Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Φεβρουαρίου 2014

(…) Μεγαλώσαμε, αλητέψαμε, λεηλατήσαμε και μας λεηλάτησαν πειρατές επιπόλαιοι χωρίς χρυσό δόντι και γάντζο στο χέρι, κάναμε γιουρούσι στις ήττες, και τι όμορφα που γελάει κανείς όταν είναι λυπημένος… Αυτό το γέλιο που στάζει αλμύρα και έχει τον ίσκιο των αναμνήσεων στον ήχο του. Μην κλείνεις τα μάτια τώρα που λιγόστεψε η διαδρομή. Άσε το αεράκι να διαπεράσει τις ηλικίες σου και πάρε με τηλέφωνο μόλις φτάσεις στο όνειρό σου. Αμέσως. Και πού είσαι; Εκείνο το κρυμμένο τραύμα πώς το κρατάς ακόμα κόκκινο; (…)

Τα τρελά παιδιά συνήθως χάνονται από τα χέρια των γονιών τους κι ανοίγουνε λογαριασμούς με τον ουρανό. Ή τη θάλασσα. Θα τα βρείτε σε λόφους να ανεμίζουν αετούς, προσπαθώντας νa ελαφρύνουν τόσο που να φύγουν μαζί τους προς τα πάνω∙ ή πλάι στα νερά να καθρεφτίζουν μάτια αλλόκοτα και λένε λόγια που μπορεί και να σημαίνουν: «Εγώ, ο μονογενής υιός της θλίψης, επιθυμώ σε νερό θανάσιμο να μετατραπώ και να κατακλύσω εκείνους που δεν μπόρεσαν να μʼ αγαπήσουν» (…)
«Κομνηνών 8, Ελληνικό. Η Άννα δεν μένει πια εδώ. Ο αριθμός που καλείτε έχει αλλάξει. Για περισσότερες πληροφορίες καλέστε το 199. Να σβήσει αυτό το ρημάδι το τσιγάρο που εξακολουθεί να καίει μέσα στο απόλυτο σκοτάδι τριών ετών. Σπάνια περνάω. Δεν θέλω να δω την κάφτρα πίσω από το τζάμι της τραπεζαρίας, στην πολυθρόνα που ρίζωσες για μια δεκαετία. Δεν θέλω να σε ξέρω πια, μητέρα. Ήθελα να σε γνώριζα.

Κυριακή Ψαρρού στις 17 Φεβρουαρίου 2014

Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που θα χαρακτήριζα ερευνητή.

Ερευνητής είναι κάποιος που ψάχνει, όχι απαραιτήτως κάποιος που βρίσκει.
Ούτε είναι κάποιος που ξέρει στα σίγουρα τι είναι αυτό που ψάχνει. Είναι απλώς κάποιος, για τον οποίο η ζωή αποτελεί μία αναζήτηση.
Μιά μέρα ο ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει μεγάλη σημασία στα προαισθήματά του που πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε.
Μετά από δύο ημέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δεξιά από ένα μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο. Μιά μπρούτζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει.                                                       Ξαφνικά αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σε εκείνο το μέρος. Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δένδρα. Άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου. Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή κι ίσως γι αυτό ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μία από τις πέτρες.
Αμπντούλ Ταρέγκ: Έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες, 2 εβδομάδες και 3 ημέρες.
Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μιά πέτρα, Ήταν ταφόπλακα. Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σε εκείνο το μέρος. Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωπος συνειδητοποίησε ότι και η διπλανή πέτρα είχε μία επιγραφή. Πλησίασε και τη διάβασε

Γιαμίρ Καλίμπι. Έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες και 3 βδομάδες

Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση. Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος.Μία μία άρχιζε να διαβάζει τις πλάκες. Όλες ήταν παρόμοιες Επιγραφές, ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού. Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήτα η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος που είχε ζήσει περισσότερο μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια…

Νικημένος από μία αβάσταχτη θλίψη έκατσε κι άρχισε να κλαίει.
Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε. Τον κοίταζε σιωπηλός που έκλαιγε, και μετά τον ρώτησε αν το έκανε γιά κάποιον συγγενή του.
«Όχι γιά κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σε αυτό το χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σε αυτό το μέρος; Ποιά είναι η τρομερή κατάρα που βαραίνει αυτούς τους ανθρώπους και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα νεκροταφείο γιά παιδιά;»

Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε:
«Μπορείτε να ηρεμήσετε, δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω…
«Όταν ένας νέος συμπληρώνει τα 15 του χρόνια, οι γονείς του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, γιά ναν το κρεμάει στο λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει.
Στα δεξιά αυτό που απόλαυσε. Στα αριστερά πόσο χρόνο κράτησε αυτή η απόλαυση.
«Έστω ότι γνώρισε μιά κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε αυτό το μεγάλο πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους. Μιά εβδομάδα; Δύο; Τρείς;»
«Και μετά η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση του πρώτου φιλιού. Πόσο κράτησε ενάμισι λεπτό, μία εβδομάδα; Και η εγκυμοσύνη και η γέννηση του πρώτου παιδιού; Και ο γάμος των φίλων και το ταξίδι που πάντα ήθελε και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μιά μακρινή χώρα; Πόσο κράτησε στα αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων; Ώρες; Μέρες;
«Έτσι συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε. Κάθε λεπτό.
«Όταν κάποιος πεθαίνει έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιό του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης γιά να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του. Γιατί αυτός είναι γιά εμάς ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος που έχουμε ζήσει»!

(Αντιγραφή από το υπέροχο βιβλίο ζωής του Αργετίνου Χόρχε Μπουκάι «ιστορίες να σκεφτείς»)

Δυο ώρες πικρές περάσαμε σ’ αυτό το καταραμένο παγκάκι, χωρίς να μπορούμε να σπάσουμε τη σιωπή που μας κρατάει απ’ το σβέρκο.

― Έρικα, αγάπη μου, λέω σε μια στιγμή κ’ είναι σα μια πνιγμένη κραυγή.

Δε λέει τίποτα, δεν ρίχνεται στην αγκαλιά μου να κλάψουμε, σε λίγο σηκώνεται.

― Είσαι εντάξει, Κώστας, λέει. Την έκανες για μένα την αγγαρεία. Εσύ δεν ήθελες να ’ρθεις.

― Και πειράζει, που την έκανα για σένα; ρωτάω.

― Πειράζει. Άλλο θα ’ταν να το θέλαμε κ’ οι δυο, λέει πεισματωμένη και ξεκινάει να φύγουμε.

Δεν μιλήσαμε σ’ όλο το δρόμο – ξέρουμε κ’ οι δυο μας. Είναι το τέλος.

