Διαβάσαμε

Μαρία Ανδρεάδου στις 17 Νοεμβρίου 2011

Ο Νταβίντ Αϊραπετιάν σίγουρα δεν θα δυσανασχετήσει με την εισαγωγή του σκακιού στη σχολική ύλη, καθώς ο 8χρονος Αρμένιος θεωρείται ήδη μεγάλος παίκτης. Το μόνο που μπορεί να ελπίζει είναι να βρεθεί στο σχολείο του ένας αντάξιος αντίπαλος.

 

Μαζί με την ιστορία και τα μαθηματικά πλέον τα παιδιά ηλικίας μεταξύ επτά και εννέα ετών θα διδάσκονται υποχρεωτικά σκάκι στο σχολείο, σύμφωνα με απόφαση της αρμενικής κυβέρνησης. Όπως στα περισσότερα πρώην σοβιετικά κράτη, το σκάκι αποτελεί εθνικό πάθος και η Αρμενία μπορεί να υπερηφανεύεται για πολλούς διακεκριμένους σκακιστές.

Συγκεκριμένα, τον Ιούλιο, μια εθνική ομάδα έξι ατόμων κατέκτησε την πρώτη θέση στο Διεθνές Ομαδικό Πρωτάθλημα Σκακιού που διεξήχθη στο Νίνγκμπο της Κίνας και εκτός ένα έπαθλο 14.000 ευρώ κέρδισαν και μια υποδοχή κατάλληλη για εθνικούς ήρωες. Μέλος της ομάδας ήταν και ο 28χρονος Λεβόν Αρονιάν, ο οποίος είναι τρίτος στην κατάταξη της Παγκόσμιας Σκακιστικής Ομοσπονδίας.

Όπως δηλώνουν όμως οι αρχές, η διδασκαλία του σκακιού στα σχολεία δεν έχει σκοπό να βοηθήσει την διάπλαση του χαρακτήρα των παιδιών και όχι να δημιουργήσει φυτώρια μελλοντικών πρωταθλητών.

Ο υπουργός Παιδείας Αρμέν Ασοτιάν υποστηρίζει ότι η ενασχόληση των παιδιών με αυτό το πνευματικό άθλημα θα βοηθήσει τους μικρούς μαθητές να αναπτύξουν ένα αίσθημα υπευθυνότητας και οργανωτικότητας, αλλά παράλληλα θα αποτελέσει και παράδειγμα για τον υπόλοιπο κόσμο.

Για αυτό το σκοπό η αρμενική κυβέρνηση κατέβαλε στην εθνική σκακιστική ακαδημία 370.000 ευρώ, ώστε να σχεδιάσει το ετήσιο μαθησιακό πρόγραμμα, να δημιουργήσει τα απαραίτητα εγχειρίδια, να εκπαιδεύσει τους καθηγητές και να αγοράσει εξοπλισμό, ενώ άλλες 750.000 ευρώ θα δαπανηθούν για να δημιουργηθούν τάξεις σκακιού.
ΒΗΜΑ/ 16/11/2011
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Νοεμβρίου 2011
 

ποιήματα για το Πολυτεχνείο 

 

1050 ΧΙΛΙΟΚΥΚΛΟι
της Κωστούλας Μητροπούλου
“Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!”
Αυτή η φωνή που τρέμει στον αέρα,
δεν σούστειλε ένα μήνυμα μητέρα,
αυτή η φωνή δεν ήτανε του γιού σου,
ήταν φωνές χιλιάδες του λαού σου.

“Εδώ Πολυτεχνείο ,εδώ Πολυτεχνείο!”
Μιλάει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι,
εκπέμπουνε τραγούδι μοιρολόι,
χίλιες πενήντα αντένες η λαχτάρα,
σε στόματα μανάδων η κατάρα.

Και τα κορίτσια και τ’ αγόρια που μιλούσαν,
τρεις μέρες και τρεις νύχτες δεν μετρούσαν,
δοκίμαζαν τις λέξεις με αγωνία,
κι αλλάζανε ρυθμό στην ιστορία.

“Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!”
Γραμμένα μένουν τα ονόματα στο αρχείο,
δεν αναφέρονται οι νεκροί που είναι στο ψυγείο,
λένε πως είναι τέσσερις κι είναι εκατό οι μανάδες,
πρώτα σκοτώθηκε η φωνή και σώπασαν χιλιάδες.

ΑΠΟ  alfavita .gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Νοεμβρίου 2011

Polytexneio.JPG

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν μια μαζική διαδήλωση λαϊκής αντίθεσης στο καθεστώς της Χούντας των Συνταγματαρχών. Η εξέγερση ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου 1973, κλιμακώθηκε σχεδόν σε αντιχουντική επανάσταση και έληξε με αιματοχυσία το πρωί της 17ης Νοεμβρίου, μετά από μια σειρά γεγονότων που ξεκίνησαν με την είσοδο αρμάτων μάχης στον χώρο του Πολυτεχνείου.

Η Ελλάδα βρισκόταν από τις 21 Απριλίου 1967 υπό τη δικτατορική διακυβέρνηση του στρατού, ενός καθεστώτος που είχε καταργήσει τις ατομικές ελευθερίες, είχε διαλύσει τα πολιτικά κόμματα και είχε εξορίσει, φυλακίσει και βασανίσει πολιτικούς και πολίτες με κριτήριο τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.

Το 1973 βρίσκει τον ηγέτη της δικτατορίας, Γεώργιο Παπαδόπουλο να έχει ξεκινήσει μια διαδικασία φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος, η οποία συμπεριλάμβανε την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων και την μερική άρση της λογοκρισίας, καθώς και υποσχέσεις για νέο σύνταγμα και εκλογές στις 10 Φεβρουαρίου 1974 για επιστροφή σε πολιτική διακυβέρνηση. Στελέχη της αντιπολίτευσης, μπόρεσαν έτσι να ξεκινήσουν πολιτική δράση ενάντια της χούντας.

Η χούντα, στην προσπάθειά της να ελέγξει κάθε πλευρά της πολιτικής, είχε αναμιχθεί στον φοιτητικό συνδικαλισμό από το 1967, απαγορεύοντας τις φοιτητικές εκλογές στα πανεπιστήμια, στρατολογώντας υποχρεωτικά τους φοιτητές και επιβάλλοντας μη εκλεγμένους ηγέτες των φοιτητικών συλλόγων στην Eθνική Φοιτητική Ένωση Eλλάδας (ΕΦΕΕ). [2] Αυτές οι ενέργειες όπως είναι φυσικό δημιούργησαν έντονα αντιδικτατορικά αισθήματα στους φοιτητές, όπως τον φοιτητή Γεωλογίας Κώστα Γεωργάκη, ο οποίος αυτοπυρπολήθηκε δημόσια το 1970 στην Γένοβα της Ιταλίας σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στη χούντα. [3] Με αυτή την εξαίρεση, η πρώτη μαζική δημόσια εκδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στη χούντα ήρθε από τους φοιτητές στις 21 Φεβρουαρίου 1973.

Οι αναταραχές ξεκίνησαν λίγο νωρίτερα, στις 5 Φεβρουαρίου, όταν οι φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματά τους. Στις 13 Φεβρουαρίου γίνεται διαδήλωση μέσα στο Πολυτεχνείο και η χούντα παραβιάζει το πανεπιστημιακό άσυλο, δίνοντας εντολή στην αστυνομία να επέμβει. 11 φοιτητές συλλαμβάνονται και παραπέμπονται σε δίκη. Με αφορμή αυτά τα γεγονότα, στις 21 Φεβρουαρίου, περίπου τρεις με τέσσερις χιλιάδες φοιτητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κατέλαβαν το κτίριο της σχολής στο κέντρο της Αθήνας επί της οδού Σόλωνος, ζητώντας ανάκληση του νόμου 1347 που επέβαλε την στράτευση «αντιδραστικών νέων», καθώς 88 συμφοιτητές τους είχαν ήδη στρατολογηθεί με τη βία. Από την ταράτσα του κτιρίου απαγγέλλουν τον ακόλουθο όρκο: «Εμείς οι φοιτηταί των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ορκιζόμαστε στo όνομα της ελευθερίας να αγωνισθούμε μέχρι τέλους για την κατοχύρωση: α) των ακαδημαϊκών ελευθεριών, β)του πανεπιστημιακού ασύλου, γ) της ανακλήσεως όλων των καταπιεστικών νόμων και διαταγμάτων.» Η αστυνομία έλαβε εντολή να επέμβει και πολλοί φοιτητές σε γύρω δρόμους υπέστησαν αστυνομική βία, χωρίς όμως τελικά να παραβιαστεί το πανεπιστημιακό άσυλο. Τα γεγονότα στη Νομική αναφέρονται συχνά ως προάγγελος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Η εξέγερση των φοιτητών επηρεάστηκε επίσης σημαντικά και από τα νεανικά κινήματα της δεκαετίας του ’60, και ειδικά από τα γεγονότα του Μάη του ’68.

 Τα γεγονότα

 

Στις 14 Νοεμβρίου 1973 φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματα και άρχισαν διαδηλώσεις εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος. Καθώς οι αρχές παρακολουθούσαν αμέτοχες, οι φοιτητές που αυτοαποκαλούνταν «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», οχυρώθηκαν μέσα στο κτίριο της σχολής επί της οδού Πατησίων και ξεκίνησαν τη λειτουργία του ανεξάρτητου ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου. Ο πομπός κατασκευάστηκε μέσα σε λίγες ώρες στα εργαστήρια της σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών από τον Γιώργο Κυρλάκη. Το, πλέον ιστορικό, μήνυμά τους ήταν: «Εδώ Πολυτεχνείο! Λαέ της Ελλάδας το Πολυτεχνείο είναι σημαιοφόρος του αγώνα μας, του αγώνα σας, του κοινού αγώνα μας ενάντια στη δικτατορία και για την Δημοκρατία». Εκφωνητές του σταθμού ήταν η Μαρία Δαμανάκη, ο Δημήτρης Παπαχρήστος και ο Μίλτος Χαραλαμπίδης.

