Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Νοεμβρίου 2013

• 1. Colpo grosso σοφίστηκε ο Διονύσιος ο Συρακούσιος, όταν χρειάστηκε σημαντικά ποσά για να ναυπηγήσει τριήρεις. Συγκάλεσε, λοιπόν, την Εκκλησία του Δήμου και ισχυρίστηκε πως του πουλούσαν μία μικρή πόλη και δεν είχε χρήματα να την εξαγοράσει. Αξίωσε εισφορά δύο στατήρες χρυσού από κάθε πολίτη. Κι αυτοί τους έδωσαν. Μετά από λίγες μέρες, υποκρινόμενος πως το σχέδιο απέτυχε, τους επαίνεσε και επέστρεψε στον καθέναν την εισφορά του. Με αυτή την κίνηση κέρδισε την εμπιστοσύνη τους. Στη συνέχεια, ξαναζήτησε τα χρήματα. Αυτοί νομίζοντας πώς θα τα πάρουν πίσω τα έδωσαν. Αφού τα μάζεψε, όμως, τα έδωσε για τη ναυπήγηση του στόλου και δεν τα επέστρεψε ποτέ.

• 2. Το φαινόμενο subprime δεν είναι σύγχρονο. Αντίστοιχη αντίδραση με αυτήν της σύγχρονης Ιαπωνίας, η οποία, ελλείψει αγοραστών για τα σπίτια των χρεοκοπημένων δανειοληπτών, τα ξαναπούλησε στους ίδιους τους ιδιοκτήτες τους, καταγράφεται και για τον Λύγδαμι το Νάξιο, τον πρώτο διδάξαντα την αντιμετώπιση του ντόμινο subrime. Αναλυτικότερα, επειδή κανείς δεν ήθελε να αγοράσει τις περιουσίες όσων εξόρισε ο Λύγδαμις, τις πούλησε στους ίδιους τους εξόριστους. Ακόμη και τα αφιερώματα που άφησαν πίσω τους οι εξόριστοι και τα προόριζαν για προσφορά στους θεούς, τους έβαλε και τα αγόρασαν ξανά, επιτρέποντας να χαράξουν πίσω απ΄αυτά τα ονόματά τους.

• 3. Ο Κύψελος ο Κορίνθιος, έταξε στο Δία πως, αν γίνει κύριος της πόλης, θα του αφιέρωνε όλο τον πλούτο των Κορινθίων. Διέταξε, λοιπόν να απογράψουν τις περιουσίες τους. Όταν τέλειωσε η απογραφή πήρε από τον κάθε πολίτη το 1/10 και τους διέταξε να αξιοποιήσουν παραγωγικά τα υπόλοιπα. Ένα χρόνο αργότερα, επανέλαβε το ίδιο. Έτσι, μέσα σε δέκα χρόνια κατάφερε αυτός να έχει συγκεντρώσει όσα είχε υποσχεθεί να αφιερώσει στο Θεό αλλά και οι Κορίνθιοι να έχουν αυξήσει τις περιουσίες τους.

• 4. Ο Αριστοτέλης ο Ρόδιος, άρχοντας της Φώκαιας , όταν παρατήρησε πως χρόνιζαν άλυτες, πάμπολλες, μακροχρόνιες, δικαστικές υποθέσεις των πολιτών σύστησε ένα δικαστήριο και ανακοίνωσε πως εάν δεν εκδικασθούν οι υποθέσεις τους μέσα σ΄ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, δεν θα υπήρχε πλέον η δυνατότητα δικαστικής ρύθμισής τους. Το αποτέλεσμα ήταν να προκύψουν διπλά έσοδα για τον άρχοντα. Και από τα παράβολα των δικών που επισπεύστηκαν και από τα πρόστιμα των δικών που δεν έγιναν.

• 5. Ο Κλεομένης, διοικητής της Αιγύπτου,όταν έπεσε πολύ μεγάλη πείνα, απαγόρευσε την εξαγωγή σιταριού. Όταν οι νομάρχες του ανακοίνωσαν ότι δεν θα πλήρωναν φόρο για το σιτάρι, αφού δεν γίνονταν εξαγωγές, ακύρωσε την απαγόρευση αλλά αύξησε τους φόρους εξαγωγής στο σιτάρι. Τότε οι νομάρχες αναδιπλώθηκαν και δεν ζήταγαν την απελευθέρωση των εξαγωγών. Το αποτέλεσμα ήταν πως ο Κλεομένης με ένα πολύ μικρό μέρος εξαγωγών εισέπραξε ένα μεγάλο μέρος φόρων, ενώ οι νομάρχες έπαψαν να διαμαρτύρονται.

Κυριακή Ψαρρού στις 24 Νοεμβρίου 2013

-Ο άνθρωπος μοιάζει με κλάσμα όπου ο αριθμητής είναι ο πραγματικός εαυτός του και ο παρονομαστής η ιδέα που έχει για τον εαυτό του. Όσο μεγαλύτερος ο παρονομαστής, τόσο μικρότερη η αξία του κλάσματος. Και όσο ο παρανομαστής διογκώνεται προς το άπειρο, τόσο το κλάσμα τείνει προς το μηδέν.

–Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο.

(η πρώτη φράση από την «Άννα Καρένινα»)

–Μιλούσαν για τις ανομίες της εξουσίας, για τα βάσανα των αναξιοπαθούντων, για τη φτώχεια που μάστιζε το λαό, όμως στα μάτια τους όλη την ώρα της θερμής κουβέντας τους πλανιόταν ασταμάτητα ένα βουβό ερώτημα: «Θα μπορούσες να μ’ αγαπήσεις;».

–Να διώχνετε τη σκέψη πως έχετε προτερήματα που δεν έχουν οι άλλοι.

–Η φιλαργυρία και η φιλομάθεια έχουν κάτι κοινό: όσο περισσότερα αποταμιεύουν, τόσο λιγότερα νομίζουν ότι κατέχουν

–Το να ισχυρίζεται κανείς ότι ένα έργο τέχνης είναι καλό, αλλά η περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να το κατανοήσουν, είναι σαν να λέει ότι ένα φαγητό είναι καλό, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να το φάνε.

από το gnomikologikon.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 24 Νοεμβρίου 2013

 Μια μέλισσα καθισμένη σ’ ένα λουλούδι κέντρισε ένα παιδάκι. Και το παιδί φοβάται τις μέλισσες και λέει πως σκοπός της μέλισσας είναι να κεντρίζει τους ανθρώπους.

Ο ποιητής θαυμάζει τη μέλισσα που είναι προσκολλημένη στην καρδιά του λουλουδιού και λέει πως ο σκοπός της μέλισσας είναι να ρουφάει το άρωμα του λουλουδιού.

Ο μελισσοκόμος, βλέποντας πως η μέλισσα μαζεύει τη γύρη των λουλουδιών και το γλυκό χυμό τους και τα μεταφέρει στη κυψέλη, λέει πως ο σκοπός της είναι να συγκεντρώνει το μέλι. Άλλος μελισσοκόμος, που μελέτησε από πιο κοντά τη ζωή του μελισσιού, λέει πως η μέλισσα μαζεύει τη γύρη και το χυμό για να θρέψει τις νέες μέλισσες και να βγάλει καινούργια βασίλισσα, πως ο σκοπός της είναι η διαιώνιση του είδους.

