Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Οκτωβρίου 2023

Μοναδικέ μήνα του χρόνου με ωμέγα
και του φθινόπωρου μοναδικέ, με δίχως μι,
της ολοκλήρωσης εσύ, σύμβολο μέγα
και της φυγής της Περσεφόνης, αφορμή.
*
Οκτώβρη μήνα, που γλυκιά μελαγχολία
κυριαρχεί μέσ’ την ψυχή μας
και στο νου,
εσύ, αυτοδίδακτε ζωγράφε, με μαγεία,
βάψτην σε χρώμα πορφυρένιου δειλινού .
*
Της φύσης ξαφνικά, θ’ αλλάξεις χρώμα,
φύλλα απ’ τα δέντρα, σαν ελπίδες
θα σκορπίσουν,
χρωματιστό χαλί θα απλωθούν
στο χώμα
κι εκεί, όσα δεν πρόλαβαν, θα ζήσουν.
*
Με στροβιλίσματα, το ύστατο
“έχε γεια”,
λεν’ οι μικρές παλάμες, που αρνούνται
να πεθάνουν,
το ένα απ’ τ’ άλλο, μια παρηγοριά
ζητούν, μέσ’ στις γωνιές πριν
αποκάνουν.
*
Ρίγη ξυπνούνε οι κροκόπεπλες αυγές,
μα, οι ‘λιοπερίχυτές σου μέρες
θα ζεστάνουν ,
τις ασυμβίβαστες, αντάρτισσες καρδιές,
που ακροβατώντας, καλοκαιρινά όνειρα κάνουν.
*
Τα χελιδόνια, πήραν τους ουρανοδρόμους
κι έχουν για το ταξίδι τους,
όση απαιτείται πείρα,
αχ !!! και να είχαμε κι εμείς φτερά
στους ώμους,
να ψάξουμε την Άνοιξη, πέρα από
τη Μοίρα.

Από την Παρασκευή Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Οκτωβρίου 2023

Ἐπὶ σκηνῆς
Ἡ θάλασσα- πῶς ἔγινε ἔτσι ἡ θάλασσα;
Ἄργησα χρόνια στὰ βουνὰ-
μὲ τύφλωσαν οἱ πυγολαμπίδες.
Τώρα σὲ τοῦτο τ᾿ ἀκρογιάλι περιμένω
ν᾿ ἀράξει ἕνας ἄνθρωπος
ἕνα ὑπόλειμμα, μιὰ σχεδία.

Μὰ μπορεῖ νὰ κακοφορμίσει ἡ θάλασσα;
Ἕνα δελφίνι τὴν ἔσκισε μία φορὰ
κι ἀκόμη μιὰ φορὰ
ἡ ἄκρη τοῦ φτεροῦ ἑνὸς γλάρου.

Κι ὅμως ἦταν γλυκὸ τὸ κύμα
ὅπου ἔπεφτα παιδὶ καὶ κολυμποῦσα
κι ἀκόμη σὰν ἤμουν παλικάρι
καθὼς ἔψαχνα σχήματα στὰ βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,
μοῦ μίλησε ὁ Θαλασσινὸς Γέρος:
«Ἐγὼ εἶμαι ὁ τόπος σοὺυ
ἴσως νὰ μὴν εἶμαι κανεὶς
ἀλλὰ μπορῶ νὰ γίνω αὐτὸ ποὺ θέλεις

Παντούμ
Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια.

Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιός νόμος σε δένει.
Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη

στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιός νόμος σε δένει
και τί θα σου μείνει και τί θα σ’ αφήσει.
Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα·

και τί θα σου μείνει και τί θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα.
Ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα

ούτε όνειρο θά βρεις να δώσει ένα δάκρυ.
Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θά βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τί να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.
Σαν τί να προσμένει να πέσει η γαλήνη;

Σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Οκτωβρίου 2023
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
«Για ποιον και για ποιο μπορώ να πω ανεπιφύλακτα: «Αυτό το ξέρω!». Την καρδιά μου μπορώ να την καταλάβω και ξέρω πως υπάρχει. Τον κόσμο, μπορώ να τον αγγίξω και ξέρω, πάλι, πως υπάρχει. Εδώ σταματάει κάθε μου γνώση, τα υπόλοιπα είναι επινοήσεις. Γιατί, αν προσπαθώ να καταλάβω τον εαυτό μου για τον οποίο είμαι σίγουρος, αν προσπαθώ να τον καθορίσω και να τον συνοψίσω, αφήνω το νερό να κυλάει μέσ’ από τα δάκτυλά μου.

