Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Σεπτεμβρίου 2025
Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνάΚι αρχίζει τις μανούβρεσ βίρα μάιναΤην άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριέςΦορτώνει φρέσκο αέρα κι απ’ τις δυο μεριές
Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειροΚι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρόΑπό τα βάθη φτάνει στους παλιούσ καιρούςΒάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς
Έλα χριστέ και κύριε λέω κι απορώΤέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάποροΧρόνουσ μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμεΧίλιους καπεταναίους τουσςαλλάξαμε
Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμεΜπήκαμε μεσ στα όλα και περάσαμεΚι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτοραΠαντοτινό τον ήλιο τον ηλιάτορα
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Αυγούστου 2025

Που πας Γιασεμή μου; Για νερό γιαγιά απαντούσε η Γιασεμή κι άρπαζε την στάμνα και εξαφανιζότανε. Δεν προλάβαινε η γιαγιά να της πει πότε τελείωσε το νερό αφού το πρωί ξαναπήγες μα η Γιασεμή είχε ήδη σκαπετήσει.
Δεκατεσσάρων ήταν η Γιασεμή της και έμοιαζε στην μάνα της! Όμορφη και νοικοκυροκόριτσο. Που την έχανες που την έβρισκες όλο με την στάμνα ριγμένη στον ώμο με τα μαλλιά λυτά να ανεμίζουνε ολόξανθα σαν ώριμα στάχυα σιταριού και να χάνεται πότε για νερό, πότε να μαζέψει χόρτα που αρέσανε στη γιαγιά της, πότε να κόψει ξύλα να κάνει θυμωνιές για τον χειμώνα.
Άξια σαν την μάνα της ήταν και άτυχη.
Η μάνα της χάθηκε στην γέννα της Γιασεμής κι ο πατέρας της την εγκατέλειψε στα πεθερικά του. Έχασε τον άντρα της η Θανάσω και μείναν οι δυο τους.
Μόνο που αυτή δεν μπορούσε να περπατήσει. Ένα πόδι είχε κι αυτό σακατεμένο. Πάνε χρόνια που το έχασε το άλλο της πόδι από μια μόλυνση. Έρανο κάνανε στο χωριό και όχι μόνο και στα γύρω χωριά πήγανε να μαζευτούνε τα χρήματα να μεταφερθεί σε νοσοκομείο να της το κόψουν.
Ήταν την χρονιά που πέθανε ο άντρας της. Τότε το έπαθε το κακό. Με την μοίρα της τα είχε βάλει εκείνη την ημέρα. Με την μοίρα της και έσκουζε μήπως και την λυπηθεί.
Της έλεγε για την μάνα της Γιασεμής που της την πήρε. Για τον πατέρα της που την άφησε μια σταλιά παιδάκι. Στη χούφτα της χώραγε όταν την παράτησε και έφυγε και δεν τον είδαν ποτέ.
Ζούσε; Πέθανε; Κανείς δεν ήξερε να της πει.
Της έλεγε και για τον άντρα της που δεν τον άφησε να ζήσει να έχουν κι αυτές ένα στήριγμα αντρικό. Ας τον άφηνες της έλεγε της μοίρας της λίγα χρόνια ακόμα να μεγαλώσουν την Γιασεμή κι ας τον έπαιρνες μετά. Είχαν γεμίσει τα μάτια της δάκρυα κι αντί η καψερή να σκάψει το χώμα να φυτέψει το μποστάνι της, χτύπησε το δάχτυλο και κόπηκε σαν πράσο.
Σαν το πράσο κόπηκε λες κι ήταν ψεύτικο. Ήταν που έσκουζε να την λυπηθεί η μοίρα. Να πεις πως το έκανε και ψέματα;
Από την ψυχή τα έβγαζε τα δάκρυα μα η μοίρα φαίνεται δεν τα είδε. Στραβώθηκε γιατί αν τα έβλεπε δεν θα ήταν σκληρή μαζί της. Και καλά εγώ της είπε. Το ορφανό δεν το λυπάσαι;
Και πιάνει το τσαπί και πάει το δάχτυλο.
Κι η καημένη η Θανάσω αντί να τουλουπώσει το κομμένο πόδι άρχισε η δόλια να μουτζώνει και να φωνάζει προς τα που είσαι να σου δώσω κι άλλες μπας και ξεστραβωθείς.
Η ζημιά είχε γίνει. Το δάχτυλο χάθηκε μέσα στο μποστάνι η πληγή γέμισε αίματα και χώμα και τώρα κάθε λίγο φωνάζει που είσαι Γιασεμάκι μου; Εδώ γιαγιά. Που πας Γιασεμή μου για νερό γιαγιά.
Στα δεκατέσσερα ήταν. Πριν από ένα χρόνο ήταν που πήγε κι έπεσε στην αγκαλιά της γιαγιάς της και έκλαιγε το πουλάκι της κι έκλαιγε και δεν ήξερε πως να της πει εκείνο που είδε στα ποδαράκια της. Κι όταν σταμάτησε πια να κλαίει κατάλαβε η Θανάσω πως της είχαν έρθει τα ρούχα της.
Της σκούπισε τα δάκρυα, της χτένισε τα στάχυα της, την φίλησε στα μαγουλάκια της και της είπε πως αυτό θα το βλέπει κάθε μήνα και πως εκείνη θα της έχει έτοιμα πανάκια από παλιές πετσέτες ραμμένα στο εσώρουχο να τα συχναλλάζει ώσπου να της περνάει. Τέσσερις μέρες Γιασεμάκι μου και θα περνάει της είπε και μην κλαις παιδί μου. Όλες οι γυναίκες το έχουμε αυτό. Έτσι μας έφτιαξε ο θεός.
Μα ξέχασε να της πει η Θανάσω πως όταν το έχεις αυτό τότε μπορείς να κάνεις και παιδί και πως δεν πρέπει να σε φιλήσει κανένας άντρας αν δεν είναι ο άντρας σου. Το ξέχασε η δόλια. Το ξέχασε. Που πας Γιασεμή μου; Πάω να σου μαζέψω χόρτα που σου αρέσουν γιαγιά. Μην αργήσεις νισιάνι μου.
Όχι γιαγιά μου κι όλο αργούσε το Γιασεμάκι της κι όλο ξεπόρτιζε τάχα μου για δουλειές. Και ψέματα δεν έλεγε για τις δουλειές γιατί και ξύλα έφερνε και την στάμνα γεμάτη την έφερνε.
Μα να…αργούσε λίγο παραπάνω. Κάποια βράδια η Θανάσω άκουγε σαν κάποιος να πετούσε λιθαράκια στο παραθύρι κι η Γιασεμή έκανε πως δεν τα άκουγε.
Σαν της έλεγε άντε νισιάνι μου να δεις τι είναι, έβγαινε έξω το Γιασεμάκι της κι ερχόταν αφού είχε περάσει κάμποση ώρα. Τι ήταν Γιασεμή μου κι άργησες; Τίποτα γιαγιά μου. Πήγα μέχρι την καλύβα με τα ζώα να δω πως είναι. Κλείδωνε την πόρτα και ξάπλωνε να κοιμηθεί αφού ταχτοποιούσε την γιαγιά της κι αφού την αγκάλιαζε λέγοντάς της καληνύχτα.
