Εννιά ποιήματα για το φτάσιμο

 Αράχνες κατακλύζουν τον ουρανό
είναι φοίνικες, λες,
κρεμασμένοι σ’ έναν ιστό από φως.

Χαρούμενα, σκεπτόμενος τις κρυφές
ανοίξεις και παγίδες, κατεβαίνω απ’τ’ αεροπλάνο,
περιμένοντας την απογείωση στην προσγείωση.

Γιρλάντες αποκεφαλίζουν το σώμα
και όλοι ντυμένοι στα λευκά.
Ποιών είμαστε φαντάσματα;

Εσύ. Εσύ. Εσύ.
Κουνώντας χέρια (χειραψίες;). Κι εσύ.

Κρύα χέρια. Κρύα πόδια. Νόμιζα
ότι ο ήλιος θα ήταν πιο χαμηλά εδώ
να μου πλύνει το λαιμό.

Επαφή. Μιλάμε μια γλώσσα κρεββατιών
δια μέσου καλά εγκατεστημένων καλωδίων.
Τα κρεββάτια γλιστρούν, ανοίγουν,
καταβροχθίζουν το ένα τ’ άλλο.

Κάποια ήταν σημαντικά.
Είναι αυτό εδώ,
τόσο βαθύ και νεκρό σαν τον ορίζοντα;

Ανήσυχος σα νερό
βουτώ από το αγαπημένο μου δέντρο
που δεν είναι πια εκεί
παρόλο που αφήσανε να μείνουν οι ρίζες του.

Στεγνοί βώλοι γης
σφίγγουν τα μικρά πρόσωπά τους
σε μια προσπάθεια να κλάψουν. Πίσω
εκεί που γεννήθηκα.

Μπορώ ακόμα και να παρακολουθήσω τη δική μου γέννηση