(…) Μεγαλώσαμε, αλητέψαμε, λεηλατήσαμε και μας λεηλάτησαν πειρατές επιπόλαιοι χωρίς χρυσό δόντι και γάντζο στο χέρι, κάναμε γιουρούσι στις ήττες, και τι όμορφα που γελάει κανείς όταν είναι λυπημένος… Αυτό το γέλιο που στάζει αλμύρα και έχει τον ίσκιο των αναμνήσεων στον ήχο του. Μην κλείνεις τα μάτια τώρα που λιγόστεψε η διαδρομή. Άσε το αεράκι να διαπεράσει τις ηλικίες σου και πάρε με τηλέφωνο μόλις φτάσεις στο όνειρό σου. Αμέσως. Και πού είσαι; Εκείνο το κρυμμένο τραύμα πώς το κρατάς ακόμα κόκκινο; (…)
Τα τρελά παιδιά συνήθως χάνονται από τα χέρια των γονιών τους κι ανοίγουνε λογαριασμούς με τον ουρανό. Ή τη θάλασσα. Θα τα βρείτε σε λόφους να ανεμίζουν αετούς, προσπαθώντας νa ελαφρύνουν τόσο που να φύγουν μαζί τους προς τα πάνω∙ ή πλάι στα νερά να καθρεφτίζουν μάτια αλλόκοτα και λένε λόγια που μπορεί και να σημαίνουν: «Εγώ, ο μονογενής υιός της θλίψης, επιθυμώ σε νερό θανάσιμο να μετατραπώ και να κατακλύσω εκείνους που δεν μπόρεσαν να μʼ αγαπήσουν» (…)
«Κομνηνών 8, Ελληνικό. Η Άννα δεν μένει πια εδώ. Ο αριθμός που καλείτε έχει αλλάξει. Για περισσότερες πληροφορίες καλέστε το 199. Να σβήσει αυτό το ρημάδι το τσιγάρο που εξακολουθεί να καίει μέσα στο απόλυτο σκοτάδι τριών ετών. Σπάνια περνάω. Δεν θέλω να δω την κάφτρα πίσω από το τζάμι της τραπεζαρίας, στην πολυθρόνα που ρίζωσες για μια δεκαετία. Δεν θέλω να σε ξέρω πια, μητέρα. Ήθελα να σε γνώριζα.
