Διαβάσαμε

Κυριακή Ψαρρού στις 11 Μαΐου 2013

Αν η σκέψη σου επικεντρωνόταν στην ουσία, θα ‘χες γίνει κύριος της ζωής σου από καιρό.
Θα σου δώσω ένα παράδειγμα της σκέψης σου:
«Για όλα φταίνε οι Εβραίοι», λες.
«Τι είναι ο Εβραίος;» σε ρωτώ.
«Κάποιος που στις φλέβες του κυλάει εβραϊκό αίμα», απαντάς.
«Και πώς ξεχωρίζεις το εβραϊκό αίμα από το αίμα των άλλων;» Η ερώτηση σου προκαλεί σύγχυση. Μπερδεύεσαι, κομπιάζεις.
Ύστερα λες, «Εννοούσα ότι ανήκει στην εβραϊκή φυλή».
«Τι είναι η φυλή;» σε ρωτώ.
«Η φυλή; Αυτό είναι προφανές. Όπως υπάρχει γερμανική φυλή, έτσι υπάρχει κι εβραϊκή».
«Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της εβραϊκής φυλής;»
«Ο Εβραίος έχει μαύρα μαλλιά, μακριά, γαμψή μύτη και δια-περαστικό βλέμμα. Οι Εβραίοι είναι άπληστοι και κεφαλαιοκράτες».
«Αν δεις ένα Γάλλο της Μεσογείου ή έναν Ιταλό δίπλα σ’ έναν Εβραίο, θα τον ξεχωρίσεις;»
«Ε, όχι, για να είμαι ειλικρινής…»
«Τότε, λοιπόν, τι είναι ο Εβραίος; To αίμα του δε διαφέρει από το αίμα των άλλων. Η εμφάνισή του δε διαφέρει από εκείνη ενός Γάλλου ή ενός Ιταλού. Και μια και το ‘φερε η συζήτηση, έχεις δει Γερμανοεβραίους;»
«Μοιάζουν με τους Γερμανούς».
«Τι είναι ο Γερμανός;»
«Ο Γερμανός ανήκει σιη βόρεια φυλή των Αρίων».
«Οι Ινδοί είναι Άριοι;»
«Ναι».
«Είναι βόρειοι;»
«Όχι».
«Είναι ξανθοί;»
«Όχι».
«Βλέπεις; Δεν ξέρεις καν ποιος είναι ο Εβραίος και τι ο Γερμανός».
«Μα, υπάρχουν Εβραίοι!»
«Ασφαλώς και υπάρχουν. Όπως υπάρχουν Χριστιανοί και Μωαμεθανοί».
«Σωστά! Να, αυτό εννοούσα, την εβραϊκή θρησκεία».
«Ήταν Ολλανδός ο Ρούσβελτ;»
«Όχι».
«Και γιατί ονομάζεις τον Εβραίο απόγονο του Δαβίδ κι όχι τον Ρούσβελτ Ολλανδό;»

«Με τον Εβραίο είναι διαφορετικό».
«Σε τι διαφέρει;»
«Δεν ξέρω».
Τέτοιες κουταμάρες λες, ανθρωπάκο.
Και με τέτοιες κουταμάρες, συγκροτείς ένοπλες συμμορίες που σκοτώνουν δέκα εκατομμύρια ανθρώπους επειδή είναι Εβραίοι κι ας μην ξέρεις να μου πεις τι είναι ο Εβραίος.
Να γιατί γελάνε μαζί σου. Να γιατί όποιος θέλει να κάνει κάτι σοβαρό σε αποφεύγει. Να γιατί είσαι χωμένος στο βούρκο μέχρι το λαιμό. Όταν αποκαλείς κάποιον «Εβραίο», αισθάνεσαι ανώτερος.
Αισθάνεσαι ανώτερος, επειδή νιώθεις κατώτερος. Νιώθεις κατώτερος, επειδή εκείνο που θέλεις να εξοντώσεις στους ανθρώπους που αποκαλείς Εβραίους, είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Και τούτο είναι απλά ένα δείγμα του τι είσαι στ’ αλήθεια, ανθρωπάκο. Όταν αποκαλείς κάποιον περιφρονητικά «Εβραίο», η αίσθηση της μηδαμινότητάς σου ξαλαφρώνει. Αυτό το ανακάλυψα μόλις πρόσφατα. Αποκαλείς Εβραίο όποιον σου εμπνέει είτε υπερβολικό, είτε ελάχιστο σεβασμό. Σαν να ‘σαι αντιπρόσωπος κάποιας ανώτερης δύναμης επί της γης, ανέλαβες να αποφασίζεις ποιος είναι και ποιος δεν είναι Εβραίος. Αμφισβητώ το δικαίωμά σου να το κρίνεις αυτό, είτε είσαι τιποτένιος Άριος, είτε τιποτένιος Εβραίος. Μόνο εγώ έχω το δικαίωμα να πω τι είμαι. Είμαι βιολογικός και πολιτισμικός μιγάς κι είμαι περήφανος γι’ αυτό. ούτε σωβινιστής όπως εσύ, ασήμαντε φασίστα, όποια κι αν είναι η εθνικότητά σου, η φυλή και η τάξη σου.»….
…….»Όταν ζεις για μακρύ διάστημα στο βάθος μιας σκοτεινής σπηλιάς
θα σιχαθείς το φως του ήλιου. Και το πιθανότερο είναι ότι τελικά
τα μάτια σου θα χάσουν τη δύναμη αν αντέχουν.
Να γιατί καταλήγουμε να μισούμε το φως του ήλιου.»…

Ο Βίλχελμ Ράιχ (1897 – 1957) ήταν Αυστριακός ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και ερευνητής. Υπήρξε ένας από τους πλέον αμφιλεγόμενους διανοητές της σύγχρονης εποχής. Πέθανε στιγματισμένος και περιθωριοποιημένος στη φυλακή. Το βιβλίο ‘’άκου ανθρωπάκο’’, γράφηκε το 1948.

