Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Απριλίου 2025

Απόσπααμα…

“Μια γυναίκα κοντή ήταν. Κοντή κι άσχημη με ένα κουσούρι που δεν μπορούσε να το κρύψει.
Αυτό το κουσούρι ήταν η αιτία να κλειστεί στον εαυτό της. Δεν είχε πολλά πολλά με τους χωριανούς της.
Κλεισμένη στον εαυτό της και στο σπίτι της. Ο άνθρωπος όμως έχει ανάγκη να μιλάει, να λέει και καμιά κουβέντα. Εκείνη τίποτα..
Δεν σας έχω ανάγκη τους έλεγε κι αλήθεια ήταν.
Ποτέ δεν ζήτησε κάτι από κανέναν. Ζούσε μ ένα κομμάτι ψωμί και μια χούφτα ελιές. Αδύνατη, κακοτερένια μ ένα γρήγορο περπάτημα να μιλάει μόνη της και να κουνάει τον δείχτη του χεριού της σα να φοβερίζει κάποιον.
Φορούσε πάντα ένα μεγάλο μαντήλι στο κεφάλι να κρύβει το κουσούρι της μα κείνο δεν κρυβόταν με τίποτα..
Την μέρα δεν έβγαινε απ’ το σπίτι. Μόνο σαν έπεφτε το σκοτάδι έπαιρνε τους δρόμους μιλώντας μόνη της και κουνώντας τον δείχτη. Μάγισσα την λέγανε τα μικρά παιδιά και δεν είχαν κι άδικο. Έτσι έμοιαζε. Σαν μάγισσα.
Κάτι τα νυχτοπερπατήματα, κάτι οι κουβέντες που’ κανε μόνη της, κάτι το παρουσιαστικό της, της ταίριαζε μια χαρά το μάγισσα.
Στην τσέπη της πάντα βαστούσε μια τράπουλα.
Τα χαρτιά έριχνε κι ερχόταν από μακριά να τους τα πει.
Την τράπουλα όμως την είχε μόνιμα στην τσέπη της κι ο λόγος ήταν πως αν σε συναντούσε και σε συμπαθούσε, πράγμα σπάνιο δεν ήθελε ούτε τ άντερά της. Σου έπιανε την κουβέντα, σε τράβαγε παράμερα και σου’ ριχνε τα χαρτιά.
Και να δεις που βγαίναν τ’ άτιμα. Κι είχε απλωθεί η φήμη της στα γύρω χωριά κι όχι μόνο. Αν δεν έριχνε τα χαρτιά θα σου’λεγε τον καφέ. Κι ήταν πολλές που τρέχανε και για τα δύο.
Κάποιες φορές πηγαίνανε και οι άντρες κι είχαν να λένε πως όλα τους τα βρήκε το παρασάνταλο.
Έτσι την ξέρανε. Παρασάνταλο. Μα ψυχή είχε και κείνη. Ποιος όμως νοιάστηκε για τούτο; Σχεδόν κανείς.
Μα κι αν κάποιος θέλησε να της δείξει λίγη συμπόνια, με τις πέτρες τον κυνηγούσε. Τα παιδιά μόλις την βλέπανε τρέχανε να κρυφτούνε. Ο θεός όμως όταν φτιάνει έναν τέτοιο άνθρωπο, φτιάνει και το ταίρι του.
Έτσι της έστειλε κάποιον να την δεχτεί όπως ήταν αρκεί να του έπλενε δυο σκουτιά και να’ βρισκε ένα πιάτο φαΐ σαν γύρναγε απ’ την δουλειά. Δουλευταράς πολύ ήταν ο γαμπρός κι ήθελε μόνο αυτό. Δεν τον ένοιαζε αν ήταν άσχημη.