 

Πόσο το πήγαμε αυτό το τέλος; Δυο μήνες, τρεις μήνες; Μήτε να ’μαστε σαν πρώτα μήτε να χωρίζουμε. Σερνόμασταν. Εμείς που αγαπηθήκαμε τόσο… Την έκανα εγώ την αρχή. Δεν πέρασα ένα βράδι στο κατάστημα να την πάρω. Εκείνη δεν ήρθε το Σάββατο σπίτι – είμουνα μέσα και την περίμενα. Εγώ δεν πήγα την Κυριακή στο δικό της σπίτι – εκείνη θα ’τανε μέσα και θα περίμενε.

 

Πέντε μήνες όλο κι όλο βάσταξε ο δικός μας έρωτας. Τόσο, λέω, να ’ναι η νόρμα του και για τους άλλους; Ή μήπως ο έρωτας δεν είναι για τους φτωχούς – τα μπερδεύουν όλα και πεινασμένοι γι’ αυτό που λέγαμε, την αληθινή ζωή – τα περιμένουν όλα μονάχα απ’ τον έρωτα; Ή μήπως ακόμα, έτσι είναι ο κόσμος αυτός ο σημερινός μας – ξεμάθαμε ν’ αγαπούμε, δεν ξέρουμε τι μας φταίει – και διαολιζόμαστε με τον έρωτα, όσο να τον χαλάσουμε, να δούμε τι έχει από μέσα;

 

Έτσι τον έμαθα και τον έρωτα. Έμαθα, πως είναι μεγαλύτερος απ’ τον άνθρωπο, είναι λοιπόν, ακατόρθωτος. Μια φαντασία για κάποιον καιρό και καταλαγιάζει, σκορπίζεται. Και πρέπει, λέω, να ’ναι πολύ σπάνιο πράμα – της τύχης ολότελα – τα δυο πλάσματα να μπορούν να μείνουν ενωμένα, έτσι που τα θέλαμε εμείς. Ο συμβιβασμός που μπορούν να κάνουν – ορίστε, τον έκανα εγώ – δεν είναι για να σώσουν τον έρωτα, είναι για να τον ξεφύγουν, να παραιτηθούν απ’ αυτόν. Και πάλι δεν σώζεται τίποτα. Άλλοι μένουνε παραιτημένοι, μαζί και χωρίς τον έρωτα. Οι άλλοι χωρίζουν – να μην τον προδώσουν. Κ’ έτσι κι αλλιώς η πίκρα πάντα μένει. Για πάντα. Δεν είναι που λείπει τ’ αγαπημένο πρόσωπο, αυτό που φάνηκε πως είταν ο έρωτας. Είναι για την γνωριμιά του ακατόρθωτου. Γι’ αυτή την αίσθηση του άφθαστου που έχω και εγώ. Η Έρικα και κείνα τα τραίνα τα μισητά μου που δεν πάνε πουθενά, γίναν ένα πράμα. Είναι ο μεγάλος, ο άπιαστος κόσμος – που δεν υπάρχει. Η φαντασία μας τον άγγιξε μια στιγμή με τον έρωτα. Μια στιγμή μονάχα – και χάθηκε.

 

Η Έρικα που ’ταν ο έρωτας έφυγε. Η άλλη η Έρικα είναι μια κοπέλα που δουλεύει χαμάλισσα σ’ ένα κατάστημα λίγο πιο κάτω απ’ το Ντομ. Γλυκιά, φτωχή, βολικιά. Είναι μια τίμια κοπέλα – τίμια στο φίφτυ-φίφτυ, τίμια στον έρωτα, τίμια στο χωρισμό. Από μας τους φτωχούς – και γω πολύ την αγάπησα. Άμα θέλω, μπορώ να πάω, στέκομαι και περιμένω την ώρα που θα σκολάσουν, την παίρνω στο σπίτι, ξαναπηγαίνουμε στο δικό της. Για το φίφτυ-φίφτυ, χωρίς τον έρωτα. Και πάω την Κυριακή το πρωί και στα μανιτάρια της – για τον αέρα τον καθαρό, για να σκοτώνουμε τον καιρό – αφού δεν έχουμε και τι να τον κάνουμε. Και παντρευόμαστε κιόλας – για το γάμο, χωρίς τον έρωτα. Κ’ έχουμε και δύο μιστούς. Και κάνουμε και δύο παιδιά, από τα δώδεκα που ’θελε. Έτσι δεν είναι; Έτσι δε γίνεται μ’ όλους;

 

Ε, λοιπόν, όχι του κερατά… Μένω με την άλλη – που δεν θα ξανάρθει. Εκείνη την Έρικα που ’χε τον τρόμο στα μάτια. Να πικραίνομαι, να μετανιώνω, ν’ αποδιώχνω το βράδι την αγαπημένη της θύμηση, να την ονειρεύομαι μέσα στον άπιαστο κόσμο – ναι, ναι, εγώ το τίποτα των ανθρώπων, ο Κώστας εκείνος ο ανύπαρκτος…

 

από το logotexnikesmikrografies.blogspot.gr

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Φεβρουαρίου 2014

ια πρώτη φορά ερευνητές αποτύπωσαν σε βίντεο το πώς οι αναμνήσεις σχηματίζονται στον εγκέφαλο. Στο βίντεο αυτό φαίνονται φθορίζοντα μόρια τα οποία κινούνται μέσα στον εγκέφαλο ποντικού και δημιουργούν τις αναμνήσεις. Σύμφωνα με τους ειδικούς του Κολεγίου Ιατρικής Αλμπερτ Αϊνστάιν του Πανεπιστημίου Γεσίβα, η «σύλληψη» των αναμνήσεων εν τη γενέσει τους μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στην κατανόησή μας σχετικά με τη λειτουργία του εγκεφάλου.

Πώς έγινε η «σύλληψη»
Στο πλαίσιο του πειράματός τους οι επιστήμονες «παρακολούθησαν» στενά μόρια ζωτικής σημασίας για τον σχηματισμό των αναμνήσεων. Ενέχυσαν φθορίζουσα σήμανση στα μόρια αυτά προκειμένου να τα παρατηρούν ενόσω ταξίδευαν σε πραγματικό χρόνο μέσα σε ζώντα εγκεφαλικά κύτταρα.
Διέγειραν νευρώνες στον ιππόκαμπο του εγκεφάλου ενός ποντικού – πρόκειται για την περιοχή όπου οι αναμνήσεις συντίθενται και αποθηκεύονται βραχυπρόθεσμα – και στη συνέχεια παρακολούθησαν τα φθορίζοντα μόρια mRNA β-ακτίνης να σχηματίζονται στους πυρήνες των νευρώνων και να ταξιδεύουν μέσα στους δενδρίτες (πρόκειται για τις αποφυάδες των νευρώνων που λειτουργούν ως «πύλες εισόδου» των πληροφοριών που λαμβάνουν τα νευρικά κύτταρα).
Μάλιστα, όπως είδαν οι ερευνητές, το mRNA στους νευρώνες ρυθμίζεται μέσω μιας διαδικασίας που πρώτη φορά περιγράφεται. Με τη διαδικασία αυτή η β-ακτίνη συντίθεται σε συγκεκριμένες στιγμές, σε συγκεκριμένες περιοχές και σε συγκεκριμένες ποσότητες.