Μπορώ να περιγράψω μία-μία όλες τις όψεις που ξέρει να παίρνει, ακόμα κι εκείνες που του έχουν αποδώσει, τη μόρφωση, την καταγωγή, την οργή ή τις σιωπές, την αξιοπρέπεια ή μικροπρέπεια. Αλλά δεν προσθέτουμε πρόσωπα. Ακόμα κι αυτή, η δική μου καρδιά θα μου μείνει άγνωστη για πάντα. Ανάμεσα στη βεβαιότητα που έχω για την ύπαρξή μου και στο νόημα που προσπαθώ να δώσω σ’ αυτή τη βεβαιότητα, υπάρχει ένα κενό που δε θα γεμίσει ποτέ. Ο εαυτός μου θα μου μείνει για πάντα ξένος. Στην ψυχολογία και στη λογική υπάρχουν αλήθειες αλλά λείπει η αλήθεια.

Το Σωκρατικό «γνώθι σ’ αυτόν» αξίζει τόσο όσο το «έσο ενάρετος» της εξομολόγησης. Σ’ αυτά βλέπουμε πως υπάρχει νοσταλγία και άγνοια. Αποτελούν άσκοπα παιχνίδια επάνω σε σπουδαία θέματα. Μονάχα μέσα στα πλαίσια που μπορεί κανείς να τα πλησιάσει παίρνουν κάποιο νόημα.   Οι απαλές γραμμές των λόφων και το χέρι της νύχτας πάνω σ’ αυτήν τη βασανισμένη καρδιά μου μαθαίνουν πιο πολλά   Βλέπω ακόμα τα δέντρα που ξέρω τη σύστασή τους, το νερό που δοκιμάζω τη γεύση του. Πώς ν’ αρνηθώ αυτό τον κόσμο αφού υφίσταμαι την επίδρασή του, πώς ν’ αρνηθώ το άρωμα της χλόης και των άστρων, πώς ν’ αρνηθώ τη νύχτα και τις λίγες βραδιές που χαρίζουν στην καρδιά γαλήνη; Κι όμως ολόκληρη η επιστήμη αυτής της γης δε θα με πείσει ποτέ για το ότι αυτός ο κόσμος μου ανήκει.

Μου τον περιγράφετε και με μαθαίνετε πού να τον κατατάξω. Απαριθμείτε τους νόμους του και διψώντας για γνώση συμφωνώ πως είναι αληθινοί. Διαλύετε το μηχανισμό του κι η ελπίδα μου μεγαλώνει. Μου μαθαίνετε, τέλος, πως αυτός ο γοητευτικός και πολύχρωμος κόσμος ξεκινάει απ’ το άτομο κι αυτό απ’ το ηλεκτρόνιο. Όλα αυτά είναι πολύ ωραία και περιμένω να συνεχίσετε. Εσείς όμως μου μιλάτε για ένα αόρατο πλανητικό σύστημα όπου τα ηλεκτρόνια περιστρέφονται γύρω από έναν πυρήνα. Μου εξηγείτε σ’ αυτό τον κόσμο με μια εικόνα.

Αναγνωρίζω τότε πως φτάσατε στο σημείο να κάνετε ποίηση: Δε θα μάθω ποτέ. Προτού προλάβω να μάθω την προέλευσή μου αλλάζετε θεωρία. Έτσι, η επιστήμη που ήταν υποχρεωμένη να μου μάθει τα πάντα καταλήγει στην υπόθεση, η σαφήνεια βυθίζεται στην αλληγορία, η αβεβαιότητα αναλύεται σ’ έργο τέχνης. Για ποιο λόγο τόσες προσπάθειες; Οι απαλές γραμμές των λόφων και το χέρι της νύχτας πάνω σ’ αυτήν τη βασανισμένη καρδιά μου μαθαίνουν πιο πολλά. Ξαναγυρίζω εκεί που βρισκόμουν στην αρχή”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Σεπτεμβρίου 2023
Ο Σωκράτης, η φωτεινή μορφή της κλασικής ελληνικής φιλοσοφίας, κληροδότησε στους μεταγενέστερους μια βαθιά και διαρκή φιλοσοφική κληρονομιά. Η φιλοσοφία του, που συμπυκνώνεται σε μια πληθώρα διαλόγων που συνέγραψε κυρίως ο μαθητής του Πλάτωνας, υπερβαίνει τα χρονικά όρια και συνεχίζει να έχει απήχηση στις πνευματικές και ηθικές αναζητήσεις. Εδώ, σκιαγραφούμε τις βασικές αρχές της σωκρατικής φιλοσοφίας, διαφωτίζοντας τη φιλοσοφική της ουσία.

Ποια ήταν η φιλοσοφία του Σωκράτη; «Υπάρχει μόνο ένα καλό, η γνώση, και ένα κακό, η άγνοια.»