Αν σβήσεις την λάμπα έλεγε όλες το ίδιο είναι. Σάμπως και γω; Τι;
Όμορφος είμαι; Και σμίξαν τα κουσούρια τους και παντρεύτηκαν.
Τον πρώτο καιρό το παρασάνταλο έκανε προσπάθειες να κρατήσει το γάμο αλλά το χούι δεν κόβεται. Αυτός δεν ήθελε να λέει τα χαρτιά, ούτε τον καφέ. Δεν τα πίστευε αυτά και δεν ήθελε η γυναίκα του να ασχολείται.
Μα η καψερή δεν το μπόρεσε τούτο κι αρχίσαν τα προβλήματα ώσπου χωρίσανε τα τσανάκια τους. Έφυγε κείνη απ’ το σπίτι της. Δικό της ήταν κι έμεινε κείνος αφέντης και στην περιουσία της.
Και το παρασάνταλο άφαντο. Κανείς δεν το είδε πουθενά.
Κάποιοι είπαν πως τάχτηκε σε μοναστήρι. Κάποιοι άλλοι πως τρελάθηκε και μπήκε σε ίδρυμα.
Μα ψέματα ήταν και τα δυο. Κομπόδεμα γερό είχε απ’ τα χαρτιά και τον καφέ το πήρε κι έφυγε σε άλλη πόλη πολύ μακριά απ’ το χωριό να κάνει εκεί τα μαγιολίκια της.
Έκανε πολλούς παράδες μα πάντα μόνη ήταν. Μεγάλωσε, γέρασε κι ήρθε στο χωριό ξανά. Είχε φύγει απ’ την ζωή ο δουλευταράς και γύρισε στο κονάκι της γριά πια.
Μόνο που τούτη τη φορά δεν απόπαιρνε τον κόσμο, δεν κυνηγούσε τα παιδιά και δεν έριχνε πια τα χαρτιά. Τον τόπο της ήθελε η καημένη. Τον τόπο της και το φτωχικό της. Να αφήσει την ψυχή της εκεί στη γωνιά με τις στάχτες που τις ανακάτευε τα βράδια μόνη της και μιλούσε με την μοναξιά της και της κουνούσε τον δείχτη του χεριού.
Ν’ αφήσει την ψυχή της στην κούρνια της. Όπου κι αν πήγε την φωλιά της ήθελε σαν πουλί κυνηγημένο ήταν η έρμη.
Τις στάχτες κουβάλαγε ο νους της κι αυτές ονειρευότανε και κείνο το σκαλί που το πότιζε με τα δάκρυά της σαν έβγαινε το φεγγάρι.
Κι έτσι την βρήκαν μια μέρα.
Είχε γείρει στην γωνιά που άναβε την φωτιά. Είχε γείρει κι άφησε την τελευταία ανάσα η ψυχούλα εκεί. Βρήκαν τις στάχτες υγρές απ’ τα στερνά της δάκρυα κι ένα φάκελο στο χέρι της. Σε κείνο το χέρι που κούναγε το δείχτη.
Μα τούτη την φορά δεν φοβέριζε.
Τούτη την φορά έδειχνε ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό που το άφηνε στα παιδιά του χωριού. Να σπουδάσουν λέει εκείνα που είχαν θέληση για γράμματα. Το κομπόδεμά της ήταν.
Να την θυμάται και κείνη κάποιος και να την συγχωρέσουν που τρόμαζε και κυνηγούσε τα παιδιά κάποτε..
Ετούτα έγραφε το γράμμα κι είχε υπογραφή το παρασάνταλο.
Σάμπως ξέρανε και τ όνομά της. Μ’ αυτό την φώναζαν.
Σάμπως το θυμόταν κι αυτή;