Το ξέχασε η δόλια να της το πει. Το ξέχασε. Έβλεπε το Γιασεμάκι της να κάνει κάνει εμετό. Αρρώστησες παιδί μου πέρα δόθε όλη μέρα να κουβαλάς νερό να κόβεις ξύλα. Μα φτάνουν πια.
Τρεις θυμωνιές έκανες. Θα τον βγάλουμε τον χειμώνα. Ένα διάστημα δεν έτρωγε και κείνη η καψερή,τι έχεις παιδί μου; Γιατί είσαι ανόρεχτη; Κι άμα την έβλεπε να τρώει η χαρά της ήταν μεγάλη.
Δόξα τον θεό έλεγε της ήρθε η όρεξη ξανά. Είχε τόση όρεξη το Γιασεμάκι της που πάχυνε κιόλας κι η Θανάσω της έλεγε στενέψανε τα φουστάνια σου μα σου πάει το πάχος νισιάνι μου.
Πως το ξέχασε να της το πει. Πως το’ κανε ετούτο η δόλια.
Ένα βράδυ που καθότανε και είχε γείρει το κεφαλάκι της στα γόνατα της γιαγιάς της, ποια γόνατα; Ένα είχε…Της είπε.
Γιασεμή μου δεν έχεις τρεις τέσσερις μήνες να μου φέρεις να σου ράψω τα πετσετάκια. Τα ράβω μόνη μου γιαγιά της είπε. Να πας αυριο να σου πάρει μέτρα η μοδίστρα να ράψεις δυο φουστάνια μεγαλύτερα της είπε η γιαγιά της. Μεγάλωσες παιδί μου και δεν χωράς. Κοντύνανε και στενέψανε.
Σαν ξημέρωσε της είπε ξανά η Θανάσω άμε νισιάνι μου πετάξου μέχρι την μοδίστρα να σου ράψει δυο φουστάνια και πες της πως θα την πληρώσω μόλις πάρω εκείνα τα λεφτά της αναπηρίας.
Που πας Γιασεμάκι μου; Πάω στην μοδίστρα γιαγιά. Μα το πρωί δεν πήγες; Ναι και μου είπε να ξαναπάω και δεν θα αργήσω γιαγιά μου. Δεν πρόλαβε να φύγει και χτύπησε η πόρτα της. Ελάτε είπε ανοιχτά είναι. Η μοδίστρα ήταν κι η Θανάσω της είπε πως τώρα έφυγε η εγγονή της και ήρθε να σε βρει. Θανάσω, δεν ήρθα για καλό της είπε. Δεν ήρθες για καλό μα δεν έχω και κάτι κακό να πάθω. Όλα τα έπαθα. Τι άλλο θα με βρει; Θανάσω το Γιασεμάκι σου δεν πάχυνε μόνο αλλά είναι χαλασμένο και εγκυος της είπε η μοδίστρα μόνο ήρθα να σου το πω γιατί και κείνο το κακόμοιρο δεν ξέρει τι έχει στην κοιλιά του και τι του γίνεται. Αυτά της είπε η μοδίστρα και φεύγοντας γύρισε και της λέει πως είναι αργά για άλλα πράγματα…γιατί την ώρα που της έπαιρνα τα μέτρα σάλευε μες την κοιλιά της.
Κι έβγαλε μια φωνή η Θανάσω που σείστηκε το σπίτι της όπως σείστηκαν και τα σπλάχνα της. Το Γιασεμάκι της; Που πας Γιασεμή μου; Για νερό γιαγιά. Τι να της πει; Πάω να με μυρίσουν;
Που ήσουν Γιασεμή μου; Στα ζώα γιαγιά. Τι να της πει; Πήγα και με έκοψαν; Τραβούσε τα μαλλιά της και χτύπαγε τα στήθια της και φώναζε την κόρη της και φώναζε τον άντρα της και έβριζε τον πατέρα που την παράτησε κι αφού δεν είχε πια δύναμη να πει και να φωνάξει έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι μα δεν τα κατάφερε δεν είχε δυνάμεις πια. Μόνο άνοιξε τις παλάμες της και είπε που είσαι μοίρα μου να σε μουντζώσω.
Κι αφού την μούντζωσε προς όλες τις μεριές κράτησε και για τον εαυτό της μούντζες λέγοντας η καψερή και ήταν τα τελευταία της λόγια, πως το ξέχασα εγώ αυτό να της το πω. Πως ξέχασα να της πω να μην δώσει το φιλί της σε κανέναν αν δεν είναι ο άντρας της και έγειρε στο κρεβάτι με τις μούντζες ανοιχτές.
Δεν έμαθε ποτέ πως το Γιασεμάκι της δεν έδωσε το φιλί του μα της το πήραν με το ζόρι.
Δεν έμαθε ποτέ πως το Γιασεμάκι της το μύρισε και το έκοψε ο πρωτοξάδερφος του άντρα της.
Δεν έμαθε ποτέ η καψερή η Θανάσω πως της έλεγε αν το πεις πουθενά η γιαγιά σου θα πάθει μεγάλο κακό.
Δεν έμαθε ποτέ πως έφερε στον κόσμο με κίνδυνο να χάσει την ζωή της ένα κοριτσάκι με ξανθά μαλλάκια σαν τα στάχυα ώριμου σιταριού και πως το φώναζε Θανάσω.
Έπεσε πάνω στην νεκρή το Γιασεμάκι. Έκλαιγε και την χάιδευε και της έλεγε γιαγιά μου με το ζόρι μου το πήραν το φιλί.
Γιαγιά μου δεν το έδωσα με την θέλησή μου και προσπαθούσε το κακόμοιρο να της κλείσει τις μούντζες. Που πας Γιασεμάκι μου;
Για νερό γιαγιά μου.
Πέρασαν τα χρόνια κι η μικρή Θανάσω ήταν ίδια η μάνα της! Στα δεκατέσσερα και κείνη άξια και όμορφη! Που πας Θανάσω μου;
Πάω να φέρω νερό μάνα. Να πας νισιάνι μου!
Που πας Θανάσω; Στα ζώα μάνα. Μόνο που το Γιασεμάκι δεν ξέχασε να της πει, πως το φιλί το δίνουμε μόνο στον άντρα μας και σε κανέναν άλλο. Κι αν κάποιος θελήσει να μας το πάρει με το ζόρι φωνάζουμε δυνατά και δεν τον πιστεύουμε σαν μας λέει θα πάθουν κακό αυτοί που αγαπάμε.
Δεν τον πιστεύουμε και το λέμε στην μάνα μας. Ακούς Θανασούλα μου; Ακούω μάνα μου. Κάθε μέρα πήγαινε το Γιασεμάκι να ανάψει το καντηλάκι της γιαγιάς της.
Κάθε μέρα. Και σαν έφτανε κοντά της και έσκυβε να την φιλήσει την άκουγε που της έλεγε, ήρθες Γιασεμή μου; Ήρθα γιαγιά μου.
Και σαν έφευγε, της έλεγε. Που πας Γιασεμάκι μου;
Στη Θανασούλα μας γιαγιά. Στη Θανασούλα να της πω ξανά να μην φοβηθεί πως θα μου κάνουν κακό όπως φοβήθηκα εγώ για σένα. Να πας νισιάνι μου! Να πας.
Ήρθες μάνα; Ήρθα Θανασούλα μου. Όλα καλά; Όλα μάνα μου! Όλα της έλεγε και έπεφτε στην αγκαλιά της. Όλα μάνα μου και μη φοβάσαι. Δεν θα το δώσω το φιλί παρά μόνο στον άντρα μου κι αν θελήσουν να μου το πάρουν με το ζόρι, θα σου το πω.
Και κείνη της χάιδευε τα στάχυα της τα ώριμα όπως έκανε και η γιαγιά της η Θανάσω.