1. Σωκρατική ειρωνεία: Ο Σωκράτης  χρησιμοποιούσε μια μέθοδο διανοητικής ταπεινότητας, γνωστή ως σωκρατική ειρωνεία. Προσποιούνταν την άγνοια για να αποσπάσει τη γνώση από τους συνομιλητές του, καθοδηγώντας τους μέσα από ένα διαλεκτικό ταξίδι αυτογνωσίας. Η μέθοδος αυτή υπογράμμιζε την πεποίθησή του ότι η αληθινή σοφία έγκειται στην αναγνώριση της άγνοιας του καθενός.

2. Η σωκρατική μέθοδος: Κεντρικό στοιχείο της φιλοσοφικής προσέγγισης του Σωκράτη ήταν η σωκρατική μέθοδος -μια αδυσώπητη και διερευνητική μορφή αμφισβήτησης. Συμμετέχοντας σε διαλόγους με τους Αθηναίους συμπολίτες του, προσπαθούσε να ξεδιαλύνει τις υποκείμενες παραδοχές τους, εξετάζοντας εξονυχιστικά τις πεποιθήσεις τους και εξάγοντας τους πυρήνες της αλήθειας που κρύβονταν μέσα τους. Η μέθοδος αυτή, που χαρακτηρίζεται από την αδιάκοπη επιδίωξη της σαφήνειας και της ακρίβειας, στόχευε στην αποκάλυψη καθολικών αληθειών μέσω του λογικού διαλόγου.

3. Καθήκον και ηθική: Ο Σωκράτης πίστευε με θέρμη ότι η αρετή ή η τελειότητα του χαρακτήρα ήταν ο απώτερος στόχος της ανθρώπινης ζωής. Υποστήριζε ότι η αληθινή ευτυχία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της καλλιέργειας της σοφίας, του θάρρους, της εγκράτειας και της δικαιοσύνης. Ο Σωκράτης υποστήριζε με θέρμη μια ζωή ενδοσκόπησης και ηθικής αυτοβελτίωσης.

4. Γνώρισε τον εαυτό σου: Η περίφημη σωκρατική ρήση “Γνώρισε τον εαυτό σου” συμπυκνώνει την πεποίθησή του ότι η ενδοσκόπηση και η αυτογνωσία ήταν τα θεμελιώδη βήματα προς την ηθική και πνευματική ανάπτυξη. Υποστήριζε ότι με την κατανόηση των περιορισμών και των επιθυμιών του ατόμου, το άτομο θα μπορούσε να προσπαθήσει προς μια πιο ενάρετη ύπαρξη.

5. Ηθική γνώση και άγνοια: Ο Σωκράτης υποστήριζε ακράδαντα ότι η άγνοια ήταν η βασική αιτία των ηθικών αδικημάτων. Πίστευε ότι τα άτομα ενεργούσαν ενάρετα μόνο όταν διέθεταν αληθινή γνώση για το τι ήταν ηθικά σωστό.

6. Ευδαιμονία: Η αντίληψη του Σωκράτη για την ανθρώπινη ευδαιμονία βασιζόταν στην ιδέα ότι μια ενάρετη ζωή, που ζει σύμφωνα με τη λογική και την ηθική, ήταν η απόλυτη πηγή αληθινής ευτυχίας και ολοκλήρωσης. Ο υλικός πλούτος και η εξωτερική επιτυχία ωχριούν μπροστά στην εσωτερική αρμονία που επιτυγχάνεται μέσω της ηθικής ζωής.

7. Δίκη και μαρτύριο: Η αταλάντευτη προσήλωση του Σωκράτη στις φιλοσοφικές του αρχές και η ανυποχώρητη αναζήτηση της αλήθειας οδήγησαν στη δίκη και την επακόλουθη κατάποση του κωνείου του το 399 π.Χ.. Αντί να εγκαταλείψει τις φιλοσοφικές του πεποιθήσεις, επέλεξε τον θάνατο.

8. Πνευματική κληρονομιά: Ο Σωκράτης, παρά το γεγονός ότι δεν άφησε πίσω του κανένα δικό του γραπτό έργο, λειτούργησε ως ο φιλοσοφικός πρόγονος της κλασικής ελληνικής σκέψης. Η έμφαση που έδωσε στην κριτική σκέψη, την εξέταση των παραδοχών και την ηθική ενδοσκόπηση επηρέασε βαθιά τους μεταγενέστερους φιλοσόφους, θέτοντας τα θεμέλια για τη διαρκή παράδοση της σωκρατικής έρευνας

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Σεπτεμβρίου 2023

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι. Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι
Δεν μας παρηγορεί η υγεία: μιά πλήξη πια, υγιείς εμείς μόνο να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.
Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα: έχουμε τόσα που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.
Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα: μας παραδίδονται αφειδώς γιατί το σφρίγος πάντοτε ποθούσε η σοφία.
Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι. Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.
Αυτό μονάχα μας παρηγορεί.
«Εγώ κοιτάζω το μέλλον μου»