Aπό το ksm.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Μαΐου 2013

Εννιά ποιήματα για το φτάσιμο

 Αράχνες κατακλύζουν τον ουρανό
είναι φοίνικες, λες,
κρεμασμένοι σ’ έναν ιστό από φως.

Χαρούμενα, σκεπτόμενος τις κρυφές
ανοίξεις και παγίδες, κατεβαίνω απ’τ’ αεροπλάνο,
περιμένοντας την απογείωση στην προσγείωση.

Γιρλάντες αποκεφαλίζουν το σώμα
και όλοι ντυμένοι στα λευκά.
Ποιών είμαστε φαντάσματα;

Εσύ. Εσύ. Εσύ.
Κουνώντας χέρια (χειραψίες;). Κι εσύ.

Κρύα χέρια. Κρύα πόδια. Νόμιζα
ότι ο ήλιος θα ήταν πιο χαμηλά εδώ
να μου πλύνει το λαιμό.

Επαφή. Μιλάμε μια γλώσσα κρεββατιών
δια μέσου καλά εγκατεστημένων καλωδίων.
Τα κρεββάτια γλιστρούν, ανοίγουν,
καταβροχθίζουν το ένα τ’ άλλο.

Κάποια ήταν σημαντικά.
Είναι αυτό εδώ,
τόσο βαθύ και νεκρό σαν τον ορίζοντα;

Ανήσυχος σα νερό
βουτώ από το αγαπημένο μου δέντρο
που δεν είναι πια εκεί
παρόλο που αφήσανε να μείνουν οι ρίζες του.

Στεγνοί βώλοι γης
σφίγγουν τα μικρά πρόσωπά τους
σε μια προσπάθεια να κλάψουν. Πίσω
εκεί που γεννήθηκα.

Μπορώ ακόμα και να παρακολουθήσω τη δική μου γέννηση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Μαΐου 2013

Ο αρχαιότερος ελληνικός μύθος περί Δημιουργίας μιλάει για τη Θεά Ολων των Πραγμάτων, που είναι γνωστή ως Ευρυνόμη (ευρύς+νομαδικός). Αυτή η αρχέγονη θεά δημιούργησε το σύμπαν και παραχώρησε στη γενιά των Τιτάνων το δικαίωμα να το ελέγχουν.

 
 
Η Ευρυνόμη γεννήθηκε γυμνή από το Χάος, διαχώρισε τον ουρανό από τη θάλασσα και ύστερα χόρεψε πάνω στα ύδατα. Από τις κινήσεις της δημιουργήθηκαν οι βόρειοι άνεμοι, με τους οποίους έπλασε ένα φίδι, τον Οφίωνα. Η Ευρυνόμη ζευγάρωσε με τον Οφίωνα και την ώρα που φύσηξε πάνω της ένας θερμός βόρειος άνεμος, γονιμοποιήθηκε. Εκείνη μεταμορφώθηκε σε περιστέρι και γέννησε ένα αβγό από το οποίο προέκυψαν τα υπόλοιπα στοιχεία του σύμπαντος: τα αστέρια, οι πλανήτες, ο ήλιος, η σελήνη και η Γη.
 
Η Ευρυνόμη τακτοποίησε τη δομή του κόσμου, ορίζοντας έναν Τιτάνα και μια Τιτανίδα ως ηγεμόνες του κάθε πλανήτη. Η Ευρυνόμη έκανε το έδαφος της Αρκαδίας ιδιαίτερα γόνιμο και από εκεί γεννήθηκε ο πρώτος άνθρωπος, ο Πελασγός και οι συνάνθρωποι του. ο Πελασγός δίδαξε στους ανθρώπους να κατασκευάζουν καταλύματα και ρούχα και να αναζητούν την τροφή τους.
Κυριακή Ψαρρού στις 9 Μαΐου 2013

Οι εκδόσεις Gutenberg οργανώνουν κύκλο διαλέξεων με γενικό τίτλο “Αντι-διάλογοι”, κάθε Πέμπτη στις 6.30 μ.μ. Είσοδος ελεύθερη.
Εκδόσεις – Βιβλιοπωλείο Gutenberg, Διδότου 37, Αθήνα

5η διάλεξη 16/05/2013
Λογοτεχνία και ζωγραφική.
Δημήτρης Αγγελάτος – Χρήστος Αθανασιάδης

6η διάλεξη 23/05/2013
Η έμμετρη και «ελεύθερη» ποιητική παράδοση σήμερα.
Δημήτρης Κοσμόπουλος – Νάσος Βαγενάς

7η διάλεξη 30/05/2013
Μυθιστόρημα και σενάριο.
Θανάσης Βαλτινός – Παντελής Βούλγαρης

8η διάλεξη 06/06/2013
Νέες Τεχνολογίες και Λογοτεχνία.
Τιτίκα Δημητρούλια – Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού

9η διάλεξη 13/06/2013
(έναρξη στις 9:00 μ.μ.)
Προσωκρατική Φιλοσοφία και Νεοελληνική Ποίηση.
Γιάννης Ανδριανάτος – Κώστας Δαρδανός

10η διάλεξη 20/06/2013
Μεταφράζοντας μέσα στην ίδια γλώσσα: η ενδογλωσσική μετάφραση στα ελληνικά.
Γιώργος Κεντρωτής – Κώστας Κουτσουρέλης

11η διάλεξη 27/06/2013
Λογοτεχνικός κανόνας ή λογοτεχνικοί κανόνες;
Γιώργος Δαρδανός – Ευριπίδης Γαραντούδης

Αιτήσεις: info@e-gutenberg.gr

Από την Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

Κυριακή Ψαρρού στις 3 Μαΐου 2013

Ο μύθος της ψυχικής νόσου

-Οι άνθρωποι δεν ενεργούν ανεύθυνα επειδή είναι άρρωστοι, αλλά είναι άρρωστοι επειδή λειτουργούν ανεύθυνα.