Ελευθερία Λάππα “Ομφαλός της γη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Απριλίου 2025

“Σε ποιες κοιλάδες ταξιδεύεις από χθες, μόνος
με τα ποιήματα να πέφτουν απ’ τις τσέπες σου.

Εμείς που κάποτε μιλήσαμε με σύμφωνα
χωρίς φωνήεν και χωρίς φωνή, εμείς οι δύο
βράδια ολόκληρα σε μια διάλεκτο ερήμου
θυμάμαι το παράπονο, το μυτερό καρφί.

Δεν έχω ένα αδελφό, είμαι μοναχοπαίδι
καθόλου λίγο αυτό, εσύ δεν ξέρεις, μη μιλάς
κάθε που αλλάζω μέσα στον ύπνο μου πλευρό
γλιστράει το χέρι σε μιαν άβυσσο που χάσκει.

Έλα, τυλίξου πάλι το μεγάλο σου κασκόλ
εκεί που πας θα συναντήσεις κρύο”

Γιώργος Ευσταθίου ” Η τρυφερότητα των άκρων”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαρτίου 2025

Η μάνα μου ανήκε σε εκείνα τα άτομα που περνούν από την άκρη της ζωής,
ταπεινά και αθόρυβα, όμως με έχουν χαράξει κάποια λόγια απίστευτης
ομορφιάς και εμβρίθειας, που σχεδόν στα καλά καθούμενα ξεστόμιζε,
συνήθως μονολογώντας. Ή στα γράμματα που μου έγραφε, γυναίκα. της Δ’ Δημοτικού κατά τα άλλα.
Εκεί που μιλούσε για τον καιρό,
για το ποιος πέθανε, ποιος γεννήθηκε, μπορούσε ξαφνικά, μέσα σε δυο
αράδες, να πει κάτι που με έκανε
να χάνομαι, να ψάχνομαι.
Μια μέρα την άκουσα να μονολογεί κοιτώντας απ’ το παράθυρο:
«Τα χρόνια περνούν, οι ώρες δεν περνούν». Έμεινα άναυδη, θα το ζήλευε νομίζω και ο Χάιντεγκερ, θα το ήθελε για μότο στο Είναι και ο Χρόνος.

Και άλλα τέτοια έλεγε, ουκ ολίγα,
που πιστεύω πως μαρτυρούν
μια σκέψη ιδιαίτερη, πέραν
της όποιας επίκτητης μόρφωσης,
και τα έχω περάσει λίγο-πολύ
στα βιβλία μου, φυσικά και σ’ αυτό
με τα όνειρα. Να προσθέσω ακόμη πως διέθετε μεγάλη φαντασία,
πολύ μεγάλη. Καμιά φορά ξεκινούσε να λέει κάτι ιστορίες που δεν ήξερες αν γίνανε ποτέ ή ήταν του μυαλού της. Υποτίθεται πως γύρευε ένα αυτί
να την ακούει, αλλά και μόνη
με τον εαυτό της τα ‘βγαζε πέρα
μια χαρά. Γι’ αυτό κάτι στιγμές σκέφτομαι πως αν αυτή η γυναίκα ζούσε υπό άλλες συνθήκες, ίσως
να ήταν και μια Βιρτζίνια Γουλφ του καιρού της

Ζυράννα Ζατέλη | Τετράδια ονείρων εκδόσεις Καστανιώτη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαρτίου 2025

Μ’ αυτό το τραγούδι θα καλωσορίσουμε την άνοιξη αντάμα… με τον έρωτα

“Πάντα ο ζωγράφος της αυγής
από το μαύρο αρχίζει
να βάφει τη θολή γραμμή
και να τηνε ροδίζει

Παίρνουν τα σύννεφα φωτιά
σαν ξεραμένα χόρτα
προβαίνει ο ήλιος βιαστικά
στ’ ς ανατολής την πόρτα

Σβήνουνε τ’ άστρα τ’ ουρανού
στης λίμνης τη γυαλάδα
σπαθί η αχτίνα και περνά
της πόρτας τη σχισμάδα

Κόβει στα δυο τον καναπέ
τα κάγκελα το στρώμα
αγγίζει χείλια και μαλλιά
στ’ ονειρεμένο σώμα”

Από τον Μανόλη Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Μαρτίου 2025

τη«Ήταν πολλά τα ταξίδια και πολλά τα σουβενίρ. Κάποιες φορές παραλήπτης τους δεν ήταν κανένας, παρά μόνο εγώ. Άλλες φορές ήσουν εσύ. Και κάποιες φορές, όλοι εμείς. Ήταν πάντα δύσκολο να βρω τα σωστά σουβενίρ. Γι’ αυτό κι εγώ τα τύλιξα στο χαρτί, τα δίπλωσα σε τρεις ενότητες και τα έκανα  τριάντα διαδρομές. Από αυτές που ξεκινάς να πας αλλά πάντα μπορείς να γυρίσεις· διαδρομή ή απλά σελίδα».