Σε βλέπω τώρα που γερνάς και είσαι η μόνη εναπομείνασα με τις παλιές εκείνες πούδρες που αντιστέκονται με το κουμ-καν της Τρίτης το κολιέ τα σκουλαρίκια του ’50 και μ ου θυμίζεις τις καλές εποχές που όλοι οι δικοί μας ζούσανκαι ρυθμίζατε το μέλλον μου με τόση ασφάλεια ανυποψίαστη. Σε βλέπω και με πιάνει πανικός να, ότι ζεις κι απ’ ώρα σ’ ώρα ότι ραγίζεις και σου το λέω σα να ’φταιγες εσύ και μου απαντάς διώχνε τις μαύρες σκέψεις όλοι κάποια μέρα άντε σινεμαδάκι να ξεσκάσεις κοίταξε το μέλλον σου. Έλα λοιπόν, φύγε κι εσύ λοιπόν φύγε να μείνω μόνος με το μέλλον μου μια και το μόνο μέλλον μου είναι να γίνουν όλα γύρω παρελθόν.
«Πιάνο βυθού”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Αυγούστου 2023

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη, απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω κόντρα στην αλήθεια μου.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αυθεντικότητα.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα σε πόσο δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος με το να του επιβάλλω τις επιθυμίες μου, παρότι ήξερα ότι
ούτε ήταν κατάλληλη η στιγμή ούτε ο άνθρωπος ήταν έτοιμος, ακόμα κι αν αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αυτοεκτίμηση.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ μια άλλη ζωή και μπόρεσα να δω ότι τα πάντα γύρω μου με προκαλούσαν να μεγαλώσω.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Ωριμότητα.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πάντα και σε όλες τις περιστάσεις, την κατάλληλη στιγμή και στο σωστό μέρος και ότι όλα όσα γίνονται είναι σωστά. Από τότε κατάφερα να γαληνέψω.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αποδοχή.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου και σταμάτησα να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον.
Σήμερα κάνω μόνο ό,τι με ευχαριστεί και με γεμίζει χαρά, ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά, με τον δικό μου τρόπο και στους δικούς μου ρυθμούς.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Ειλικρίνεια.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιές για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και από ό,τι με τραβούσε συνεχώς μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό. Στην αρχή το ονόμαζα “υγιή εγωισμό”.
Αλλά σήμερα ξέρω ότι είναι Αυταγάπη.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να θέλω να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλλα πολύ λιγότερο.
Σήμερα κατάλαβα ότι αυτό το λέμε Απλότητα.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω να ζω στο παρελθόν και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζω περισσότερο τη στιγμή όπου όλα συμβαίνουν.
Έτσι σήμερα, ζω την κάθε μέρα και αυτό το λέω Πληρότητα.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, συνειδητοποίησα ότι η σκέψη μου μπορεί να με κάνει μίζερο και άρρωστο. Όταν όμως επικαλέστηκα τις δυνάμεις της καρδιάς μου, η λογική απέκτησε έναν πολύτιμο σύντροφο.
Αυτή τη σχέση την ονομάζω σήμερα σοφία της καρδιάς.

Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και τα προβλήματα με τον εαυτό μας και τους άλλους γιατί καμιά φορά, ακόμα και τα άστρα εκρήγνυνται και δημιουργούνται νέοι Γαλαξίες.

Σήμερα ξέρω ότι αυτό είναι η ζωή.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιουλίου 2023

“ΑΝΕΒΗΚΑΜΕ στα φτερά των χελιδονιών για να κόψουμε
λουλούδια από τον ουρανό.
Δεν έχει ο αγέρας του καλοκαιριού κανένα μυστικό για μας που περπατάμε ξυπόλυτοι στα χόρτα και μιλάμε στα τζιτζίκια τη γλώσσα του ήλιου.
Η φωτιά κάηκε ολόκληρη και γίνηκε πάλι φωτιά.
Φτιάχνουμε λουλουδένια δαχτυλίδια κι αρραβωνιαζόμαστε με τα δέντρα, με τον αέρα, με την πρώτη σιωπή.
Κάθε λιθάρι μας ξέρει όπως εμείς ξέρουμε κάθε αστέρι που κοιμάται στο νερό.
Τα βράδια οι ακακίες περνούν απέξω απ’ τα παράθυρα μας, πηδάνε το ανοιχτό περβάζι μας κι αφήνουν στο ποτήρι ένα κλωνάκι ολάνθιστο.
Φέραμε πάλι στο μεγάλο πράσινο χωράφι τον εύθυμο θεό των αμπελιών, που απ’ τα γένια του στάζουν οι μούστοι, που τα πόδια του μοιάζουν με του τράγου κι όμως το βλέμμα του είναι μαλακό και τρυφερό σαν του Χριστού.

