Η δική μας νοητική λειτουργία σμιλεύθηκε στην πορεία της ανάπτυξής μας και προσέλαβε έναν ορισμένο τύπο και όχι κάποιον άλλον .Το μωρό ,αν και διατηρώντας τα χαρακτηριστικά που του δόθηκαν από τη μοναδικότητα της γενετικής του κληρονομιάς και την ιστορία του, μαθαίνει και οικειοποιείται εύκολα τον τύπο της νοητικής λειτουργίας που κυριαρχεί στο περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει. Εάν σε εκείνο το περιβάλλον δεν μιλούν για δυσάρεστα συναισθήματα ή επώδυνα περιστατικά, τότε και το παιδί θα μάθει να μην ομιλεί, αλλά έπειτα βέβαια δεν θα ξέρει πού να τα βάλει αυτά τα συναισθήματα, όταν η ζωή αναπόφευκτα θα του τα φέρει μπροστά. Γι’ αυτόν τον λόγο τελικά το μωρό θα είναι λιγότερο προφυλαγμένο απέναντι στα δύσκολα συμβάντα της ζωής (ενώ συνήθως οι γονείς που συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο νομίζουν πως το προστατεύουν, όπως άλλωστε είχαν κάνει κι οι γονείς τους και ούτω καθεξής).
Υπενθυμίζει σχετικά ο Μ.Ρούττερ:
΄ ΄Μπορούμε να υποθέσουμε πως οι τρόποι με τους οποίους οι γονείς αντιμετωπίζουν το άγχος, που άλλωστε είναι ενδόμυχο στη ζωή, επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά θ’ απαντήσουν στις προκλήσεις και τα προβλήματα που θα τους παρουσιαστούν. Βέβαια δεν πρέπει να ανατρέχουμε σε εξειδικευμένες λύσεις. Το άγχος, για παράδειγμα, που προέχετε από φορολογικά προβλήματα, αφήνει τελείως αδιάφορα, τα παιδιά. Πιθανόν αυτό που αντιλαμβάνονται τα παιδιά είναι κάτι πιο γενικό και ουσιαστικό, πώς δηλαδή απαντούν στις ματαιώσεις με την επιθετικότητα προς τον άλλο ή συζητώντας, για να βρεθούν εναλλακτικοί τρόποι και να ξεπερασθούν οι δυσκολίες’’. (Μ .Ρούττερ , Ικανότητα αντίδρασης στις αντιξοότητες).
Να μην ξεχνάμε ότι κάθε μωρό είναι η πλοκή τριών ιστοριών: της δικής του, εκείνης της μητέρας του κι εκείνης του πατέρα του. Είναι απολύτως αδύνατον να κατανοηθεί αυτό που συμβαίνει στον εσωτερικό κόσμο του μωρού, εάν δεν γνωρίζονται οι άλλες δύο ιστορίες.
Το ίδιο ίσχυε και για τους γονείς, όταν αυτοί ήταν μικροί. Μερικές φορές οδυνηρά μυστικά γεγονότα ή επιθετικοί τρόποι μεταδίδονται από μια γενιά στην άλλη, χωρίς να το συνειδητοποιεί κανένας, διαιωνίζοντας έτσι έναν πόνο που αποτελείται από πολλούς κρίκους. Το να κατορθώσει να σπάσει ένας κρίκος, ακόμη αν κι όχι οριστικά, είναι πάντα ένα βήμα εμπρός.
Κάθε μωρό γεννιέται σε μια διαφορετική οικογένεια. Εκείνη που υποδέχεται έναν πρωτότοκο είναι ολοκληρωτικά διαφορετική από εκείνη που υποδέχεται ένα δευτερογέννητο και ούτω καθεξής και γι αυτό αναπόφευκτα είναι διαφορετική η σχέση μεταξύ των γονέων και των παιδιών. Συνήθως η μεγαλύτερη αλλαγή φαίνεται πως είναι εκείνη της γέννησης του πρώτου παιδιού : είναι μια αληθινή και αυθεντική επανάσταση στη ζωή ενός ζευγαριού που ακόμη δεν βίωσε όλα όσα επιφέρει ένα παιδί, συμπεριλαμβανομένου του δύσκολου περάσματος από τον ρόλο του παιδιού σ’ εκείνον του γεννήτορα. Κι όχι τυχαία φαίνεται πως ένας υψηλός αριθμός διαζυγίων σήμερα
επέρχεται ύστερα ακριβώς από την γέννηση ενός παιδιού, κυρίως εάν το ζευγάρι δεν κατορθώσει να εδραιώσει μια νέα ισορροπία, που λαμβάνει υπόψη της την κατάσταση που αλλάζει βαθιά και τα νέα προβλήματα που αναπόφευκτα πρέπει να αντιμετωπισθούν.
Όταν ελαττώνεται το άγχος των γονέων, τότε και η σχέση τους με τα παιδιά βελτιώνεται κα γίνεται λιγότερο αγχογενής. Αυτό ισχύει κυρίως για τις νέες μητέρες, γιατί το μωρό είναι σε στενή επαφή με τον εσωτερικό τους κόσμου και επηρεάζεται από την ψυχική τους κατάσταση. Και οποιαδήποτε βοήθεια δίνεται προς αυτή την κατεύθυνση , αυτόματα θα μεταμορφώνεται σε ένα πλεονέκτημα και προς το παιδί.
Ο μεγαλύτερος ψυχικός πόνος φαίνεται ότι προέχετε από την ποιότητα των καθημερινών σχέσεων περισσότερο παρά από τα βαριά ψυχικά τραύματα. Ένα μωρό εάν συνοδεύεται σωστά, συνήθως έχει την αναγκαία δύναμη και ζωηράδα να αντιδρά στις μεγάλες αντιπαλότητες της ζωής. Κι αν αντίθετα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, τότε παρουσιάζει λιγότερη άμυνα, ακόμη και στην καθημερινή ζωή και στα μικροπράγματά της. Εάν ο γονέας καταφέρει να επιφέρει μικρές αλλαγές, ακόμη και εξαιρετικά ελαφρές, είναι πιθανόν ότι θα βελτιώσει μια σχέση, που πριν ήταν στάσιμη, πλεγμένη σ’ ένα κουβάρι αμοιβαίου πόνου και δυσφορίας. Ίσως είναι σημαντικό σ’ αυτό το σημείο να υπενθυμίσω πως πίσω από ένα παιδί που υποφέρει και πονά υπάρχει πάντα ένας γονέας που ι αυτός υποφέρει και τ’ ανάπαλιν.
Το παιδί τείνει να προστατεύει τον γονέα του, για να μην τον προδώσει, αλλά συνάμα και για να μην χάσει την ασφάλεια που του δίνει, γιατί νιώθει πως είναι ένα πρόσωπο πάνω στο οποίο μπορεί να βασίζεται περισσότερο απ’ ‘όλα και στην ευτυχία, αλλά και στη δυστυχία του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει το παιδί να γίνεται γονέας του πατέρα του ή της μητέρας του. Ένα παιδί πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζεί ως τέκνο τους όσο είναι δυνατόν, εκτός βέβαια από τελείως ιδιάζουσες περιπτώσεις.
Εάν σήμερα όλοι πιστεύουμε πως είναι δύσκολο να βοηθηθεί ψυχολογικά ένα παιδί χωρίς τη συνεργασία των γονέων, άλλο τόσο είναι γνωστό πως αυτή η συνεργασία είναι πολύ δύσκολη για οποιονδήποτε γονέα.
Alba Marcoli . Εκπαιδευτικός, κλινική ψυχολόγος και ψυχαναλύτρια.