Ο βοτανολόγος παρατηρεί πως καθώς η μέλισσα πετάει με τη γύρη των δίοικων λουλουδιών στον ύπερο, τον γονιμοποιεί και βλέπει σ’ αυτό το σκοπό της μέλισσας. Άλλος παρακολουθώντας τη διασπορά των φυτών, βλέπει πως η μέλισσα συνεργεί στη διασπορά αυτή κι καινούργιος αυτός παρατηρητής μπορεί να πει πως σ’ αυτό βρίσκεται ο σκοπός της μέλισσας.

Όμως ο τελικός σκοπός της μέλισσας δεν εξαντλείται ούτε με τον ένα ούτε με το, άλλο, ούτε με τον τρίτο σκοπό, που είναι σε θέση να ανακαλύψει ο ανθρώπινος νους. Όσο ψηλότερα προχωρεί ο ανθρώπινος νους στην ανακάλυψη των σκοπών αυτών, τόσο πιο φανερό γίνεται γι’ αυτόν το απρόσιτο του τελικού σκοπού. Για τον άνθρωπο είναι προσιτή μονάχα η παρακολούθηση της αντιστοιχίας της ζωής της μέλισσας προς τ’ άλλα φαινόμενα της ζωής. Το ίδιο πρέπει να ειπωθεί και για τους σκοπούς των ιστορικών προσώπων και των λαών.

Εκδόσεις Γκοβόστης. Μετάφραση από τα ρωσικά: Κοραλία Μακρή.

από το christostsantis.wordpress.com/

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 23 Νοεμβρίου 2013

Η δίψα μου, το καθημερινό μου περπάτημα, το βήμα του ταχυδρόμου, η πατούσα του στρατολάτη.

Μόνος, ολομόναχος, αμίλητος, ανάλαφρος, πεταχτός, γρήγορος, ομοιοκατάληκτος, μηρυκαστικός, με τη φορά των δεικτών του μεγάλου ρολογιού ή ανάποδα με το «γύρο του ανεμόμυλου».

Όχι παρέες, κουβέντες, ομιλίες, κοψίματα και στάσεις. Όχι χειραψίες, φιλιά, κεράσματα και χαιρετίσματα. Τηλέφωνο κλειστό, βουβό, παρατημένο, πεταμένο. Έτσι ωφελεί, έτσι αποδίδει η βόλτα η απογευματινή. Το ταξίδι πάνω στη γη. Το σκάψιμο.

Περπατάμε, δε στεκόμαστε, δε σταλίζουμε, δεν αλληθωρίζουμε. Δε μας ενδιαφέρουν οι βιτρίνες, οι τιμές, οι εκπτώσεις, οι εκποιήσεις, το πλήθος, το θέαμα του κόσμου που παρελαύνει, χαζεύει και περνά. Μπροστά, εμπρός, πάντα εμπρός, ο ορίζοντας.

Περπατάμε, ασκόπως, σκοπίμως, με σκοπό. Γυμναζόμαστε, προχωράμε, σκεφτόμαστε, δουλεύουμε, χτίζουμε, γκρεμίζουμε, τελειοποιούμε μια σκέψη. Είμαστε σε ετοιμότητα. Έχουμε το σύνθημα, γνωρίζουμε το παρασύνθημα, τους μόνιμους, μονήρεις περιπατητές.

Ιδρώνουμε, στύβουμε, στρίβουμε, αλλάζουμε φανέλα, ιδέες, ρότα, παρέες, σχέδια, αγάπες, σπίτια, παγκάκια, κήπους, θάλασσες, πόλεις, κάστρα, σκαλοπάτια, στιχάκια, ρίμες, ρημαδιό, βηματισμό.

Με το περπάτημα του ταχυδρόμου, το επείγον, το σφύριγμα, τα παιδιά, τα σκυλιά, το έμβασμα, η χαρά, το πένθος.

Κι αν περπατάμε δίπλα με κάποιον που το θέλουμε και το μπορούμε, χρειάζεται άνεση, συγκρατημός, σιωπή και σεβασμός, ρυθμός κοινός, συγχρονισμός, φτέρνα, βήμα, τικ τακ, καρδιά, φλέβα, αρτηρία, παλμός. Δε μιλάμε, δε ρωτάμε, δε σταματάτε, δε χάνουμε καιρό. Κι ας βρέχει, κι ας χιονίζει κι ας αστράφτει. Κι αν κάποιος δεν μπορεί και μένει πίσω, αν κάποιος χάνει ανάσα, βήματα, κολλάει, βρίσκει, καθυστερεί και χάνεται, δε γυρνάμε, δεν κατεβαίνουμε, συνεχίσουμε, ανεβαίνουμε, προχωράμε. Αν είναι να φτάσει, θα φτάσει, θα μας προφτάσει, θα πιάσει κύμα, ανάσα και ρυθμό.

Περπατάμε, δεν σημειώνουμε. Όχι φωτογραφίες. Όχι μπλοκάκια, mp3,hands free, τραγούδια στα αυτιά, μηνύματα και κινητά.

Μετά, κατόπιν, στο τέλος, ό,τι αξίζει, ό,τι φτάσει, ό,τι καταλήξει, ό,τι μαζέψει η γούρνα, η στέρνα, ό,τι κυλήσει το λούκι, το αυλάκι, το χαντάκι, ό,τι βγάλει ο κουβάς, ό,τι ζήσει, ό,τι ανθίσει, ό, τι καρπίσει.

Ό, τι χάθηκε καλώς χάθηκε, ό, τι τέλειωσε, ό, τι έλιωσε, ό,τι έσταξε, ό, τι πήρε ο άνεμος, ό, τι μάζεψε το μυρμήγκι, ό, τι τραγούδησε ο τζίτζικας, ό, τι χύθηκε, ό, τι κύλησε, ό, τι ξεθώριασε, ό, τι έσπασε, ό, τι κρύφτηκε, καλώς, όταν θα είναι έτοιμο, ίσως φανερωθεί, ίσως αποκαλυφθεί, ίσως βρεθεί. Ό, τι έπεσε πάνω στην πέτρα, πάνω στην άσφαλτο, καλώς, ό, τι στο χώμα, με το καλό να έρθει.

Με ό, τι σου δίνεται. Εκείνο που περνά έχει το λόγο του.

πηγή : http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.blog&id=29134

Μαρία Ανδρεάδου στις 23 Νοεμβρίου 2013

Ο πόνος που εκφράζουμε δεν είναι παρά

η σημασία που δίνουμε στη ζωή,

επιμένοντας στην ουσία της.

Αν υπήρχε μια δύναμη να μας κρίνει,

θα μας χάιδευε πριν απ’ τον ύπνο μας

τα μαλλιά, αναγνωρίζοντας πως

αγαπήσαμε το έργο της. 

Κυριακή Ψαρρού στις 14 Νοεμβρίου 2013

  Η δίψα μου, το καθημερινό μου περπάτημα, το βήμα του ταχυδρόμου, η πατούσα του στρατολάτη.