Από την ποιητική συλλογή ΣΟΥΒΕΝΙΡ της Μαρίας Μιραχτσή

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Μαρτίου 2025

Το 1994, ο Στ.Καζαντζίδης στον δίσκο του «Και που Θεός» ερμήνευε σε μουσική του Τάκη Σούκα και στίχους του Νίκου Λουκά έναν ύμνο για τη γυναίκα.

Γυναίκα μάνα κι ερωμένη, χίλια κομμάτια μοιρασμένη,

γεμάτη αγάπη και στοργή,

γυναίκα μάνα κι ερωμένη, ακούραστη, βασανισμένη,

σ’ όλο το κόσμο είσ’ εσύ.

Είσαι ανάστασης καμπάνα,

όλου του κόσμου είσαι η μάνα, είσαι η ίδια η ζωή,

κάνεις θυσίες νύχτα μέρα, και η ζωή δε πάει πιο πέρα

αν λείψεις μόνο μια στιγμή.

Γυναίκα μάνα κι ερωμένη, μια θάλασσα γαληνεμένη,

είν’ η δική σου η αγκαλιά,

γυναίκα μάνα κι ερωμένη, ανώνυμη και πονεμένη,

που μένεις πάντα στη σκιά.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Μαρτίου 2025

Ερευνητές του Βρετανικού Μουσείου ενδέχεται να έχουν ανακαλύψει την τοποθεσία της Κιβωτού του Νώε, βασιζόμενοι σε μια βαβυλωνιακή πήλινη πινακίδα ηλικίας περίπου 3.000 ετών, γνωστή ως «Imago Mundi».

Αυτή η πινακίδα, που θεωρείται ο αρχαιότερος χάρτης του κόσμου, ανακαλύφθηκε το 1882 στο Ιράκ και φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο.

Η «Imago Mundi» απεικονίζει έναν κυκλικό χάρτη με τη Μεσοποταμία στο κέντρο, περιβαλλόμενη από έναν «πικρό ποταμό» Αυτός υποδηλώνει τα όρια του γνωστού κόσμου για τους Βαβυλώνιους.

Στην πίσω πλευρά της πινακίδας, υπάρχει κείμενο σε σφηνοειδή γραφή που περιγράφει μια διαδρομή προς μια περιοχή που ονομάζεται «Urartu».

Ο όρος αυτός είναι το ασσυριακό ισοδύναμο του εβραϊκού «Ararat». Του βουνού όπου, σύμφωνα με τη Βίβλο, κατέληξε η Κιβωτός του Νώε μετά τον Κατακλυσμό.

Το κείμενο αναφέρει ότι ένας ταξιδιώτης πρέπει να διανύσει «επτά λεύγες» για να φτάσει σε μια δομή που περιγράφεται ως «parsiktu». Ο όρος «parsiktu» χρησιμοποιείται σε βαβυλωνιακά κείμενα για να περιγράψει σκάφη ικανά να επιβιώσουν από έναν μεγάλο κατακλυσμό. Ακριβώς όπως αυτό που κατασκεύασε ο Utnapishtim, μια μορφή παρόμοια με τον Νώε στη βαβυλωνιακή παράδοση.

Ο Δρ. Irving Finkel, επιμελητής του Βρετανικού Μουσείου και ειδικός στη σφηνοειδή γραφή, δήλωσε: «Αυτό δείχνει ότι η ιστορία ήταν η ίδια και, φυσικά, ότι η μία οδήγησε στην άλλη, αλλά επίσης ότι, από βαβυλωνιακή άποψη, αυτό ήταν ένα πραγματικό γεγονός»

Η βαβυλωνιακή εκδοχή της ιστορίας του Κατακλυσμού παρουσιάζει ομοιότητες με τη βιβλική αφήγηση. Σύμφωνα με τον βαβυλωνιακό μύθο, οι θεοί αποφάσισαν να καταστρέψουν την ανθρωπότητα με έναν μεγάλο κατακλυσμό.

Όμως ο θεός Ea προειδοποίησε τον Utnapishtim, ο οποίος κατασκεύασε ένα μεγάλο σκάφος και διέσωσε την οικογένειά του και ζεύγη ζώων.