Στις 3 π.μ. της 17ης Νοεμβρίου αποφασίζεται από την μεταβατική κυβέρνηση η επέμβαση του στρατού και ένα από τα τρία άρματα μάχης που είχαν παραταχθεί έξω από τη σχολή, γκρεμίζει την κεντρική πύλη. Όπως φαίνεται και στο ιστορικό φιλμ που τράβηξε παράνομα Ολλανδός δημοσιογράφος, το άρμα μάχης AMX 30 έριξε την σιδερένια πύλη τη στιγμή που επάνω βρίσκονταν ακόμα φοιτητές. Ο σταθμός του Πολυτεχνείου έκανε εκκλήσεις στους στρατιώτες να αψηφήσουν τις εντολές των ανωτέρων τους και στη συνέχεια ο εκφωνητής απήγγειλε τον Ελληνικό Εθνικό Ύμνο. Η μετάδοση συνεχίστηκε ακόμα και μετά την είσοδο του άρματος στον χώρο της σχολής. Οι φοιτητές που είχαν παραμείνει στο Πολυτεχνείο, μαζεύτηκαν στο κεντρικό προαύλιο, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο. Η πτώση της πύλης ακολουθήθηκε απο την είσοδο μιας μονάδας ενόπλων στρατιωτών των ΛΟΚ που οδήγησαν τους φοιτητές, χωρίς βια, εξω απο το Πολυτεχνείο, μεσω της πύλης της οδου Στουρνάρα. Οι αστυνομικές δυνάμεις που περιμένουν στα δυο πεζοδρόμια της Στουρνάρα επιτίθενται στους φοιτητές, την έξοδο των οποίων αποφασίζουν (σύμφωνα και με το πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά) να περιφρουρήσουν κάποιοι από τους στρατιώτες, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις επενέβησαν και εναντίον των αστυνομικών που βιαιοπραγούσαν στους φοιτητές. Πολλοί φοιτητές βρίσκουν καταφύγιο σε γειτονικές πολυκατοικίες. Ελεύθεροι σκοπευτές της αστυνομίας ανοίγουν πυρ από γειτονικές ταράτσες, ενώ άνδρες της ΚΥΠ καταδιώκουν τους εξεγερθέντες. Οι εκφωνητές του σταθμου του Πολυτεχνείου παρέμειναν στο πόστο τους και συνέχισαν να εκπέμπουν το ιστορικό μύνημα για 40 λεπτα μετά την έξοδο, οπότε συνελλήφθησαν.

Οι νεκροί του Πολυτεχνείου

Στρατιώτες και αστυνομικοί έβαλαν με πραγματικά πυρά κατά πολιτών μέχρι και την επόμενη μέρα, με συνέπεια αρκετούς θανάτους στον χώρο γύρω από το Πολυτεχνείο, αλλά και στην υπόλοιπη Αθήνα. Η πρώτη επίσημη καταγραφή τον Οκτώβριο του 1974, από τον εισαγγελέα Δημήτρη Τσεβά, εντόπισε 18 επίσημους ή πλήρως βεβαιωθέντες νεκρούς και 16 άγνωστους “βασίμως προκύπτοντες”[9]. Ένα χρόνο αργότερα ο αντιεισαγγελέας εφετών Ιωάννης Ζαγκίνης έκανε λόγο για 23 νεκρούς, ενώ κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε προστέθηκε ακόμη ένας. Οι πρώτες (δημοσιογραφικές) προσπάθειες για την καταγραφή των γεγονότων μιλούσαν για 59 νεκρούς ή και 79 θύματα, με βάση τον κατάλογο Γεωργούλα. [10] Σύμφωνα με έρευνα του διευθυντή του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Λεωνίδα Καλλιβρετάκη το 2003, ο αριθμός των επωνύμων νεκρών ανέρχεται σε 23, ενώ αυτός των νεκρών αγνώστων στοιχείων σε 16.

Ο Χρήστος Λάζος υποστηρίζει ότι οι νεκροί είναι 83 και ίσως περισσότεροι. Ανάμεσά τους ο 19χρονος Μιχάλης Μυρογιάννης, ο μαθητής λυκείου Διομήδης Κομνηνός και ένα πεντάχρονο αγόρι που εγκλωβίστηκε σε ανταλλαγή πυρών στου Ζωγράφου. Κατά τη δίκη των υπευθύνων της χούντας υπήρξαν μαρτυρίες για τον θάνατο πολλών πολιτών κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Τέλος χιλιάδες σύμφωνα με εκτιμήσεις ήταν οι τραυματίες πολίτες.

Η δίκη για τα γεγονότα

Στις 30 Δεκεμβρίου του 1975 και μετά από ακροαματική διαδικασία διόμισυ μηνών και διάσκεψη 6 ημερών ενώπιον του πενταμελούς εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η απόφαση του δικαστηρίου το οποίο κήρυξε ένοχους τους 20 από τους 32 κατηγορούμενους, ενώ αθώωσε άλλους 12. Οι κύριες ποινές που επιβλήθησαν:

  • Δημήτριος Ιωαννίδης (αρχηγός της ΕΣΑ την περίοδο της εξέγερσης): 7 φορές ισόβια για ηθική αυτουργία σε 7 ανθρωποκτονίες από πρόθεση και 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε 38 απόπειρες ανθρωποκτονιών και πρόκληση διάπραξης κακουργημάτων, καθώς και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
  • Γεώργιος Παπαδόπουλος (εν ενεργεία δικτάτορας την περίοδο της εξέγερσης): 25 χρόνια κάθειρξη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονίες από πρόθεση και απόπειρες ανθρωποκτονιών, καθώς και δεκαετής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
  • Σταύρος Βαρνάβας (αντιστράτηγος Ε.Α.): 3 φορές ισόβια για ηθική αυτουργία σε 3 ανθρωποκτονίες από πρόθεση και 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε 17 απόπειρες ανθρωποκτονιών και πρόκληση διάπραξης κακουργημάτων, καθώς και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
  • Νικόλαος Ντερτιλής (ταξίαρχος Ε.Α.): Ισόβια κάθειρξη και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για ανθρωποκτονία από πρόθεση του φοιτητή Μυρογιάννη.
  • Άλλοι τέσσερις ανώτατοι αξιωματικοί σε 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε συνολικά 12 ανθρωποκτονίες και 56 απόπειρες ανθρωποκτονιών, καθώς και δεκαετής στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων.
  • Άλλοι 12 κατηγορούμενοι σε μικρότερες ποινές, από 5 μήνες έως 10 χρόνια κάθειρξη για διάφορες κατηγορίες, κυρίως για ηθική αυτουργία σε επικίνδυνες σωματικές βλάβες. Οι ποινές κάτω του ενός έτους, ήταν εξαγοράσιμες.
Μαρία Ανδρεάδου στις 16 Νοεμβρίου 2011

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – ΣΥΝ ΤΟΙΣ ΑΛΛΟΙΣ
Εκδόσεις: ΥΨΙΛΟΝ

Απόσπασμα απο το βιβλίο :

“[…] αναρωτιέται κανείς: για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας; Παλεύουμε για ένα τίποτε, που ωστόσο είναι το παν. Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ. Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα. Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη. Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό. Είναι η αμάθεια και το σκότος. Ότι οι λεγόμενοι “πραχτικοί άνθρωποι” -κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί- μας κοροϊδεύουν· είναι χαρακτηριστικό. Εκείνοι βλέπουν το τίποτε. Εμείς το παν. Που βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα ‘μαστε πια εδώ. Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ’ όλους εμάς. Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας – και της εποχής μας.”

Περιγραφή :

Στο βιβλίο αυτό έχουν συγκεντρωθεί συνεντεύξεις που έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης στη διάρκεια μιας πεντηκονταετίας (1942-1992). Μέσω αυτών, ο αναγνώστης συναντά πολλούς σταθμούς της πρόσφατης ιστορίας της χώρας μας, των καλλιτεχνικών ρευμάτων στην Ευρώπη, του έργου, βεβαίως, του Οδυσσέα Ελύτη, ξαναβρίσκει πολλές σταθερές της σκέψης του, αλλά και της συνεπούς στάσης που τήρησε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Ο ποιητής, μέσω των συνεντεύξεων, αναπτύσσει πληθώρα θεμάτων, με τον πιο άμεσο τρόπο, αυτόν του προφορικού λόγου. Ο Ελύτης μιλά γιά την ποίησή του, για την ελληνική γλώσσα, για τη σημασία της φύσης, για τον ρόλο της ποίησης στη ζωή, για την Ελλάδα, για την αντίθεσή του προς όλες τις εξουσίες, καθώς και για ποικίλα άλλα ζητήματα εμπλουτίζοντας με αυτόν τον τρόπο, την παρακαταθήκη τού λόγου του, πολύτιμη για όλους εμάς.

Η συλλογή αυτή των συνεντεύξεων συμπληρώνεται από ένα ηχητικό ντοκουμέντο σε μορφή cd. Πρόκειται για τη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1979, την επόμενη της αναγγελίας της βράβευσης του Οδυσσέα Ελύτη με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Το βιβλίο συμπληρώνουν εκατό φωτογραφίες, χειρόγραφα και σχέδια του ποιητή.

 

από το Anti-amf  blog


Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Νοεμβρίου 2011

Συνέντευξη στον Στέλιο Κούκο

Ποια στοιχεία φανερώνουν τη συνέχεια του αρχαίου ελληνικού
κόσμου μέσα στο Βυζάντιο;
Η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και
ίσως και η γνώση του Ομήρου. Στα μέσα του 11ου αιώνα, όταν η ερωμένη
του αυτοκράτορα Μονομάχου, η ωραιοτάτη Σκλήραινα, πέρασε από την αγορά
της Κωνσταντινούπολης, ένας μάγκας της είπε το περίφημο “Ου νέμεσις” του
Ομήρου. Αυτό δηλαδή που οι γέροι Τρώες είπαν όταν είδαν την ωραία
Ελένη. Ποιος από τους μάγκες της αγοράς σήμερα ξέρει τον Όμηρο;

Κάποιος θα μπορούσε να πει πως από το Βυζάντιο λείπουν οι
φιλόσοφοι και οι σχολές ή ακόμη και οι ποιητές. Οι πατέρες της
εκκλησίας, οι βυζαντινοί λόγιοι και οι επιστήμονες, όπως και οι
υμνογράφοι, μπορούν να συγκριθούν κατ’ αναλογία με τους φιλοσόφους και
τους ποιητές της αρχαιότητας;
Κάθε εποχή έχει το πνεύμα της. Δεν μπορώ λοιπόν
να κάνω σύγκριση. Οι αρχαίοι έγιναν πανανθρώπινο κτήμα, ενώ οι
Βυζαντινοί μένουν πάντοτε υπόδειγμα για τους χριστιανούς.

Πάντως τα τελευταία χρόνια με την πρόοδο των βυζαντινών σπουδών,
ο χαρακτηρισμός “βυζαντινός”, που ξεκίνησε ως υποτιμητικός, φαίνεται
πως έχει πάρει αντίθετες διαστάσεις και περιεχόμενο. Απόδειξη και οι
μεγάλες διεθνείς εκθέσεις που πραγματοποιούνται τα τελευταία χρόνια με
τίτλους όπως η “δόξα” και η “λάμψη” του Βυζαντίου…
Το μόνο
που έχω να πω είναι: Ευτυχώς!