Ελευθερία Λάππα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Αυγούστου 2025

«Τα καλοκαίρια κοιμόμασταν έξω, στρωματσάδα, κάτω από τα δέντρα και τον ουρανό και το πρωί ξυπνάγαμε και πηγαίναμε στη θάλασσα κατευθείαν. Εκεί, λοιπόν, ο πατέρας μου άρχισε να μου κάνει το μάθημα του χάρτη του ουρανού, διάβαζε αστρονομία. Μου είπε ότι είμαι κι εγώ ένα μέρος από αυτά τα ουράνια σώματα. Και τότε ενδομύχως όταν έγραψα τα πρώτα τραγούδια μου αισθάνθηκα ότι κάθε τραγούδι είναι ένα αστέρι.
Σκέφτηκα ότι θέλω κι εγώ να φτιάξω ένα στερέωμα. Και λέω πώς θα κάνω αστερισμούς; Άρχισα από τότε να συνδέω τα έργα μου, το ένα με το άλλο ώστε να αποτελούν συμπλέγματα αστερισμών. Δηλαδή έγραφα ένα έργο, μετά ένα τραγούδι, μετά έγραφα μια συμφωνία, ένα κοντσέρτο. Έπαιρνα πάντα μια μελωδία από το τραγούδι αυτό και το έβαζα μέσα στο κοντσέρτο και ει δυνατόν έντονα. Έτσι ένωσα όλα μου τα μουσικά κομμάτια. Έχω ενώσει από τρία μέχρι 20 τραγούδια μου σε ένα έργο μαζί. Έφτιαξα έτσι τον δικό μου γαλαξία. Όλα μου τα έργα ενωμένα μεταξύ τους.
Όταν κατάλαβα ότι τα δικά μου αστέρια ήταν τα τραγούδια, έγινα κι εγώ ένας μικρός Θεός. Είναι μυστικές αυτές οι διαδρομές. Και ηθελημένες, δεν έγιναν τυχαία. Λειτούργησα ως αστεροποιός. Εδώ είναι οι αστερισμοί μου, οι γαλαξίες και εκεί είναι οι κύκλοι τραγουδιών.»

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Ιουλίου 2025

ΚΑΝΕΙ ΖΕΣΤΗ ΣΗΜΕΡΑ ….
«Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες αντίκρυ στο πέλαγος.
Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει.

Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο πού, έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη.

Σχεδόν σοβαρολογώ…

  • Οδυσσέας Ελύτης
    «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Απριλίου 2025

Σιω­πή

Πα­ρά­θυ­ρο κλει­στό
το πρό­σω­πό σου
και οι ρυ­τί­δες,
που το μέ­τω­πό σου χά­ρα­ζαν,
γρίλ­λιες μι­σα­νοιγ­μέ­νες.
Έσκυ­ψα τά­χα
για να πά­ρω ένα φι­λί
κι εί­δα το λο­γι­σμό σου
ένα­στρο οὐρα­νό.

Από­πει­ρες φω­τός
, 1966

Η ποί­η­ση

                        J’ai pétri de la boue et j’en ai fait de l’or.
Charles Baudelaire, «Bribes»

Η ποί­η­ση εί­ναι ένα πο­τή­ρι αδεια­νό
που το γε­μί­ζου­με με το αί­μα μας.
Ύστε­ρα το προ­σφέ­ρου­με στους άλ­λους
ή δεν το προ­σφέ­ρου­με αλ­λά μας το παίρ­νουν
και το μυ­ρί­ζουν και το δο­κι­μά­ζουν
και μι­λού­νε για το χρώ­μα του
και ανα­λύ­ου­νε στο μι­κρο­σκό­πιο τη σύν­θε­σή του
και το τα­ξι­νο­μού­νε σε ομά­δες
και βρί­σκου­νε συ­χνά μι­κρό­βια
και μας κα­τα­δι­κά­ζουν.
Η ση­μα­σία βέ­βαια εί­ν’ αλ­λού·
η αι­μορ­ρα­γία να συ­ντε­λεί­ται
κι ό,τι θέ­λει ας λέ­ει η επι­στή­μη τους.
Ο ποι­η­τής δεν εί­ναι αστρο­νό­μος
μα αστρο­λό­γος·
τ’ άστρα τον εν­δια­φέ­ρουν μό­νο
για τη δύ­να­μή τους πά­νω στη ζωή
τον έρω­τα ή το θά­να­το·
κι­νεί­ται μες στη μαγ­γα­νία
κι ανα­μει­γνύ­ο­ντας βο­τά­νια μα­γι­κά,
ευ­χές, ξόρ­κια και δη­λη­τή­ρια
φτιά­χνει το ατί­μη­το χρυ­σά­φι
που εί­ναι αδύ­να­το οι άλ­λοι
να το κά­νου­νε νο­μί­σμα­τα.