Μετά από έξι ημέρες και νύχτες καταιγίδας, το σκάφος προσάραξε σε ένα βουνό που ονομάζεται Nisir. Στη βιβλική αφήγηση, ο Νώε λαμβάνει εντολή από τον Θεό να κατασκευάσει την Κιβωτό για να σώσει την οικογένειά του και τα ζώα από τον Κατακλυσμό. Μετά από 150 ημέρες, η Κιβωτός προσάραξε στα βουνά του Αραράτ.

Η ανακάλυψη αυτή προσφέρει μια ενδιαφέρουσα σύνδεση μεταξύ των βαβυλωνιακών και βιβλικών αφηγήσεων του Κατακλυσμού. Υποδηλώνει ότι η ιστορία αυτή ήταν διαδεδομένη σε διάφορους πολιτισμούς της αρχαιότητας.

Ωστόσο, παραμένει ασαφές αν η Κιβωτός του Νώε υπήρξε πραγματικά ή αν πρόκειται για έναν μύθο που αντανακλά κοινές πολιτισμικές  παραδόσεις.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, παρά τις πολυάριθμες έρευνες και αποστολές, δεν έχουν βρεθεί απτές αποδείξεις για την ύπαρξη της Κιβωτού του Νώε.

Η ιστορία του Κατακλυσμού παραμένει ένα από τα πιο γοητευτικά και μυστηριώδη αφηγήματα της ανθρώπινης ιστορίας. Διαχρονικά προκαλεί το ενδιαφέρον τόσο των επιστημόνων όσο και του ευρύτερου κοινού.

Η «Imago Mundi» αποτελεί ένα σημαντικό αρχαιολογικό εύρημα που προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την κοσμοθεωρία και τις γεωγραφικές γνώσεις των Βαβυλωνίων.

Η σύνδεση της με την ιστορία του Κατακλυσμού υπογραμμίζει την αλληλεπίδραση και την ανταλλαγή ιδεών μεταξύ των αρχαίων πολιτισμών της Μεσοποταμίας και της περιοχής της Εγγύς Ανατολής.

Παρά τις προόδους στην κατανόηση των αρχαίων κειμένων και χαρτών, η ακριβής τοποθεσία της Κιβωτού του Νώε παραμένει άγνωστη.

Η ιστορία συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο μελέτης, συζήτησης και έμπνευσης, αντανακλώντας την ανθρώπινη ανάγκη για κατανόηση του παρελθόντος και των μύθων που διαμορφώνουν την πολιτιστική μας κληρονομιά.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Φεβρουαρίου 2025

Δε θέλει Φώτα η αλήθεια
να βαδίσει
δεν θέλει παρακάλια
να φανεί
είναι αυτό που οι δειλοί
φοβούνται

είναι φωνή χωρίς φωνή

κοιτάζει ίσια μες στα μάτια
και δεν μπορείς
να της κρυφτείς
όταν θελήσει να ρωτήσει
το πως το που
και το γιατί

Λουδοβίκος των Ανωγείων

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Φεβρουαρίου 2025
Ο Ισαάκ Νεύτων ήταν μαθηματικός, αστρονόμος, φιλόσοφος, αλχημιστής και θεολόγος γεννήθηκε το 1643 και πέθανε το 1726 ή το 1727.

Έμεινε γνωστός στην ιστορία για το ότι  εισήγαγε στις φυσικές επιστήμες την έννοια της βαρύτητας.

Ωστόσο, μία από τις πτυχές της έρευνάς του, που ίσως δεν είναι τόσο γνωστή σε εμάς, είναι ότι είχε την ικανότητα να κρατά σημειώσεις σε άπταιστα ελληνικά.

Οι σημειώσεις του Νεύτωνα

Ανάμεσα στα κείμενά του, κρατούσε και σημειώσεις τις οποίες έγραφε στα ελληνικά καθότι ήταν λάτρης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Αγαπούσε μάλιστα τόσο πολύ την ελληνική γλώσσα σε σημείο που να είναι γνωστή η φράση του «Amicus Plato, amicus Aristoteles, magis amica veritas» (Ο Πλάτων είναι φίλος μου, ο Αριστοτέλης είναι φίλος μου, αλλά η μεγαλύτερη φίλη μου είναι η αλήθεια).