Η Θεσσαλονίκη με την ιστορία της, τα βυζαντινά κτίρια (κάστρα,
εκκλησίες) και την πνευματική της ενδοχώρα, τον Άθωνα, δεν θα έπρεπε να
“επενδύσει” στις σπουδές αυτές; Ή ακόμη να το αξιοποιήσει αυτό για την
τουριστική της προβολή;
Η Θεσσαλονίκη καλή, μετά την καλλίστη.
Δηλαδή μετά την Κωνσταντινούπολη. Η πραγματικά συν-πρωτεύουσα του
Βυζαντίου το δείχνει και τώρα ακόμη με το εξοχότατο και αξιολογότατο
βυζαντινό μουσείο που έχει και το οποίο, όπως ξέρετε, έτυχε του βραβείου
των Μουσείων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεν θα μπορούσε λοιπόν η Θεσσαλονίκη να αναδειχθεί ως βυζαντινή
πόλη και να προκαλέσει και ανάλογο τουριστικό ενδιαφέρον;
Μα
για όνομα του Θεού, είναι το μόνο που πρέπει να κάνει. Όπως για
παράδειγμα αυτό που έκανε η Αθήνα με την ενοποίηση των αρχαιολογικών της
χώρων. Η Θεσσαλονίκη θα πρέπει να αναδείξει τη βυζαντινή της υπόσταση. Η
πόλη έχει επίσης, όπως είπα, και το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού που
πραγματικά είναι απ’ τα καλύτερα. Η πρώην διευθύντρια, Αναστασία Τούρτα,
έχει κάνει τεράστια δουλειά.
Αυτά θα πω και στις 5 Ιουνίου που θα μιλήσω στη Θεσσαλονίκη. Είναι ένα
από τα πράγματα που πρέπει να κάνει τώρα ως η πρώτη πραγματικά ευρωπαϊκή
πόλη. Γιατί η Θεσσαλονίκη διαθέτει και αρχαία και ρωμαϊκή αλλά και
πρωτοχριστιανική ιστορία, ως πόλη που επισκέφθηκε ο Παύλος.

Αυτό δεν πρέπει να είναι άλλωστε και το μέλημά μας; Να δείξουμε
δηλαδή τη συνέχεια από τον αρχαίο κόσμο στον βυζαντινό.

Περνώντας όμως από έναν κόσμο που κανείς δεν ξέρει ή που δεν θέλει να
μάθει, ή που η Ελλάδα τον έχει βάλει σε παρένθεση. Περνώντας δηλαδή από
τη Ρώμη. Αν δεν αναδειχθεί η μεγαλοσύνη της Ρώμης, δεν μπορεί να
αναδειχθεί η μεγαλοσύνη της Θεσσαλονίκης. Η Θεσσαλονίκη είχε ρωμαϊκό
ανάκτορο, είχε ιππόδρομο και πολλά άλλα. Μολονότι η Αθήνα είχε πάψει
τότε να υπάρχει και παρά τη δόξα του Αλεξάνδρου, όπως γράφει τον 2ο μ.Χ.
αιώνα ο Έλιος Αριστείδης, κανένας δεν θέλησε να είναι απόγονος της
Πέλλας ή γόνος της Πέλλας. Όλοι θέλουν να είναι γόνοι της Αθήνας.

Ποια στοιχεία της πολιτικής ιδεολογίας της Βυζαντινής
αυτοκρατορίας θα μπορούσαν να είναι ακόμη χρήσιμα για τους κυβερνώντες
στην Ελλάδα και τον λοιπό κόσμο;
Ίσως το… “χρήζομεν οικονόμου
και ουχί βασιλέως”, που ανεφώνησεν ο Μιχαήλ Παλαιολόγος στα μέσα του
15ου αιώνα! Πάντως, για να μιλήσω πιο σοβαρά, δύο τέτοια στοιχεία είναι η
πολυεθνικότητα, ως μοχλός για νέα ξεκινήματα, αλλά και η προσήλωση στα
πάτρια, ως μαγιά για την ενσωμάτωση των ξένων σε έναν ενιαίο πολιτισμό.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία αποτελεί μια ευρύτερη ένωση εθνών,
λαών, κρατών, θα μπορούσε να πάρει κάποια παραδείγματα από την πολιτική
ιδεολογία και πρακτική των Βυζαντινών;
Η κωνσταντινουπολιτική
προσπάθεια αποτελεί και την απαρχή της δημιουργίας μιας καινούργιας
ταυτότητας. Αυτό παρά τις διαφορές, εθνικές και άλλες. Γιατί οι
Βυζαντινοί ήταν πολυεθνικό και όχι μονοεθνικό κράτος. Ήταν
μονοπολιτιστικό, χάρη στην ελληνική γλώσσα, αλλά όχι μονοεθνικό.

Σε ποια κατάσταση βρίσκονται η παιδεία και ο πολιτισμός της
Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον καιρό της Άλωσης;
Σε
διχασμό και ανταγωνισμό, ανάμεσα σε ενωτικούς και ανθενωτικούς, σε
αναμοχλεύσεις παλιού μεγαλείου. Τόσο που τους Τούρκους, με τους οποίους
πολεμούσαν, τους αποκαλούσαν Πέρσες και Αχαιμενίδες, σαν να ήταν δηλαδή
οι απόγονοι των μαραθωνομάχων. Και βεβαίως βρισκόταν σε μια κατάσταση
δεισιδαιμονίας, που χαρακτήριζε την εποχή εκείνη το Βυζάντιο.

Πώς κυβερνάται το κράτος την εποχή αυτή; Είναι υπόθεση ενός
ανδρός, δηλαδή του αυτοκράτορα;
Η εκκλησία είναι αυτή που
οργανώνει την κοινή γνώμη. Άρα δεν είναι μόνον οι πολιτικοί, ο
αυτοκράτορας, αλλά και οι εκκλησιαστικοί που φέρνουν το βάρος αλλά και
την ευθύνη αν θέλετε της εποχής. Το Βυζάντιο θεωρείται και ήταν
δημιούργημα θρησκευτικών λόγων, ως αποδέκτης δηλαδή της χριστιανικής
θρησκείας. Αλλά και ο θάνατός του ίσως επήλθε για λόγους επίσης
θρησκευτικούς. Ως μη αποδέκτης δηλαδή της ένωσης με τους Δυτικούς.

Σε τι κατάσταση βρίσκονται οι πολίτες της Βασιλεύουσας τα
τελευταία χρόνια πριν από την πτώση;
Να θυμίσω ότι είναι μια
πόλη καταδικασμένη από τις πολλαπλές πολιορκίες που έχουν γίνει ήδη πριν
από το 1453, που βρίσκεται σε οικονομική εξάντληση λόγω ακριβώς των
προνομίων των Βενετών, των Γενοβέζων και άλλων, οι οποίοι έχουν
μεταφέρει και τον πόλεμό τους στα λιμάνια της, και επίσης λόγω των
δυναστικών διχασμών. Να τονίσω αυτό που γράφει ο Παλαμάς: “Πόρνη η Πόλις
και περίμενε τον μακελάρη και περίμενε τον Τούρκο να την πάρει”.

Πέρα από τα γνωστά κείμενα, όπως του Φραντζή, του Μπάρμπαρο
κ.ά., ποιες άλλες πηγές πληροφόρησης αξιοποιούνται από τους ιστορικούς
για τις μέρες της Αλώσεως;
Τα ανακαλήματα, οι θρήνοι, ενώ
έχουμε και αρκετά δείγματα από την αλληλογραφία μεταξύ των παθόντων
εκείνης της εποχής. Υπάρχουν επίσης και πολλά έργα των Δυτικών, μεταξύ
των οποίων του Έλιο Σίλβιο, του μετέπειτα πάπα της Ρώμης.

Όπως έχετε πει, η Ελλάδα είναι η μοναδική βαλκανική χώρα η οποία
συγκροτήθηκε χωρίς την απελευθέρωση της πρωτεύουσάς της, δηλαδή της
Κωνσταντινούπολης. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που μετά την
απελευθέρωση έγινε προσπάθεια σύνδεσής μας κατευθείαν με την αρχαιότητα;
Πόσο μας ταλαιπωρούν ακόμη τα δύο αυτά γεγονότα;
Νομίζω πως
αυτό αποτελεί μια αιτία εθνικής σχιζοφρένειας, όπως παραδείγματος χάριν
το δείχνει η σημερινή μας παιδεία. Μιλάμε για αρχαίους συγγραφείς στο
σχολειό, αλλά δεν διδάσκουμε κανέναν βυζαντινό, ενώ τα παιδιά όταν
πηγαίνουν στο σπίτι βλέπουν να ξαναζεί το Βυζάντιο, είτε από τα
χριστιανικά ονόματα που φέρουν στην οικογένεια, είτε από το εικονοστάσι
κτλ. Και επιπλέον μένει πάντοτε το ερώτημα, ανήκομεν άραγε εις την Δύσιν
ή εις την Ανατολήν; Ο Ζουράρις θα γράψει για ευρωλιγούρηδες, άλλοι για
ευρωσκεπτικιστές και άλλοι για ευρωλάτρες. Άρα βρισκόμαστε ακόμα στο
ερώτημα: πού είμαστε; Ασφαλώς ανάμεσα στα δύο, και δεν ξεχνάμε ότι η
Δύση της Ανατολής είναι η Ανατολή της Δύσης.

Μια διαφορετική παιδεία θα μπορούσε να μας φέρει πιο κοντά στην
ιστορική και πολιτισμική μας φυσιογνωμία, στη μη απελευθερωμένη
πρωτεύουσά μας; Δεν μιλάω ρατσιστικά, εθνικιστικά, ούτε για κάποια
απομόνωσή μας. Αλλά για να ζούμε και να υπάρχουμε ως Έλληνες Ευρωπαίοι,
οικουμενικοί άνθρωποι. Όπως φαντάζομαι ζείτε κι εσείς…

Ασφαλώς ναι. Μια διαφορετική παιδεία. Αλλά το ποια πρέπει να είναι αυτή η
παιδεία είναι θέμα όχι μόνο ελληνικό. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος μας
δεν μπορεί πια να περιορίζεται στα ελληνικά όρια, ούτε η παιδεία.

