποιούς και στην πρώτη ευκαιρία που θα σας δοθεί, αποφασίστε να παρακολουθήσετε μία παράστασή τους. Είναι άνθρωποι αφιερωμένοι στην Τέχνη και με μεγάλη αγάπη μεταφέρουν στο θεατή συναισθήματα και μηνύματα ανθρωπιάς!
Περισσότερα για την παράσταση “Αυγά Μαύρα” θα βρείτε στον παρακάτω σύνδεσμο: http://www.athinorama.gr/theatre/performance.aspx?id=10032636