 

  Μόνος, ολομόναχος, αμίλητος, ανάλαφρος, πεταχτός, γρήγορος, ομοιοκατάληκτος, μηρυκαστικός, με τη φορά των δεικτών του μεγάλου ρολογιού ή ανάποδα με το «γύρο του ανεμόμυλου».

 

  Όχι  παρέες, κουβέντες, ομιλίες, κοψίματα και στάσεις. Όχι  χειραψίες, φιλιά, κεράσματα και χαιρετίσματα. Τηλέφωνο κλειστό, βουβό,  παρατημένο, πεταμένο. Έτσι ωφελεί, έτσι αποδίδει η βόλτα η απογευματινή. Το ταξίδι πάνω στη γη. Το σκάψιμο.

 

  Περπατάμε, δε στεκόμαστε, δε σταλίζουμε, δεν αλληθωρίζουμε. Δε μας ενδιαφέρουν οι βιτρίνες, οι τιμές, οι εκπτώσεις, οι εκποιήσεις, το πλήθος, το θέαμα του κόσμου που παρελαύνει, χαζεύει και περνά. Μπροστά, εμπρός, πάντα εμπρός, ο ορίζοντας.

 

  Περπατάμε, ασκόπως, σκοπίμως, με σκοπό. Γυμναζόμαστε, προχωράμε, σκεφτόμαστε, δουλεύουμε, χτίζουμε, γκρεμίζουμε, τελειοποιούμε μια σκέψη. Είμαστε σε ετοιμότητα. Έχουμε το σύνθημα, γνωρίζουμε το παρασύνθημα, τους μόνιμους, μονήρεις περιπατητές.

 

  Ιδρώνουμε, στύβουμε, στρίβουμε, αλλάζουμε φανέλα, ιδέες, ρότα, παρέες, σχέδια, αγάπες, σπίτια, παγκάκια, κήπους, θάλασσες, πόλεις, κάστρα, σκαλοπάτια, στιχάκια, ρίμες, ρημαδιό, βηματισμό.

 

  Με το περπάτημα του ταχυδρόμου, το επείγον, το σφύριγμα, τα παιδιά, τα σκυλιά, το έμβασμα, η χαρά, το πένθος.

 

  Κι  αν  περπατάμε  δίπλα  με  κάποιον  που  το  θέλουμε  και  το  μπορούμε, χρειάζεται  άνεση, συγκρατημός, σιωπή και σεβασμός, ρυθμός  κοινός,  συγχρονισμός, φτέρνα, βήμα, τικ  τακ, καρδιά, φλέβα, αρτηρία, παλμός. Δε  μιλάμε, δε  ρωτάμε,  δε  σταματάτε, δε  χάνουμε  καιρό. Κι ας βρέχει, κι ας χιονίζει κι ας αστράφτει.  Κι  αν  κάποιος  δεν μπορεί και μένει πίσω, αν κάποιος χάνει ανάσα, βήματα, κολλάει, βρίσκει, καθυστερεί και χάνεται, δε γυρνάμε, δεν κατεβαίνουμε, συνεχίσουμε, ανεβαίνουμε, προχωράμε. Αν είναι να φτάσει, θα φτάσει, θα μας προφτάσει, θα πιάσει κύμα, ανάσα και ρυθμό.

 

  Περπατάμε, δεν σημειώνουμε. Όχι φωτογραφίες. Όχι μπλοκάκια, mp3,hands free, τραγούδια στα αυτιά, μηνύματα και κινητά.

 

  Μετά, κατόπιν, στο τέλος, ό,τι  αξίζει,  ό,τι  φτάσει, ό,τι καταλήξει, ό,τι μαζέψει η γούρνα, η στέρνα, ό,τι κυλήσει το λούκι, το αυλάκι, το χαντάκι, ό,τι βγάλει ο κουβάς,  ό,τι ζήσει, ό,τι  ανθίσει, ό, τι καρπίσει.

 

Ό, τι  χάθηκε  καλώς  χάθηκε,  ό, τι  τέλειωσε, ό, τι  έλιωσε, ό,τι  έσταξε, ό, τι  πήρε ο άνεμος, ό, τι  μάζεψε το μυρμήγκι, ό, τι τραγούδησε ο τζίτζικας, ό, τι χύθηκε, ό, τι κύλησε,  ό, τι  ξεθώριασε, ό, τι  έσπασε, ό, τι  κρύφτηκε, καλώς, όταν  θα  είναι  έτοιμο, ίσως  φανερωθεί, ίσως  αποκαλυφθεί, ίσως βρεθεί.  Ό, τι έπεσε πάνω στην πέτρα, πάνω στην άσφαλτο, καλώς, ό, τι στο χώμα, με το καλό να έρθει.

 

  Με ό, τι  σου δίνεται. Εκείνο που περνά έχει το λόγο του.

στη διεύθυνση:http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.blog&id=29134

από τη Γεωργία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Νοεμβρίου 2013

Η “Λέξη” είναι το περιοδικό που αγάπησα πολύ, διάβασα πολύ και έχω συλλέξει.Διάβασα το παρακάτω κείμενο στο Ιντερνετ και μου ξύπνησε αναμνήσεις! Γιάννα

”  Την άνοιξη του 1988 πήγαινα στην τρίτη Λυκείου και διάβαζα αρχαία ελληνικά, λατινικά, ιστορία και δοκίμια του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, του Ε.Π. Παπανούτσου και του Βασίλη Φίλια, γιατί θα ήταν χρήσιμα για το μάθημα της Έκθεσης. Κυρίως όμως διάβαζα Ελύτη τότε και Τάσο Λειβαδίτη· άκουγα U2 και Patti Smith. Στο πανεπιστήμιο δεν πέρασα, δεν έπεσε ούτε Ελύτης εκείνη τη χρονιά στις εξετάσεις ούτε Patti Smith δυστυχώς. Την επόμενη χρονιά είχα καλύτερη τύχη στις εξετάσεις, αλλά το 1988 ερωτεύτηκα και, επίσης: επισκέφτηκα το σπίτι του Γιάννη Τσαρούχη στο Μαρούσι, έγραψα το πρώτο μου ποίημα που μου άρεσε και αγόρασα το αφιέρωμα της «Λέξης» στον Γιάννη Τσαρούχη (τεύχος 73, Μάρτης-Απρίλης ’88, δρχ. 600).

Δεν αγόραζα λογοτεχνικά περιοδικά τότε, σπανίως. Είχα τόσους κλασικούς συγγραφείς (και τόσες δικές μου σκέψεις, ιδέες και συναισθήματα) να ανακαλύψω, που δεν μου έμενε χρόνος να παρακολουθώ και τα σύγχρονα γράμματα ή τις τέχνες. Ο Τσαρούχης όμως ήταν κάτι άλλο: έγραφε γι’ αυτόν ο Ελύτης στα «Ανοιχτά χαρτιά», ήταν ένα μυθικό πρόσωπο δηλαδή, και έμενε στην ίδια περιοχή μ’ εμένα, ήξερα το σπίτι του! Στο αφιέρωμα εξάλλου της «Λέξης» έγραφε επίσης ο Ελύτης μαζί με ένα σωρό άλλους γνωστούς μου και μη συγγραφείς και καλλιτέχνες: ο Αλέξης Μινωτής, ο Αλέκος Φασιανός, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Γιώργος Χειμωνάς, ο Διονύσης Φωτόπουλος, ο Κώστας Γαβράς, ο Δ.Ν. Μαρωνίτης, ο Μίνως Βολανάκης και βέβαια ο ίδιος ο Τσαρούχης.