Χτες και προχτές, όλη νύχτα, πασκίζαμε να μετρήσουμε τ’ άστρα.
Και τ’ άστρα είναι τόσα, όση κι η καρδιά μας, κι η καρδιά μας είναι πιο πολύ απ’ τ’ άστρα.
Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχανε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.
Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους, κι ήτανε σαν αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης.
Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα.
Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι δεν ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν.
Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.
Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι.
Κανένας δεν ξέρει τίποτα για μας όταν μιλάμε σιγά στ’ αυτί μιας πεταλούδας.
Κανένας δεν θυμάται πως μίλησε με την αυγή τότε που τα λουλούδια ξέραν τη φωνή του και τα πουλιά κρατούσανε σημαίες και σάλπιγγες και πέρναγαν σαν μολυβένια στρατιωτάκια στο δρόμο της πρωινής αχτίνας.
Εμείς κάτι θυμόμαστε όταν ανοίγει τα παράθυρα η άνοιξη και τινάζει τα σεντόνια του ύπνου μες στο φως…………..

Τα μεσημέρια που κοιμόνταν οι μεγάλοι, τα παιδιά φεύγαν απ’ τα σπίτια, κυλιόντουσαν στα χόρτα, δαγκώνανε τα φύλλα της
αλυγαριάς κι αγκάλιαζαν τα δέντρα.
Όλο το δάσος μύριζε γυμνή γυναίκα.
Μεγάλες πεταλούδες μαρτυρούσανε τα μυστικά της άνοιξης κι οι σαύρες με τα σμαραγδένια μάτια ολάνοιχτα κρυφάκουγαν περίεργες πίσω απ’ τις πέτρες.
Εμείς δεν βλέπαμε το φράχτη. Παρακαλέσαμε ύστερα τις κάργιες να μην πουν τίποτα της μάνας μας για ότι γίνηκε πίσω απ’ τα δέντρα που στάζαν ρετσίνι.

ΕΙΧΑΜΕ φτιάξει ένα αμάξι με καρυδότσουφλο. Μια κουβαρίστρα βάλαμε για ρόδες. Ζέψαμε δυο μυρμήγκια και φορτώσαμε τριφύλλι.. σε κανέναν μην πεις που πηγαίνουμε.
Ο αντίλαλος του πηγαδιού ακούει κι οι σπηλιές ξαναλέν τη φωνή μας.
Ο ήλιος καίει τις πέτρες κι αχνίζουν κάποιοι καπνοδόχοι αθώρητοι στις άσπρες πολιτείες των χαμομηλιών.
Οι σουσουράδες πήρανε τα ψάθινα καπέλα μας και τα φορέσαν.
Τώρα καθισμένες απάνου στο ψηλό μπαλκόνι της μουριάς μας κοροϊδεύουν. Κι εμείς κοροϊδεύουμε τις σουσουράδες
………………………………………………….Απόσπασμα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2023

Την πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη μέρα δε κρύβονται
πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα
– την πιο διάφανη απ’ όλες
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον
δεν μπορούμε να πούμε τίποτα.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Ιουνίου 2023

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, χαρίσματα θεϊκά,
Ὁλανοιγμένα νοιώθω δυὸ μάτια μυστικά.

Δὲν τὰ φωτίζει ὁ ἥλιος ποῦ λάμπει γιὰ τὴ γῆ
Καὶ πέρνουν φῶς ἀπ’ ἄλλη πιο καθαρὴ πηγή.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, ποῦ πάθη ταπεινὰ
Δὲν ἔχουν τόπο, νοιώθω δυὸ μάτια φωτεινά.

Καὶ βλέπω τὰ κρυμμένα, τ’ ἀθώρητα θωρῶ,
Τὸν ἄνθρωπο, τὴν πλάσι, τ’ ἀστέρια, τὸν καιρό.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου κ’ ἐκεῖ ποῦ δὲ μπορεῖς
Ποτέ σου νἄμπῃς − νοιώθω δυὸ μάτια ὁλημερίς.

Χεροπιαστὰ ξανοίγω τὰ πλάσματα τοῦ νοῦ
Κ’ ἐπάνω μου σκυμμένους ἀγγέλους τ’ οὐρανοῦ.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου τὰ μαῦρα − μὴ σκιαχτῇς!
Ὁλανοιγμένα νοιώθω δυὸ μάτια ὁλυνυχτίς.

Καὶ χώρα ξαντικρύζω μ’ ἀσύγκριτη ὠμορφιά,
Μακρυὰ ἀπ’ τὴν τρικυμία κι ἀπὸ τὴ συγνεφιά.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου τὰ πλέον μυστικὰ
Ὁλανοιγμένα νοιώθω δυὸ μάτια ἁρμονικά.