Η ευφυέστατη στρατηγική των νευρώνων
Τα ευρήματα αυτά μαρτυρούν ότι οι νευρώνες έχουν αναπτύξει μια ευφυέστατη στρατηγική προκειμένου να ελέγχουν πώς λειτουργούν οι πρωτεΐνες που εμπλέκονται στη δημιουργία των αναμνήσεων. «Η παρατήρηση ότι οι νευρώνες ενεργοποιούν επιλεκτικά τη σύνθεση πρωτεϊνών και στη συνέχεια ‘κατεβάζουν τον διακόπτη’ της διαδικασίας ταιριάζει απόλυτα με το πώς σχηματίζονται οι αναμνήσεις» ανέφερε ο επικεφαλής της μελέτης δρ Ρόμπερτ Σίνγκερ και συμπλήρωσε: «Η συχνή ενεργοποίηση του κάθε νευρώνα καθιστά το mRNA διαθέσιμο ελεγχόμενα με αποτέλεσμα η β-ακτίνη να συσσωρεύεται ακριβώς όπου χρειάζεται για να ενισχύονται συγκεκριμένες συνάψεις».
Προηγμένες απεικονιστικές τεχνικές ήταν εκείνες που παρείχαν το μοναδικό αυτό «παράθυρο» στον τρόπο σχηματισμού των αναμνήσεων από τον εγκέφαλο. Οι ίδιοι οι ερευνητές περιγράφουν τη δουλειά τους ως «ένα μεγάλο τεχνολογικό κατόρθωμα που δεν έχει επιτευχθεί ποτέ στο παρελθόν στα ζώα».
Σε ό,τι αφορά τις δυσκολίες του πρωτοποριακού αυτού πειράματος, οι επιστήμονες από το Κολέγιο Αλμπερτ Αϊνστάιν σημειώνουν ότι «οι προσπάθειες για να ανακαλυφθεί πώς οι νευρώνες δημιουργούν τις αναμνήσεις είχαν επί μακρόν αντιμετωπίσει μεγάλα εμπόδια. Και αυτό διότι οι νευρώνες είναι άκρως ευαίσθητοι στην οποιαδήποτε παρέμβαση. Ωστόσο πρέπει κάποιος να παρέμβει στο εσωτερικό τους για να ανακαλύψει τις μοριακές διεργασίες που οδηγούν στον σχηματισμό των αναμνήσεων».
Οι ειδικοί προσθέτουν πως είναι άκρως σημαντικό το γεγονός ότι κατάφεραν να αναπτύξουν το συγκεκριμένο μοντέλο ποντικού χωρίς να χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν τεχνητά γονίδια ή να προχωρήσουν σε οποιουδήποτε άλλου είδους παρέμβαση του θα έβλαπτε τους νευρώνες.
Το νέο επίτευγμα παρουσιάζεται σε δύο άρθρα στην επιθεώρηση «Science».

Τα επόμενα βήματα
Επόμενος στόχος των ερευνητών είναι να μελετήσουν περαιτέρω τη μοριακή βάση της μνήμης. Για τον λόγο αυτό το εργαστήριο του δρος Σίνγκερ αναπτύσσει τεχνολογίες για την απεικόνιση των νευρώνων στον εγκέφαλο ζωντανών ποντικιών σε συνεργασία με τον δρα Βλαντισλάβ Βερκούσα που επίσης εργάζεται στο

Κολέγιο Αλμπερτ Αϊνστάιν.
Με δεδομένο ότι ο ιππόκαμπος έχει την έδρα του βαθιά μέσα στον εγκέφαλο, οι επιστήμονες ελπίζουν να αναπτύξουν υπέρυθρες φθορίζουσες πρωτεΐνες οι οποίες θα εκπέμπουν φως το οποίο θα έχει την ικανότητα να διαπερνά τους ιστούς. Μια άλλη πιθανότητα θα ήταν η ανάπτυξη μιας συσκευής οπτικών ινών που θα εισάγεται στον εγκέφαλο και θα παρατηρεί τους νευρώνες του ιππόκαμπου που συνθέτουν τη μνήμη.

Κυριακή Ψαρρού στις 6 Φεβρουαρίου 2014

Ω ναι! Ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις πως δεν χρειάζεται ωκεανός  για να πνιγείς. Υπάρχουν πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους, μέσα στη βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο τους πάπλωμα.

Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ΄ένα κουπάκι του καφέ, σ΄ένα κουταλάκι του γλυκού.
Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται. Ας είναι γλυκός και ανόνειρος. Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.

  από το poihtikostayrodromi.blogspot.gr

 

 

 

 


Κι ὅμως εἶναι ἑλληνικές· ἐτυμολογική ἐξέταση λέξεων τῆς Ἀγγλικῆς

Ἄν σᾶς ρωτήσει κανείς, θέλοντας νά ἐλέγξει τίς ἐτυμολογικές γνώσεις σας στήν Ἀγγλική ἤ στήν Ἑλληνική, ἄν λέξεις ὅπως λ.χ. butter «βούτυρο», paper «χαρτί», church «ἐκκλησία», sketch «σκαρίφημα – θεατρικό σκέτς», bomb «βόμβα», clergy «κληρικός» καί clerk «ὑπάλληλος», chart «χάρτης» καί card «κάρτα», calm «νηνεμία, γαλήνη», pain «πόνος», pirate «πειρατής», diploma «δίπλωμα», chanel «δίαυλος», priest «ἱερέας», buffalo «βουβάλι», monk «μοναχός», bishop «ἐπίσκοπος» κ.α. προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική ἤ εἶναι ἀμιγῶς ἀγγλικές, μή βιαστεῖτε νά ἀπαντήσετε ὅτι δέν σᾶς φαίνονται ἑλληνικές. Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι περνώντας μέσα ἀπό διάφορους, συχνά δαιδαλώδεις καί σκολιούς, γλωσσικούς δρόμους οἱ λέξεις αὐτές ἔφτασαν στήν Ἀγγλική, ἔχοντας ξεκινήσει ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα. Εἶναι δάνειες λέξεις τῆς Ἀγγλικῆς ἀπό τήν Ἑλληνική. Μία ματιά σέ ἔγκυρα λεξικά τῆς Ἀγγλικῆς (Webster, Random House, Longman, Oxford κ.α.) μπορεῖ νά σᾶς πείσει.