Έχω υπογραμμίσει, άλλοτε με μολύβι κι άλλοτε με στυλό, σχεδόν σε όλα τα κείμενα του τεύχους φράσεις που ήθελα να τις θυμάμαι: «Ένας ερευνητής του ωραίου και της αλήθειας και της ζωής, ένας περιπατητής φιλόσοφος, ένας μεσαιωνικός ανήσυχος φοιτητής, ένας κοσμικός στυλίτης, ένας αναρχικός αστός, ένας βαθιά χριστιανός-αλεξανδρινός, που γεύεται τον έρωτα, που κατανοεί την αλήθεια και δεν παραδίδεται σε τρέχουσες αισθητικές και σέρνει μαζί του την ανάσα της Ελλάδας» (Διονύσης Φωτόπουλος). «Αισθητικός και αισθησιακός, ο Τσαρούχης δεν χάραξε ποτέ μια γραμμή, δε ζευγάρωσε ποτέ δύο χρώματα, χωρίς την υστεροβουλία της ηδονής. Ίσως όμως η βαθύτερη ηδονή που μας επιφυλάσσει η ζωγραφική του είναι η αταλάντευτη προσήλωσή της στον ανθρωποκεντρικό μύθο» (Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα). «Ο Τσαρούχης είναι συγχρόνως οι μέλισσες και ο Μαίτερλινκ, αυτή είναι η αλήθεια» (Lila de Nobili).

 

Κι ο ίδιος ο Τσαρούχης σε μια μακριά συνομιλία του με τον Δ.Ν. Μαρωνίτη και τους εκδότες του περιοδικού Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο: «Είχα λογαριασμούς να λύσω με τους ανθρώπους και προσπάθησα να τους ζωγραφίσω για να τους κατακτήσω, όπως ζωγράφιζαν τα θηρία οι παλαιολιθικοί άνθρωποι. Ήθελα να δηλώσω τη σχέση μου αυτή μαζί με το γεγονός πως δεν ήθελα να τους βλάψω. Αργότερα κατάλαβα πως μ’ ενδιέφερε το τοπίο. Είδα ότι υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος που κοιτάει το τοπίο. Και ζωγράφισα αυτόν τον άνθρωπο αόρατο. Δε ζωγράφισα όμως τα τοπία μόνο και μόνο για να τα κάνω ή για να σπουδάσω τα μέτρα τους. Είδα ότι μέσα στο τοπίο υπήρχε μια άποψη του ανθρώπου. Ζωγράφιζα καφενεία με μικρούς ανθρώπους στο κέντρο τους». «Αυτό είναι το επάγγελμά μου, να εξωραΐζω. Είτε ζωγραφίζω ένα λουλούδι είτε έναν άνθρωπο είτε έναν αριστοκράτη, πρέπει να του δείξω το θεϊκό στοιχείο που έχει μέσα του». «Η τέχνη κάνει πράγματα με τα οποία ξεχνά κανείς το θάνατο. Όταν δεν τον ξεχνάς, είναι κακή η τέχνη, αποτυχημένη. Ακόμη μιλώντας για το θάνατο ξεχνούμε το θάνατο, ζούμε».

Το κορίτσι τότε το έλεγαν Τόνια. Δεν ήμασταν συμμαθητές στο σχολείο ούτε γείτονες, αλλά πηγαίναμε στο ίδιο φροντιστήριο, στην γ’ λυκείου, και καθόμασταν στο ίδιο θρανίο. Εκείνη μου διάβαζε ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη, εγώ της διάβαζα το Μονόγραμμα του Ελύτη, εκείνη Τάσο Λειβαδίτη, εγώ Σαπφώ ή ανάποδα. Η καθηγήτρια που μας έκανε έκθεση, τις Κυριακές που εμείς γράφαμε διαγωνίσματα άφηνε κατά μέρος την Περεστρόικα του Γκορμπατσόφ ή τον Μπρεχτ που έφερνε μαζί της και διάβαζε τα δικά μας βιβλία. Μια Κυριακή πρωί πρότεινα στην Τόνια να πάμε μαζί στο σπίτι του Γιάννη Τσαρούχη: χτυπήσαμε την πόρτα δειλά, κάποιος μάς άνοιξε και μας άφησε μόνους να δούμε τους πίνακες στους τοίχους. Νομίζω δεν μιλούσαμε καθόλου· κρατιόμασταν απ’ το χέρι και αραιά ψιθυρίζαμε. Ο Τσαρούχης εμφανίστηκε για μια στιγμή στην πόρτα και μας χαιρέτισε ευγενικά.

Το μεσημέρι που περπατούσα μόνος πια προς το σπίτι, έγραψα ένα ποίημα γι’ αυτές τις στιγμές. Έγραφα ήδη από την περασμένη χρονιά ή κι από πιο πριν. Ήξερα δηλαδή πια πως μετά από λίγες μέρες θα το έσκιζα κι αυτό το ποίημα. Μα εκείνη την ώρα, και για πολύ καιρό αργότερα, ήμουν πεπεισμένος πως αυτό το ποίημα ήταν ό,τι καλύτερο είχα γράψει ως τότε και θα έγραφα και στο μέλλον. Ίσως και να ‘ταν, δεν ξέρω – λίγο μετά πράγματι το πέταξα κι έγραψα δυο στίχους που κι αυτούς τους κατέστρεψα, αλλά όχι πριν προλάβω να τους απομνημονεύσω: «Περνάν τα χρόνια και οργίζομαι / περνάν τα χρόνια και σ’ τ’ ορκίζομαι: / θα είμαι πάντοτε εναντίον». Το αφιέρωμα της Λέξης στον Γιάννη Τσαρούχη το έχω ακόμα. ”

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Νοεμβρίου 2013
Τα ιδιωτικά σχολεία του Πακιστάν απαγόρευσαν την αγορά της αυτοβιογραφίας της Μαλάλα Γιουσουφζάι, επειδή έκριναν ότι το βιβλίο της 16χρονης  με τίτλο «Είμαι η Μαλάλα» είναι «βλάσφημο» και δεν επιδεικνύει τον προσήκοντα σεβασμό στο ισλάμ και τον προφήτη Μωάμεθ.
 
«Τα πάντα αναφορικά με την Μαλάλα τώρα είναι ξεκάθαρα. Για εμένα, εκπροσωπεί τη Δύση και όχι εμάς», είπε ο Αντίμπ Τζαβεντάνι, πρόεδρος της ένωσης που εκπροσωπεί 40.000 ιδιωτικά σχολεία και βιβλιοθήκες στο Πακιστάν, ενώ κάλεσε την κυβέρνηση της χώρας να απαγορεύσει το βιβλίο από τις λίστες που χρησιμοποιούνται και στα δημόσια σχολεία.
 