Τα κείμενα του Σερ Ισαάκ Νεύτωνα είναι όλα αναρτημένα στη σελιδα  του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ από το 2011.

Μεταξύ αυτών υπάρχει και ένα το οποίο είναι γραμμένο στα ελληνικά.

Την εποχή που ήταν ενεργός ως επιστήμονας και φιλόσοφος οι καλλιεργημένοι της Δύσης γνώριζαν πρωτίστως λατινικά αλλά και ελληνικά.

Πολλοί από αυτούς γνώριζαν καλά την αρχαία ελληνική ιστορία, τέχνη, λογοτεχνία και δράμα.

Ένας από αυτούς ήταν και ο Νεύτωνας.

Πολλά από τα πολύτιμα σημειωματάρια του Ισαάκ Νεύτωνα, στα οποία κατέγραφε τις πρωτοποριακές του θεωρίες για τον κόσμο ήταν στα ελληνικά.

Παρά το γεγονός ότι οι τίτλοι και τα θέματα, στα οποία εργαζόταν παρουσιάζονται στα λατινικά, η ανάλυση των θεμάτων δίνεται σε σύντομα, καλογραμμένα στην ελληνική γλώσσα, γραμμένα με πεζά και χρησιμοποιώντας δασείες και περισπωμένες.

Λόγω του τρόπου γραφής του, με κάποιες διορθώσεις, διαγραφές και γραμμές που έχουν χαραχθεί, το

Το 1872, όμως, τα χειρόγραφα του Ισαάκ Νεύτωνα, συμπεριλαμβανομένων των σημειώσεών του στα ελληνικά, παραδόθηκαν στη Βιβλιοθήκη του Κέιμπριτζ.

Σήμερα, το Κέιμπριτζ διαθέτει τη μεγαλύτερη και πιο σημαντική συλλογή χειρογράφων του Νεύτωνα. Η συλλογή των εγγράφων του μεγάλου στοχαστή ψηφιοποιήθηκε και αναρτήθηκε στο διαδίκτυο από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ το 2011.

Πολλές από αυτές τις σημειώσεις περιλαμβάνουν τη μελέτη του Αριστοτέλη (Όργανον και Ηθικά), την Εισαγωγή του Πορφυρίου κ.α.

Στο σημειωματάριο, κάτω από τον τίτλο στα λατινικά «Amicus Plato, amicus Aristoteles, magis amica veritas», ο Νεύτωνας κατέγραψε τις σκέψεις του, ξεκινώντας μια διάσημη ενότητα του χειρογράφου με τίτλο «Quaestiones Quaedam Philosophiae» , δηλαδή «Ορισμένα Φιλοσοφικά Ερωτήματα».

Εδώ, έγραφε για θέματα που τον ενδιέφεραν και σχεδίαζε να μελετήσει σε μεγαλύτερο βάθος, όχι μόνο μέσω της ανάγνωση. αριστοτελικών, αλλά και μέσω πειραμάτων.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2025

Όταν γεράσεις κι ασπρίσεις και στον ύπνο βυθιστείς
Καθισμένη δίπλα στη φωτιά, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι
Να το διαβάζεις αργά, ν’ αφήνεσαι στων ματιών τις θύμησες
Στο βλέμμα τους, στις χαρακιές σκιές τους

Τόσοι πολλοί αγαπήσανε τις ροδαλές στιγμές σου
Την ομορφιά σου αγάπησαν στ’ αλήθεια ή σαν ψέμα
Ένας, όμως, αγάπησε τη συντροφιά ψυχή σου
Τις παλλόμενες πτυχώσεις θλίψης στην όψη τη δική σου

Κι έτσι σκυμμένη στη σιδηρά εστία την πυρωμένη
Να ψιθυρίζεις, δίχως χαρά, πώς πέταξε η Αγάπη
Και δρασκελώντας τα βουνά, ένα έγινε με δαύτα
Το πρόσωπό του κρύβοντας ανάμεσα στα άστρα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2025

Απόσπασμα

Το ξέρω πως θα ’ρθει ένας καιρός, που οι άνθρωποι θα θαυμάζουν, ο ένας τον άλλον, όπου καθένας τους θα λάμπει σαν αστέρι στα μάτια του άλλου, όπου όλοι θ’ ακούνε το διπλανό τους σα να ’τανε μουσική η φωνή του.