[ Τρα­πέ­ζι ]

Η´

Εί­μ᾽ ένα ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τί­πο­τ᾽ άλ­λο
Κά­πο­τε θά ᾽μουν οπωσ­δή­πο­τε ένα δέ­ντρο
Όμως τι δέ­ντρο δεν θυ­μά­μαι
Η πλά­νη το πριό­νι τα καρ­φιά και τα βερ­νί­κια
–ω Θεέ μου πό­σ᾽ απα­νω­τά βερ­νί­κια–
Μπο­ρούν να ξε­κου­τιά­νουν και το πιο γε­ρό μνη­μο­νι­κό
Εί­μ᾽ ένα ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τί­πο­τ᾽ άλ­λο
Πα­λιό πα­μπά­λαιο και για τού­το απα­νω­τά βερ­νι­κω­μέ­νο
Για να μη δεί­χνει η ηλι­κία μου και το σα­κά­τε­μά μου
Για να δια­τη­ρη­θεί η αξιο­πρέ­πεια των κα­τό­χων μου
Για τη δι­κή μου ποιος σκο­τί­ζε­ται
Δε­κά­ρα εγώ δεν δί­νω για ανώ­φε­λες γυα­λά­δες
Η μό­νη μου φρο­ντί­δα εί­ναι ν᾽ ἀντέ­ξω
Στο βά­ρος των αγκώ­νων τους και στις γρο­θιές τους
Να σφί­ξω τις αρ­θρώ­σεις μου να μην πα­ρα­πα­τώ
Να πνί­ξω μέ­σα μου να μην τ᾽ ακού­σουν το τρί­ξι­μο του σα­ρα­κιού
Ν᾽ απο­μα­κρύ­νω έτσι όσο γί­νε­ται την ώρα της φω­τιάς

Κ´

Η νύ­χτα με τρο­μά­ζει απ᾽ το πρωί
Ο φό­βος μου τη στή­νει εμπρός μου
Ο ήλιος ανα­τέλ­λει όμως η σκέ­ψη της
Δεν βγαί­νει απ᾽ το μυα­λό μου ώρες πολ­λές
Πριν σκο­τει­νιά­σει ανά­βω όλα τα φώ­τα

Σχή­μα­τα απου­σί­ας, 1973

Ετού­τος ο κα­θρέ­φτης ]

ΙΖ΄

Ετού­τος ο κα­θρέ­φτης ο πα­λιός
Έχει φθα­ρεί από την επα­φή
Με τό­σα πρό­σω­πα
Θά­μπω­σε γέ­μι­σε απο­τυ­πώ­μα­τα
Μα­τιών που κά­πο­τε κοι­τά­χτη­καν
Μες στο γυα­λί του μ’ έκ­πλη­ξη
Ή θαυ­μα­σμό ή χα­ρά ή θλί­ψη
Χεί­λια και δά­χτυ­λα σαν νε­κροί νάρ­κισ­σοι
Μες στο θα­μπό νε­ρό του αδύ­να­το να κοι­τα­χτείς
Χω­ρίς τον κίν­δυ­νο να μπερ­δευ­τείς
Και να πι­στέ­ψεις για πρό­σω­πό σου
Έν’ άλ­λο πρό­σω­πο ή το συ­νταί­ρια­σμα
Από πα­ρά­ται­ρα κομ­μά­τια
Και να χα­θείς μέ­σα σε τού­το το λα­βύ­ριν­θο
Μορ­φών που ήταν κά­πο­τε
Και να μην εί­σαι πια

Με­τα­μορ­φώ­σεις, 1974

Εί­μαι η λυ­κο­πα­γί­δα ]

γ΄

Εί­μαι η λυ­κο­πα­γί­δα κι εί­μαι ο λύ­κος
που πιά­στη­κε σ’ αυ­τή
Κα­νέ­νας δεν το βλέ­πει δεν το ξέ­ρει
Ού­τε εκεί­νοι που με χαι­ρε­τούν από μα­κριά
Ού­τε αυ­τοί που μ’ αγκα­λιά­ζουν ή μου σφίγ­γου­νε το χέ­ρι
Τό­σο έντε­χνα έχω πνί­ξει μέ­σα μου το ουρ­λια­χτό
Του θριάμ­βου το ουρ­λια­χτό του πό­νου

Κυ­κλο­φο­ρώ ανά­με­σά τους μ’ άνε­ση φο­ρώ­ντας
Το πιο αδιά­φο­ρο χα­μό­γε­λο το πιο κα­θη­μερ­νό
Ενώ οι δα­γκά­νες μου χώ­νο­νται βα­θιά
Όλο και πιο βα­θιά μες στα πλευ­ρά μου

Τύ­ποι ήλων, 1978

Βρο­χή ]

ΠΑΡΑ ΕΝΑ ΔΩΔΕΚΑ ΜΑΓΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΙΙ

Η βρο­χή κρύ­ω­νε έξω, στο δρό­μο. Χτυ­πού­σε το τζά­μι και φώ­να­ζε, κρυώ­νω. Ήτα­νε, πράγ­μα­τι, χει­μώ­νας.
Το τζά­μι τη λυ­πή­θη­κε, της άνοι­ξε, την έβα­λε μες στο δω­μά­τιο; Εί­σαι τρε­λό.
Μα εί­ναι βρο­χή δω­μα­τί­ου, εί­πε ήρε­μα το τζά­μι, δεν ακούς τι ωραία που ηχεί πά­νω στο πά­τω­μα, πά­νω στο τρα­πέ­ζι, πά­νω στο μέ­τω­πό σου; Εί­ναι βρο­χή δω­μα­τί­ου.

Τα δέ­ντρα ]

ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Θα ᾽ρ­θει μια μέ­ρα που τα δέ­ντρα θα μι­σή­σουν την αχα­ρι­στία των αν­θρώ­πων και θα στα­μα­τή­σουν να πα­ρά­γουν ίσκιο, θρο­ΐ­σμα­τα κι οξυ­γό­νο. Θα πά­ρου­νε τις ρί­ζες τους και θα φύ­γουν. Με­γά­λες τρύ­πες θα μεί­νου­νε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέ­ντρα. Όταν οι άν­θρω­ποι κα­τα­λά­βου­νε τι έχα­σαν, θα πά­νε και θα κλά­ψου­νε πι­κρά πά­νω απ᾽ αυ­τές τις τρύ­πες. Πολ­λοί θα πέ­σου­νε μέ­σα. Τα χώ­μα­τα θα τους σκε­πά­σουν. Κα­νείς δεν θα φυ­τρώ­σει.

[Τα έπι­πλα]

Ποιος να του τό ᾽λε­γε ότι τα έπι­πλά του θα γί­νο­νταν μια μέ­ρα τέ­τοια τέ­ρα­τα… Το τρα­πέ­ζι του έβγα­λε φύλ­λα, η ντου­λά­πα του κα­τα­βρό­χθι­σε όλα του τα κο­στού­μια, το κο­μό του έγι­νε ένας πο­λύ­στο­μος δρά­κος· κά­θε συρ­τά­ρι του κι ένα αδη­φά­γο στό­μα· πά­νε τα σώ­βρα­κά του όλα, πά­νε τα που­κά­μι­σά του, πά­νε και τα χέ­ρια του· τά ᾽χα­σε ψά­χνο­ντας μέ­σα σ᾽ αυ­τά τα φρι­χτά συρ­τά­ρια.
Τώ­ρα, γυ­μνός κι ανά­πη­ρος, στέ­κε­ται στη μέ­ση του δω­μα­τί­ου του, χα­μέ­νος. Δεν ξέ­ρει τι να κά­νει, που να πά­ει. Τον πιά­νει το πα­ρά­πο­νο. Κλαί­ει.