Τι σήμαινε η Άλωση της Πόλης για τον υπόλοιπο κόσμο;
Ένας Πολωνός γράφει ότι η “χριστιανοσύνη έμεινε μονόφθαλμη”. Στη Δύση,
όταν οι Βυζαντινοί υπέγραψαν την Ένωση στη σύνοδο της Φεράρας του 1438,
οι ιερωμένοι κυρίως νόμιζαν πως πλέον είχαν γίνει μία κοινότητα και γι’
αυτό πλέον ερχόταν η δική τους σειρά. Αυτά στη Δύση. Οι Ρώσοι, οι οποίοι
τότε ήταν άκρως ανθενωτικοί και βρίσκονται εναντίον των βυζαντινών
πολιτικών οι οποίοι είχαν αποδεχθεί την Ένωση, μένουν σχεδόν μακριά από
το γεγονός της Άλωσης. Ο Κωνσταντίνος ο 11ος ακριβώς στις 12 Δεκεμβρίου
του 1452 υπέγραψε την Ένωση στην Αγιά-Σοφιά. Μόνο μία μικρή ανάμνηση
γράφει “έπεσε η Πόλις”. Μετά θα ξυπνήσουν για να την κλάψουν, κυρίως
όταν θέλουν να θεωρήσουν τη Μόσχα ως Τρίτη Ρώμη.
Όσο για τους Βυζαντινούς, η πτώση της Πόλης σημαίνει το τέλος του
κόσμου. Κατά τις προφητείες το τέλος του κόσμου το περίμεναν χρόνια και
χρόνια μετά. Σχεδόν ακόμη… Να σκεφθείτε ότι έχουμε ένα γράμμα ενός
Κωνσταντινουπολίτη που γράφει σε φίλο του στην Κρήτη και του λέει,
στείλε μου το τάδε εσχατολογικό έργο με τις προφητείες, το έχω απόλυτη
ανάγκη τώρα που περιμένουμε το τέλος του κόσμου.

Η Δύση δεν βοήθησε την Αυτοκρατορία για λόγους ανταγωνισμού
μεταξύ των εκκλησιών ή για καθαρά πολιτικούς λόγους επικράτησης;

Αυτό είναι λάθος. Η Δύση δεν είναι μία πολιτική ενότητα. Δεν υπάρχει
ένα κράτος, όπως ήταν το Βυζάντιο που θα μπορούσε να βοηθήσει τη Δύση.
Το πρόβλημα μπορεί να τεθεί μόνο όσον αφορά τον πάπα, ο οποίος είναι η
μόνη ενιαία αρχή της Δύσης. Ωστόσο το 1450 ο πάπας της εποχής, Νικόλαος
Ε’, όταν γιορταζόταν το ιωβηλαίο του, αναγγέλλει ότι όλες οι αφέσεις
αμαρτιών που δίνει, τα συγχωροχάρτια δηλαδή, τα οποία τότε πληρώνονταν
αδρά, θα χρησιμοποιηθούν για την εκστρατεία contra Turcos. Λοιπόν μόνο ο
Αντωνίνος, ένας επίσκοπος της Φλωρεντίας, λέει εκείνη την εποχή “άσ’
τους να χαθούν εφόσον είναι και σχισματικοί”. Ενώ τόσο στην παπική μεριά
όσο και στους αρχηγούς των τότε μικρών κρατών υπάρχει η προετοιμασία
για την εκστρατεία contra Turcos. Λοιπόν αυτό είναι ένα από τα πράγματα
που πρέπει να πάψουμε να λέμε στα παιδιά, ότι η Δύση δεν βοήθησε. Έκανε
ό,τι μπορούσε, και πρέπει να πούμε πως δεν μπορούσε τότε να κάνει πολλά.

Πώς κρίνετε την άποψη ότι ο ξεριζωμός των Ελλήνων της Μικράς
Ασίας αποτελεί μεγαλύτερη καταστροφή από την Άλωση;
Κατά τη
γνώμη μου αποτελεί την κατακλείδα της ίδιας ιστορίας, της ιστορίας
δηλαδή που άρχισε με την Άλωση. Αλλά πλέον σημαίνει το τέλος, που πια
δεν έχει επιστροφή. Είναι η μη αναστρέψιμη λύση. Τότε ασφαλώς, κατά
κάποιον τρόπο, θάφτηκε ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς. Οπότε μ’ αυτή την έννοια
ίσως αποτελεί μια συμφορά μεγαλύτερη και από αυτήν της άλωσης της
Πόλης.

Στη σημερινή κρίση που μαστίζει την Ελλάδα τι θα μπορούσαμε να
πάρουμε από τους Βυζαντινούς;
Η αποφυγή του διχασμού ίσως θα
ήταν το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να μας βοηθήσει για να μη γίνουμε
όπως οι Βυζαντινοί στο τέλος τους. Όσο για τα άλλα, πρέπει να κρατήσουμε
και την ακράδαντη πίστη των Βυζαντινών στο παρελθοντικό μεγαλείο. Πιο
πριν είπα πως οι Βυζαντινοί έλεγαν Πέρσες και Αχαιμενίδες τους Τούρκους,
όχι γιατί πίστευαν ότι οι Τούρκοι ήταν απόγονοι των Περσών, αλλά γιατί
οι ίδιοι οι Βυζαντινοί πίστευαν ότι συνέχιζαν τη μάχη του Μαραθώνα και
της Σαλαμίνας.

ΑΠΟ ΤΟ   “ΑΝΤΙΒΑΡΟ”
.

Μαρία Ανδρεάδου στις 15 Νοεμβρίου 2011

Το νέο σύστηµα εισαγωγής στα ΑΕΙ που προτείνεται από το Υπουργείο Παιδείας και τού οποίου τα κύρια σηµεία δόθηκαν στο «Βήµα» (23 Οκτωβρίου) έχει αρκετά θετικά στοιχεία, αλλά συνολικά κινείται προς λάθος κατεύθυνση. Ας πούµε πρώτα τα θετικά στοιχεία. Αυτά είναι: α) η µείωση των εξεταζοµένων µαθηµάτων, β) ο συνυπολογισµός τής βαθµολογίας των δύο τελευταίων τάξεων τού Λυκείου, γ) η καθιέρωση µιας γενικής δοκιµασίας (τεστ) γνώσεων / δεξιοτήτων, δ) η εξέταση βάσει µιας ευρύτερης ύλης, ε) ο προσδιορισµός τού ύψους βαθµολογίας εισαγωγής (τού συντελεστή βαρύτητας) από τα οικεία τµήµατα (εφόσον δεν καταργηθούν…) των ΑΕΙ.

Το σύστηµα που προτείνεται είναι –σε γενικές γραµµές– ένα β’ σενάριο εισαγωγής στα ΑΕΙ που περιελήφθη στο τελικό πόρισµα τού Εθνικού ∆ιαλόγου για την Παιδεία, προερχόµενο από πρόταση τού (τότε) Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. ∆εν είναι, δυστυχώς, το σύστηµα που κυρίως προτάθηκε για εισαγωγή στα ΑΕΙ, το οποίο στηρίζεται σε µια διαφορετική λογική, στην επίλυση των δύο καίριων προβληµάτων:

α) τού κοινωνικά απάνθρωπου και παιδευτικά αναξιόπιστου χαρακτήρα τού ισχύοντος συστήµατος, και β) τής επαναφοράς τού Λυκείου σε καίρια µορφωτική βαθµίδα, αντί τής φροντιστηριακής (και µάλιστα αποτυχηµένης γενικά) λειτουργίας που έχει σήµερα.

Το πρώτο µείζον πρόβληµα που δεν λύνεται από το προτεινόµενο σύστηµα είναι ο απάνθρωπος και αναξιόπιστος χαρακτήρας του, έστω και αν θεωρείται –και είναι εν πολλοίς– ένα αδιάβλητο σύστηµα. Είναι απάνθρωπο το ισχύον σύστηµα γιατί σε µία και µόνο εξέταση για ένα ολόκληρο έτος και εντός 3 ωρών κρίνεται, σε περίπτωση αποτυχίας που µπορεί να προέλθει και από ένα µόνο µάθηµα, το µέλλον ενός νέου ανθρώπου µε πάµπολλες οικονοµικές, ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Είναι και αναξιόπιστο, γιατί πολλοί επιτυγχάνοντες δεν είναι πάντοτε οι καταλληλότεροι για επιτυχηµένες επιστηµονικές σπουδές ούτε πολλοί αποτυγχάνοντες µειονεκτούν, στην πραγµατικότητα, έναντι όλων αυτών που πέτυχαν! Κι αυτό γιατί το ισχύον σύστηµα δεν επιλέγει µε αξιοπιστία τα καλύτερα µυαλά, τα πιο δηµιουργικά. Επιλέγει µε βάση κυρίως την ικανότητα αποµνηµόνευσης και αναπαραγωγής όγκων πληροφοριών χωρίς ικανότητες κριτικής σκέψης, σύνθεσης και εµβάθυνσης. Το µόνο καλό που έχει –σε µεγάλο βαθµό– είναι ένα αίσθηµα ασφαλείας και αντικειµενικότητας (που κι αυτό ακόµη µπορεί να κλονισθεί αν η επιτήρηση στις εξετάσεις δεν γίνεται µε τη δέουσα υπευθυνότητα σε µικρές ιδίως γεωγραφικές περιοχές ή αν τα γραπτά των µαθητών κάποιων σχολείων κριθούν υπερβολικά αυστηρά λόγω δήθεν τής οικονοµικής στάθµης των µαθητών ορισµένων προνοµιούχων περιοχών ή σχολείων).

Το δεύτερο, εξίσου µεγάλο αν όχι µεγαλύτερο, µειονέκτηµα τού ισχύοντος που διατηρείται και στο προτεινόµενο σύστηµα είναι ότι εξακολουθεί να διατηρεί το Λύκειο ως φροντιστήριο προετοιµασίας για τα ΑΕΙ. Ωστόσο, πρόκειται ως γνωστόν για ένα αποτυχηµένο φροντιστήριο, απαξιωµένο στη συνείδηση των µαθητών και των γονέων προς όφελος τού ιδιωτικού φροντιστηρίου που –µε την πλήρη προσαρµογή του στο ισχύον σύστηµα– έχει αποκτήσει κύρος, αξιοπιστία και τείνει στην πράξη να υποκαταστήσει τη µάθηση στο σχολείο. Το τραγικό είναι ότι έχει αχρηστευθεί στην πράξη το µορφωτικό και παιδαγωγικό έργο των εκπαιδευτικών στο Λύκειο που κρίνονται µε µόνο κριτήριο το πόσο καλοί είναι σε σχέση µε τις εισαγωγικές εξετάσεις.