-Με τα όρια που βάζουν οι γονείς στα παιδιά τους τους λένε “σας αγαπούμε και νοιαζόμαστε για σας ¨και εκείνα παραβαίνοντας τα όρια λένε στους γονείς “απόδειξέ το“.

Ζήσαμε τη ζωή κάποιου άλλου και ύστερα πεθάναμε εμείς. Τάσος Λειβαδίτης.

-Αυτό που κάνουμε είναι σημαντικό και ουσιαστικό στο ποσοστό που είναι γνήσιο.

-Λίγα πράγματα είναι τόσο τραγικά στη ζωή του ανθρώπου όσο το θάψιμο της ανδρικής ευαισθησίας και τρυφερότητας χάριν του επιβητορικού προτύπου  που επιβάλλει η κοινωνική σύμβαση.

-Η αγάπη όχι μόνο δεν αγοράζεται, αλλά ούτε καν ζητιέται. Η αγάπη μόνο προσφέρεται.

Κυριακή Ψαρρού στις 1 Μαΐου 2013

Ἡ κάθε μέρα σὰν τὴ γομολάστιχα

σβήνει τὴν προηγούμενη καὶ πάει.

Ἄλλοτε σβήνει τὴν ἑπόμενη,

καμιὰ φορὰ ὁλόκληρη βδομάδα.

 

Βροχὲς θυμᾶμαι καὶ πουλιὰ

καὶ ἱστορίες ποὺ δὲν ἔζησα ποτέ μου.

 

Τὶς νύχτες γράφεται τὸ μέλλον μου,

τὰ φοβερὰ καθέκαστα τῆς ἑπομένης,

καὶ πρέπει νὰ ξυπνάω στὶς ἑφτά,

μὲ τὴν ψυχὴ στὰ δόντια νὰ γυρίζω,

γιὰ νὰ προλάβω τὶς παραγγελίες.

 

Χιόνια θυμᾶμαι καὶ βουνὰ

καὶ ἐξορίες ποὺ δὲν ἔζησα ποτέ μου.

 

Λησμόνησα τοὺς ἴδιους τοὺς γονεῖς μου,

πῶς ἤτανε καὶ ποιοὶ καὶ πόσοι.

Κοιτάζω γράμματα, φωτογραφίες,

δὲν ξεχωρίζω ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους.

Γριὲς καὶ γέροι καὶ παιδιά,

μεσήλικες θλιμμένοι.

 

Μάτια θυμᾶμαι καὶ φωνές,

πρόσωπα ποὺ δὲ γνώρισα ποτέ μου.

 

 

«Τότε, ἀφοῦ πῆγε στοὺς ἀρχιερεῖς ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, εἶπε, τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε γιὰ νὰ σᾶς τὸν παραδώσω;»[…]

Καὶ ἀκριβῶς ὅταν ἡ πόρνη μετανοοῦσε, ὅταν καταφιλοῦσε τὰ πόδια τοῦ Κυρίου, τότε πρόδινε τὸ Δάσκαλο ὁ μαθητής. Γι’ αὐτὸ εἶπε «τότε», γιὰ νὰ μὴν κατηγορήσεις γιὰ ἀδυναμία τὸ Δάσκαλο, ὅταν βλέπεις τὸν μαθητή του νὰ τὸν προδίνει. Γιατί τόσο μεγάλη ἦταν ἡ δύναμη τοῦ Δασκάλου, ὥστε νὰ πείθει νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν ἀκόμη καὶ οἱ πόρνες.

Θὰ ἀναρωτιόταν ὅμως κανείς, Ἐκεῖνος ποὺ εἶχε τὴ δύναμη νὰ μεταστρέφει τὶς πόρνες καὶ νὰ τὶς κάνει νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν, δὲν κατάφερε νὰ κερδίσει τὴν ἀγάπη τοῦ μαθητῆ του; Εἶχε τὴ δύναμη νὰ κερδίσει τὸ μαθητή, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν μεταβάλει ἀναγκαστικὰ στὸ καλό, οὔτε μὲ τὴ βία νὰ τὸν προσελκύσει κοντά Του. «Τότε, ἀφοῦ πῆγε». Καὶ τὸ «ἀφοῦ πῆγε» αὐτὸ δὲν στερεῖται κάποιας σημασίας. Γιατί δὲν κάλεσαν οἱ ἀρχιερεῖς τὸν Ἰούδα, οὔτε ἀναγκάστηκε, οὔτε ὑποχρεώθηκε, ἀλλὰ ὁ ἴδιος μόνος του κι ἐλεύθερα γέννησε τὴν πονηρὴ αὐτὴ σκέψη κι ἔβγαλε αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, χωρὶς νὰ ἔχει κανέναν σύμβουλο σ’ αὐτὸ τὸ πονηρό του ἔργο. «Τότε, ἀφοῦ πῆγε …; ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα»……..
Ἂν ἐκεῖνος δὲν ἔδινε σημασία, δὲν φταίει ὁ Κύριος. Καὶ μάρτυρας εἶναι ἡ πόρνη, καὶ μὴ πολυπαίρνεις θάρρος προσέχοντας τὸν Ἰούδα. Γιατί καὶ τὰ δύο αὐτὰ εἶναι ὀλέθρια, καὶ τὸ ὑπέρμετρο θάρρος καὶ ἡ ἀπελπισία (ἀπόγνωση). Γιατί τὸ ὑπέρμετρο θάρρος κάνει νὰ πέσει κάτω αὐτὸς ποὺ στέκεται ὄρθιος, καὶ ἡ ἀπελπισία ἐμποδίζει νὰ σηκωθεῖ αὐτὸς ποὺ ἔχει πέσει. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος συμβούλευε λέγοντας: «Αὐτὸς ποὺ νομίζει πὼς στέκεται, ἂς προσέχει μὴν πέσει».