[Σαν τον τυ­φλό]

ΚΔ´

Σαν τον τυ­φλό μπρο­στά στον κα­θρέ­φτη
Σαν τον τυ­φλό που ζη­τά­ει επί­μο­να την μπλε γρα­βά­τα και το γκρί­ζο κο­στού­μι του
Σαν τον τυ­φλό που χα­μο­γε­λά μπρο­στά στη φω­το­γρα­φι­κή μη­χα­νή
Σαν τον άσπρο τυ­φλό που μι­σεί τους μαύ­ρους
Σαν τον τυ­φλό που λα­τρεύ­ει τις ξαν­θές γυ­ναί­κες
Σαν τον τυ­φλό που χαϊ­δεύ­ει τις λέ­ξεις
Που αγ­γί­ζει τη λέ­ξη φλό­γα και καί­γε­ται
Που αγ­γί­ζει τη λέ­ξη μα­χαί­ρι και κό­βε­ται
Που αγ­γί­ζει τη λέ­ξη ρώ­γα και γλυ­καί­νο­νται οι ρώ­γες των δα­χτύ­λων του
Που αγ­γί­ζει τη λέ­ξη μα­στός και γε­μί­ζουν οι χού­φτες του γά­λα
Που αγ­γί­ζει τη λέ­ξη θά­να­τος και μου­διά­ζει το χέ­ρι του
Σαν τον τυ­φλό που αγκα­λιά­ζει το φο­νιά του, θαρ­ρώ­ντας τον φί­λο του, και νιώ­θει το λά­θος του μα­ζί με το μα­χαί­ρι στην καρ­διά
Σαν τον τυ­φλό που πο­τέ του δεν έτρε­ξε, ακό­μα κι όταν άνοι­γαν όλοι οι κρου­νοί του ου­ρα­νού, ακό­μα κι όταν στί­φη οχη­μά­των χυ­μού­σαν κα­τα­πά­νω του
Σαν τον τυ­φλό που κρε­μά­ει ζω­γρα­φιές στους τοί­χους του και γε­μί­ζει λου­λού­δια το σπί­τι του και τις νύ­χτες όλες τις λά­μπες
Σαν τον τυ­φλό που επι­μέ­νει να τρα­γου­δά το φά­ος ἡελί­οιο, αυ­τό το φως που πο­τέ του δεν γνώ­ρι­σε και πο­τέ του δεν έπα­ψε να υπε­ρα­σπί­ζε­ται σαν μο­νά­κρι­βο κτή­μα του
Τέ­τοιος εγώ

Λε­κτι­κά το­πία, 1986

Αν όπως λέ­νε ]

Αν, όπως λέ­νε, το χαρ­τί φτιά­χνε­ται από ξύ­λο, ετού­το το δω­μά­τιο, που γέ­μι­σε χαρ­τιά κου­βα­ρια­σμέ­να, εί­ν’ ένα τσα­λα­κω­μέ­νο δά­σος κι η γά­τα που πλα­νιέ­ται μέ­σα του, ερε­θι­σμέ­νη απ’ τους τριγ­μούς του, εί­ναι μια τί­γρη σ’ ανα­ζή­τη­ση θη­ρά­μα­τος.
Όσο για τα ποι­ή­μα­τα, μες στα κου­βά­ρια των χαρ­τιών, εί­ναι που­λιά που πέ­θα­ναν πριν μά­θουν να πε­τά­νε.

[ Γέ­ρα­σες ]

Γέ­ρα­σες, φί­λε, και βου­βά­θη­καν τα μά­τια σου, δεν τρα­γου­δά­νε πια, όπως πρώ­τα, δεν μι­λούν, δεν ψι­θυ­ρί­ζουν καν. Δυό σκο­τει­νά πα­ρά­θυ­ρα τα μά­τια σου, χτι­σμέ­να, και πια δεν φτά­νει ώς εμέ­να η μέ­σα μου­σι­κή σου. Υπάρ­χει, αλή­θεια, ακό­μα αυ­τή η μέ­σα μου­σι­κή ή μή­πως εί­σαι ώς εκεί χτι­σμέ­νος, ώς τα μύ­χια της ψυ­χής σου, πλή­ρης σιω­πής και συ­μπα­γής σαν πέ­τρι­νο άγαλ­μα;

Εσω­τι­κά το­πία, 1991

Οι μέ­ρες του περ­νούν ]

Οι μέ­ρες του περ­νούν δί­χως να έρ­χο­νται. Αυ­τός, ωστό­σο, εί­ν’ εκεί και τις προ­σμέ­νει· έν’ αδεια­νό ορί­ζο­ντα κοι­τώ­ντας, καρ­τε­ρεί να υπο­δε­χτεί τις μέ­ρες που, χω­ρίς να φτά­νουν, έχουν κιό­λας φύ­γει.
Το πα­ρελ­θόν αυ­ξά­νει ιλιγ­γιω­δώς, το πα­ρελ­θόν ενός αβί­ω­του πα­ρό­ντος· οι ανα­μνή­σεις μί­ας άζω­ης ζω­ής σω­ρεύ­ο­νται, αδιά­κο­πα, και τον συν­θλί­βουν.

[Ια­νουά­ριος]

Ια­νουά­ριος; Φε­βρουά­ριος; Δευ­τέ­ρα ή Τρί­τη; Ή, μή­πως, Πέμ­πτη; Δώ­δε­κα, πά­ντως, πα­ρά εί­κο­σι. Μπο­ρεί να έχει χά­σει τον ρου ετών, μη­νών και ημε­ρών, αλ­λ᾽ έχει από­λυ­τα στοι­χεία για τις ώρες, τα λε­πτά, τα δευ­τε­ρό­λε­πτα· η μνή­μη του έχει ατο­νή­σει, μες στη μο­να­ξιά, όχι όμως και του ρο­λο­γιού η μπα­τα­ρία.
Σέρ­νε­ται στον κα­θρέ­φτη μπρος, κοι­τά­ζε­ται. Τι ηλι­κία νά ᾽χει, τά­χα, ανα­ρω­τιέ­ται. Δώ­δε­κα πα­ρά εί­κο­σι, οπωσ­δή­πο­τε· δώ­δε­κα πα­ρά εί­κο­σι και κά­τι· και νύ­χτα, νύ­χτα οπωσ­δή­πο­τε.

Μό­νο η σιω­πή ]

Μό­νο η σιω­πή, η από­λυ­τη σιω­πή προ­σφέ­ρε­ται για τη χα­μη­λό­φω­νη συ­νο­μι­λία των πραγ­μά­των που, κά­τω από άλ­λες, ηχη­ρές συν­θή­κες, ού­τ’ ένα νεύ­μα δεν μπο­ρούν να ανταλ­λά­ξουν, για­τ’ εί­ν’ ευαί­σθη­τα τα πράγ­μα­τα στον ήχο και δεν απο­κα­λύ­πτουν την ψυ­χή τους εν μέ­σω οιου­δή­πο­τε θο­ρύ­βου.
Σφαλ­νά τις πόρ­τες, τα πα­ρά­θυ­ρα, τα μά­τια, εξώ­νει από το χώ­ρο ήχο και φως. Ακί­νη­τος, σε μια γω­νιά, και σιω­πη­λός, γί­νε­ται κοι­νω­νός των μυ­στι­κών τους, γί­νε­ται κι αυ­τός πράγ­μα δι­κό τους· κα­λό­γε­ρος με λί­γα ρού­χα κρε­μα­σμέ­να πά­νω του.

