Το παραμύθι έχει θεραπευτική αξία, γιατί αναφέρεται στον εσωτερικό μας κόσμο και όχι στην καθημερινότητα της πραγματικότητας, όπως εξηγεί ο κ. Πόρτολας. Είναι ένα αποκαλυπτικό ψυχογράφημα στην γλώσσα των συμβόλων, με σκοπό να καθησυχάσει, να δώσει ελπίδα και να προσφέρει ένα αίσιο τέλος. Στα παραμύθια συναντάμε μια σειρά συμβολισμών που αντιλαμβανόμαστε υποσυνείδητα, με σκοπό την αυτοκάθαρση και την λύτρωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του σκοπού των συμβολισμών, θα μπορούσε να αποτελέσει μία μέθοδος της παραδοσιακής ινδικής ιατρικής, όπου έδιναν σε ένα ψυχικά άρρωστο άτομο ένα παραμύθι με το πρόβλημα του μορφοποιημένο με τρόπο τέτοιο, ώστε να καταλαβαίνει μόνος του ο ασθενής το πρόβλημά του και να το ξεπερνάει.
Μεγάλοι ηγέτες, ψυχοθεραπευτές και πνευματικοί δάσκαλοι, ακόμα και ο Βούδας και ο Χριστός χρησιμοποίησαν μύθους, ιστορίες και παραβολές για να καθοδηγήσουν και να επηρεάσουν κοινωνικές ομάδες. Στην ψυχιατρική η θεραπευτική ανάγνωση κειμένων ξεκινά στην Αμερική το 1940 και κάποια χρόνια αργότερα, το 1966, στην Αθήνα λειτουργούν πρώτη φορά ομάδες ανάγνωσης κειμένων στην Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική του Αιγινήτειου Νοσοκομείου. Πλέον, η αφήγηση παραμυθιών χρησιμοποιείται σε ομάδες ενηλίκων, γονέων και σε εκπαιδευτικούς και τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να μπαίνει και στα σχολεία για να αναπτύξει τις κοινωνικές δεξιότητες και την προσωπική ανάπτυξη των παιδιών. Σήμερα, η αφήγηση παραμυθιών έχει μετατραπεί σε βιβλιοθεραπεία και αφηγηματική ψυχοθεραπεία. Άλλοτε λέμε την ιστορία μας ως παραμύθι ή λέμε μια ιστορία και μέσα από αυτό βοηθάμε τον εαυτό μας στο να τον κατανοήσουμε καλύτερα. Αυτό γίνεται γιατί οι ιστορίες των παραμυθιών έχουν τη δύναμη να «ξυπνούν» αυτόν που τις ακούει και αυτό γιατί αφενός απευθύνονται κατευθείαν στο ασυνείδητο, αφετέρου κινητοποιεί συνδέσεις με την προσωπική και την οικογενειακή του κατάσταση. Δεδομένου όλων αυτών, η ύπαρξη του παίρνει νόημα. Ο λόγος που «μιλούν» στο ασυνείδητο είναι γιατί οι ιστορίες είναι ποιητικές και λυρικές. Προκαλούν έτσι μια θεραπευτική αγαλλίαση στην πληγωμένη φαντασίωση.
Το κυρίαρχο που κάνει την αφήγηση του παραμυθιού τόσο σημαντική είναι διότι μπορεί να γιατρέψει τα κρυφά παιδικά τραύματα των ενηλίκων. Αναλυτικότερα, η αφήγηση των ιστοριών διευκολύνει αυτών που τις ακούει για αρκετούς λόγους. Κάποιοι παρατίθενται παρακάτω.
1)    Ο ακροατής ταυτίζεται με τους ήρωες, όχι όμως παθητικά, αλλά όπως εκείνα τον φαντάζονται. Άλλωστε, ο καθένας παίρνει από την ιστορία αυτό που του χρειάζεται.
2)    Η ταύτιση με τον ήρωα βοηθάει τον ακροατή να αφηγηθεί με μεγαλύτερη ασφάλεια την δική του ιστορία.
3)    Από νέα οπτική γωνία αναγνωρίζει πλέον τον εαυτό του, διότι μαθαίνει ότι υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι για να υπάρχεις.
4)    Αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και συνειδητοποιεί ότι ένα ίδιο γεγονός μπορεί να το βιώσει και με διαφορετικούς τρόπους. Διαμορφώνει την προσωπική του ταυτότητα, βοηθάει κυρίως τα παιδιά στην αυτοεκτίμηση και στο να πιστέψουν στην μοναδικότητα τους.