Η λύση είναι αυτό που προτείναµε στον Εθνικό ∆ιάλογο για την Παιδεία: Η δηµιουργία ενός εθνικού εξεταστικού φορέα στον οποίο θα εξετάζονται οι υποψήφιοι για τα ΑΕΙ (κάτι σαν το ΑΣΕΠ ή τους αντίστοιχους εξεταστικούς φορείς στην Αγγλία και αλλού). Σ’ αυτόν οι υποψήφιοι φοιτητές θα µπορούν να δίνουν εξετάσεις µέχρι και 3 φορές τον χρόνο, εφόσον χρειασθεί να βελτιώσουν τη βαθµολογία τους σε ένα ή περισσότερα µαθήµατα (µε ανάλογη µείωση των µορίων εισαγωγής σε κάθε επανάληψη τής εξέτασης). Ετσι θα γίνει πιο ανθρώπινο το σύστηµα των εξετάσεων και κάθε υποψήφιος θα ρυθµίζει τον χρόνο εισαγωγής στο επιθυµητό τµήµα και µόνον (και όχι όπου τύχει να βρεθεί) ανάλογα µε τον χρόνο προετοιµασίας και τις πραγµατικές του ικανότητες, χωρίς οι εισαγωγικές εξετάσεις να αποτελούν µείζον πρόβληµα σε πανελλήνια κλίµακα. Με αυτόν τον τρόπο το Λύκειο θα απελευθερωθεί από τον φροντιστηριακό του ρόλο και τον βραχνά των εισαγωγικών εξετάσεων και θα τού δοθεί ο χρόνος να εστιασθεί σε µια πραγµατική µόρφωση κατά την περίοδο τής ηλικίας των µαθητών (15 – 18 ετών) που έχουν τη µεγαλύτερη προσληπτική και δηµιουργική ικανότητα. Μια ουσιαστική αναµόρφωση τού προγράµµατος τού Λυκείου θα εξασφάλιζε αυτόν τον καίριο παιδευτικό του ρόλο. Εχοντας αποφοιτήσει από το Λύκειο οι µαθητές, µ’ ένα απολυτήριο που µπορεί να επανακτήσει βαθµηδόν τη χαµένη του αξία, θα προχωρήσουν είτε στις εξετάσεις που θα διεξάγει το Εθνικό Εξεταστικό Κέντρο (από ειδικούς εκπαιδευτικούς τής µαχοµένης Εκπαίδευσης και εξειδικευµένους πανεπιστηµιακούς) µε έγκυρο, αξιόπιστο και αδιάβλητο εξεταστικό σύστηµα, είτε θα στραφούν αµέσως στον χώρο εργασίας. Τα ΑΕΙ, διαφοροποιούµενα ως προς τις απαιτήσεις τους, θα έχουν λόγο στην εισαγωγή των φοιτητών τους διαµορφώνοντας τους όρους εισαγωγής (την απαιτούµενη κατά µάθηµα και κλάδο βαθµολογία).

Αρα τα πραγµατικά προβλήµατα τού σηµερινού αποτυχηµένου συστήµατος εισαγωγής στα ΑΕΙ δεν επιλύονται και µε το προτεινόµενο σύστηµα, απλώς γίνονται ορισµένες βελτιώσεις στο υπάρχον σύστηµα. Εδώ δεν αποτολµήθηκαν πάλι οι ριζικές λύσεις και ανατροπές που απαιτούνταν για ένα θέµα που ενδιαφέρει το µεγαλύτερο µέρος τού ελληνικού λαού. Πιθανότατα λόγω τής δεινής οικονοµικής καταστάσεως στην οποία βρίσκεται αυτή τη στιγµή η χώρα και µε χαίνον το πρόβληµα τής µεταρρύθµισης στην Ανώτατη Παιδεία, η πολιτική ηγεσία τού Υπουργείου Παιδείας έκρινε ότι δεν µπορεί να προχωρήσει τώρα σε ριζικές αλλαγές. Ετσι, δεν λύνεται και αυτή τη φορά το µείζον πρόβληµα τού τρόπου εισαγωγής στα ΑΕΙ σε συνδυασµό µε την απελευθέρωση τού Λυκείου από τον φροντιστηριακό χαρακτήρα του.

Ούτε η ελληνική οικογένεια ανασαίνει, ούτε η Παιδεία µας αναβαθµίζεται.

Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών


Το βιβλίο «Δουβλινιάδα» που παρούσιασε ο Ενρίκε Βίλα – Μάτας στο Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας

Ο Ενρίκε Βίλα- Μάτας, με μεγάλη προθυμία και υπομονή, βρισκόταν από πολύ νωρίς στο Ινστιτούτο Θερβάντες προκειμένου να ικανοποιήσει τους πάντες: τους ανθρώπους του ιδρύματος που τον κάλεσαν στην Αθήνα, τους δημοσιογράφους, τους αναγνώστες του.

Ηταν ντυμένος απλά, μ’ ένα σκούρο κοστούμι και δεν μπορούσες να καταλάβεις προς τα που κατευθυνόταν η αδιάφορη αλλά κατά τ’ άλλα δραστήρια ματιά του. Το κεφάλι του είχε μια μόνιμη, ελαφρά κλίση προς τα κάτω και το φως διαχεόταν εντυπωσιακά πάνω στο τεράστιο μέτωπό του. Μοναδική εξαίρεση οι τρεις ευτράπελες περιπτώσεις διακοπής ρεύματος που βύθισαν στο σκοτάδι για λίγο το αμφιθέατρο. Η συγγραφέας Λένα Διβάνη η οποία τον θαυμάζει και συζήτησε μαζί του, είπε ενθουσιασμένη ότι τον χαρακτηρίζει ένα «ύφος παράξενου πουλιού». «Και όμως» εξήγησε αργότερα ο ίδιος «εκείνη την ώρα εργάζομαι». Στην ουσία, εργάζεται η ματιά του καλλιτέχνη.

 

Οποιος έχει διαβάσει τον Βίλα-Μάτας ξέρει ότι η γραφή του είναι ξεχωριστή, ένα μεταιχμιακό εγχείρημα, μια εμμονή υπαρξιακής φύσεως ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία – ή όπως λέει ο ίδιος «μια παράλληλη πραγματικότητα που συνυπάρχει με αυτήν που βιώνω». Το κρύο απόγευμα της Παρασκευής 11 Νοεμβρίου του 2011, ο 63χρονος συγγραφέας από τη Βαρκελώνη βρέθηκε στο Ινστιτούτο Θερβάντες για την παρουσίαση του νέου του βιβλίου με τον τίτλο «Δουβλινιάδα» (μτφρ. Νάννα Παπανικολάου) καλεσμένος των εκδόσεων Καστανιώτη. Σε αυτό το μυθιστόρημα ο Βίλα-Μάτας, ένας στυλίστας της σύγχρονης ισπανόφωνης λογοτεχνίας, μας συμπαρασύρει σ’ ένα μαγικό ταξίδι ακολουθώντας τα βήματα του «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις, στο Δουβλίνο.

 

«Μια μέρα περπατούσα στο δρόμο. Από μακριά παρατήρησα μια κοπέλα να μιλάει στο κινητό. Σταμάτησε και κάποια στιγμή άρχισε να κλαίει. Ξαφνικά κοκάλωσα και ενέτεινα το βλέμμα μου. Επρεπε να σταματήσω.Υστερα η κοπέλα διπλώθηκε στα δύο, γονάτισε και έβγαλε μια δυνατή κραυγή. Εκ των υστέρων έμαθα ότι κάποιος την ενημέρωσε για τον θάνατο ενός οικείου προσώπου. Εκείνη την ώρα η κοπέλα είχε το δράμα της και εγώ το δράμα που παρατηρούσα στην παράλληλη ζωή μου, αυτή του συγγραφέα. Τι να πω, όσοι γράφουμε έχουμε διασαλευμένα συναισθήματα» εξήγησε ο Βίλα-Μάτας, τον οποίο παρουσίασαν στο κοινό και του απηύθυναν ερωτήσεις η δημοσιογράφος Μικέλα Χαρτουλάρη και ο διευθυντής της σειράς ξένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Καστανιώτη Ανταίος Χρυσοστομίδης.

 

«Και πριν από έξι χρόνια που αρρώστησα (μπορείτε να το χαρακτηρίσετε και τερατώδες) έγραφα για την περιπέτειά μου σαν να επρόκειτο για μυθοπλασία» συνέχισε ο συγγραφέας. «Μια μέρα τσακωνόμασταν με τη γυναίκα μου. Σε κάποια στιγμή της ζήτησα να σταματήσουμε τον καβγά ούτως ώστε να καθίσω να γράψω! Ηθελα οπωσδήποτε να αναλύσω τους λόγους για τους οποίους εκείνη την ώρα κάναμε αυτό που κάναμε. Είχα την ανάγκη να δω τα πράγματα απ’ έξω. Να, γι’ αυτό ήταν μεγάλος ο Φερνάντο Πεσσόα, επειδή έβλεπε τον εαυτό του απ’ έξω».

 

Η λογοτεχνία του Ενρίκε Βίλα-Μάτας ασχολείται με την ίδια τη λογοτεχνία και τις (καλώς ή κακώς εννοούμενες) αρρώστιες της. Ο ίδιος είπε ότι το έργο του θα μπορούσε να είναι «η ιστορία της σιωπής της λογοτεχνίας». Στο βιβλίο «Μπάρτλεμπυ και Σία» (2002) επικεντρώνεται στους συγγραφείς που επέλεξαν τη σιωπή αντί της γραφής μπροστά στον φόβο της αυτοεπανάληψης, στο «Η νόσος του Μοντάνο» (2006) στρέφεται σ’ αυτούς που έγραφαν πολλά με αποτέλεσμα στη συνέχεια να μη μπορούν να γράψουν, ενώ στο «Δόκτωρ Πασαβέντο» (2010) εξασκείται στη φοβερή τέχνη του να μετατρέπεσαι σε τίποτα. «Ολοι σχεδόν οι ήρωές μου είναι σε μια κατάσταση που επιδέχεται, όπως θα έλεγε ο Κάφκα, μονάχα βελτίωση, είναι τόσο χάλια που μπορούν να τους συμβούν μόνο καλύτερα πράγματα» αυτοσαρκάστηκε ο συγγραφέας που έχει τιμηθεί με το σημαντικό Βραβείο Ρόμουλο Γαλιέγος για «Το κάθετο ταξίδι» (2004).

 

Ο Βίλα Μάτας «ενηλικιώθηκε» συγγραφικά στο Παρίσι της δεκαετίας του 1960 υπό την πνευματική καθοδήγηση της Μαργκερίτ Ντυράς απ’ την οποία νοίκιαζε μια σοφίτα με τα λιγοστά του χρήματα. Το πώς προσπάθησε ο ίδιος να μιμηθεί τον Χέμινγκγουεϊ που έγραψα εκεί την «Κινητή γιορτή» μπορείτε να το διαβάσετε στο χρονικό της λογοτεχνικής του μαθητείας «Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ» (2008).