Ο ακί­νη­τος δρο­μέ­ας, 1996

[Το τη­λέ­φω­νο]

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ

Δύ­σκο­λη η ζωή, κή­πος που για να θάλ­λει θέ­λει αδιά­κο­πη φρο­ντί­δα: σκά­λι­σμα και βο­τά­νι­σμα και πό­τι­σμα και ψέ­κα­σμα… Και με αμ­φί­βο­λο, βε­βαί­ως, απο­τέ­λε­σμα, αφού το λά­θος το πα­ρα­μι­κρό, μια ξαφ­νι­κή αλ­λα­γή στις και­ρι­κές συν­θή­κες, ένας απρό­σμε­νος εχθρός, ένα αό­ρα­το πα­ρά­σι­το, μπο­ρούν να ακυ­ρώ­σουν κά­θε σου προ­σπά­θεια και άκαρ­ποι να μεί­νου­νε οι κό­ποι σου.
Δύ­σκο­λη η ζωή κι απλού­στα­τος ο θά­να­τος, αυ­τή η έρη­μος που τί­πο­τε από σέ­να δεν ζη­τά, που πε­ρι­μέ­νει απλώς να την δια­νύ­σεις.

Χτυ­πά­ει το τη­λέ­φω­νο, χτυ­πά­ει και ξα­να­χτυ­πά­ει· δεν το ση­κώ­νω, όχι, δεν πρό­κει­ται να το ση­κώ­σω· ποιος ξέ­ρει τι και­νούρ­γιες συμ­φο­ρές θα μου αναγ­γεί­λει; Πέ­θα­νε αυ­τός, πέ­θα­ν᾽ εκεί­νος, ο τά­δε βη­μα­τί­ζει με βη­μα­το­δό­τη, ο δεί­να δεν μπο­ρεί το σπί­τι του να βρει κι ο Ερυ­θρός Σταυ­ρός τον ψά­χνει. Εί­ναι η γε­νιά μου που αρ­χί­ζει να θο­λώ­νει και να σβή­νει. Έτσι που πά­ει το πράγ­μα, θα μά­θω, σύ­ντο­μα, και το δι­κό μου θά­να­το από τη­λε­φώ­νου.
Χτυ­πά­ει το τη­λέ­φω­νο, χτυ­πά­ει και ξα­να­χτυ­πά­ει· δεν το ση­κώ­νω, όχι· θα το βγά­λω από την πρί­ζα, θα βγω από τον κα­τά­λο­γο του ΟΤΕ· δεν πρό­κει­ται να πα­ρα­μεί­νω εγώ συν­δρο­μη­τής θα­νά­των.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Απριλίου 2025