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Απριλίου 2013
 
Stone_Mason
Κάποτε ήταν ένας λιθοξόος που δεν ήταν ικανοποιημένος από τον εαυτό του και την ζωή του.
Μια μέρα, περνώντας έξω από το σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου, κοίταξε μέσα από την ανοιχτή πόρτα και θαύμασε τα όμορφα πράγματα και τους σημαντικούς επισκέπτες.
«Πόσο σπουδαίος να είναι αυτός ο έμπορος!» σκέφτηκε με ζήλια και ευχήθηκε να γίνει σαν αυτόν τον έμπορο.
Προς μεγάλη του έκπληξη, αμέσως μεταμορφώθηκε σε έμπορο, απολαμβάνοντας τις πολυτέλειες και την ισχυρή επιρροή, μα και την ζήλια των πιο φτωχών απʼ αυτόν.
Σύντομα, ένας σημαντικός προύχοντας πέρασε από τον δρόμο, που τον μετέφεραν σε σέντια και συνοδευόμενος από στρατιωτικούς. Όλοι, όσο πλούσιοι κι αν ήταν, υποκλίνονταν μπροστά του.
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο προύχοντας!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν προύχοντας!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε ισχυρό προύχοντα, που όλοι φοβούνταν αλλά και μισούσαν.
Ήρθε το καλοκαίρι και οι πολύ ζεστές μέρες, κι ο προύχοντας ένιωθε άβολα μέσα στην σέντια του. Κοίταξε ψηλά τον ήλιο και σκέφτηκε «πόσο ισχυρός είναι ο ήλιος! Εύχομαι να ήμουν ο ήλιος!»
Αμέσως έγινε ο ήλιος, να λάμπει πάνω από τον κόσμο, να λατρεύεται και να θαυμάζεται από τους ανθρώπους, αλλά και να καταριέται από τους αγρότες -που τους έκαιγε τα σπαρτά- και από τους εργάτες που υπέφεραν κάνοντας την εργασία τους.
Μα ξάφνου, ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο πέρασε από μπροστά του, εμποδίζοντάς τον να λάμψει παντού πάνω στη γη.
«Πόσο ισχυρό είναι αυτό το σύννεφο!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν σύννεφο!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε βαρύ, μαύρο σύννεφο, που πλημμύριζε με το νερό του τα σπαρτά και τα χωρία, κι όλοι το καταριόνταν.
Μα σύντομα, κατάλαβε ότι παρασέρνονταν από μια μεγαλύτερη δύναμη, τον άνεμο.
«Πόσο ισχυρός είναι ο άνεμος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν ο άνεμος!»
Αμέσως έγινε ο άνεμος, να φυσάει μανιασμένα ξεριζώνοντας δέντρα και καταστρέφοντας τις σκεπές των σπιτιών, κι όλοι να τον καταριόνται.
Σύντομα όμως βρέθηκε μπροστά σε έναν θεόρατο βράχο, που δεν μετακινούνταν καθόλου, παρά την δύναμη του ανέμου.
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο βράχος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν βράχος!»
Αμέσως έγινε ένας δυνατός, τεράστιος βράχος. Ότι πιο σταθερό πάνω στην γη.
Έτσι όπως στεκότανε απολαμβάνοντας την δύναμή του, άκουσε τον ήχο μεταλλικού εργαλείου πάνω στην επιφάνειά του και ένιωσε νʼ αλλάζει η μορφή του.
«Τι μπορεί να είναι πιο ισχυρό από εμένα;;» απόρησε.
Κοίταξε κάτω χαμηλά, και είδε έναν λιθοξόο…
The-Stone-Mason
Μαρία Ανδρεάδου στις 30 Απριλίου 2013

[….]Έχει ένα χτύπο το χάος· έχει ένα σφυγμό το κενό· και μόνο οι ώρες σωπαίνουν· και μόνο οι καιροί δε μιλούν. Η αιωνιότη σε κυτάζει και σκέφτεται· τα πλάτη, οι απόστασες, είναι αφιερωμένα στο βάδη σου· αναθυμιάζει μ’ ευλάβεια κάτ’ απ’ το βήμα σου η γη.

[….]Έτσι πάνε· όλο ίσα και ντρίτα· άκρη άκρη στις σιδεροτροχιές, στα ποτάμια, άκρη-άκρη στους ωραίους γιαλούς· πάντα δημοσά κι’ όλο κάμπο· δεν ανεβοκατεβαίνουν οι δρόμοι, δεν παν οι στράτες λοξά· για σένα δεξά ή ζερβά να διαβαίνουν τα όρη, να εξελίσονται οι θάλασσες· η καμπύλη, η ευθεία, κι’ ο κόσμος αργά· η αιωνιότη πιστώνει. Η φυγόκεντρη δύναμη ας είναι ένα παραμύθι των κύκλων, και μόνο μια γραμμή κατακόρυφη νάσαι συ στις στροφές· έτσι· όπως πάνε οι δρόμοι μονάχοι τους, όπως στέκουν τα βράχια.