5)    Υιοθετεί θετικές αξίες ζωής και ηθική συμπεριφορά.
6)    Λόγω του ότι όλοι έχουμε ανάγκη όλοι να πούμε την ιστορία μας, για να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε, να συμβιβαστούμε με τον κόσμο, να τον απομυθοποιήσουμε και να ενωθούμε με την κοινωνία, όλο αυτό έρχεται με την αφήγηση, αναπτύσσοντας μας τη φαντασία και τη δημιουργικότητα.
7)    Τέλος, στα παραμύθια υπάρχει το ευτυχισμένο τέλος, όπου μεταφέρεται στη ζωή, κάνοντας τον ακροατή ένα ολοκληρωμένο άτομο ικανό και κύριο της τύχης του.
Η ιστορία της ανθρωπότητας επισημαίνει σε αρκετά σημεία ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να ανήκει σε ομάδες. Μέσα από αυτές διαμορφώνεται, αναπτύσσεται και θεραπεύεται. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού είναι οι θρησκευτικές λειτουργίες και οι κοινωνικές τελετές, τα ήθη και τα έθιμα που τα απαντάμε πάντοτε σε όλους τους λαούς.
Απ’ τις δεκαετίες του ’30 και του ’40 υπάρχουν ενδείξεις για δημιουργίες ομάδων με στόχο τη θεραπευτική ψυχολογία, ομάδες με βάση το ψυχόδραμα και ομάδες αυτεπίγνωσης. Άλλωστε, στην ψυχοθεραπεία, τα τελευταία χρόνια επικρατεί η άποψη ότι αλλάζοντας τη σχέση στην ομάδα, τις σχέσεις στην οικογένεια, τη σχέση δάσκαλου – μαθητή, αλλάζουμε και την κοινωνία.
Θεμέλιος λίθος για την ψυχική και συναισθηματική μας υγεία είναι η αυτογνωσία ή αλλιώς η ρήση του Σωκράτη «γνώθι σ’ αυτόν». «Όσο καλύτερα κατανοεί τον εαυτό του ένα άτομο τόσο ικανότερο γίνεται στο να κατανοήσει τον άλλον και να είναι σε θέση να δημιουργήσει αμοιβαία ικανοποιητικές και με νόημα σχέσεις»(Δάφνη Φιλίππου, 2010). Μαθαίνοντας στην ομάδα βιωματικά, οδηγούνται τα άτομα στην συναισθηματική ολοκλήρωσή τους και στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ομάδες αυτογνωσίας λέγονται βιωματικές, διότι αφορούν το εδώ και τώρα, δηλαδή εκφράζονται άμεσα μέσα στην ομάδα τα συναισθήματα που τους συμβαίνουν εκείνη τη στιγμή. «Οι εμπειρία που ζουν οι θεραπευόμενοι δεν θεωρείται θεραπεία, αλλά ωρίμανση» (Γιάλομ, 2006).
Μέσα λοιπόν από την εμψύχωση της εκάστοτε ομάδας εργασίας σε ένα σχολικό χώρο οποιαδήποτε βαθμίδας και δουλεύοντας με τα παραμύθια, τα παιδιά αναγνωρίζουν και διαχειρίζονται καλύτερα τα συναισθήματα και τις δεξιότητες τους που βασίζονται στις ανθρώπινες αξίες .Όλο αυτό, θα συμβάλει στην αναγνώριση των συναισθημάτων των παιδιών από τα ίδια τα παιδιά καθώς και του εμψυχωτή, εφόσον η γνώση γίνεται κομμάτι μας και λειτουργεί αλληλεπιδραστικά. Κάτι τέτοιο, αναγνωρίζεται και από τη Σύγχρονη Παιδαγωγική, όπου προτείνει δραστηριότητες ανάλογα με τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες των μαθητών και τους δίνει ευκαιρίες να βιώσουν εμπειρίες μέσα από βιωματικές διεργασίες αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον για την προσωπική τους ανάπτυξη.
Έτσι, λοιπόν, το παιδί μέσα από το παραμύθι και τις φανταστικές ιστορίες συνειδητοποιεί το δικό του ρόλο και επομένως τα δικά του δικαιώματα. Του κινητοποιεί τον κόσμο του. Και ας μην ξεχνάμε ότι το παραμύθι είναι ένα πολύ δυνατό μέσο αυτογνωσίας από μόνο του.

Αθανασοπούλου Ειρήνη σπουδάστρια του παιδαγωγικού τμήματος στο ΙΕΚ ΑΚΜΗ.
Μέρος πτυχιακής εργασίας.