Ξύπνησα το πρωί, κι έφτιαξα δυο καφέδες. Έβαλα και δυο κομμάτια σάμαλι. Είπα, κάποιος θα διαβεί να τον κεράσω.
Πέρασε ώρα. Κανείς δεν φάνηκε.
Τα μάζεψα. Φύλαξα τα κομμάτια του γλυκού. Άδειασα τον καφέ κι έπλυνα τα φλυτζάνια. Αέρισα τα σκεπάσματα.
Ήλιο είχε και τ’ άπλωσα να τα ζεστάνει. Έκατσα στην βεράντα μου κι αγνάντεψα ως εκεί που έφτανε το μάτι μου. Χόρτασα εικόνες.
Γιόμισε η ψυχή μου πρωινά χρώματα, και μυρωδιές που άφησε η αυγή στο διάβα της.
Άνοιξα ένα βιβλίο να συνεχίσω το διάβασμα. Χθες το βράδυ ξεκίνησα το νέο βιβλίο. Είχα σταματήσει στην σελίδα είκοσι πέντε.
Εκεί που η ματιά της ηρωίδας του, έπεσε πάνω στο τρύπιο παντελόνι του.
Τον ρώτησε γιατί κυκλοφορεί με την τρύπα, κι απάντησε, έτσι είναι αυτός. Σέρνει και τις τρύπες μαζί του.
Κι η καρδιά του, έχει. Και η ψυχή του, αλλά δεν φαίνονται. Τις έραψε η λησμονιά. Μόνο σαν φυσάει πολύ μοναξιά μπαίνει το κρύο και κρυώνει. Για λίγο όμως.
Τις κλείνει ο πόνος.
Εκείνος ο πόνος που δεν αφήνει τίποτα να διαβεί μέσα σου.
Έκλεισα το βιβλίο, κι άφησα το βλέμμα μου ξανά να πλανηθεί. Ταξίδεψε πολύ μακριά κι ακούμπησε στην δική μου τρύπα.
Σε κείνη την τρύπα που την έραψα και ‘γω με χοντρή κλωστή, μουσκεμένη από δάκρυα.
Την έραψα με ένα κομμάτι σκληρό πίκρας, κι έβαλα πάνω της μια πλάκα πέτρινη δύναμης.
Μα δεν σκέφτηκα να γεμίσω το κενό. Κι ήρθαν στιγμές που φύσαγε στο βάθος της. Με τα χρόνια την γέμιζα σιγά σιγά,ώσπου πια δεν σφύριζε το κενό της.
Νέος ήταν ο διαβάτης του βιβλίου. Νέος. Θα τις γέμιζε τις τρύπες του με τον καιρό, μόνο που η ηρωίδα δεν το γνώριζε.
Το έμαθε αργότερα κι αυτή. Τον ακολούθησε, να ανοίξει τις δικές της τρύπες. Όπως έμαθε πως δεν περπατάμε αντάμα με τους ανέμους που σφυρίζουν στα κενά.
Πέφτουμε μέσα κι ανοίγουμε τις τρύπες μας. Κλείνω το βιβλίο στην σελίδα σαράντα πέντε, με τον σελιδοδείχτη μου τον ξύλινο, δώρο του εγγονού μου στα γενέθλια των εξήντα πέντε μου χρόνων.
Είχε γράψει πάνω του, (Στην γιαγιά μου! Στην δική μου σελίδα! )
Το άφησα στο τραπέζι, και σηκώθηκα να μαζέψω τα σκεπάσματά μου, να τα στρώσω στο κρεβάτι μου.
Καίγανε από τον ήλιο. Είχε περάσει αρκετή ώρα και χόρτασαν και κείνα ζεστασιά, να μου την δώσουν το βράδυ.
Έβαλα να φάω. Δυο πιάτα στο τραπέζι μου, δυο πηρούνια, δυο ποτήρια. Κάποιος θα έρθει σκέφτηκα. Έτοιμο να το’ χω.
Μόνη μου έφαγα. Κανείς δεν ήρθε.
Τα μάζεψα, τα άφησα στον νεροχύτη. Θα τα βάλω στο πλυντήριο αργότερα μαζί με ό,τι μαζευτεί στη διάρκεια της μέρας.
Πήρα ένα περιοδικό με προορισμό διακοπών.
Το ξεφύλλιζα μήπως και σταθώ κάπου που θα μου αρέσει να πάω. Παρέα μου τα βιβλία, κι ο σελιδοδείχτης μου ο ξύλινος. Διάλεξα ένα μέρος με βουνό για διακοπές.
Είχε στην πλαγιά του μικρά σπιτάκια, για οικογένειες και για μοναχικούς επισκέπτες, μέσα στο πράσινο.
Στο τελείωμα της πλαγιάς, ένας μεγάλος ποταμός περνούσε με τα ήσυχα νερά του, παίρνοντας μαζί του και την σκέψη σου, να την χύσει στην ψυχή της θάλασσας.
Εκεί θα πάω είπα και βγήκα να περπατήσω. Δεν κοιμάμαι τα μεσημέρια. Να κουραστώ θέλω να μπορέσω το βράδυ να κοιμηθώ ευκολότερα. Σαν ήμουν νέα, έλεγα, θα χορτάσω τον ύπνο μου στα “γεράματα”, που να φανταστώ πως τότε ο ύπνος μου θα ήταν μόνο πέντε με έξι ώρες.
Γύρισα, κι ήταν ώρα για τον απογευματινό καφέ. Ξανά δυο φλυτζάνια, ξανά το γλυκό στο πιατάκι. Κανείς επισκέπτης.
Μια μικρή ομάδα από έξι εφτά πουλιά διάβηκαν μονάχα.
Πέταξε το γλυκό στον αέρα….έτσι, να πω πως τα κέρασα μα κείνα
φτερούγισαν και χάθηκαν.
Πόση μοναξιά, να θες να προσφέρεις, και να μην έχεις που; Κι έβαλα τα γέλια, να της δείξω πως την βρίσκω αστεία..’Οχι. Δεν θα με μελαγχολήσει.
Μπήκα ξανά στο βιβλίο μου. Σελίδα σαράντα πέντε. Να το τελειώσω ήθελα πριν φύγω για διακοπές. Θα έπαιρνα άλλο μαζί μου. Η ηρωίδα πέταξε το τρύπιο παντελόνι του. Τον ακολούθησε, αφού πήρε καινούργιο, να ταξιδέψουν μαζί.
Εκείνος έκλεισε τις τρύπες του, πέφτοντας μέσα εκείνη, κι έφυγε. Την άφησε να βγει μόνη της, και βγήκε.
Ήθελα να της πω, πως δεν πετάμε πάνω από τα κενά των άλλων. Μα το έμαθε μόνη της. Στην σελίδα ογδόντα δύο, το είπε.
Είπε, πως τις τρύπες του, ο κάθε ένας πρέπει μόνος του να τις κλείσει, και πως ο άλλος δεν είναι το υλικό για να τις κλείνει. Τις τρύπες μας, να τις γεμίζουμε με ζωή.
Έτσι θα μπορέσει ο συνοδοιπόρος μας να πατήσει πάνω τους στέρεα, για όσο κρατήσει το ταξίδι μας.
Ήθελα να της το πω, μα το κατάλαβε μόνη της κι ήταν καλύτερα έτσι. Η γνώση είναι κείνη που σε προστατεύει, κι όχι η θεωρία.
Σελίδα διακόσια δέκα, η ηρωίδα είχε την δική μου ηλικία.
Καθισμένη στην βεράντα του σπιτιού της, σκεφτότανε να πάει ένα ταξίδι. Με τις τρύπες της και κείνη να μην σφυρίζουν πλέον, σαν τις δικές μου, που από χρόνια έπαψαν να κάνουν θόρυβο.
Μόνη θα ταξίδευε και κείνη. Δεν ξέρω αν είχε κάποιο σελιδοδείχτη στις αποσκευές της. Μα και να’ χε, δώρο δεν θα ήταν. Ακόμα και να ήταν, δεν θα έγραφε πάνω, (Στην γιαγιά μου! Στην δική μου σελίδα )
Κάποια πράγματα, είναι μόνο δικά μας, γιατί προέρχονται από ξεχωριστούς και μοναδικούς ανθρώπους της ζωής μας.
Σελίδα διακόσια εβδομήντα, η ηρωίδα έκλεινε τις βαλίτσες της. Πετούσε σε τρεις ώρες. Η πτήση της ήταν γεμάτη γνώση. Επέλεξε θάλασσα να παίξει με τα κύματα.
Εγώ είμαι στο δωμάτιο της πλαγιάς. Ένα παράθυρο μεγάλο, βλέπει στο ποτάμι που κυλάει ήσυχα.
Είναι απόγευμα, πήρα το ποδήλατό μου και πηγαίνω μαζί με τα νερά του ποταμού στην άκρη της όχθης. Κοντεύει να βασιλέψει ο ήλιος, κι αποφάσισα να γυρίσω.
Αφήνω το ποδήλατό μου στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο για ποδήλατα, και μπαίνω στο δωμάτιό μου.
Βγήκα στην βεράντα του, να δω τον ήλιο που έγερνε πίσω από το βουνό. Καλησπέρα μου φώναξαν από την διπλανή βεράντα.
Ανταπέδωσα τον χαιρετισμό. Ένας κύριος έπινε τον καφέ του. Δεν είχε δυο φλυτζάνια στο τραπέζι του.
Είχε όμως το κάλεσμα στην διάθεσή του, και χρόνο να τον μοιραστεί με κάποιον. Έμαθα εκείνο το απόγευμα, πως δεν αρκεί ένα σερβίτσιο άδειο να καρτερεί να γεμίσει.
Έμαθα πως όσο γεμάτη και να είναι η ψυχή σου, κι όσο κι αν θέλεις να προσφέρεις, αν δεν καλέσεις κανείς δεν έρχεται. Στον περαστικό, θα προσφέρεις, ένα ποτήρι νερό, να ξεδιψάσει να συνεχίσει.
Την καρέκλα σου όμως θα την προσφέρεις σε κείνον που θέλει να καθίσει. Σε κείνον που θα καλέσεις να μοιραστείς μαζί του τον χρόνο σου, και τον καφέ σου.
Σε κείνον που δεν θα σφυρίζουν οι τρύπες του…και θα απολαμβάνετε κι οι δυο την διαδρομή της ηρεμίας. Σελίδα διακόσια εβδομήντα δύο, η ηρωίδα σκέφτεται, να πει ναι, σε μια πρόσκληση. Είναι όμορφο να σε καλούν και να φεύγεις…παρά να καλείς και να φεύγουν…
Θέλει δρόμο ακόμα. Ίσως οι τρύπες της να μπάζουν φυγές…

Ελευθερία Λάππα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Απριλίου 2025

Αποσπασματα

.*Οι άνθρωποι, εκεί που ζεις, καλλιεργούν πέντε χιλιάδες τριαντάφυλλά σε έναν κήπο. Παρ’ όλα αυτά, δεν βρίσκουν αυτό που ψάχνουν… Κι όμως αυτό που ψάχνουν, μπορεί να βρεθεί σε ένα και μόνο τριαντάφυλλο.