«Αν και η Μαλάλα ήταν ένα πρότυπο για πολλά παιδιά, τώρα μέσα από αυτό το αμφιλεγόμενο βιβλίο έγινε όργανο στα χέρια των δυτικών δυνάμεων», τόνισε με τη σειρά του ο Κασίφ Μίρζα, πρόεδρος της Πανπακιστανικής Συνομοσπονδίας Ιδιωτικών Σχολείων προσθέτοντας πως, ενώ τα ιδιωτικά σχολεία του Πακιστάν είχαν σταθεί στο πλευρό της μετά τους πυροβολισμούς που δέχθηκε από τους Ταλιμπάν πέρυσι, αλλά οι απόψεις που εκφράζει στην αυτοβιογραφία της δεν είναι «αποδεκτές».
 
Σύμφωνα με τον Μίρζα, το πρόβλημα είναι το ότι «όταν αναφέρει το όνομα του προφήτη Μωάμεθ, δεν το συνοδεύει, ως είθισται, με τη συντομογραφία «Ειρήνη σε Αυτόν», ενώ εκφράζεται θετικά απέναντι στο πρόσωπο του συγγραφέα Σαλμάν Ρούσντι». Ο Ρούσντι έγινε πριν 25 χρόνια στόχος μιας ιρανικής φετβά (θρησκευτικού διατάγματος), που καλούσε για τη δολοφονία του επειδή κάποιοι φανατικοί ιερωμένοι έκριναν ότι στο βιβλίο του «Σατανικοί Στίχοι» βλασφημούσε το ισλάμ και τον προφήτη.
 
Η μικρή Μαλάλα, ακτιβίστρια για το δικαίωμα των γυναικών στην εκπαίδευση, ήταν θύμα απόπειρας δολοφονίας από τους Ταλιμπάν του Πακιστάν στα τέλη του 2012. Τελικά επέζησε και συνεχίζει το έργο της από τη Βρετανία όπου ζει σήμερα με την οικογένειά της στο Μπέρμιγχαμ. Οι Ταλιμπάν έχουν απειλήσει να την σκοτώσουν αν επιστρέψει στην χώρα της.
 
ΑΠΟ “ΤΟ ΒΗΜΑ”
 
Κυριακή Ψαρρού στις 3 Νοεμβρίου 2013

Παράδοση είναι ο εγωισμός των απελθόντων και η ενοχή, ο συμβιβασμός των επιζώντων. Η πνευματική και η ψυχική δουλεία, που αναστέλλει και απονεκρώνει τελικά τις φυσιολογικές μας λειτουργίες. Η Παράδοση επιβάλλει την πλήρη υποταγή μας στους νεκρούς – κι έτσι μας καθιστά ακίνδυνους για αλλαγές, τομές, γι’ απελευθέρωση. Γι’ αυτό και η παράδοση βολεύει τους κρατούντες. Σ’ όλα τα κράτη τ’ ανελεύθερα, χορεύουν ξώφρενα τους εθνικούς χορούς των, που αποτελούν το βάθρο για περηφάνεια και γι’ ανελευθερία “εθνική”.
Πώς είναι δυνατό να χορεύεις ταγκό, και ν’ απαιτείς συγχρόνως να φύγει απ’ την κυβέρνηση ο στρατηγός Βιντέλλα. Αυτό είν’ αδύνατον. Γιατί ο Βιντέλλα είναι το ταγκό ο ίδιος. Με τα μαλλιά γιαλιστερά από μπριγιαντίνη, με την Παρθένο ανάγλυφη μες στη Μητρόπολη και με τα πόδια έτοιμα για τον χορό… Ένα δύο τρία τέσσερα κι ύστερα η φωνή του Κάρλος Γκαρντέλ. “Σιωπή μες στη νύχτα…”
Το ίδιο και στη Χιλή, στο Πακιστάν και στο Ιράν, στην Αλβανία και στην Κίνα, στο Μαρόκο, στη Λιβύη και στο Κουβέιτ, και σ’ άλλα μέρη ανατολικά ή της Νοτίου Αφρικής… Παντού χορεύουν εθνικούς χορούς, ιδρύουν ωδεία παραδοσιακής Μουσικής και ο αγαθός δικτάτορας σκύβοντας δέχεται λατρευτικά λουλούδια από νεολαίους, καταφανώς συγκινημένος. Τουλάχιστο στη χώρα μας, μονάχα στην ποιότητα την εκλεκτή του γιαουρτιού επιβάλλεται να γράφουνε τη λέξη: παραδοσιακό. Και το γιαούρτι αυτό πραγματικά είναι εξαιρετικό. Κι όσο για τους χορούς…
Σαν ξαναβρήκα μέσα μου την Κρήτη, μ’ εντυπωσίασε που οι νέοι της χορεύανε τη νύχτα κρητικούς χορούς, κι όχι ξενόφερτους, ντυμένοι γαμπριάτικα και μασουλώντας τσίχλα. Το βρήκα τούτο εξαίσιο και φωτεινό παράδειγμα για την απάνω χώρα. Μα όσο τόβλεπα, τόσο και περισσότερο γινόμουν σκεφτικός και άρχιζα να ξεχωρίζω κάποιον κίνδυνο. Τον κίνδυνο του γραφικού. Αυτόν, που μας παρουσιάζει εύκολα, προκλητικά με το ιδιόμορφο πρόσωπό μας, χωρίς νάχουμε μάθει, στο μεταξύ, να ζούμε άνετα και φυσικά την καταγωγή μας.
Γιατί η παράδοση έχει αξία μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας. Όταν δηλαδή το κληροδότημα χρησιμοποιείται φυσικά, και δίχως την ανάγκη επεξήγησης. Τότε μονάχα οφείλει να υπάρχει. Διαφορετικά, θάναι καλό να εξαφανιστεί μέσα στον Χρόνο, κι ας έχουμε πιο δεύτερες συνήθειες αποκτήσει. Γιατί η ποιότητα της κληρονομιάς ανήκει στη ζωντανή ύλη που περιέχουμε, κι όχι στο ήθος ή στο ύφος αλλοτινών καιρών.
Να λοιπόν γιατί τα γκρεμισμένα δεν πρέπει να τα κλαίμε. Και να γιατί θα πρέπει να επιλέγουμε αυτά που συνυπάρχουνε και ζουν μαζί με μας και τον καιρό μας, κι όχι αυτά που υπήρξαν κάποτε με τους δικούς μας. Και μες από τις άπειρες και διαφορετικές επιλογές, ίσως βρεθεί το αληθινό μας εκμαγείο, που θα προσφέρει στους απόγονους σαφήνεια, μέτρο και περισυλλογή. Κι αυτό είναι χρέος υπέρτατο και προπατορικό.