πέρα απ’ τις σιδηροτροχιές / Γιάννης Σκαρίμπας

Μαρία Ανδρεάδου στις 30 Απριλίου 2013

…και τότε βγαίνει απ’ την πλαϊνή πύλη ο Εσταυρωμένος κι εμείς με τα εξαφτέρουγα κι οι ιερείς με τα θυμιατά, και γίνεται η μεγάλη σιωπή του «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας» και τα πάντα σβήνουν και κατορθώνονται κάπου αλλού, κι η μητέρα κλαίει στο στασίδι της, κι ο Αργύρης κοιτάει τη Νίνα, και στο βάθος ο Κάβουρας με άσπρο καθαρό πουκάμισο, καλοχτενισμένος, καθόλου κάβουρας, κι έξω απ’ την εκκλησία μεγάλωναν από μια ξαφνική δύναμη τα δέντρα, κι η θάλασσα σωπαίνει γ ι α ν’  α κ ο ύ σ ε ι, και τ’ άστρα ξύνουν με τα νύχια τους το σκοτάδι και περιμένουν (Εκείνον; Εμάς;) και τα πορτοκαλάνθια, τα τριαντάφυλλα, τα γιασεμιά, τα χρυσάνθεμα, οι γαζίες, οι μαργαρίτες φουντώνουν για το στόλισμα του Επιτάφιου, και σκαλιστές λαμπάδες κρέμονται έξω απ’ τα μαγαζιά για την Ανάσταση, μα εγώ δεν ήθελα να κλαίει η μητέρα, δεν ήθελα να ‘ναι λυπημένος ο κόσμος κι η θεια-Σταθούλα κι η κυρα-Παρασκευούλα κι ο μπαρμπα-Γιάννος που ‘χασε το γιο του από δυναμίτη σε νυχτερινό ψάρεμα, κι έλεγα να βρω το «αθάνατο νερό» πρώτα απ’ όλα για τη μαμά και για όλους, ναι, και για μένα, γι’ αυτό όταν γυρίζαμε απ’ την Ανάσταση με τις λαμπάδες και βάζαμε το χέρι μας μπροστά στη φλόγα μη μας τη σβήσει ο αέρας, εγώ έφερνα την παλάμη μου κοντά στη φλόγα να δω αν με κάψει, αν πονέσω, κι όταν φτάναμε σπίτι φτιάχναμε σταυρούς στο ανώφλι της πόρτας με την κάπνα των κεριών κι ύστερα μπαίναμε μέσα κι ανάβαμε με τ’ άγιο φως πρώτα την καντήλα μπροστά στα εικονίσματα στο δωμάτιο της γιαγιάς, ύστερα όλους τους λύχνους, ακόμη και τις λάμπες πετρελαίου προσέχοντας όμως να μη στάξει το κερί στο φιτίλι κι ύστερα σπάσει το γυαλί.

Κι ώσπου να ζεστάνουν στην κουζίνα το ψητό με τις πατάτες και τη μαγειρίτσα και να κόψουν το αυγολέμονο, εγώ καθόμουνα έξω στην αυλή, τέντωνα τα μάτια, τρέμοντας από μια χλιαρή ψύχρα, να δω πάνω απ’ τη θάλασσα, μακριά ν’ ανηφορίζει λάμποντας γυμνό το Άγιο Σώμα στον ουρανό «θανάτω θάνατον πατήσας», Θεέ μου, κάνε να Τον δω κι εγώ, κι απ’ την πόρτα ερχότανε προκλητική η μυρουδιά της μαγειρίτσας ύστερα απ’ τη νηστεία της Σαρακοστής και γέμιζε το στόμα μου σάλιο. Και δεν Τον έβλεπα. Ίσως να ‘φταιγε κι η Μαρίτσα κι ο Κάβουρας, ίσως κι η μαγειρίτσα – δεν είναι σωστό να πεινάς τέτοιες ώρες. «Ίων, Ίων» με φωνάζαν κιόλας από μέσα «το τραπέζι είναι έτοιμο». Έτρωγα με λυπημένη απληστία τη σούπα, το ψητό, τις πατάτες, από πάνου τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αυγά μα δεν τα τρώγαμε γιατί είχαμε και τους κουραμπιέδες, τα μελομακάρουνα, τ’ αμυγδαλωτά, κι ύστερα ο ύπνος βαθύς, δε θυμόμουνα τίποτα, μόνο κάτι από φως, πολύ φως, τίποτα. Όμως την άλλη μέρα έλεγα στους συμμαθητές μου «Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια, να, ολοζώντανον, όλο φως» (γιατί τάχα να μην Τον έχω δει κι εγώ αφού Τον είδαν, λέει, η Αργυρούλα, η Θοδωρίτσα, η Φανή, ο Σταυράκης;). Όμως το άλλο βράδυ δεν άντεξα και το ‘πα στη μητέρα «μαμά, δεν Τον είδα», «ποιον;», «το Χριστό, ντε, μια ώρα περίμενα στην αυλή», «θα νύσταζες» είπε η μαμά, «όχι, δε νύσταζα καθόλου, τα μάτια μου, να, τέντα, μόνο που πείναγα – λέτε μαμά να φταίει που πείναγα;», «όχι, του χρόνου θα Τον δεις σίγουρα», «μα η Αργυρούλα Τον είδε και πέρσι και φέτος», «η Αργυρούλα λέει ψέματα κι επειδή λέει ψέματα δε θα Τον δει ποτέ». Άρα εγώ που δεν είπα ψέματα στη μαμά, δεν είμαι αμαρτωλός κι έτσι οπωσδήποτε του χρόνου θα Τον δω, και μάλιστα θα Του γράψω κι ένα ποιηματάκι που μέρες τώρα τριγυρίζει στο μυαλό μου, πως το πριόνι έπεσε απ’ το καρφί του τοίχου, στο εργαστήριο του πατέρα Του κι έκανε μπαμ στο πάτωμα κι άνοιξε μια τρύπα κι από κει μέσα βγήκαν 12 τριαντάφυλλα (και δεν ξέρω γιατί σώνει και καλά έπρεπε να ‘ναι τα τριαντάφυλλα 12) κι έκοψα τα 12 τριαντάφυλλα και τα ‘φτιαξα στεφάνι και Του ‘βγαλα τον ακάνθινο στέφανο και του φόρεσα τα τριαντάφυλλα και Του πήγαιναν πολύ κι ήταν πιο όμορφος από πάντοτε και πίσω απ’ τα τριαντάφυλλα το φωτοστέφανο πιο χρυσό από άλλοτε, και το ‘χε πει κι η Νίνα δοκιμάζοντας μπροστά στον καθρέφτη το φόρεμα που της είχε φέρει απ’ το Παρίσι ο θείος ο Μπότης ο Ψηλός, «το ροζ πάει πολύ με το χρυσό» (ω, να ‘βλεπε ο Αργύρης τη Νίνα μας μ’ αυτό το φόρεμα, δυο Νίνες, μια μέσα στον καθρέφτη και μια έξω, με το ίδιο φόρεμα, ροζ και χρυσό· –θα το φορέσει – είπε – το καλοκαίρι). Ναι, έτσι, ροζ και χρυσόν, θα Τον δω του χρόνου να υψώνεται στον ουρανό. Μα τι λέω του χρόνου; Να Τον κιόλας, ολόσωμος, γυμνός, μπροστά μου, Τον βλέπω, με τα δικά μου τριαντάφυλλα στα χρυσά μαλλιά Του.