Κι ὅλο μ’ ἐκεῖνα βλέπω μιὰ λύρα μαγική…
Ὠϊμέ! τὰ δάχτυλά μου δὲ φτάνουν ὡς ἐκεῖ.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, ποῦ πάθη ταπεινὰ
Δὲν ἔχουν τόπο, βρίσκω δυὸ μάτια φωτεινά.

Καὶ βλέπω ἀγάλια ἀγάλια μπροστά μου νὰ περᾷ
Ὁ κόσμος τῶν ὀνείρων μὲ τὰ χρυσὰ φτερά.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου δυὸ μάτια μυστικὰ
Τὰ νοιώθω ὁλανοιγμένα, χαρίσματα θεϊκά.

Διαβάζω ‘ς τὸ βιβλίο τῆς φύσεως τὸ τρανὸ
Κάθε σβυστὸ ψηφίο καὶ νόημα σκοτεινό

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, ‘ς τὰ βάθη τὰ ἱερά,
Ὁλανοιγμένα νοιώθω δυὸ μάτια λαμπερά.

Τὰ περασμένα ἐμπρός μου διαβαίνουνε ξανά,
Καὶ δέχοντ’ ἄλλο σχῆμα καὶ φῶς τὰ τωρινά.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου τ’ ἀμόλυντα γλυκὰ
Γλυκὰ ἀνοιγμένα νοιώθω δυὸ μάτια μυστικά.

Καὶ δείχνεται τὸ μέλλον ἀκόμα τὸ κρυφτὸ
Στὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου ‘σὰν ἀστραπὴ κι αὐτό.

Ἐκεῖ ποῦ ἡ σκύλα ἡ Ἔγνοια δὲν πάει, δὲν ἀλυχτᾷ,
Μέσ’ ‘ςτὴν ψύχή μου κρύβω δυὸ μάτια ὁλανοιχτά.

Μιὰ μέρα τ’ ἄλλα μάτια, ποῦ εἶνε ἀπὸ γῆ πλαστά,
Θὰ λυώσουν μέσ’ ‘ς τὸ μνῆμα μὲ τὸ κορμὶ κλειστά.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου ποῦ πάθη κοσμικὰ
Δὲν ἔχουν τόπο, νοιώθω δυὸ μάτια μυστικά.

Αὐτὰ δὲ θὰ κλεισθοῦνε ποτέ, δὲ θὰ χαθοῦν,
Ἐλεύθερα μιὰ μέρα γοργὰ θὰ φτερωθοῦν.

Τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου, τὰ μάτια τὰ θεϊκά,
Ποῦ μέσα μου ἀνοιγμένα τὰ νοιώθω μυστικά,

Ψηλότερ’ ἀπ’ τ’ ἀστέρια, ‘ς τὸν ἕβδομο οὐρανό,
Θὲ ν’ ἀνταμώσουν πάλι τὸ Φῶς τὸ ἀληθινό!

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Ιουνίου 2023

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Μέρες Γ’ 1934-1940

“Σκέψη του παροδικού που σε παραλύει.
Σπίτια, θάνατοι, χωρισμοί.
Η ζωή του ανθρώπου είναι καμωμένη από καιρούς.

Καιρός να σπείρεις, καιρός να θερίσεις, καιρός της θλίψης, καιρός της χαράς, καιρός της αγάπης, καιρός της μοναξιάς.

Αν το σκεφτείς έτσι, θα μπορέσεις και στη χαμηλότερη στιγμή να στηριχτείς, γιατί κι αυτή θα ανήκει σ’ έναν από τους καιρούς της ζωής σου»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Ιουνίου 2023

 

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο
τη ζωή να τη νοιώθεις τραγούδι χαράς
τι όμορφο που είναι να ζεις σαν παιδί
να απορείς και να ζεις.

Κι όμως είναι ν’ απορείς
πως αυτό το ωραίο τραγούδι
πως αυτή η ζωή η γεμάτη χαρά
έχει γίνει σκληρή,
έχει γίνει φτηνή και τόσο πικραμένη
που είναι πονεμένη.

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να σου λεν καλημέρα του κόσμου τα χείλη
τη ζωή να την κάνεις τραγούδι αγάπης
τι όμορφο που είναι να ζεις
σαν παιδί να απορείς και να ζεις!