 

«Εβαζα δυσκολίες στον ίδιο μου τον εαυτό για να συνεχίσω να γράφω βιβλία που έβγαιναν απ’ τα προηγούμενα. Δημιουργώ μέσα σε μια άλλη πραγματικότητα στην οποία όμως δεν ψεύδομαι ποτέ. Υπό μία έννοια όλοι οι συγγραφείς είμαστε ρεαλιστές. Ολοι προσφέρουμε μια πραγματικότητα στον αναγνώστη. Τον ρεαλισμό τον αποδίδω περιφρονητικά σ’ αυτούς που αντιγράφουν απλώς αυτό που συμβαίνει. Σε κάθε περίπτωση χρειάζομαι πάντα κάποιον άλλο για να μου πει τι ακριβώς κάνω εγώ» είπε για τον τρόπο που δουλεύει.

 

Στην πρώτη του νιότη ο Βίλα-Μάτας πέρασε από τη δημοσιογραφία. Επινόησε τη μετάφραση μιας συνέντευξης με τον Μάρλον Μπράντο επειδή τότε δε γνώριζε πολύ καλά αγγλικά ενώ έβγαλε από τη φαντασία του άλλη μία με τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ. Ο τελευταίος είχε επισκεφθεί τη Βαρκελώνη και τότε το έντυπο με το οποίο συνεργαζόταν ο συγγραφέας τον είχε επιφορτίσει με αυτή την τιμητική συνομιλία. Ο Βίλα- Μάτας όμως δεν πήγε ποτέ στο ραντεβού. Το προηγούμενο βράδυ είχε πιαστεί στα χέρια με τον διάσημο χορευτή σ’ ένα μπαρ και απέφυγε τη δυσάρεστη συνέχεια το επόμενο πρωί με μια ακόμα φανταστική συνέντευξη! Οταν λίγα χρόνια αργότερα έμαθε ότι κάποιος του είχε κάνει ακριβώς το ίδιο τον συγχώρεσε χωρίς δεύτερη κουβέντα…

 

Στη «Δουβλινιάδα» (2011) που ο Βίλα-Μάτας γίνεται απροσδόκητα εξωστρεφής, ο Σαμουέλ Ρίβα, ένας συνταξιούχος εκδότης βλέπει ένα παράξενο όνειρο που τον πείθει ότι το χαμένο νόημα της ζωής του βρίσκεται στο Δουβλίνο. Μαζί με κάποιους φίλους του αποφασίζουν να ταξιδέψουν στην πόλη που ο Τζόις έπλασε τον «Οδυσσέα» του προκειμένου να κηδέψουν την εποχή της τυπογραφίας τη στιγμή που η ψηφιακή εποχή έχει αρχίσει να καταπίνει τα πάντα.

 

«Νομίζω ότι η λογοτεχνία του μέλλοντος θα είναι πιο κοντά σε κάτι που θα συνταιριάζει την αφήγηση με τη φιλοσοφία» κατέληξε ο Βίλα-Μάτας. «Σήμερα είναι δύσκολο το να είσαι περίπλοκος. Το επίπεδο του αναγνωστικού κοινού έχει πέσει αρκετά. Δεν χρειαζόμαστε μόνο ταλαντούχους συγγραφείς αλλά και ταλαντούχους αναγνώστες». Αυτός ο συγγραφέας είναι απαιτητικός. Οποιος όμως καταδυθεί στον κόσμο του και βρει εκεί ενδιαφέρον δύσκολα τον εγκαταλείπει.

 

«Η ζωή είναι όμορφη, θλιμμένη και ωμή. Σκεφτείτε τον Σωκράτη. Ηθελε να φτάσει τη σοφία στα έσχατα όριά της παρά την αχρηστία της».
Γρηγόρης Μπέκος / ΒΗΜΑ Πολιτισμός / Δημοσιεύτηκε 14/11/11
Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 15 Νοεμβρίου 2011

Τα 40στά της γενέθλια γιορτάζει φέτος η Μικρή Πόρτα της Ξένιας Καλογεροπούλου παρουσιάζοντας ειδικά για την περίσταση ένα εντυπωσιακό ριμέικ του παλιάς, ιστορικής παράστασης του θιάσου, τον «Οδυσσεβάχ» από τον νεαρό ταλαντούχο σκηνοθέτη Δημήτρη Καραντζά.

Ο «Οδυσσεβάχ» υπήρξε ορόσημο στην ιστορία της Μικρής Πόρτας. Με το ανέβασμα του το 1981 τάραξε τα νερά του θεάτρου για παιδιά στη χώρα μας αλλά αποτέλεσε συγχρόνως και την αρχή μιας νέας πορείας για τον ίδιο θίασο, πορείας που συνεχίζεται ως σήμερα. Μπορούμε να πούμε ότι το έργο θεωρείται πια σχεδόν «κλασικό» στο είδος του γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον να το ξαναβλέπουμε μέσα από τα μάτια της σημερινής γενιάς.

Βασικό θέμα του έργου είναι η νοσταλγία για την πατρίδα, καθώς και η θέληση και η επιμονή να κατακτάς τους στόχους σου μένοντας πιστός σε αυτό που πιστεύεις. Επτά ηθοποιοί-αφηγητές, αλλάζοντας συνεχώς ρόλους, αναλαμβάνουν να επινοήσουν και να εξιστορήσουν τα πάθη του Οδυσσεβάχ και των συντρόφων του. Σε μια μεγάλη εξέδρα που διαρκώς μεταμορφώνεται βλέπουμε να ξεπηδούν αιφνίδια νησιά, καράβια, δέντρα, γοργόνες, τέρατα και ζώα. Ανάμεσα στην εξέδρα και το κοινό ένας παραμυθάς, σαν επόπτης, συγγραφέας, είτε λεκτικά, είτε μουσικά και άλλοτε την προωθεί, άλλοτε γίνεται ο έκπληκτος θεατής της. Το μόνο στοιχείο που διατηρείται και σε αυτή την παράσταση είναι τα γνωστά τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου. Τα σκηνικά και κοστούμια είναι της Ιωάννας Τσάμη, η κίνηση της Ζωής Χατζηαντωνίου, η μουσική διδασκαλία της Νικολέτας Χατζοπούλου που έχει επεξεργαστεί και τα μοτίβα των τραγουδιών του Διονύση Σαββόπουλου για να δημιουργήσει μουσικές γέφυρες. Παίζουν οι Κωνσταντίνος Βουδούρης, Γιάννης Κλίνης, Θύμιος Κούκιος, Μιχάλης Μαθιουδάκης, Σωκράτης Πατσίκας, Ελίνα Ρίζου και Γιώργος Χρυσοστόμου. Παραστάσεις κάθε Σάββατο στις 3 μ.μ. και κάθε Κυριακή στις 11 π.μ. και στις 3 μ.μ.

www.kathimerini.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Νοεμβρίου 2011

ΑΠΟ ΤΗΝ  ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ

Πρόσφατα πέθανε μια 98χρονη κυρία που την έλεγαν Ιρένα…
Κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου η Ιρένα εργαζόταν στο γκέτο της Βαρσοβίας ως ειδική υδραυλικός υπονόμων…
Είχε όμως κι έναν απώτερο σκοπό. Όντας Γερμανίδα ΗΞΕΡΕ ποια ήταν τα σχέδια των Ναζί για τους Εβραίους.
Η Ιρένα έβγαζε λαθραία βρέφη στον πάτο της εργαλειοθήκης της ή σε ένα σάκο από λινάτσα που είχε στην καρότσα του φορτηγού της τα μεγαλύτερα παιδιά.
Ακόμα, είχε έναν σκύλο στην καρότσα, που τον είχε εκπαιδεύσει να γαβγίζει όταν οι Ναζί φαντάροι της άνοιγαν να μπει ή να βγει από το γκέτο.
Οι φαντάροι, φυσικά, δεν ήθελαν πάρε-δώσε με τον σκύλο, ενώ το γάβγισμά του κάλυπτε τους θορύβους/ήχους που έκαναν τα βρέφη/παιδιά!
Στο διάστημα που το έκανε αυτό, κατάφερε να φυγαδεύσει και να σώσει 2.500 παιδιά και βρέφη.
Συνελήφθη και οι Ναζί τη χτύπησαν πάρα πολύ άσχημα και της έσπασαν και τα χέρια και τα πόδια.
Η Ιρένα κράτησε ένα αρχείο με τα ονόματα των παιδιών που είχε διασώσει και το φύλαξε σ’ ένα γυάλινο βάζο που έθαψε κάτω από ένα δέντρο στην αυλή της.
Μετά τον πόλεμο, προσπάθησε να εντοπίσει όσους γονείς είχαν επιζήσει και επανένωσε τις οικογένειες.
Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν πεθάνει στους θαλάμους αερίων. Τα παιδιά αυτών, τα βοήθησε να τακτοποιηθούν σε θετές οικογένειες ή να υιοθετηθούν.
Το 2007, η Ιρένα προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.
Δεν επελέγη.