Γιάννης Ρίτσος / απόσπασμα από το μυθιστόρημα “Ίσως να ναι κι έτσι”

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Απριλίου 2013

 

 ΙΣΟΚΡ 4. 75-81

Ἀναζητώντας τὴν ἑρμηνεία τῶν κατορθωμάτων στὰ Μηδικά: οἱ ἀξίες καὶ ὁ τρόπος ζωῆς τῆς προηγούμενης γενιᾶς.

(Ἀνατρέχοντας στὸ ἀπώτερο παρελθὸν στὸ πρῶτο μέρος τοῦ λόγου του, τὸ ἐπιδεικτικό, ὁ ρήτορας ἀναφέρθηκε στὶς εὐεργεσίες τῆς Ἀθήνας πρὸς τοὺς Ἡρακλεῖδες καὶ τὸ Ἄργος, ἀλλὰ καὶ στὶς ὑπηρεσίες τῆς πόλης πρὸς τοὺς ὑπόλοιπους Ἕλληνες μὲ τὴν ἀντιμετώπιση Θρακῶν, Σκυθῶν καὶ Ἀμαζόνων. Πρὶν μιλήσει γιὰ τοὺς Περσικοὺς πολέμους, σημείωσε ὅτι ἐπιδίωξή του δὲν ἦταν νὰ ἀποσιωπήσει τὴ συνεισφορὰ τῶν Λακεδαιμονίων σὲ αὐτούς· ἄλλωστε, αὐτὴ ἀνέδειξε ἀκόμη περισσότερο τὴν ἀξία καὶ ὑπεροχὴ τῶν Ἀθηναίων. Καὶ συνεχίζει:)

[75] Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρόσφεραν πάρα πολλὲς ὑπηρεσίες καὶ ἀξίζουν κάθε ἔπαινο αὐτοὶ ποὺ ριψοκινδύνεψαν στὴν πρώτη γραμμὴ τῆς μάχης προτάσσοντας τὰ στήθη τους γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι ὅμως σωστὸ νὰ ξεχνοῦμε κι αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο καὶ κατεῖχαν τὴν ἐξουσία στὴν κάθε μία ἀπ’ αὐτὲς τὶς δυὸ πόλεις· ἐπειδὴ ἐκεῖνοι ἦταν ποὺ προγύμνασαν τοὺς μεταγενέστερους, ὁδήγησαν τὸ λαὸ στὴν ἀρετὴ καὶ δημιούργησαν φοβεροὺς ἀνταγωνιστὲς τῶν βαρβάρων.

[76] Διότι δὲν ἔδειχναν ἀδιαφορία γιὰ τὰ δημόσια πράγματα, οὔτε τὰ ἐκμεταλλεύονταν σὰ νὰ ‘ταν δικά τους οὔτε τὰ παραμελοῦσαν σὰ νὰ ‘ταν ξένα, ἀλλὰ τὰ πονοῦσαν σὰν δικά τους καὶ δὲν τ’ ἄγγιζαν, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι σωστὸ γιὰ πράγματα ποὺ δὲν μᾶς ἀνήκουν. Οὔτε μετροῦσαν τὴν εὐτυχία μὲ τὸ χρῆμα, ἀλλὰ ἀντίθετα νόμιζαν ὅτι τὸν πιὸ σίγουρο καὶ ὡραῖο πλοῦτο ἔχει ἐκεῖνος ποὺ κάνει πράξεις ἀπ’ τὶς ὁποῖες κι αὐτὸς πρόκειται νὰ ἀποκτήση ἐξαιρετικὴ φήμη καὶ στὰ παιδιά του νὰ κληρονομήση πολὺ μεγάλη δόξα.

[77] Οὔτε συναγωνίζονταν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο στὸ θράσος οὔτε ἐπέβαλλαν στοὺς ἄλλους τὰ τολμήματά τους, ἀλλὰ ἀντίθετα νόμιζαν πὼς εἶναι πιὸ φοβερὸ νὰ τοὺς κατακρίνουν οἱ συμπολίτες τους ἀπ’ τὸ νὰ πεθάνουν μὲ δόξα γιὰ τὴν πατρίδα τους κι ἔνοιωθαν περισσότερη ντροπὴ γιὰ τὰ σφάλματα πάνω στὶς δημόσιες ὑποθέσεις ἀπ’ ὅ,τι ντρεπόμαστε σήμερα γιὰ τὰ προσωπικά μας παραπτώματα.

[78] Αἰτία αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων ἦταν τὸ ὅτι πρόσεχαν πῶς νὰ ἐφαρμόζωνται πιστὰ καὶ μὲ ἀκρίβεια οἱ νόμοι, ὄχι τόσο αὐτοὶ ποὺ ἀναφέρονταν στὶς ἰδιωτικές τους συναλλαγές, ὅσο αὐτοὶ ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν καθημερινή τους διαγωγή· γιατί γνώριζαν καλὰ ὅτι οἱ καλοὶ καὶ ἐνάρετοι ἄνθρωποι καθόλου δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ πολλοὺς γραπτοὺς νόμους, ἀλλὰ μὲ λίγες συμφωνίες μποροῦν νὰ συμβιβαστοῦν εὔκολα καὶ γιὰ τὰ ἰδιωτικὰ καὶ γιὰ τὰ δημόσια ζητήματα.