Τό ἀρχ. ἑλληνικό βούτυρον / βούτυρος (βούς + τυρός), μέσω τοῦ λατιν. butyrum, ἔδωσε τό ἀρχ. ἀγγλ. butere, ἀπ’ ὅπου τό σύγχρονο ἀγγλ. butter (καί τά γερμ. Butter, γαλλ. beurre, ἰταλ. burro κ.α.). Τό ἀρχ. ἑλλην. πάπυρος, πού δήλωσε τήν πρώτη μορφή γραφικῆς ὕλης ἀπό τό ὁμώνυμο φυτό τό ὁποῖο εὐδοκιμοῦσε στήν Αἴγυπτο, ἔδωσε τό ἀγγλ. paper (γαλλ. papier, γερμ. Papier κ.ἄ.) μέσω τοῦ λατιν. papyrum, ἀπ’ ὅπου τό μεσαιων. γαλλ. papier καί τό μεσαιων. ἀγγλ. papir. Πιό σύνθετη εἶναι ἡ προέλευση τῆς λέξης πού δήλωσε στήν Ἀγγλική «τήν ἐκκλησία», τῆς λ. church. Ξεκίνησε ἀπό τό ἑλληνιστ. κυριακόν (δῶμα) «ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου» (ἀπό τό Κύριος), τό ὁποῖο, μέσω τοῦ ἀρχ. γερμ. kirihha (ἀπ’ ὅπου τό νέο γερμ. Kirche «ἐκκλησία») καί τῶν ἀρχ. ἀγγλ. cirice καί μεσαιων. ἀγγλ. chirche, ἔδωσε τό νέο ἀγγλ. church. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες χριστιανοί χρησιμοποίησαν τό ἀρχ. ἐκκλησία (ἐκκλησία τοῦ δήμου «ἡ συγκέντρωση τοῦ λαοῦ / τῶν πολιτῶν ὡς θεσμικό ὄργανο») μέ νέο περιεχόμενο: χῶρος ὅπου συγκεντρώνονται οἱ πιστοί γιά νά λατρεύσουν τόν Θεό (ἐνῶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες χρησιμοποιοῦσαν τή λ. ναός, μέ τήν ἀντίληψη ὅτι ἀποτελεῖ χῶρο ὅπου ναίουν, ὅπου κατοικοῦν οἱ θεοί).

Ἐνδιαφέρον ἔχει, γιά τίς περιπέτειές της, ἡ λέξη sketch «σκαρίφημα – θεατρικό σκέτς». Ποιός τό φαντάζεται, ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι προέρχεται ἀπό τήν ἑλλην. λ. σχέδιο; Ἡ ἀρχαία ἑλλ. λ. σχέδιον (ἀπό τό ἀρχ. σχέδιος πού σήμαινε «προσωρινός, αὐτοσχέδιος», προερχόμενη ἀπό τή λ. σχεδόν κι αὐτή ἀπό τό ἔχω), μέσω τοῦ λατιν. schedium, ἔδωσε τό ἰταλ. schizzo, πού πέρασε στά ὀλλανδικά ὡς schets, ἀπό ὅπου τό ἀγγλ. sketch. Τό περίεργο γιά τή ζωή τῶν λέξεων εἶναι ὅτι τό ἑλλην. σχέδιο ἐπανῆλθε στούς νεότερους χρόνους στήν Ἑλληνική, δηλ. ὡς «ἀντιδάνειο» (ὡς δάνειο δανείου!…), μέσα ἀπό δύο ξένες γλῶσσες: ἀπό τήν Ἰταλική ὡς σκίτσο καί ἀπό τήν Ἀγγλική ὡς σκέτς.
Ἀνάλογη εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἀγγλ. scene «σκηνή». Προέρχεται ἀπό τό ἑλλην. σκηνή, μέσω τοῦ λατιν. scaena / scena. Ἀπό τό ὑποκοριστικό τοῦ λατιν. scene, ἀπό τό scenarium, προῆλθε τό ἰταλ. scenario πού πέρασε σέ διάφορες γλῶσσες (ἀγγλ. scenario, γαλλ. scenario κ.α.) καί ἐπανῆλθε στά Ἑλληνικά ὡς σενάριο (ἀντιδάνειο). Ἀπό τό θέμα σχ- (τοῦ ἔχω, πβ. κατά-σχ-ω, παρά-σχ-ω, σχ-εδόν) πού εἴδαμε καί στό σχέδιο, προῆλθε καί ἡ λ. σχῆμα πού ἔδωσε, μέσω τοῦ λατιν. schema, τό ἀγγλ. scheme.

Μία λέξη πού θά ξαφνίαζε ἴσως ὅταν κανείς διαπιστώσει ὅτι εἶναι ἑλληνική, εἶναι ἡ ἀγγλική λ. pain «πόνος». Ἡ λέξη αὐτή προῆλθε ἀπό τήν ἑλλην. λ. ποινή πού σήμαινε ἀρχικά «τιμή αἵματος, ἐκδίκηση (γιά ἔγκλημα)» καί μετά «τιμωρία». Μέσω τοῦ λατ. poena, πού ἔδωσε τό γαλλ. peine (ἀρχικά σήμαινε «τά βασανιστήρια τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως»), προῆλθε τό ἀγγλ. pain μέ τή σημ. «πόνος» ὡς ἀπόρροια τῶν πόνων ἀπό τά βασανιστήρια καί ὡς ἐπακόλουθο τῆς τιμωρίας γενικότερα. Ἐξίσου ἴσως θά ξάφνιαζε καί ἡ ἀγγλική λ. calm «κάλμα, νηνεμία».

Κι αὐτή προῆλθε ἀπό ἑλληνική λέξη, τό ἀρχ. καῦμα, πού δήλωνε τόν καύσωνα καί τό θέρος, ὁδηγώντας συνεκδοχικά στή σημ. τῆς ἠρεμίας τῆς θάλασσας, τῆς ἔλλειψης δυνατῶν ἀνέμων. Στήν Ἀγγλική ἔφτασε ἡ λέξη ἀπό τό ἰταλ. calma πού ἀνάγεται σέ ὄψιμο λατιν. cauma ἀπό τό καῦμα. Ὅτι ἡ λ. ξαναγύρισε στήν Ἑλληνική μέσω τῆς Ἰταλικῆς ὡς κάλμα, δηλ. ὡς ἀντιδάνειο, εἴδαμε ὅτι ἀποτελεῖ συχνό φαινόμενο. Τό ἀρχ. πειρῶμαι «προσπαθῶ, ἀποπειρῶμαι, τολμῶ» ἔδωσε στή μεταγενέστερη Ἑλληνική τή λ. πειρατής πού προφανῶς θά σήμαινε ἀρχικά αὐτόν πού ἀποτολμᾶ παράτολμα καί παράνομα ἐγχειρήματα. Μέσω τοῦ λατιν. pirata ἡ λ. ἔδωσε τό ἀγγλ. pirate.

Στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα μία σειρά ἀπό ἀγγλικές λέξεις προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική, χωρίς αὐτό νά εἶναι ἀμέσως αἰσθητό στόν μή εἰδικό. Τέτοιες εἶναι οἱ ἀγγλικές λέξεις priest, clergy (καί clerc), bishop, monk κ.α. Συγκεκριμένα τό ἑλλην. πρεσβύτερος (ἀρχική σημ. «γεροντότερος») ἔδωσε τό ὄψιμο λατ. presbyter. Ἀπό αὐτό, μέ ὁρισμένες μεταβολές, προῆλθε τό ἀρχ. ἀγγλ. preost καί κατόπιν τό μεσαίων. ἀγγλ. preist, πού ἔδωσε τό νεότ. ἀγγλ. priest. Τό ἑλλην. κληρικός (ἀπό τή λ. κλῆρος) «αὐτός πού τοῦ πέφτει ὁ κλῆρος, πού τοῦ ἀνατίθεται ἕνα ἔργο» ἔδωσε τό ὄψιμο λατιν. clericus ἀπ’ ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. cleric καί clerc. Ἀπό αὐτά προῆλθε τό ἀγγλ. clerk «λόγιος» – «ὑπάλληλος ἐξουσιοδοτημένος μέ συγκεκριμένο ἔργο» – «ἁπλός ὑπάλληλος». Τό ἀρχ. ἀγγλ. clerc ἔδωσε καί τόν ἐκκλησιαστικό ὅρο clergy «κληρικός, ἱερωμένος». Τό ἑλλην. ἐπίσκοπος εἶναι ἡ λέξη ἀπ’ ὅπου προῆλθε τό ἀγγλ. bishop «ἐπίσκοπος», μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. episcopus, ἀπ’ ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. bisceop καί μεσαίων. ἀγγλ. bishhop πού προηγήθηκαν τοῦ νεότερου ἀγγλικοῦ bishop. Ὡς πρός τό ἀγγλ. monk «μοναχός» προῆλθε ἀπό τό μεταγεν. ἑλλην. μοναχός μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. monachus, ἀπ’ ὅπου τό ἀρχ. ἀγγλ. munuc καί μετέπειτα τό νεοτ. ἀγγλ. monk. Τό ἀγγλ. chart «χάρτης» ἀλλά καί τό card «κάρτα» προῆλθαν ἀπό τό ἕλλην. χάρτης. Τό bomb «βόμβα» ἀπό τό ἀρχ. ἑλλην. βόμβος. Τό «πολύ ἀμερικάνικο» buffalo ἀπό τό ἑλλην. βούβαλος. Τό ἑλλην. δίπλωμα (ἀπό διπλώνω, διπλοῦς) μέ τή σήμ. «ἐπίσημο ἔγγραφο» ἔδωσε τό diploma καί ἀπό αὐτό τό diplomat «διπλωμάτης» κ.ο.κ.

Ὅπως ἔγινε, ἐλπίζω, φανερό, ἕνα πλῆθος ἀπό ξένες λέξεις, ἐν προκειμένω ἀγγλικές, ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα, ἀπευθείας ἤ, πιό συχνά, μέσω τῆς λατινικῆς γλώσσας. Ὅσα γράφονται ἐδῶ δέν δίδονται γιά νά ἀποτελέσουν ἀφορμή κομπασμοῦ ἀλλά ὡς νύξεις γιά γλωσσική αὐτογνωσία καί περίσκεψη, γιά τό πόσα ἔχει κανείς νά κερδίσει ἀπό μία ἐτυμολογική περιδιάβαση στούς δρόμους τῆς γλώσσας μας.
από το agiazoni.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Φεβρουαρίου 2014

AΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:

ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ
…Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο.
Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές πραχτικές μου ανάγκες.Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπο μου, στο χάος.
Δεν ξέρω αν πίσω από τα φαινόμενα ζει και σαλεύει μια μυστική, ανώτερη μου ουσία. Κι ούτε ρωτώ δε με νοιάζει.
Γεννοβολώ τα φαινόμενα, ζωγραφίζω με πλήθια χρώματα φανταχτερά, γιγάντιο ένα παραπέτασμα μπροστά από την άβυσσο. Μη λες: “Αναμέρισε το παραπέτασμα, να δω την εικόνα!” Το παραπέτασμα, αυτό είναι η εικόνα.
Είναι ανθρώπινο έργο, πρόσκαιρο, παιδί δικό μου, το βασίλειο μου ετούτο. Μα είναι στέρεο, άλλο στέρεο δεν υπάρχει, και μέσα στην περιοχή του μονάχα μπορώ γόνιμα να σταθώ, να χαρώ και να δουλέψω.
Είμαι ο αργάτης της άβυσσος. Είμαι ο θεατής της άβυσσος. Είμαι η θεωρία κι η πράξη.
Είμαι ο νόμος. Όξω από μένα τίποτα δεν υπάρχει….

ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΕΟΣ
Ψυχανεμίζουμαι πως κι η μαχόμενη ουσία πολεμάει πίσω από τα φαινόμενα να σμίξει με την καρδιά μου. Μα το σώμα στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ο νους στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει.
Ποιο είναι το χρέος μου;
Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν’ ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.
Περπατώ στ’ αφρόχειλα της άβυσσος και τρέμω. Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.
O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου.»
Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ως την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει:
«Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου!
Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!»

ΤΡΙΤΟ ΧΡΕΟΣ
…Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουγκράζεται στον αγέρα κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες.
Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.
Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάμε το τρίτο βήμα.
Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδίας που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία.
Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος…
Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρη κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!
Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν’ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!»
Ξέρω τώρα δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία….

Α’ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ
…Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας. Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω!
Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ ακλούθα μου!
Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος.
Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη.
Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες:
Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.
Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους να ζητάς συντρόφους! …

Γ’ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ
…Τρέχουμε. Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε.
Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπο μας, μια στιγμή, φωτίζεται μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Άδη.
Η μάνα κοιτάει μπροστά, κατά την κόρη η κόρη κοιτάει κι αυτή μπροστά, πέρα από του αντρός της το κορμί, κατά το γιο να πώς πορεύεται στη γης ετούτη ο Αόρατος.
… Περιμάζωξε στην καρδιά σου όλες τις τρομάρες, ανασύνθεσε όλες τις λεπτομέρειες. Ένας κύκλος είναι η λύτρωση κλείσε τον!
Τι θα πει ευτυχία; Να ζει όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.
Είμαστε ένα γράμμα ταπεινό, μια συλλαβή, μια λέξη από τη γιγάντια Οδύσσεια. Είμαστε βυθισμένοι σ’ ένα γιγάντιο τραγούδι και λάμπουμε όπως λάμπουν τα ταπεινά χοχλάδια όσο είναι βυθισμένα στη θάλασσα.
Ποιο είναι το χρέος μας; Ν’ ανασηκώσουμε το κεφάλι από το κείμενο, μια στιγμή, όσο αντέχουν τα σπλάχνα μας, και ν’ αναπνέψουμε το υπερπόντιο τραγούδι.
Να σμίξουμε τις περιπέτειες, να δώσουμε νόημα στο ταξίδι, να παλεύουμε ακατάλυτα με τους ανθρώπους, με τους θεούς και με τα ζώα, κι αργά, υπομονετικά, να μολώνουμε μέσα στα φρένα μας, μελούδι από το μελούδι μας, την Ιθάκη…

