1. «Πείνασα πολύ και εγώ και η οικογένειά μου. Η φτώχεια ήταν πολύ μεγάλη. Με τη γυναίκα μου, στην αρχή, μέναμε σε ένα δωμάτιο. Μην κοιτάτε πού μένω τώρα. Δούλευα σ’ ένα γαλακτοπωλείο. Ανέβαινα τον λόφο Σκουζέ με τον πάγο στο χέρι. Η μία πόρτα άνοιγε, η άλλη έκλεινε. Της πήγα πάγο και γνωριστήκαμε. Είστε πολύ καλή, της έλεγα. Μακάρι να ήταν όλες οι πελάτισσες σαν κι εσάς. Για μένα ήταν αυτονόητο ότι θα περάσω με τη Μίνα. Είμαστε πάνω από μισό αιώνα μαζί. Αποκτήσαμε δυο γιους, τον Βασίλη και τον Χάρη και έχω δύο εγγόνια που λατρεύω. Ποτέ δεν έτρεξα πίσω από την επιτυχία. Ποτέ δεν είχα τη φιλοδοξία να γίνω καλός ηθοποιός. Ήθελα να είμαι δουλευταράς. Να δουλεύω με ταχύτητες μεγάλες.
    Δεν έχω κανένα ταλέντο. Μόνο αυτή τη φάτσα που, κοίταξέ την καλά και διάβασε. Εδώ είναι αποτυπωμένη όλη η μιζέρια, όλη η δυστυχία, όλος ο πόνος του ασήμαντου Έλληνα. Κάτι έχει η φάτσα μου που φέρνει τον άλλον κοντά μου. Ίσως, όταν πέφτει η ματιά τους επάνω μου, ξέρουν ότι είμαι ένας πολύ εντάξει άνθρωπος.
    Κάποιο βράδυ με πλησιάζει έξω από το σινεμά ένας γέρος και μου λέει: ”Είμαι συνταξιούχος και βλέπω με τη γυναίκα μου τις ταινίες σου. Βγαίνω από τον κινηματογράφο και έχω ξαλαφρώσει για τρεις μέρες. Σ’ ευχαριστώ καλέ μου άνθρωπε.” Αυτό το ”καλέ μου άνθρωπε”, έγινε το σήμα κατατεθέν μου.
    Έτρεχα σε όλη μου τη ζωή με 300. Δεν έκοψα ποτέ το νήμα γιατί συνεχώς μου το μετακινούσαν. Όλο πλησίαζα και όλο μου το πήγαιναν λίγα μέτρα πιο ‘κει. Δεν χαλάρωνα ποτέ. Τώρα μόνο. Αναγκαστικά.»
    Πηγή: εφημ. Καθημερινή, συνέντευξη στη Μαρία Κατσουνάκη