[79] Ἦταν μάλιστα τόση ἡ ἀφοσίωση στὸ κοινὸ συμφέρον, ὥστε καὶ οἱ πολιτικοί τους ἀνταγωνισμοὶ δὲν ἀφοροῦσαν τὸ ποιὸ ἀπ’ τὰ δυὸ κόμματα θὰ ἐξοντώση τοὺς ἀντιπάλους του καὶ θὰ κυριαρχήση πάνω στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ποιοὶ πρῶτοι θὰ προσφέρουν κάποια ὑπηρεσία στὴν πόλη. Καὶ σχημάτιζαν τὰ κόμματα ὄχι γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν προσωπικὰ τους συμφέροντα, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὠφελήσουν τὸ λαό.

[80] Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μάλιστα ρύθμιζαν καὶ τὶς σχέσεις τους μὲ ἄλλα ἔθνη, ἐξυπηρετώντας τοὺς Ἕλληνες, χωρὶς νὰ φέρωνται ὑπεροπτικά, νομίζοντας πὼς πρέπει νὰ εἶναι ὄχι τύραννοί τους, ἀλλὰ ἀρχηγοί τους στὸν πόλεμο, περισσότερο ἐπιθυμώντας νὰ τοὺς λένε ἀρχηγοὺς παρὰ κυρίαρχους καὶ νὰ ὀνομάζωνται σωτῆρες καὶ ὄχι ἐκμεταλλευτές, παίρνοντας στὴ συμμαχία τους τὶς πόλεις μὲ τὸ νὰ τὶς εὐεργετοῦν καὶ ὄχι νὰ τὶς ὑποτάσσουν μὲ τὴ βία, κρατώντας τὸ λόγο τους πιὸ πιστὰ ἀπ’ ὅ,τι σήμερα κρατᾶμε τοὺς ὅρκους, θεωρώντας ἀπαραίτητο νὰ μένουν πιστοὶ στὶς συνθῆκες,

[81] σὰν νὰ εἶναι ἀναπόφευκτοι φυσικοὶ νόμοι, χωρὶς νὰ ὑπερηφανεύωνται τόσο γιὰ τὴν ἐξουσία ποὺ εἶχαν, ὅσο καμάρωναν γιὰ τὴ συνετή τους ζωή, βρίσκοντας σωστὸ νὰ ἔχουν γιὰ τοὺς κατώτερους τή γνώμη ποὺ θὰ ‘θελαν νὰ ἔχουν οἱ ἀνώτεροι γι’ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους, θεωρώντας τὶς πόλεις τους ἰδιαίτερα κέντρα θρησκευτικὰ καὶ πολιτικά, ἀναγνωρίζοντας ὅμως σὰν κοινὴ πατρίδα τὴν Ἑλλάδα.

Από την Αγία Ζώνη
Κυριακή Ψαρρού στις 21 Απριλίου 2013

Τὸ φαγκρὶ εἶναι τὸ νοστιμότερο ψάρι τοῦ Αἰγαίου. Στὰ γαλλικὰ λέγεται φουὰ-γκρί.

Ὅποιος ζηλεύει τὰ πολλά, ζηλεύει καὶ τὰ λίγα.

Ἡ δονοβλεψία εἶναι ἀσθένεια ὅπου δονεῖ τὸ αἴσθημα τῆς ὁράσεως.

Ἕνας ἀλλοδαπὸς μπορεῖ νὰ γίνει Ἕλληνας μόνον διὰ τῆς γονιμοποιήσεως. Ἀλλιῶς, παραμένει πάντα ἄλλος δαπός, ἐπ’ ἄπειρον.

Τρισκατάρατον εἶναι τὸ πλοῖον τὸ ἔχον κατάρτια καὶ στὰ τρία ἱστία.

Ἡ οὐρὰ στὰ ζῶα χρησιμοποιεῖ μὲ τὸ ποὺ νὰ τὴν βλέπουν τὰ ζῶα πόρχονται πίσω, ὅτι μπροστὰ ὑπάρχει κι ἄλλο ζῶον. Στὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀχρείαστη.

Ὁ ἐξοστρακισμὸς ἦταν μία ἀρχαία τιμωρία ὅπου σοῦ ἔβαζαν ἕξι ὄστρακα κι ἔπρεπε νὰ τὰ χτυπήσεις καὶ νὰ τὰ σπάσεις μὲ τὸ κεφάλι σου. Μερικὲς φορὲς πετύχαινε, ἄλλες ὄχι.

Ὁ ἀλιγάτορας εἶναι συνδυασμένο ζῶον: μισὸς ἄλιγας, μισὸς γάτορας.

Στὴν ἀρχαιότητα ἦταν ὅλα ἠθικὰ καὶ γνήσια, ἀκόμα καὶ οἱ πόρνες λεγόντουσαν ἱέρειες.

Χαρμόσυνοι ἤχησαν οἱ κώδωνες τῶν ναῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν οἱ καμπάνες.

Ἂν ὁ Καραϊσκάκης ζοῦσε σήμερα θὰ ἔτριζαν τὰ κόκκαλά του.

Παρ’ ὅλο ποὺ ὁ γέρος ἦταν τυφλός, ἄκουσε τὰ πάντα!

Πολλοὶ ἄνθρωποι χρησιμοποιοῦν προστυχόλογα. Προχτὲς στὸ πανηγύρι τοῦ Σταυροῦ, κάτω στὴν Καρούτα, κάποιος εἶπε ἀνυπερθέτος. Οἱ ἄλλοι ἔκαναν πὼς δὲν κατάλαβαν.