 

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Ολίγα τινά περί παραδόσεως εθνικής, λαϊκής και μη (20/5/1979)
από το βιβλίο “ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

από το logomnimon.wordpress.com

Κυριακή Ψαρρού στις 27 Οκτωβρίου 2013

Ενα ξανθόμαλο γαλανομάτικο παιδί παίζει μαζί με σκούρα παιδιά στον γυφτομαχαλά. Τι σκάνδαλο! Απ’ όλα τα σενάρια τρόμου για αγοραπωλησίες βρεφών, για τράφικινγκ, εμπόριο νεφρών, Ολιβερ Τουίστ που πέφτουν στα νύχια Εβραίων Φέιγκιν, από όλη τη φρίκη, υπαρκτή και επινοημένη, κρατάω τη συγκεκριμένη φρίκη, ίσως όχι την αγριότερη, αλλά σίγουρα την πιο φανερή, την ευκολότερα εκδηλωνόμενη: τον βαθύτατα στερεοτυπικό ρατσισμό εναντίον του Ρομ, του αθίγγανου, του γύφτου.

Του γύφτου που κλέβει τα παιδιά τα ανυπάκουα, που ξεμακραίνουν απ’ το σπίτι τους, που δεν τρώνε όλο το φαΐ τους. Του γύφτου που κλέβει μπουγάδες, της γύφτισσας που ξεμυαλίζει και ξαφρίζει γέρους λέγοντάς τους τη μοίρα. Αυτό είναι το στερεότυπο: κλέφτες και απατεώνες, αλητόβιοι· απομεινάρια άλλων πολιτισμικών προσχώσεων, νομάδες, παλιατζήδες, γυρολόγοι, πλάνητες, φερέοικοι.

Αν προχωρήσουμε τον συλλογισμό, θα βρούμε κι άλλα χαρακτηριστικά: μουσικοί, έμποροι, εργάτες γης. Διάσημα σόγια οργανοπαικτών, σολίστ κλαρίνου και βιολιού, τραγουδιστές· αυτοί κρατούν ζωντανή εν πολλοίς την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού, από την Ηπειρο ώς τη Ρούμελη. Αυτοί μάζευαν βερίκοκα και ελιές, προτού καταφθάσουν οι μετανάστες. Αυτοί προμηθεύουν κλωσσόπουλα-καρέκλες τα χωριά, σκινόχωμα-καταστανόχωμα-γαρδένιες το άστυ.

Αλλά είναι σκούροι. Ινδομιγείς. Φανταχτεροί. Ανένταχτοι. Συνωστίζονται θορυβώδεις στα εξωτερικά ιατρεία, στο Παίδων. Κι ένα ξανθό παιδάκι βρέθηκε σε μια οικογένεια τέτοιων σκούρων ινδομιγών. Χωρίς ακόμη να έχει εξακριβωθεί πώς βρέθηκε στα Φάρσαλα το παιδί, ποιοι είναι οι φυσικοί γονείς του, αν το παράτησαν ή το παρκάρισαν, χωρίς να γνωρίζουμε όλη την ιστορία, γιατί ίσως δεν ακούμε τι ακριβώς εξιστορούν οι ίδιοι οι άνθρωποι του μαχαλά, υιοθετούμε ασμένως το σενάριο το πιο ταιριαστό στον προϊδεασμό μας: οι γύφτοι αρπάζουν παιδιά. Πρωτοσέλιδα εγχώρια και διεθνή, amber alert, συγκίνηση και κατακραυγή, παλιές περιπτώσεις εξαφανίσεων. Εως και τον προ 22ετίας χαμένο Μπεν είδαν να κυκλοφορεί στον μαχαλά των Φαρσάλων.

Μια γεννήτρια συγκίνησης. Συγκίνηση στοχευμένη στο ξανθό παιδάκι, εξατομικευμένη και αποκομμένη από κάθε ιστορική-κοινωνική σύμφραση, προορισμένη να παράγει λυγμό, φοβική ταύτιση, εντοπισμό του επικίνδυνου Αλλου, του εισβολέα, του επήλυδος. Συγκίνηση σαν λησμονόχορτο για τη δημογραφική φθίση, την επελαύνουσα φτώχεια, τη γενικευμένη επισφάλεια. Τα παιδιά κινδυνεύουν από τους γύφτους, και μόνον. Στη Γαλλία, πήγαν πιο μακριά: τα παιδιά κινδυνεύουν επειδή είναι γύφτοι. Το είπαν σχεδόν έτσι, ωμά, στο δεκαπεντάχρονο παιδί από το Κόσοβο.

Ετσι περίπου σκέφτονται οι ξανθοί Ευρωπαίοι για τους σκούρους που ζουν επί αιώνες ανάμεσά τους, στα διάκενα της αιωνίας προόδου: με τα στερεότυπα των Σκοτεινών Χρόνων, απαράλλαχτα. Ανά διαστήματα η μεσαιωνική στερεοτυπική σκέψη γίνεται νεωτερική δράση: απωθήσεις, περιορισμοί, εκτοπίσεις, στειρώσεις, μαζικές εκκαθαρίσεις, η Λύση. Η συνεχιζόμενη πρόοδος ίσως επιτρέψει μια πιο ολοκληρωμένη λύση: έλεγχο DNA και γενετική ταυτότητα, ένα βραχιόλι μόνιμα. Eτσι δεν θα ανακατεύονται ξανθά παιδιά με σκούρα.

από το kathimerini.gr

Μαρία Ανδρεάδου στις 27 Οκτωβρίου 2013

Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ . Λαϊκό Ορατόριο για συμφωνική ορχήστρα, χορωδία, μικρή λαϊκή ορχήστρα, βαρύτονο (ψάλτης), λαϊκό τραγουδιστή και αφηγητή. 
Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης .

Εδώ όλο το ΆΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του Οδυσσέα Ελύτη : ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΕΛΥΤΗΣ (PDF) / Πηγή : http://www.uni-leipzig.de/~organik/giannis/Philosophie/Gedicht%2010.pdf

και εδώ ΆΞΙΟΝ ΕΣΤΙ : Θεοδωράκης_Μπιθικώτσης_Κατράκης_Ελύτης

Όλη η συναυλία που δόθηκε στο θέατρο Λυκαβητού το 1977.

Τραγούδι : ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ
Ψάλτης : ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΛΟΥΜΠΗΣ
Αφηγητής: ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ

Μπουζούκι: ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ – ΛΑΚΗΣ ΚΑΡΝΕΖΗΣ

Διεύθυνση: ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

“…να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά απ’ το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων.”


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 27 Οκτωβρίου 2013

 “Ο κόσμος δεν έγινε τώρα κακός…. πάντα ήταν”. “Το βραβείο δεν το παίρνει πάντα αυτός που το αξίζει”