Η ΣΙΓΗ

…. Πώς μπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της Άβυσσος και να την καρπίσεις; Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν μπορεί να στριμωχτεί σε λόγια, να υποταχτεί σε νόμους καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος.
Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο. Δρόμος ν’ ανοιχτεί δεν υπάρχει.
Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από τη δική του κεφαλή, ξεφεύγει από το μικρό, όλο απορίες μυαλό του.
Μέσα στη βαθιά Σιγή, όρθιος, άφοβος, πονώντας και παίζοντας, ανεβαίνοντας ακατάπαυτα από κορυφή σε κορυφή, ξέροντας πως το ύψος δεν έχει τελειωμό, τραγουδά, κρεμάμενος στην άβυσσο,

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Φεβρουαρίου 2014

Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ επέστρεψε θριαμβευτής στη Ρώμη το 46 π.Χ., ανάμεσα στα θέματα τα οποία έπρεπε να ρυθμίσει ήταν και η μέτρηση του χρόνου. Ως τότε οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν ένα ημερολογιακό σύστημα που είχε μεν 12 μήνες, αλλά στο οποίο από καιρού εις καιρόν έπρεπε να προστίθενται ημέρες ή και μήνες έτσι ώστε αυτό να διατηρείται σε συμφωνία με τις εποχές. Την ευθύνη για την παρεμβολή των ημερών είχαν οι ιερείς.
Αλλά ο απολυταρχισμός των ιερέων, οι οποίοι άλλοτε αύξαναν το μήκος του έτους προκειμένου να παραμένουν στην εξουσία οι ευνοούμενοί τους συγκλητικοί και άλλοτε το μείωναν ώστε να τελειώνει γρήγορα η θητεία των αντιπάλων τους, είχαν καταστήσει το υπάρχον ημερολογιακό σύστημα μη λειτουργικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι το έτος 46 π.Χ. διήρκεσε 445 ημέρες, δεδομένου ότι αναγκάστηκαν να προστεθούν τόσες ημέρες ώστε αυτό να ευθυγραμμιστεί με την εαρινή ισημερία. Ο Καίσαρ ονόμασε αυτό το έτος ultimus annus confusionis (τελευταίο έτος σύγχυσης) και κάλεσε τους καλύτερους φιλοσόφους και μαθηματικούς της εποχής προκειμένου να δημιουργηθεί το νέο ημερολόγιο.
Στο βιβλίο του David Edwin Duncan «Καλαντάρι» (εκδόσεις Ενάλιος) αναφέρεται ότι ανάμεσα στους προσκεκλημένους του αυτοκράτορα ήταν και ο Σωσιγένης, αλεξανδρινός αστρονόμος, τον οποίο ο Καίσαρ είχε γνωρίσει στο παλάτι της Κλεοπάτρας και με τον οποίο είχε συζητήσει τις πιθανές μετατροπές του ημερολογιακού συστήματος. Μετά από εισήγηση του Σωσιγένη αποφασίστηκε να υιοθετηθεί το ημερολόγιο του Πτολεμαίου Γ’, σύμφωνα με το οποίο ένα έτος 365 ημερών ίσχυε για τρία χρόνια και στη συνέχεια υπήρχε ένα έτος με 366 ημέρες.
Και ενώ όλα τα προβλήματα φάνηκαν να λύνονται, δημιουργήθηκαν καινούργια όταν έπρεπε να δοθούν ονόματα στους μήνες. Ο πρώτος μήνας του έτους ήταν ο Μάρτιος, αφιερωμένος στον θεό του πολέμου, ο οποίος όμως συμβόλιζε και τις δυνάμεις της φύσης. Ετσι μια σειρά από γιορτές αφιερωμένες σε αυτόν ήταν προγραμματισμένες για να γιορταστεί ο ερχομός της άνοιξης. Προφανώς ο πρώτος μήνας του έτους δεν μπορούσε παρά να έχει 31 ημέρες.

Ο δεύτερος μήνας ονομάστηκε Απρίλιος από το aperire (ανοίγω) προκειμένου να συμβολίσει την έξοδο των φυτών από τη γη και αφιερώθηκε στην Αφροδίτη. Μετά από πολλές διαφωνίες αποφασίστηκε να αποτελείται από 30 ημέρες. Η εναλλαγή των 31 ημερών με 30 συνεχίστηκε για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο, οι οποίοι αφιερώθηκαν στις θεές Μαία και Ήρα αντίστοιχα.
Η έμπνευση όμως για την ονοματολογία φαίνεται πως δεν ήταν αρκετή και στους επόμενους μήνες δόθηκαν ονόματα αριθμών. Έτσι αρχικά ο Ιούλιος ήταν ο Quirinalis (πέμπτος μήνας). Αλλά ο Μάρκος Αντώνιος αποφάσισε να του δώσει το όνομα του Ιουλίου, αναμορφωτή του ημερολογίου. Και βεβαίως διατήρησε τις 31 ημέρες του. Ωστόσο δημιούργησε και μια παράδοση. Έτσι, όταν το όνομα του Αυγούστου δόθηκε στον έκτο μήνα, το διαμέτρημα του ανδρός δεν επέτρεπε στον μήνα αυτό να είναι μικρός και ο Αύγουστος απέκτησε επίσης 31 ημέρες.
Και επειδή ο Ιανουάριος έπρεπε να έχει 31 ημέρες δεδομένου ότι ήταν αφιερωμένος στον Ιανό, τον προστάτη της Ετρουρίας, δεν απέμειναν παρά 28 ημέρες για τον Φεβρουάριο, τον τελευταίο μήνα του χρόνου. Το γεγονός ότι αυτός ειδικά ο μήνας δεν θα είχε πολλές ημέρες δεν δυσαρέστησε καθόλου τους Ρωμαίους, δεδομένου ότι όχι μόνο ήταν αφιερωμένος στους νεκρούς αλλά κατά τη διάρκειά του έπρεπε και οι ίδιοι να κάνουν τον ηθικό απολογισμό τους και να αφιερώνονται στη μετάνοια. Ακόμη και το όνομα του μηνός σημαίνει εξιλέωση (Februare).
Τόσο πολύ επιθυμούσαν οι Ρωμαίοι να τελειώσει γρήγορα ο Φεβρουάριος ώστε, προκειμένου να διατηρούν την αίσθηση ότι ο μήνας δεν έχει ποτέ περισσότερες από 28 ημέρες, όταν έπρεπε να έχει 29 δεν προσέθεταν την παραπάνω ημέρα στο τέλος αλλά διπλασίαζαν την έκτη ημέρα του (bi sextus).