Διαβάστε περισσότερα: 24ωρο: Μια απίστευτη και συγκλονιστική ιστορία: Το βραβείο δεν το παίρνει πάντα αυτός που το αξίζει! http://24wro.blogspot.com/2011/11/blog-post_7657.html#ixzz1dFFTxGWF

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Νοεμβρίου 2011

από την Άσπρη Λέξη

Are you proud?
Ζήτησα κάποτε από ένα φίλο να με βοηθήσει και να μου πει πώς θα πάω σε έναν προορισμό για πρώτη φορά και εκείνος με ρώτησε: από που θα έρθεις, που είσαι;
Για να μάθεις πώς θα πας κάπου, πρέπει να γνωρίζεις πού βρίσκεσαι και από που έρχεσαι. Πάντα ο προορισμός είναι σχετικός με την αφετηρία, ανάμεσα τους είναι η διαδρομή. Διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές διαδρομές, ακόμη και εάν ο προορισμός είναι ο ίδιος.
Θέλησα λοιπόν να καταλάβω τι συμβαίνει, να αποφασίσω τι θέλω να είμαι, που πάω και πως θα φτάσω εκεί. Με λένε τεμπέλη Έλληνα και ας δουλεύω όλη μέρα, λαμόγιο και ας μην έχω κλέψει ούτε ένα σεντς, αγενή ακόμη και όταν τους μιλάω στον πληθυντικό, καλοπερασάκια που έχω ένα ποδήλατο αλλά κανείς δεν μίλησε για την αξιοπρέπεια μου, την τιμή μου, την υπερηφάνεια μου ως άνθρωπο, όχι ως Έλληνα.
Ίσως να μην σας ενδιαφέρει αλλά πρέπει να το πω… τη μεγαλύτερη μάχη τη δίνω με τον εαυτό μου, προσπαθώ να παραμείνω άνθρωπος, δημιουργός, φίλος αλλά κάθε μέρα αναρωτιέμαι ποιος είμαι. Εσύ ποιος είσαι; Μπορείς να απαντήσεις; Είσαι άνθρωπος, φίλος, σύζυγος; Είσαι Έλληνας; Τι σημαίνει Έλληνας;
Κοίταξα γύρω μου και είδα πως και άλλοι άνθρωποι σαν και μένα που μόχθησαν, που δούλεψαν που έζησαν αξιοπρεπώς, κατάφεραν να αφήσουν τις καταθέσεις τους, όχι στο νομισματικό, αλλά σε ένα άλλο “ταμείο” αυτό της “παγκόσμιας σοφίας” παρακαταθήκη σε μένα με ένα σκοπό: να βρω τον δρόμο μου και τον προορισμό μου γιατί τώρα ξέρω την αφετηρία μου…
Το σημαντικότερο κεφάλαιο ενός κράτους είναι ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος που μιλά τη γλώσσα του, δημιουργεί και παράγει. Παράγει και αφήνει έργο. Αφήνει έργο και φεύγει… Με αυτό πληρώνονται οι φόροι, με έργο. Αυτές είναι οι δικές μου εγγυήσεις, οι εγγυήσεις για το μέλλον, αυτή είναι η δική μου παρακαταθήκη.
Χάρης Τζαννής

ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ

Μαρία Ανδρεάδου στις 5 Νοεμβρίου 2011

Ο Ύπνος  των  Γενναίων ( Παραλλαγή-Οδ.Ελύτης )
Δίχως μήνες και χρόνοι να λευκαίνουν το γένι τους
με το μάτι εγύριζαν τις εποχές,ν’αποδώσουν στα
πράγματα το αληθινό τους όνομα

Και στο κάθε βρέφος που άνοιγε τα χέρια,ούτε μια ηχώ
μονάχα το μένος της αθωότητας που ολοένα
δυνάμωνε τους καταρράχτες…

Μια σταγόνα καθαρού νερού,σθεναρή πάνω απ΄τα
βάραθρα,την έιπανε Αρετή και της έδωσαν
ενα λιγνό αγορίστικο σώμα.

Όλα μέρα τώρα η μικρή Αρετή κατεβαίνει κι εργάζεται
σκληρά στα μέρη όπου η γη απο άγνοια σήπονταν
κι είχαν οι άνθρωποι ενεξήγητα μελανουργήσει,

Αλλά τις νύχτες καταφεύγει πάντα εκεί ψηλά
στην αγκαλιά του Όρους,καθώς μέσα στα μαλλιαρά
στήθη του Αντρός.

Και η άχνα που ανεβαίνει απτις κοιλάδες,έχουν
να κάνουν πως δεν είναι λέει καπνός,μα η νοσταλγία
που ξεθυμαίνει απο τις χαραμάδες
του ύπνου των ΓΕΝΝΑΙΩΝ.

Κυριακή Ψαρρού στις 4 Νοεμβρίου 2011

Φοβᾶμαι…

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.

Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.

Νοέμβρης 1983

 

Κυριακή Ψαρρού στις 1 Νοεμβρίου 2011
Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ. Αναγνωστάκης Μανόλης
Εκτύπωση
Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά―
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων.

(από το Ποιήματα 1941-1971, Νεφέλη 2000)

 

Από το Σπουδαστήριο  Νέου Ελληνισμού

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Οκτωβρίου 2011

Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963
Σαν να το είπε χθές!

Εδώ και μήνες η Ελλάδα είναι στο πραιτώριο.  Χλευάζεται και  κατασυκοφαντείται.  Αναίσχυντοι αργυραμοιβοί την παίζουν στα ζάρια. Προσβάλλουν τους ανθρώπους της, αμφισβητούν την ιστορία της και τον πολιτισμό της. Όποια  εφημερίδα και να ανοίξεις, μας έχουν κατατάξει στα  «σκουπίδια». Μας θεωρούν ένα περιττό βάρος, από το οποίο όλοι θέλουν να απαλλαγούν, αλλά δεν ξέρουν ακόμα πώς.
Ε, λοιπόν, η Ελλάδα δεν είναι για τα σκουπίδια!
Δεν είμαστε  οι Έλληνες διεφθαρμένοι και τεμπέληδες. Χαβαλέδες ήμασταν για πολύ καιρό. Βάλαμε τον αυτόματο πιλότο. Ένας φτωχός λαός, που γνώρισε την αφθονία και παρασύρθηκε γιατί νόμισε πως θα κρατήσει για πάντα. Πίστεψε και στα «ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» κάποιων  αδίστακτων πολιτικάντηδων. Για την ακρίβεια ίσως στην Ελλάδα υπάρχουν λιγότεροι διεφθαρμένοι και τεμπέληδες απ’ ότι σε πολλές άλλες χώρες.
Και τώρα ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Είναι μια δύσκολη ώρα, αλλά δεν ήρθε το τέλος.
Όμως, ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα το 15% του πληθυσμού της δεν ζει με κουπόνια.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα, κάθε ελληνόπουλο έχει δωρεάν πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα έχουμε ένα, έστω ημιτελές, αλλά έχουμε σύστημα υγείας.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα έχουμε ένα κράτος που έχει μια μεγάλη  περιουσία. Άλλα κράτη δεν έχουν τίποτα. Αυτήν βλέπουν και ξερογλύφονται.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα οι γονείς βοηθάνε τα παιδιά τους και εκείνα τους γονείς τους.
Ευτυχώς, η μικρή και φτωχή Ελλάδα δεν ήταν απούσα από καμιά μεγάλη μάχη για την ελευθερία. Και έδινε το είναι της, όταν οι άλλοι είχαν ήδη παραδώσει και την ψυχή και το πνεύμα.
Ευτυχώς ακόμα, η Ελλάδα έχει μέλλον.
Έβλεπα εκείνα τα κορίτσια της Εθνικής Ομάδος Πόλο, να ανεβαίνουν στον Όλυμπο,  μες τη «φωλιά του Δράκου», και είπα , πως  δεν χάθηκε η ελπίδα. Υπάρχει ακόμα το μέταλλο του νικητή.
Η Ελλάδα έχει μέλλον, γιατί στη μακραίωνα ιστορία της κάθε μεγάλη ήττα και καταστροφή, αντί να την  αφανίσει, την ανάσταινε!
Γιατί τα γράφω αυτά; Μου τηλεφώνησαν κάποιοι «φίλοι» απ’ το εξωτερικό και  μας ….νεκρολογούσαν! Είναι απ’ τα κοράκια που έχουν στοιχηματίσει στην πτώχευσή μας και ανησυχούν μήπως και χάσουν τα λεφτά τους!  Και βιάζονται! Τόσο πολύ θύμωσα που έκλεισα το τηλέφωνο. Ύστερα τους έστειλα το κείμενο που ακολουθεί….
 
νήκω σ µία χώρα µικρή.
να πέτρινο κρωτήρι στ Μεσόγειο, πο δν χει λλο γαθ παρ τν γώνα το λαο, τ θάλασσα, κα τ φς το λιου.
Εναι µικρς  τόπος µας, λλ  παράδοσή του εναι τεράστια κα τ πράγµα πο τ χαρακτηρίζει εναι τι µς παραδόθηκε χωρς διακοπή.
 λληνικ γλσσα δν παψε ποτ της ν µιλιέται. Δέχτηκε τς λλοιώσεις πο δέχεται καθετ ζωντανό, λλ δν παρουσιάζει κανένα χάσµα.
λλο χαρακτηριστικ ατς τς παράδοσης εναι  γάπη της γι τν νθρωπιά, κανόνας της εναι  δικαιοσύνη.
Στν ρχαία τραγωδία, τν ργανωµένη µ τόση κρίβεια,  νθρωπος πο ξεπερν τ µέτρο, πρέπει ν τιµωρηθε π τς ρινύες.
σο γι µένα συγκινοµαι παρατηρώντας πς  συνείδηση τς δικαιοσύνης εχε τόσο πολ διαποτίσει τν λληνικ ψυχή, στε ν γίνει κανόνας το φυσικοκόσµου.
Κα νας π τος διδασκάλους µου, τν ρχν το περασµένου αώνα, γράφει: «… θ χαθοµε γιατί δικήσαµε …».
Ατς  νθρωπος ταν γράµµατος. Εχε µάθει ν γράφει στ τριάντα πέντε χρόνια τς λικίας του.  λλ στν λλάδα τν µερν µας,  προφορικπαράδοση πηγαίνει µακρι στ περασµένα σο κα  γραπτή. Τ διο κα  ποίηση.
Εναι γι µένα σηµαντικ τ γεγονς τι  Σουηδία θέλησε ν τιµήσει κα τούτη τν ποίηση κα λη τν ποίηση γενικά, κόµη κα ταν ναβρύζει νάµεσα σ’να λα περιορισµένο. 
Γιατί πιστεύω πς τοτος  σύγχρονος κόσµος που ζοµε,  τυρρανισµένος π τ φόβο κα τν νησυχία, τ χρειάζεται τν ποίηση.  ποίηση χει τς ρίζες της στν νθρώπινη νάσα – κα τί θ γινόµασταν ν  πνοή µας λιγόστευε;
Εναι µία πράξη µπιστοσύνης – κι νας Θες τ ξέρει ν τ δεινά µας δν τ χρωστµε στ στέρηση µπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τν περασµένο χρόνο γύρω π τοτο τ τραπέζι, τν πολ µεγάλη διαφορ νάµεσα στς νακαλύψεις τς σύγχρονης πιστήµης κα στλογοτεχνία. παρατήρησαν πς νάµεσα σ’ να ρχαο λληνικ δράµα κα να σηµερινό,  διαφορ εναι λίγη. Ναί,  συµπεριφορ το νθρώπου δ µοιάζει νὰἔχει λλάξει βασικά. Κα πρέπει ν προσθέσω πς νιώθει πάντα τν νάγκη ν’ κούσει τούτη τν νθρώπινη φων πο νοµάζουµε ποίηση. Ατ  φων ποκινδυνεύει ν σβήσει κάθε στιγµ π στέρηση γάπης κα λοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει πο ν ’βρει καταφύγιο, παρνηµένη, χει τ νστικτο ν πάει ν ριζώσει στος πι προσδόκητους τόπους. Γι’ ατ δν πάρχουν µεγάλα κα µικρ µέρη το κόσµου. Τ βασίλειό της εναι στς καρδις λων τν νθρώπων τς γς. χει τ χάρη ν’ ποφεύγει πάντα τ συνήθεια, ατ τ βιοµηχανία.
Χρωστ τν εγνωµοσύνη µου στ Σουηδικ καδηµία πο νιωσε ατ τ πράγµατα, πο νιωσε πς ο γλσσες, ο λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δν πρέπει ν καταντον φράχτες που πνίγεται  παλµς τς νθρώπινης καρδις, πο γινε νας ρειος Πάγος κανός ν κρίνει µ λήθεια πίσηµη τν δικη µοίρα τς ζως, γι ν θυµηθ τν Σέλλεϋ, τν µπνευστή, καθώς µς λένε, το λφρέδου Νοµπέλ, ατο το νθρώπου πο µπόρεσε ν ξαγοράσει τνναπόφευκτη βία µ τ µεγαλοσύνη τς καρδις του.
Σ’ ατ τν κόσµο, πο λοένα στενεύει,  καθένας µας χρειάζεται λους τούς λλους. Πρέπει ν’ ναζητήσουµε τν νθρωπο, που κα ν βρίσκεται.
ταν στ δρόµο τς Θήβας,  Οδίπους συνάντησε τ Σφίγγα, κι ατ το θεσε τ ανιγµά της,  πόκρισή του ταν:  νθρωπος. Τούτη  πλ λέξη χάλασε τ τέρας. χουµε πολλ τέρατα ν καταστρέψουµε.  ς συλλογιστοµε τν πόκριση το Οδίποδα.»