Πρόσφατα πέθανε μια 98χρονη κυρία που την έλεγαν Ιρένα. Κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου η Ιρένα εργαζόταν στο γκέτο της Βαρσοβίας ως ειδική υδραυλικός υπονόμων. Είχε όμως κι έναν απώτερο σκοπό. Όντας Γερμανίδα ΗΞΕΡΕ ποια ήταν τα σχέδια των ναζί για τους εβραίους. Η Ιρένα έβγαζε λαθραία βρέφη τοποθετόντας τα στον πάτο της εργαλειοθήκης της ή σε ένα σάκο από λινάτσα που είχε στην καρότσα του φορτηγού της για τα μεγαλύτερα παιδιά. Ακόμα, είχε ένα σκύλο στην καρότσα, που τον είχε εκπαιδεύσει να γαβγίζει όταν οι ναζί φαντάροι της άνοιγαν να μπει ή να βγει από το γκέτο. Οι φαντάροι, φυσικά, δεν ήθελαν πάρε-δώσε με το σκύλο, ενώ το γάβγισμά του κάλυπτε τους θορύβους/ήχους που έκαναν τα βρέφη/παιδιά! Στο διάστημα που το έκανε αυτό, κατάφερε να φυγαδεύσει και να σώσει 2.500 παιδιά και βρέφη. Συνελήφθη και οι ναζί τη χτύπησαν πάρα πολύ άσχημα και της έσπασαν και τα χέρια και τα πόδια. Η Ιρένα κράτησε ένα αρχείο με τα ονόματα των παιδιών που είχε διασώσει και το φύλαξε σ΄ένα γυάλινο βάζο που έθαψε κάτω από ένα δέντρο στην αυλή της. Μετά τον πόλεμο, προσπάθησε να εντοπίσει όσους γονείς είχαν επιζήσει και επανένωσε τις οικογένειες. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν πεθάνει στους θαλάμους αερίων. Τα παιδιά αυτών, τα βοήθησε να τακτοποιηθούν σε θετές οικογένειες ή να υιοθετηθούν. Το 2007, η Ιρένα προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Δεν επελέγη. Ο Πρόεδρος Ομπάμα το είχε κερδίσει ένα χρόνο πριν γίνει Πρόεδρος, για την εργασία του ως “οργανωτής κοινότητας” για το ACORΝ… και ο Αλ Γκορ το κέρδισε το 2007, για ένα φιλμ σχετικά με την υπερθέρμανση της γης… Εις μνήμην της – 63 χρόνια μετά… Βάζω το λιθαράκι μου προωθώντας αυτό το μύνημα Ελπίζω να κάνετε κι εσείς το ίδιο… Είναι τώρα πάνω από 60 χρόνια που τέλειωσε ο Β΄Παγκόσμιος στην Ευρώπη. Αυτό το e-mail στάλθηκε ως “μνημόσυνη αλυσσίδα”, εις μνήμην των 2 εκατομμυρίων εβραίων, 20 εκατομμυρίων ρώσων,500.000 ελληνων, 10 εκατομμυρίων χριστιανών, που δολοφονήθηκαν, σφαγιάστηκαν, βιάστηκαν, κάηκαν, λιμοκτόνησαν και ταπεινώθηκαν.1379573_463882583729516_373791851_n 189438_155885277869180_1979797949_n

Κυριακή Ψαρρού στις 26 Οκτωβρίου 2013

…Καμιὰ ἠθικὴ ἀρετὴ δὲν ὑπάρχει μέσα μας ἐκ φύσεως. Πραγματικά, δὲν ὑπάρχει πράγμα ἐφοδιασμένο ἀπὸ τὴ φύση μὲ κάποιες ἰδιότητες, ποὺ νὰ μπορεῖς νὰ τὸ συνηθίσεις νὰ ἀποκτήσει ἄλλες ἰδιότητες. Παράδειγμα ἡ πέτρα: καμωμένη ἀπὸ τὴ φύση νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ κάτω, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ συνηθίσει νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ πάνω, ἔστω κι ἂν χιλιάδες φορὲς προσπαθήσει κανεὶς νὰ τῆς τὸ μάθει πετώντας την καὶ ξαναπετώντας την πρὸς τὰ πάνω• οὔτε ἡ φωτιὰ μπορεῖ νὰ συνηθίσει νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ κάτω• γενικὰ δὲν ὑπάρχει πράγμα καμωμένο ἀπὸ τὴ φύση νὰ συμπεριφέρεται μὲ ἕναν ὁρισμένο τρόπο, ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ συνηθίσει νὰ συμπεριφέρεται μὲ ἄλλον τρόπο. Συμπέρασμα: οἱ ἀρετὲς δὲν ὑπάρχουν μέσα μας ἐκ φύσεως ― οὔτε ὅμως καὶ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴ φύση μας ἡ γένεσή τους μέσα μας: ἡ φύση μας ἔκανε ἐπιδεκτικοὺς στὶς ἀρετές, τέλειοι ὅμως σ’ αὐτὲς γινόμαστε μὲ τὴ διαδικασία τοῦ ἔθους.

…• τὰ πράγματα δηλαδὴ ποὺ πρέπει πρῶτα νὰ τὰ μάθουμε προτοῦ ἀρχίσουμε νὰ τὰ κάνουμε, τὰ μαθαίνουμε κάνοντάς τα• π.χ. οἰκοδόμοι γίνονται χτίζοντας σπίτια, κιθαριστὲς παίζοντας κιθάρα• μὲ τὸν ἴδιο τρόπο γινόμαστε: δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, σώφρονες κάνοντας σώφρονες πράξεις, ἀνδρεῖοι κάνοντας ἀνδρεῖες πράξεις.

Τὴν ἐπιβεβαίωση μᾶς τὴν προσφέρει καὶ αὐτὸ ποὺ γίνεται στὶς πολιτεῖες• πραγματικά, οἱ νομοθέτες κάνουν καλούς τοὺς πολίτες τους ἀσκώντας τους νὰ ἀποκτοῦν τὶς συγκεκριμένες συνήθειες ― αὐτὴ εἶναι ἡ θέληση τοῦ κάθε νομοθέτη, καὶ ὅσοι δὲν τὰ καταφέρνουν σ’ αὐτό, δὲν πετυχαίνουν στὸ ἔργο τους• σ’ αὐτό, ἄλλωστε, καὶ διαφέρει τελικὰ τὸ ἕνα πολίτευμα ἀπὸ τὸ ἄλλο, τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ λιγότερο καλό.Ἐπίσης: Ἡ γένεση κάθε ἀρετῆς καὶ ἡ φθορὰ της ἔχουν τὴν ἴδια ἀρχὴ καὶ γίνονται μὲ τὰ ἴδια μέσα ― ἔτσι ἀκριβῶς γίνεται καὶ στὶς τέχνες: παίζοντας κιθάρα γίνονται καὶ οἱ καλοὶ καὶ οἱ κακοὶ κιθαριστές• τὸ ἴδιο καὶ οἱ οἰκοδόμοι καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι: χτίζοντας μὲ καλὸ τρόπο σπίτια θὰ γίνουν καλοὶ οἰκοδόμοι, χτίζοντάς τα ὅμως μὲ κακὸ τρόπο θὰ γίνουν κακοί• ἂν δὲν ἦταν ἔτσι, δὲν θὰ ὑπῆρχε ἀνάγκη δασκάλου, καὶ ὅλοι θὰ ἦταν καλοὶ ἤ κακοὶ ἐκ γενετῆς. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς ἀρετές: κάνοντας αὐτὰ ποὺ κάνουμε στὴν καθημερινή μας συνάφεια μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἄλλοι γινόμαστε δίκαιοι καὶ ἄλλοι ἄδικοι• ἐπίσης: κάνοντας αὐτὰ ποὺ κάνουμε στὶς ἐπικίνδυνες καὶ φοβερὲς περιστάσεις τῆς ζωῆς καὶ ἀποκτώντας σιγὰ σιγὰ τὴ συνήθεια νὰ αἰσθανόμαστε φόβο ἤ θάρρος, ἄλλοι γινόμαστε ἀνδρεῖοι καὶ ἄλλοι δειλοί. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ σὲ σχέση μὲ τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὴν ὀργή: ἄλλοι γίνονται σώφρονες καὶ πρᾶοι καὶ ἄλλοι ἀκόλαστοι καὶ ὀργίλοι, οἱ πρῶτοι μὲ τὸ νὰ συμπεριφέρονται ἔτσι στὶς περιστάσεις αὐτὲς καὶ οἱ ἄλλοι μὲ τὸν ἀντίθετο τρόπο. Μὲ δυὸ λόγια: οἱ ἕξεις γεννιοῦνται ἀπὸ τὴν ἐπανάληψη ὅμοιων ἐνεργειῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ φροντίζουμε οἱ ἐνέργειές μας νὰ ἔχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ἀφοῦ οἱ ἕξεις εἶναι τελικὰ ἀντίστοιχες πρὸς τὶς διαφορὲς ποὺ οἱ ἐνέργειες αὐτὲς παρουσιάζουν μεταξύ τους. Δὲν ἔχει λοιπὸν μικρὴ σημασία νὰ ἀποκτᾶ κανεὶς ὅσο γίνεται πιὸ νέος αὐτὲς ἤ ἐκεῖνες τὶς συνήθειες· ἴσα ἴσα ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία, ἤ μᾶλλον σημαίνει τὸ πᾶν.