Aπό yahoo

…..Ο ιππότης κοίταξε μέσα στο περίεργο καθρέπτη και προς έκπληξη του, αντί για ένα ψηλέα με θλιμμένα μάτια και μεγάλη μύτη, θωραακισμένο ως το λαιμό, είδε ενα γοητευτικό άτομο, όλο ζωή, που τα μάτια του έλαμπαν απο αγάπη και συμπόνια.

“Ποιός είναι αυτός;” ρώτησε.

“Εσύ” αποκρίθηκε η σκιουρίτσα.

“Αυτός ο καθρέπτης είναι απάτη” είπε ο ιππότης. “Δεν είμαι εγώ έτσι.”

“Βλέπεις τον αληθινό σου εαυτό” εξήγησε ο Σαμ, “αυτόν που ζεί κάτω απο την πανοπλία σου.”

“Μα…” έκανε ο ιππότης, κοιτάζοντας πιο βαθιά μέσα στο καθρέφτη, “αυτός ο άνθρωπος είναι…….. τέλειος! Και το πρόσωπο του είναι γεμάτο ομορφιά και αθωότητα.”

“Είναι αυτο που μπορείς να ξαναγίνεις. Όμορφος, αθώος και τέλειος.”

“Αν αυτό ήταν να γίνω απ’ την αρχή” είπε ο ιππότης, “τότε κάτι τρομερό θα συνέβει στην πορεία.”

“Ναι” απάντησε ο Σαμ, “και ξέρεις τι; Έβαλες μια αόρατη πανοπλία ανάμεσα στον εαυτό σου και τα αληθινά σου συναισθήματα. Κι αυτή η πανοπλία είναι εκει τόσον καιρό πια που έχει γίνει ορατή και μόνιμη.”…..

_____________________________________________

 

“Τι θα πει ‘φιλοδοξία από την καρδιά;”‘ ρώτησε ο ιππότης.

Η φιλοδοξία που πηγάζει απ’ την καρδιά, είναι αγνή. Κανέναν δεν ανταγωνίζεται και σε κανέναν κακό δεν κάνει. Και μάλιστα, όταν χρησιμεύει σε κάποιον, την ίδια στιγμή χρησιμεύει και σ’ άλλους……

___________________________________________________

 

…….”Θυμήσου”, είπε η Ρεβέκκα, “Ότι ο δράκοντας (του φόβου και της αμφιβολίας) δεν εινα παρά μια ψευδαίσθηση.”

“Και η φωτιά που έβγαλε απο το στόμα του; Κι αυτό ψευδαίσθηση;”

“Τότε γιατί κάθομαι σε αυτό το ποταμάκι μ’ έναν καμένο πισινό;” ρώτησε ο ιππότης.

“Γιατί απο τη στιγμή που πίστεψες ότι ο δράκοντας είναι αληθινός” πρόσθεσε η Σκιουρίτσα, “του δίνεις τη δύναμη να κάψει το πισινό σου ή οτιδήποτε άλλο.”

 

___________________________

 

“Κοίτα….” είπε ο Σάμ, προσπαθώντας να τον εμψυχώσει, “αν αντιμετωπίσεις το δράκοντα(του φόβου και της αμφιβολίας), υπάρχει μια πιθανότητα να σε καταστρέψει. Αν δεν τον αντιμετωπίσεις, θα σε καταστρέψει στα σίγουρα.”

από το lightworker.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 28 Ιανουαρίου 2014

Κρέμασα τό ποίημά μου

σ’ ἕνα ψηλό κλαδί.

Κοίτα το
Ποὺ χτυπιέται μέ τόν ἄνεμο.

Ξεκρέμασέ το,
μοῦ εἶπες,
σταμάτα τό μαρτύριό του.

Ξαφνιασμένοι οἱ διαβάτες
τό βλέπουν τόση ὥρα!

Τό δέντρο χαιρετᾶ,
κινώντας τό ποίημά του.

Δέν ὑπάρχει τίποτα γιά ἀπάντηση.
Πρέπει νά φύγουμε.

-Θά τό ἀπαρνηθεῖς;
Μᾶλλον.

Μά μή φοβᾶσαι, αὔριο ἕνα ἄλλο θά ‘χει τήν ἴδια τύχη.

Θά’ πρεπε νά ξοδεύομαι σέ τέτοια παιχνίδια;

Ἕνα ποίημα δέν βαραίνει πολύ τό κλαδί ἑνός δέντρου.

Θά γράψω γιά σένανε ὅσα θελήσεις,

τόσους στίχους
ὅσα καί δέντρα ὑπάρχουν.

Κι ὕστερα τί θ’ ἀπογίνει μ’ ἐμᾶς τούς δύο;

Ἴσως ὅλα αὐτά νά τά ξεχάσουμε πολύ γρήγορα;

Ὄχι!
Λίγο νά μᾶς πιάσει ἡ κούραση στό δρόμο

καί θά μπορέσουμε νά ξαναδοῦμε
τό μέρος
ποὺ ὁλόλαμπρο

τό δέντρο
χαιρετᾶ,
κινώντας τό ποίημά του.

Τότε θά ξανά ‘ρθει τό χαμόγελό μας.
-Πᾶμε!
από το Αγία Ζώνη.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 28 Ιανουαρίου 2014

“Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι. Υπήρξαν στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι. Και παρόλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους. Ο γιατρός Ριέ ήταν απροετοίμαστος, όπως και οι συμπολίτες μας και έτσι πρέπει να καταλάβουμε τους δισταγμούς τους. Και μ’ αυτόν τον τρόπο επίσης πρέπει να καταλάβουμε ότι μοιράστηκε ανάμεσα στην ανησυχία και την εμπιστοσύνη. Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε: “Δεν θα διαρκέσει πολύ, είναι πολύ ανόητο”. Κι αναμφίβολα ένας πόλεμος είναι σίγουρα πολύ ανόητος, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να διαρκέσει. Η ανοησία επιμένει πάντα και θα μπορούσε κανείς να το διακρίνει αν δεν σκέφτονταν μόνο τον εαυτό του. Απ’ αυτή την άποψη οι συμπολίτες μας ήταν σαν όλο τον κόσμο, σκέφτονταν τους εαυτούς τους και για να το πούμε κι αλλιώς ήταν ανθρωπιστές: δεν πίστευαν στις δυστυχίες. Η δυστυχία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, επομένως λέμε ότι η δυστυχία δεν είναι πραγματική, είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει. Αλλά δεν περνάει πάντα και από κακό όνειρο σε κακό όνειρο, είναι οι άνθρωποι που περνάνε και πρώτα πρώτα οι ανθρωπιστές, γιατί δεν πήραν τις προφυλάξεις τους. Οι συμπολίτες μας δεν ήταν πιο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν να είναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν ότι όλα είναι ακόμη δυνατά για αυτούς· πράγμα που σήμαινε ότι οι δυστυχίες είναι αδύναμες. Συνέχιζαν να κάνουν επιχειρήσεις, να ετοιμάζουν ταξίδια, και να έχουν γνώμες. Πως θα μπορούσαν να σκεφτούν τη πανούκλα, που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις, τις συζητήσεις; Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ελεύθερους και κανένας δεν θα είναι ποτέ ελεύθερος, όσο υπάρχουν δυστυχίες.”