Κατερίνα Νικοπούλου στις 29 Οκτωβρίου 2011

Μετά την πρόσφατη ανάρτηση της Κυριακής, που μου έδωσε την ευκαιρία μιας πρώτης γνωριμίας με τον Αργύρη Χιόνη, είχα την ευκαιρία να τον ακούσω να διαβάζει το παρακάτω διήγημα στην εκπομπή του Βασίλη Βασιλικού “Άξιον Εστί” (ΕΤ3), νωρίτερα σήμερα.

Αποφάσισα να αποκτήσω το βιβλίο και να αναρτήσω άλλη μια ιστορία από τα διηγήματά του, που έχουν βραβευτεί με το κρατικό βραβείο διηγήματος 2009.

Αργύρης Χιόνης – Υπήκοοι δίχως βασιλιά

Στον Κώστα Τριπολίτη

Μια μέρα, στα καλά καθούμενα (αλήθεια, πώς τους ήρθε;) τα δέντρα αποφάσισαν ότι τους χρειαζόταν κάποια ανώτερη αρχή. Τίποτε δεν είχαν να χωρίσουν μεταξύ τους· τίποτε δεν διεκδικούσαν το ένα από τ’ άλλο· συναλλαγές, που ήσαν πάντα καθαρές και τίμιες, είχανε μόνο με το χώμα, τη βροχή και τον ήλιο· τι στην ευχή τη θέλανε, λοιπόν, αυτήν την ανώτερη αρχή, αυτήν την εξουσία πάνω απ’ τα κεφάλια τους; Ένιωθαν άραγε κάποια ανασφάλεια; Εϊχανε τάχα έμφυτη κάποιαν ανάγκη γι’ αφοσίωση κι υποταγή; Ποιος ξέρει; Ποιος θα μπορούσε των δέντρων τη σκέψη να διαβάσει;

Τέλος πάντων, όπως και να ‘χει το πράγμα, τα δέντρα ήσαν αποφασισμένα να υποταχθούν σε ένα σκήπτρο. Ξεκίνησαν, λοιπόν, απ’ την ελιά, κι αφού υποκλίθηκαν σεβαστικά μπροστά της, της πρότειναν βασίλισσά τους να τη χρίσουν.

Η ελιά, σαν άκουσε την πρότασή τους, τίναξε με τσαχπινιά τ’ ασημοπράσινα μαλλιά της στον αέρα και τους είπε: “Ελάτε, ρε παιδιά, στα σύγκαλά σας! Θα παρατήσω εγώ το λάδι μου, που το τιμούν ανθρώποι και θεοί, βασίλισσα των δέντρων για να γίνω; Χτυπήστε άλλη πόρτα!”.

Και τα δέντρα χτυπήσανε την πόρτα της συκιάς, κι αφού κι αυτή τα άκουσε, την πιάσανε τα γέλια και τους είπε: “Δεν είμαστε καλά… Θ’ αφήσω εγώ τη γλύκα των καρπών μου, που τέρπει ανθρώπους και θεούς, για να λυγιέμαι και να σειέμαι σαν βασίλισσα πάνω από τ’ άλλα δέντρα; Χτυπήστε άλλη πόρτα!”.

Και χτύπησαν τα δέντρα του κλήματος την πόρτα. “Έλ’ αδερφέ”, του είπανε, “να γίνεις βασιλιάς μας, κι εμείς για σε θα κάνουμε τούμπες και κωλοτούμπες”.

“Αδέρφια, για συνέλθετε!” τους αποκρίθηκε το κλήμα. “Θα παρατήσω εγώ τα σταφυλάκια μου και το κρασί μου, που ευφραίνουνε ανθρώπους και θεούς, για να μου κάνετε εσείς τούμπες και κωλοτούμπες; Κρασί σας δίνω όσο θέλετε, αλλά μακριά από μένα η βασιλεία. Πιείτε μια κούπα, φίλοι μου, και θα με θυμηθείτε· θα νιώσετε οι ίδιοι βασιλιάδες”.

Είδαν κι απόειδανε τα δέντρα και, χωρίς να πιούνε το κρασί του κλήματος, έτσι όπως ήτανε, ξενέρωτα, προστρέξανε στην αγκαθιά.

“Αγκαθιά, κυρ-αγκαθιά”, της είπανε, “νιώθουμε απροστάτευτα, χαμένα κάτω απ’ αυτόν τον άδειο ουρανό. Έλα, σε ικετεύουμε, βασίλισσα να γίνεις και προστάτισσά μας”.

Η αγκαθιά τα κοίταξε με λύπηση, σαν να ‘ταν παλαβά, κι έτσι τους μίλησε: “Ακούστε, εγώ, μετά χαράς, βασίλισσά σας γίνομαι, αλλά, για να σας προστατεύω από τον άδειο ουρανό, πρέπει πολύ μικρά να γίνετε και κάτω από τ’ αγκάθια μου να μπείτε. Εγώ να ψηλώσω δεν μπορώ, αδυνατώ. Η προστασία βέβαια αυτή, προσέξτε με, κοστίζει πόνο και αίμα. Αποφασίστε”.

Τα δέντρα ακούσανε ανατριχιάζοντας τα λόγια της και, τρομοκρατημένα, πισωπάτησαν κι αρχίσαν, μεταξύ τους, ψιθυριστά να διαβουλεύονται. Η διαβούλευση αυτή κράτησε ώρα αρκετή κι όταν τελείωσε, η κουτσουπιά, η θαρραλέα της παρέας, πλησίασε την αγκαθιά και είπε: “Αγκαθιά, κυρ-αγκαθιά, συμπάθα μας, αλλά η ολομέλεια αποφάσισε ότι καλά είμαστε κι έτσι. Αν κοστίζει τόσο ακριβά η προστασία, καλύτερα να μείνουμε απροστάτευτα. Με το συμπάθιο, ε;”.

“Μπα, τι λέτε;” είπε η αγκαθιά, με ένα πονηρό χαμογελάκι. “Έτσι απαλλάσσομαι κι εγώ απ’ όλη αυτήν τη γραφειοκρατία· να διατηρώ Αυλή, αυλικούς, τζουτζέδες, αυλοκόλακες… ξέρετε τώρα… Καλά είμαι όπως είμαι· μου φτάνει η έγνοια για τ’ αγκάθια μου”.

Τα δέντρα υποκλίθηκαν βαθιά, ως παρ’ ολίγον υπήκοοι, μαζέψανε τις ρίζες τους και αποχώρησαν θλιμμένα. Όμως, εκεί που βάδιζαν, αμίλητα, σκυφτά, έκανε στάση, ξαφνικά, η θαρραλέα κουτσουπιά και αναφώνησε: “Μα για σταθείτε, ρε παιδιά· τι μούτρα είν’ αυτά; Πού πάμε; Σε κηδεία; Εγώ, τη μαύρη μου αλήθεια για να πω, δεν τη γουστάρω και πολύ τη βασιλεία, κι αν σας ακολούθησα, ήταν για να μην πείτε πως είμαι διασπαστική. Λέω, λοιπόν, να τα ξεχάσουμε όλ’ αυτά και να κάνουμε ακόμη μιαν επίσκεψη στον φίλο μας, το κλήμα, να μας κεράσει ένα κρασί, ν’ αλλάξουμε λιγάκι κλίμα”.

Έτσι κι έγινε· τα δέντρα συγκεντρώθηκαν γύρω απ’ το κλήμα, που πρόθυμα τα κέρασε κι ένα και δυο και περισσότερα από δυο ποτήρια.

Ήτανε δειλινό, σαν έφτασαν εκεί, κι ώσπου να πιουν τα περισσότερα από δυο ποτήρια, νύχτωσε και, ξαφνικά, η μηλιά, που μέχρι τότε έπινε αμίλητη, κοίταξε ψηλά και φώναξε, με μιλιά λιγάκι αλλοιωμένη: “Κοιτάκθτε, αδέρφια, κοιτάκθτε! Ο ουρανόθ δεν είναι πια κενόθ, δεν είναι άδειοθ, είναι γεμάτοθ άθτρα! Ποτέ δεν έχω κθαναδεί τόθα άθτρα!”. Κι έλεγε την αλήθεια, γιατί, ως γνωστόν, το κρασί έχει την ικανότητα να πολλαπλασιάζει τα άστρα και να σε κάνει να νιώθεις βασιλιάς τους. Ναι, βασιλιάς των άστρων.

Επιμύθιο Ι: Πριν σκύψεις, σκέψου.

Επιμύθιο ΙΙ: Αν θέλεις βασιλιά, ντε και καλά, γίνε υπήκοος του εαυτού σου.

 Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα (Σεπόλια) από γονείς νησιώτες, εσωτερικούς μετανάστες. Αφού και ο ίδιος εξέτισε μακράν περίοδον μεταναστεύσεως εις την Εσπερίαν, επέστρεψε στη μητριά πατρίδα το 1992 και εγκαταστάθηκε στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας, όπου ζει πλέον καλλιεργώντας τη γη και την ποίηση. (Από το εσώφυλλο του βιβλίου “Το Οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες”, εκδόσεις Κίχλη)