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Μαΐου 2023
  1. «Πείνασα πολύ και εγώ και η οικογένειά μου. Η φτώχεια ήταν πολύ μεγάλη. Με τη γυναίκα μου, στην αρχή, μέναμε σε ένα δωμάτιο. Μην κοιτάτε πού μένω τώρα. Δούλευα σ’ ένα γαλακτοπωλείο. Ανέβαινα τον λόφο Σκουζέ με τον πάγο στο χέρι. Η μία πόρτα άνοιγε, η άλλη έκλεινε. Της πήγα πάγο και γνωριστήκαμε. Είστε πολύ καλή, της έλεγα. Μακάρι να ήταν όλες οι πελάτισσες σαν κι εσάς. Για μένα ήταν αυτονόητο ότι θα περάσω με τη Μίνα. Είμαστε πάνω από μισό αιώνα μαζί. Αποκτήσαμε δυο γιους, τον Βασίλη και τον Χάρη και έχω δύο εγγόνια που λατρεύω. Ποτέ δεν έτρεξα πίσω από την επιτυχία. Ποτέ δεν είχα τη φιλοδοξία να γίνω καλός ηθοποιός. Ήθελα να είμαι δουλευταράς. Να δουλεύω με ταχύτητες μεγάλες.
    Δεν έχω κανένα ταλέντο. Μόνο αυτή τη φάτσα που, κοίταξέ την καλά και διάβασε. Εδώ είναι αποτυπωμένη όλη η μιζέρια, όλη η δυστυχία, όλος ο πόνος του ασήμαντου Έλληνα. Κάτι έχει η φάτσα μου που φέρνει τον άλλον κοντά μου. Ίσως, όταν πέφτει η ματιά τους επάνω μου, ξέρουν ότι είμαι ένας πολύ εντάξει άνθρωπος.
    Κάποιο βράδυ με πλησιάζει έξω από το σινεμά ένας γέρος και μου λέει: ”Είμαι συνταξιούχος και βλέπω με τη γυναίκα μου τις ταινίες σου. Βγαίνω από τον κινηματογράφο και έχω ξαλαφρώσει για τρεις μέρες. Σ’ ευχαριστώ καλέ μου άνθρωπε.” Αυτό το ”καλέ μου άνθρωπε”, έγινε το σήμα κατατεθέν μου.
    Έτρεχα σε όλη μου τη ζωή με 300. Δεν έκοψα ποτέ το νήμα γιατί συνεχώς μου το μετακινούσαν. Όλο πλησίαζα και όλο μου το πήγαιναν λίγα μέτρα πιο ‘κει. Δεν χαλάρωνα ποτέ. Τώρα μόνο. Αναγκαστικά.»
    Πηγή: εφημ. Καθημερινή, συνέντευξη στη Μαρία Κατσουνάκη
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Μαρτίου 2023

-Άξιον εστί (απόσπασμα)

Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα

Και είδα και θαύμασα

Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωση μου:

Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή

και γαλήνιοι αμφορείς

και λοξές δελφινιών ράχες

η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος

«Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι

για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε

Και πολλά τα λιόδεντρα

που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως

κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου

και πολλά τα τζιτζίκια

που να μην τα νιώθεις

όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου

αλλά λίγο το νερό

για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του

και το δέντρο μονάχο του

χωρίς κοπάδι

για να το κάνεις φίλο σου

και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα φτενό στα πόδια σου το χώμα

για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα

και να τραβάς του βάθους ολοένα

και πλατύς επάνου ο ουρανός

για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.

ΑΥΤOΣ

ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

-Το Μονόγραμμα (απόσπασμα)

Σ’ αγαπάω μ’ ακούς;

Κλαίω, πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

κλαίω για τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς

και τραγουδάω για τα αλλά που πέρασαν, εάν είναι αλήθεια.

Για τα «πίστεψέ με» και τα «μη.»

Μια στον αέρα μια στη μουσική,

εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδάω

κλαίω για το σώμα πού άγγιξα και είδα τον κόσμο.

Έτσι μιλώ για ‘σένα και για ‘μένα..

Επειδή σ’ αγαπάω και στην αγάπη

ξέρω να μπαίνω σαν πανσέληνος

από παντού, για ‘σένα

μέσα στα σεντόνια, να μαδάω λουλούδια κι έχω τη δύναμη.

Αποκοιμισμένο, να φυσάω να σε πηγαίνω παντού,

σ’ έχουν ακούσει τα κύματα πως χαϊδεύεις,

πώς φιλάς, πώς λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε.»

Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτάδι,

πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει.

Το κλειστό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ.

-Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας (απόσπασμα)

Όμορφη και παράξενη πατρίδα

Ωσάν αυτή που μου ‘λαχε δεν είδα

Ρίχνει να πιάσει ψάρια    πιάνει φτερωτά

Στήνει στη γη καράβι    κήπο στα νερά

Κλαίει φιλεί το χώμα     ξενιτεύεται

Μένει στους πέντε δρόμους     αντρειεύεται

Κάνει να πάρει πέτρα     τηνε παρατά

Κάνει να τη σκαλίσει     βγάνει θάματα

Μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι     πιάνει ωκεανούς

Ξεσηκωμούς γυρεύει     θέλει τύραννους

Πέντε μεγάλους βγάνει     πάνω τους βαρεί

Να λείψουν απ’ τη μέση     τους δοξολογεί.