από το artic.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Ιανουαρίου 2014

Τα καράβια μου καίω
τα καράβια μου καίω τα καίω
δε θα πάω πουθενά.

Μπρος στα πόδια σου κλαίω
μη μ’αφήσεις σου λέω σου λέω
να σ’αφήσω ξανά.

Κι ας μη μου ’χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω 
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ’βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.

Τα παιδιά στην κερκίδα
είναι η μόνη σου ελπίδα ελπίδα
πρωινός ουρανός

Σταυρωμένη πατρίδα 
μες στα μάτια σου είδα αχ είδα
της ανάστασης φως.

Κι ας μη μου ’χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω 
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ’βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.

Όποιος σε δει
για μια στιγμή
δίχως του πένθους
το μαύρο μανδύα.
Θα ’σαι εσύ
θεά γυμνή
η αμαρτία του
κι η τιμωρία.
Σαν οπτασία
για μια ζωή.

Κι ας μη μου ’χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω 
στην έρημη χώρα
ώσπου να ’βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Ιανουαρίου 2014

Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντορα του.

Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω από ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πάνσοφες συμβουλές.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του.

Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη.

Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει
ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει.

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.

Μονάχα με μια φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Ιανουαρίου 2014


Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ
στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω
και πως ο κόσμος είν’ ανήμερο θεριό
κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.

Μα εγώ μ’ ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
και πως αν θέλω περισσότερα να δω,
σ’ ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω.
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.

Μα εγώ μ’ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Ιανουαρίου 2014

1. Στη Νέα Υόρκη πληρώνει πρόστιμο όποιος βάλει την τσάντα του σε άδεια θέση λεωφορείου.
2. Το 1997, οι αμερικάνικες αεροπορικές εταιρίες γλύτωσαν 40,000 $ μόνο και μόνο… βάζοντας μια ελιά λιγότερο σε κάθε σαλάτα.
3. Εκατομμύρια δέντρα φυτεύονται κατά λάθος από σκίουρους που θάβουν σπόρους και μετά ξεχνάν πού τους κρύψανε.
4. Οι κροκόδειλοι καταβροχθίζουν πέτρες για να βουτήξουν πιο βαθιά.
5. Τα ψηλά τακούνια ανακαλύφθηκαν στη Μέση Ανατολή για να μην καίγονται τα πόδια στην άμμο.
6. Το να φας ένα μήλο είναι πιο αποτελεσματικό από ένα καφέ για να κρατηθείς ξύπνιος.
7. Ο μαϊντανός είναι το βότανο που χρησιμοποιείται περισσότερο σε όλο τον κόσμο.
8. Το ανθρώπινο όργανο που μπορεί να αυξήσει το μήκος του 20 φορές είναι. . . .Η κόρη του ματιού!
9. Υπάρχει ένα μόνο τρόφιμο που δεν χαλάει: Το μέλι
10. Τα δελφίνια κοιμούνται με το ένα μάτι ανοιχτό.
11. Το μάτι της στρουθοκαμήλου είναι μεγαλύτερο από τον εγκέφαλό της.
12. Οι δεξιόχειρες ζουν κατά μέσο όρο 9 χρόνια περισσότερο από τους αριστερόχειρες.
13. Ο πιο δυνατός μυς του ανθρώπινου σώματος είναι… η γλώσσα.
14. Είναι αδύνατο να φταρνιστείς με τα μάτια ανοιχτά.
15. Μια μόνο σταγόνα λάδι μηχανής είναι ικανή να κάνει 25 λίτρα νερού μη πόσιμο.
16. Οι χιμπατζήδες και τα δελφίνια είναι τα μόνα ζώα μαζί με τον άνθρωπο που μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στον καθρέπτη.
17. Το γέλιο κατά τη διάρκεια της ημέρας κάνει τον βραδινό ύπνο καλύτερο.
18. H ψηλότερη γυναίκα που μετρήθηκε ποτέ είναι μια Κινέζα με ύψος 2.47 μέτρα.
19. Τα καζίνο στο Λας Βέγκας δεν έχουν ρολόγια.
20. Τα χαρτονομίσματα δεν κατασκευάζονται από χαρτί -όπως πιστεύουν πολλοί. Στην πραγματικότητα είναι 74% βαμβάκι και 25% λινό.
21. Η ποσότητα χαλκού που περιέχει ο ανθρώπινος εγκέφαλος, είναι αρκετή για να φτιαχτεί μια κάρτα ήχου Η/Υ (6mg).
22. Το πιο δυνατό ζώο είναι ένα …σκαθάρι (Scarabaeidae) που συναντάται κυρίως σε τροπικές ζώνες. Μετρήθηκε ότι μπορεί να σηκώσει 850 φορές το βάρος του. Σαν να σήκωνε ένας μέσος άνθρωπος 64 τόνους.
23. Οι γυναίκες ανοιγοκλείνουν τα μάτια τους 2 φορες συχνότερα απ’ ότι οι άντρες.
24. Το 90% των γυναικών που περπατά σε ένα πολυκατάστημα στρίβει δεξιά.
25. Σε όλη του τη ζωή ο άνθρωπος παράγει τόσο σάλιο που φτάνει για να γεμίσει δύο πισίνες.
26. Στα ΚΨΜ της Τουρκίας το αντικείμενο που πωλείται περισσότερο είναι οι σερβιέτες, και μάλιστα αυτές με φτερά. Οι στρατιώτες τις βάζουν στις αρβύλες τους για να μην τους χτυπάνε.
27. Οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο τις αράχνες από το θάνατο.
28. Η μοναδική χώρα που το όνομα της ξεκινά με «Α» και δεν τελειώνει σε «Α» είναι το Αφγανιστάν. (ή τουλάχιστον ήταν μέχρι να ανεξαρτητοποιθεί το Αζερμπαϊτζάν)
29. Ο Thomas Edison, ο εφευρέτης της ηλεκτρικής λάμπας, φοβόταν το σκοτάδι.
30. Στον κόσμο υπάρχουν 6.909 διαφορετικές γλώσσες.

AΠΟ YAHOO.COM