Θα υπάρχουν άνθρωποι ελεύθεροι στη γη, όλοι θα ’χουν ανοιχτή καρδιά, εξαγνισμένοι από κάθε απληστία και φθόνο.

Και τότε η ζωή δε θα ’ναι πια η ζωή, μα ένας ύμνος στον άνθρωπο, η μορφή του θα πάει ψηλά, γιατί οι ελεύθεροι άνθρωποι μπορούν να φτάσουν όλα τα ύψη!

Θα ζούνε τότε μες στην ελευθερία και στην ισότητα, θα ζούνε για την ομορφιά.

Τότε οι καλύτεροι θα ’ναι εκείνοι που θα μπορούν ν’ αγκαλιάσουν περισσότερο τον κόσμο μέσα στην καρδιά τους, εκείνοι που θα τον αγαπήσουν πιο βαθιά, εκείνοι πού θα ’ναι οι πιο ελεύθεροι… γιατί μέσα σ’ εκείνους θα υπάρχει η περισσότερη ομορφιά!

Τότε η ζωή θα ’ναι μεγάλη και μεγάλοι θα ’ναι εκείνοι που θα τη ζούνε!…

Σώπασε στάθηκε ορθός, κ’ εξακολούθησε με μια φωνή όπου αντιλαλούσε όλη η δύναμή του:

Στο όνομα αυτής της ζωής, είμαι έτοιμος για όλα… θα ξεριζώσω την καρδιά μου, αν χρειάζεται, και θα την ποδοπατήσω χάμω εγώ ο ίδιος.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Φεβρουαρίου 2025

Από την Κυριακή

“Σαν πέθανε ο Νάρκισσος, μεταμορφώθηκε η λίμνη της χαράς του κι από κύπελλο γλυκού νερού άλλαξε και γιόμισε αρμυρά δάκρυα.

Κ’ οι Δρυάδες ήρθανε κλαίγοντας απ’ το δάσος για να της τραγουδήσουν και να την παρηγορήσουν.

Κι άμα είδανε πως η λίμνη από κύπελλο γλυκού νερού μεταμορφώθηκε σε κύπελλο γιομάτο αρμυρά δάκρυα, απόλυσαν τις πράσινες πλεξούδες των μαλλιών τους και φώνα­ξαν κλαίγοντας: «Δεν παραξενευόμαστε που θρηνείς με τέ­τοιον τρόπο για το Νάρκισσο, ήτανε τόσο όμορφος!»
«Ήτανε όμορφος ο Νάρκισσος;» ρώτησε η λίμνη.

«Αυτό ποιος μπορεί καλύτερα να το ξέρει από σένα;» απά­ντησαν οι Δρυάδες. «Από μας πάντα προσπερνούσε, μα σέ­να πάντα σε ζήταγε για να ξαπλώνει πλάι σου, να σε θαυμά­ζει και να καθρεφτίζει στον καθρέφτη των νερών σου την ομορφιά του».

Κ’ η λίμνη απάντησε: «Εγώ όμως αγαπούσα το Νάρκισ­σο, γιατί όταν ξαπλωνόταν στην όχθη μου και με κοίταζε, καθρέφτιζα στον καθρέφτη των ματιών του τη δική μου ο­μορφιά».

Όσκαρ Γουάιλντ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Φεβρουαρίου 2025

Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό…

Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.

Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο…

Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιανουαρίου 2025

Προς την αγαπημένη του Μήτση (1939)

«Είσουν σαν μια σιγή που την διαπερά ο άνεμος. Το τραύμα σου όμως, το είχα επουλώσει και οι λέξεις που λέγαμε, μας πλησιάσανε τόσο, που και η σιγή και το διάκενο των ημερών πριν γνωρισθούμε, χάθηκαν ολοτελώς.