από το agiazoni.gr

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Οκτωβρίου 2013

Τον πιο μακρινό γαλαξία ανακάλυψαν αστρονόμοι, κάτι που ωθεί προς τα πίσω την άποψη των επιστημόνων για τη δημιουργία του Σύμπαντος. Το φως από τον γαλαξία, ο οποίος φέρει την ονομασία z8_GND_5296, εντόπισαν το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble και το παρατηρητήριο Keck στη Χαβάη.

 

«Μαθαίνουμε τόσα πολλά για μια εποχή τόσο πίσω στο χρόνο που είναι δύσκολο να το συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Αυτός ο γαλαξίας που βλέπουμε είναι περίπου 13.1 δισεκατομμύρια χρόνια πριν, δηλαδή 8 δισεκατομμύρια χρόνια προτού καν γεννηθεί ο ήλιος μας και φυσικά πολύ περισσότερο προτού εμφανιστεί ζωή πάνω στη Γη», δήλωσε ο επικεφαλής των ερευνών, καθηγητής Στίβεν Φίνκελσταϊν.

Παραδόξως, από ένα σύνολο 43 υποψήφιων μακρινών γαλαξιών, μόνο ο z8_GND_5296 αποκάλυψε τα βασικά στοιχεία της χημικής διαδικασίας που απαιτείται για την εκτίμηση και επιβεβαίωση της απόστασης.

Αυτό άφησε τον Φίνκελσταϊν και τους συναδέλφους του να αναρωτιούνται εάν η ανακάλυψη αυτή τους έφερε μπροστά σε ένα μεγαλύτερο μυστήριο: Πόσο καιρό χρειάστηκε προκειμένου το φως από τα πρώτα αστέρια και τους γαλαξίες να τρυπήσει ένα πέπλο αερίου υδρογόνου, το οποίο υπήρχε από την αρχή της ιστορίας του Σύμπαντος;

AΠΟ In.gr

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι σε κάποιο χρονικό σημείο η υψηλής ενέργειας υπεριώδης ακτινοβολία από την έκρηξη αστέρων διέσπασε τα διαγαλαξιακά άτομα υδρογόνου σε ηλεκτρόνια και πρωτόνια. Μόλις ιονίστηκε, το υδρογόνο θα ήταν ηλεκτρικά αγώγιμο και δεν θα διέχεε πλέον τις δέσμες του φωτός. Πιθανώς κάτι τέτοιο συνέβαινε κατά το χρονικό διάστημα ύπαρξης του z8_GND_5296, υποστηρίζουν οι επιστήμονες.

Ο γαλαξίας έχει περίπου 1 δισεκατομμύριο φορές τη μάζα του ήλιου και διαθέτει δύο ασυνήθιστα χαρακτηριστικά, τα οποία έκαναν αυτόν ορατό ενώ άλλους όχι.

Πρώτον, στον z8_GND_5296 ο σχηματισμός των αστεριών πραγματοποιείται με πολύ ταχύτερο ρυθμό, περίπου 100 φορές μεγαλύτερο σε σχέση με το Γαλαξία μας, κάνοντάς τον φωτεινότερο από άλλους. Δεύτερον, περιέχει ένα εκπληκτικά υψηλό ποσοστό στοιχείων που είναι βαρύτερα από το υδρογόνο και το ήλιο.

Τα εν λόγω στοιχεία δημιουργούνται από την πυρηνική σύντηξη που πραγματοποιείται στο εσωτερικό των άστρων, και για το λόγο αυτό είτε ο γαλαξίας περιέχει τα απομεινάρια πολλών μεγάλων αστεριών που είχαν εκραγεί ή σχηματίστηκε σε μία περιοχή του διαστήματος η οποία είχε προηγουμένως δημιουργηθεί από μία προγενέστερη γενιά αστεριών, δηλώνουν οι επιστήμονες.

Ο Φίνκελσταϊν και οι συνεργάτες του ελπίζουν να καταφέρουν να πραγματοποιήσουν μια ευρύτερη έρευνα για τους αρχαίους γαλαξίες μέσω του Hubble, ωστόσο περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τον z8_GND_5296 αναμένεται να γίνουν γνωστές όταν η NASA εγκαινιάσει το νέο παρατηρητήριό της και το διαστημικό τηλεσκόπιο JamesWebb, το 2018.

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Οκτωβρίου 2013

 

Να μπορούσα ν’ αλλάξω του κόσμου
τις καινούριες μεγάλες αγάπες που περνάνε
Να μπορούσα με μια και καλή
να τις κάνω πολύ πιο πολύ να κρατάνε
Να μπορούσα ν’ αλλάξω κι εκείνο
που με πιάνει μια λύσσα να δίνω σ’ όποιον τύχει
Να μπορούσα να μη μετανιώνω
στην καρδιά όταν πρέπει να υψώνω νέα τείχη

Κι αν αγαπώ, θέλω ν’ ακούω πως μ’ αγαπάνε
κι αν αφεθώ, να `χουνε κάπου να με πάνε
Και θ’ αφεθώ, αρκεί να δω πως κάπου πάω
αρκεί αυτό αυτό σημαίνει αγαπάω

Να μπορούσα ν’ αλλάξω του κόσμου
τα θα είμαι κοντά σου για πάντα που ξεχνιούνται
Να μπορούσανε μια και καλή
όσοι φεύγουν αυτά που έχουν πει να θυμούνται

Κι αν αγαπώ, θέλω ν’ ακούω πως μ’ αγαπάνε
κι αν αφεθώ, να `χουνε κάπου να με πάνε
Και θ’ αφεθώ, αρκεί να δω πως κάπου πάω
αρκεί αυτό αυτό σημαίνει αγαπάω

αυτό σημαίνει αγαπάω

από stixoi info

#2