Ὁ πατέρας μου εἶναι πολὺ καλὸς καὶ μὲ βοηθάει σὲ ὅλα. Ὅταν κάνω ἐξάσκηση στὸ βιολί, κλείνεται στὸ δωμάτιό του, βγαίνει πότε-πότε καὶ μοῦ λέει μπράβο παιδί μου, μετὰ ξανακλείνει τὴν πόρτα. Σὲ λίγο, πάλι μπράβο παιδί μου. Μερικὲς φορές, γιὰ νὰ μὴ μὲ διακόπτει, φοράει ἀκουστικὰ καὶ ἀκούει κανονικὴ μουσική.

Τὸ ἐθνικὸ σῆμα τῆς Ὀλλανδίας εἶναι τὸ ἄνθος τῆς τουλούμπας.

Καλύτερα μιὰ χώρα μ’ ἐλεύθερη ζωή, παρὰ σαράντα χῶρες σκλαβιὰ καὶ φυλακή.

Σαρανταπέντε πετεινοί, ἑνὸς κοκόρου γνώση.

Οἱ χορευτὲς δὲν κάνουν παιδιὰ γιατί ἂν κάνουν θὰ βγοῦν ὁμοφυλότερα.

Ἴδιος κι ἀπαράδεκτος!

Τῆς ἔταξε λαχνοὺς μὲ πετραχείλια.

Τὸ ἄλλο παιδὶ ἦταν ἄσχημο, κακότροπο καὶ ὀξύμωρο.

Ἡ κόμπρα εἶναι τελείως ἀκίνδυνη γιὰ τοὺς Ἕλληνες. Πέρυσι χάσαμε χιλιάδες σὲ τροχαῖα δυστυχήματα. Οὔτε ἕνας θάνατος ἀπὸ κόμπρα!

Ἡ ὑψηλότερη κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου ἦταν τὸ Δωδεκάθεον. Πάνω στὸ ψηλότερο σημεῖο, ἀκριβῶς πάνω στὴ μύτη τῆς κορυφῆς, καθόταν ὁ Δίας.

Ὁ Λουδοβίκος ὁ XVI, ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπανάσταση, ἀποκεφαλίστηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωὴ του τὸ ἔτος 1792.

Ὁ Διονύσιος ὁ Σολομὼν ἔγραψε τὸν Ὕμνον εἰς μίαν καὶ μόνον στιγμὴν ἐθνικῆς ἐξάρσεως καὶ ὑπερηφανείας. Ὄχι γιὰ ἄλλους λόγους.

Ὁ Ρόμελ καὶ ὁ Ρωμύλος βύζαξαν μία λύκαινα καὶ ἔχτισαν τὴ Ρώμη.

Ὁ Κωνσταντῖνος Καντάφης ἦταν Ἕλληνας ποιητὴς ποὺ κατοικοῦσε στὴ Λιβύη τῆς Ἀλεξανδρείας.

Από την Αγία Ζώνη

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Απριλίου 2013

Στο βιβλιοπωλείο του Φαρφουλά (Μαυρομιχάλη 18, Αθήνα) πρόκειται να εκτεθεί συλλογή από παλιές παιδικές χειροτεχνίες του δημοτικού σχολείου, χρονολογημένες γύρω στα 1958. Η συλλογή θα εκτεθεί μαζί με σειρά παλαιών παιδικών βιβλίων και αναγνωστικών.

Διάρκεια έκθεσης: 19 Απριλίου έως 11 Μαΐου 2013.

Από την Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Απριλίου 2013

Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος σε συνεργασία με το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διοργανώνει έναν κύκλο μαθημάτων Παγκόσμιας Ιστορίας με τίτλο: «Δεκαέξι μικρά μαθήματα για έναν μεγάλο κόσμο».
Τα μαθήματα προσφέρονται από την κ. Μαρία Ευθυμίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και απευθύνονται σε κάθε ενδιαφερόμενο.
Τα μαθήματα ξεκινούν από την Παρασκευή 19 Απριλίου 2013 και θα πραγματοποιούνται κάθε Παρασκευή 15.30-18.30 και Σάββατο 14.00-17.00 στον χώρο του Κεντρικού Αναγνωστηρίου, Πανεπιστημίου 32, Αθήνα.

Η παρακολούθηση των μαθημάτων είναι δωρεάν. Με την ολοκλήρωση των μαθημάτων δίδεται βεβαίωση παρακολούθησης από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Για τη συμμετοχή στα μαθήματα, είναι απαραίτητη η υποβολή αίτησης στο e-mail: politistika@nlg.gr ή τηλεφωνικά στο: 210 3382528, 210 3382582.

Από την Πύλη για την Εληνική Γλώσσα

Μαρία Ανδρεάδου στις 7 Απριλίου 2013

Στη ζωή μας συμμετέχουμε ούτως ή άλλως. Ακόμα και η μη αντίδραση ή η σταθερά λανθασμένη αντίδραση είναι τελικά μορφές αντίδρασης. Ακόμα και η μη απόφαση γίνεται μακροπρόθεσμα απόφαση ζωής.Μόνο όταν κάποιος τολμήσει να αγγίξει και να επεξεργαστεί τις αλήθειες που οδηγούν  στο επιθυμητό, μόνο αν τις αξιοποιήσει μπορεί αναλαμβάνοντας την ευθύνη της ζωής του και του εαυτού του να ανακαλύψει το ότι παράγει τη δυνατότητα για αληθινή χαρά, ομορφιά και ικανοποίηση.Όσο κάποιος προσπαθεί συνειδητά ή ασυνείδητα να αποφύγει την αλήθεια του ,τόσο στην ουσία κλέβει ελευθερία από τον εαυτό του.

απόσπασμα άρθρου του Μενέλαου Κανάκη / πηγή : http://menelaoscanakis.wordpress.com/author/menelaoscanakis/page/2/