Στο γήπεδο της συναντήσεώς μας, που έγινε γήπεδο της αγάπης μας, δεν γειτνιάζουν άλλοι. Είσαι καλή και η καλλονή σου υπερβαίνει τα όρια της πολιτείας, και φθάνει ίσαμε τα κράσπεδα της χθεσινής σου μοναξιάς, που την κατέλυσες εσύ. Ναι, στο γήπεδον αυτό, δεν γειτνιάζουν άλλοι, είμαι κοντά σου εγώ και μένω μεσ’ στις ελπίδες σου, όπως μένεις εσύ μέσα στα βλέφαρά μου, όταν κοιμάμαι.

Οι λέξεις των άλλων δεν έχουν σημασία, γιατί χάσαν το ύφος που είχανε πριν γνωρισθούμε, και τα πρόσωπα των άλλων ήρχισαν να μοιάζουν με ξένα πρόσωπα, άγνωστα σε μένα και, ίσως, και σε σένα.
Ωστόσο, τι πειράζει. Το κέλυφος του παρελθόντος έσπασε, και βγήκες εσύ, γιομάτη, οριστική και με βελούδο που άφηνε ημίγυμνο το στήθος σου. […]Αγάπη μου, σε αγαπώ, και θάναι το ταξείδι μας, σαν ανοιξιάτικη πομπή των μύρων.”

Λιάζομαι μες στη συγκίνηση των ημερών του Νοέμβρη, που ξαναφέραμε μαζί. Μαζί το ζούμε και το θέλουμε το πηγαινέλα της φύσης – τις μυρουδιές του κρύου ανέμου, τα παγωμένα νίκελ της πόλης, τον κλειστό χώρο μες στην παγωνιά όταν αχνίζουν τα τζάμια. Ζωή μου, δίπλα σου βλέπω την αναπνοή και ακούω το καρδιοχτύπι όλων των πραγμάτων. Ζωή μου, δίπλα σου είναι η μέρα του ήλιου του μεσονυκτίου. Μακριά σου είναι η νύχτα του βορινού χειμώνα.»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Ιανουαρίου 2025

Τα Χαϊκού: είναι μικρά ποιήματα που πρωτοεμφανίστηκαν στην Ιαπωνία.

Περιγράφουν μια στιγμή του χρόνου, δημιουργούν μια εικόνα.Οι εποχές , τα χρώματα , η φύση κατέχουν σημαντική θέση.

Η εικόνα που δημιουργεί ένα Χαϊκού αποκαλύπτει πώς νιώθει ο δημιουργός του.

 

* Ο κλέφτης

μου τα άρπαξε όλα, εκτός

από το φεγγάρι στο παράθυρο μου”

 

“Δεν είναι χιόνι
λουλουδιών που στον κήπο
θύελλα μοιάζει

Είμαι εγώ που γερνώ
μέσα σ’ όμορφα ρούχα.”

 

“Μην αργείς άλλο
πήγε αργά η νύχτα
λαγοκοιμάμαι

Ώσπου έδυσε κι αυτό
κοίταγα το φεγγάρι.”

“Όλη τη νύχτα
κι αμέσως πριν χαράξει
μονήρεις σκέψεις

Κι η χαραμάδα ψυχρή
της κάμαρης και μαύρη.”

 

“Ένα μακρινό βουνό
δείχνει στο φως του ήλιου
σαν έρημο χωράφι.”

 

“(πλησιάζοντας στο χωριό μου)
Δεν ξέρω για τους ανθρώπους
αλλά όλα τα σκιάχτρα
είναι στραβά.”

 

“Πάπιες ανεβοκατεβαίνουν στο νερό
ελπίζουν κι απόψε
να σταθούν τυχερές;”

 

“Ήσυχα φορώ
της μιας μέρας
τ’ αχυρένια μου σανδάλια.”

 

“Απαλές συμβουλές –
τα φύλλα που πέφτουν
το ένα μετά το άλλο.”

 

“Δεν υπάρχουν σπίτια
για να ικετεύσεις –
τα σύννεφα καλύπτουν τα βουνά”

 

“Κοιμισμένος σ’ ένα απαλό
βαμβακερό στρώμα
ονειρεύομαι το χωριό μου”