-Ο Μικρός Ναυτίλος (απόσπασμα)

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (VIII)

ΓΥΜΝΟΣ, ΙΟΥΛΙΟ ΜΗΝΑ, το καταμεσήμερο. Σ’ ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλυνα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.

Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Χάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.

Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Μόνο που ‘ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να την αφαιρέσεις την αγκίδα της.

-Μαρία Νεφέλη (απόσπασμα)

Η ΝΕΦΕΛΗ

Μέρα τη μέρα ζω – που ξέρεις αύριο τι ξημερώνει.

Το ‘να μου χέρι τσαλακώνει τα λεφτά και τ’ άλλο μου τα ισιώνει

Βλέπεις χρειάζονται όπλα να μιλάν στα χρόνια μας τα χαώδη

και να ‘μαστε και σύμφωνοι με τα λεγόμενα «εθνικά ιδεώδη».

Τι με κοιτάς εσύ γραφιά που δεν εντύθηκες ποτέ στρατιώτης

η τέχνη του να βγάζεις χρήματα είναι κι αυτή μία πολεμική ιδιότης

Δεν πα’ να ξενυχτάς- να γράφεις χιλιάδες πικρούς στίχους

ή να γεμίζεις με συνθήματα επαναστατικά τους τοίχους

Οι άλλοι πάντα θα σε βλέπουν σαν έναν διανοούμενο

και μόνο εγώ που σ’ αγαπώ: στα όνειρά μου μέσα έναν κρατούμενο.

Έτσι που αν στ’ αλήθεια ο έρωτας είναι καταπώς λεν «κοινός

διαιρέτης»

εγώ θα πρέπει να ‘μαι η Μαρία Νεφέλη κι εσύ φευ

ο Νεφεληγερέτης.

Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι

σβήσου με γενναιοδωρία.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Μαρτίου 2023

Ο άνεμος εσήκωσε
Κύματα και αλμύρα
Είναι σκληρή η μοίρα
Δεν δίδει μερτικό

Σκληρή ζωή μικρής
καημός
Σε θάλασσα που καίει
Μια μάνα που σε κλαίει
Σε άδειο σπιτικό

Τη μέρα που
Η Άνοιξη
Θα άλλαζε το κόσμο
Με γιασεμιά και δυόσμο
Και θ’ άνοιγε πανιά
Άλλαξες γνώμη
Κι έφυγες
Κείνο το μαύρο βράδι
Κι έμεινε το σκοτάδι
Κι αυτή
Η ερημιά

Δεν έφτασε
Η αγάπη μου
Φως μου
Για να σε σώσω
Το γάλα μου
Θα δώσω
Και κάνω
Μιαν ευχή
Να σε ξαναγεννήσω
Φως μου

Πώς έφαε
Το σίδερο
Την τρυφερή σου νιότη
Στης Άνοιξης
Την πρώτη
Κι έμεινα μοναχή

Μουσική, στίχοι, ερμηνεία: Λουδοβίκος των Ανωγείων

Για τα παιδιά που χάθηκαν στα Τέμπη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Μαρτίου 2023

Από την Παρασκευή Μπαρδάνη

Ψευδαίσθηση.
*. 11-3-2023
Λίγο, πριν φύγουμε από ‘κει
που η καρδιά, λαχτάρησε να μείνει
ρίχνουμε κέρμα, ψιθυρίζοντας ευχή,
της “Άρνης”το νερό, μη πιεί η μνήμη.
*
Μή λησμονήσει μέρες μαγικές,
στιγμές γεμάτες μελωδίες
και εικόνες,
νύχτες, που φάνταζαν σαν πούλιες
μυθικές,
φωτίζαν, των ματιών μας τις οθόνες
και κάναν καλοκαίρια, τους χειμώνες.
*
Πατημασιές, να αυτονομηθούν
αφήνουμε, όπου θέλουν να βαδίζουν,
ιχνηλατώντας οι ματιές, ακολουθούν
κι’ όνειρα, που δεν πρόλαβαν
ν’ ανθίσουν,
το χάδι του ανέμου αποζητούν,
μιας μέρας την ανάσα, να κερδίσουν.
*
Κι οι πέντε αισθήσεις, που εγείρουν
το σφυγμό,
δίχως φραγμό, οραματίζονται,
μυρίζουν,
τα χείλη γεύονται, τα χέρια αναζητούν,
ταίρια, π’ αναρριγούν, σαν τα αγγίζουν,
μα, αμείλικτη, σφυρίζει η μοίρα,
το “χρησμό”, τον υστερνό,
πώς, είν’ το τέρμα των ονείρων,
στο γκρεμό……..
* 11-3-2023
Αφιερώνω στα παιδιά, που δεν πρόλαβαν να ζήσουν, ούτε με ψευδαισθήσεις…