*Είναι ο χρόνος που έχεις ξοδέψει για το τριαντάφυλλό σου που κάνει το τριαντάφυλλό σου τόσο σημαντικό.

*Είναι πιο δύσκολο να κρίνεις τον εαυτό σου από το να κρίνεις του άλλους. Αν καταφέρεις να κρίνεις τον εαυτό σου σωστά, τότε είσαι πράγματι ένας σοφός άνθρωπος.

*Μικρός Πρίγκιπας: Πού είναι όλοι οι άνθρωποι; Είναι λίγο μοναχικά στην έρημο… Το φίδι: Είναι μοναχικά, ακόμα και όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους.

*.Αντίο, είπε η αλεπού. Αυτό είναι το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό. Δεν βλέπουμε καλά, παρά με την καρδιά μας. Το ουσιαστικό είναι αόρατο για τα μάτια.

*.Όλοι οι μεγάλοι ήταν παιδιά πρώτα… Αλλά λίγοι το θυμούνται.

*Aλλα μικρά αγόρια. Και δεν σε έχω ανάγκη. Ούτε εσύ με έχεις ανάγκη. Για σένα είμαι μόνο μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες άλλες αλεπούδες. Αλλά αν με εξημερώσεις θα έχει ανάγκη ο ένας τον άλλον. Θα είσαι το μόνο αγόρι στον κόσμο για μένα και θα είμαι η μόνη αλεπού στον κόσμο για σένα.

*Μόνο τα παιδιά ξέρουν τι ψάχνουν.

*Είναι ακριβώς όπως συμβαίνει με το λουλούδι. Αν αγαπάς ένα λουλούδι που ζει σε ένα αστέρι, είναι γλυκό να κοιτάς τον ουρανό τη νύχτα. Όλα τα αστέρια είναι ανθισμένα λουλούδια…

*.Θα ‘ταν καλύτερα να ‘ρχεσαι την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν, για παράδειγμα, πρόκειται να έρθεις στις τέσσερις το απόγευμα, από τις τρεις κιόλας εγώ θ’ αρχίσω να ‘μαι ευτυχισμένη. Όσο θα προχωρεί η ώρα, τόσο περισσότερο ευτυχισμένη θα νιώθω.

*Οι λέξεις είναι η πηγή των παρεξηγήσεων.

*.Εδώ και εκατομμύρια χρόνια τα λουλούδια παράγουν αγκάθια.

*.Ήμουν πολύ μικρός για να ξέρω πως να την αγαπώ.

*Αλλά ο αλαζόνας δεν τον άκουσε. Οι αλαζονικοί άνθρωποι δεν ακούν τίποτα άλλο παρά μόνο επαίνους.

*.Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτήν την αλήθεια, είπε η αλεπού. Αλλά δεν πρέπει να το ξεχνάς. Γίνεσαι υπεύθυνος για πάντα για ό,τι έχεις εξημερώσει.

*Αλλά αν με εξημερώσεις, τότε θα χρειαστούμε ο ένας τον άλλον. Για μένα θα είσαι μοναδικός σε όλο τον κόσμο. Για σένα, θα είμαι μοναδικός σε όλο τον κόσμο.

*Όταν βρίσκεις ένα διαμάντι που δεν ανήκει σε κανέναν, είναι δικό σου…όταν ανακαλύπτεις ένα νησί που δεν ανήκει σε κανέναν, είναι δικό σου. Όταν βρίσκεις μια ιδέα πριν από οποιονδήποτε άλλον, βγάζεις δίπλωμα ευρεσιτεχνίας: είναι δική σου. Έτσι με εμένα: Είμαι κάτοχος των αστεριών, γιατί κανείς άλλος πριν από εμένα δεν σκέφτηκε ποτέ να του ανήκουν.

*Το να ξεχνάς έναν φίλο είναι λυπηρό. Δεν έχουν όλοι φίλους.

*Οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο να ασχοληθούν με τους άλλους καταφεύγουν στις εύκολες λύσεις. Δίνουν σημασία στα υλικά αγαθά και όχι στις ανθρώπινες σχέσεις.

20.Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Τα αγοράζουν όλα από τα εμπορικά. Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους.

*Τα αστέρια στο νυχτερινό ουρανό γελάνε στη δική σου φωνή.

*Έπρεπε να κρίνω με πράξεις και όχι με λόγια.

*Μερικές φορές δεν βλάπτει να αναβάλεις μια δουλειά για αργότερα.

*Οι μεγάλοι δεν καταλαβαίνουν ποτέ τίποτα από μόνοι τους και είναι κουραστικό τα παιδιά συνεχώς και πάντα να τους εξηγούν τα πράγματα.

*Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται πάντα συμβουλές μερικές φορές το μόνο που χρειάζονται είναι ένα χέρι για να κρατηθούν, ένα αυτί να τους ακούσει και μια καρδιά που μπορεί να τους καταλάβει.

*Η αγάπη δεν είναι να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον, αλλά να κοιτάζουμε μαζί προς την ίδια κατεύθυνση.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Απριλίου 2025
«Η απαρηγορία» – Μεγάλη Εβδομάδα

Οι βιολέτες, όπως ανήσυχα,
διορατικά μυρίζουν
όταν κάτι δεν πάει καλά,
κάτι απογοητεύει πάλι.

Η Μεγάλη Εβδομάδα,
όπως στάζει κερί και τάμα
στη θρησκόληπτη ανάμνηση,
στην άθεη απουσία.

Η Κυριακή του Νυμφίου,
όπως αναστατώνει,
βασίζεις δεν βασίζεις το Μεγάλο
στις αφίξεις.

Οι διάφοροι Νυμφίοι,
που κάτι τους τυχαίνει και δεν έρχονται,
κάποια διήμερη εκδρομή,
κάποια ευκολότερη θρησκεία
που την ασπάζονται.

Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή
σε κάθε βήμα,
δπως κατασταλάζεις για το έθιμο,
έχουν δεν έχουνε ανθίσει οι απορίες.

Οι Πατέρες μας, γέροι στο σπίτι,
περιμένουν αυγά και τσουρέκι.

Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή,
τα περιστύλια της υπομονής,
τα παγκάκια να κάτσεις να περιμένεις
τον ετήσιο Ιούδα,
πού αργεί να ‘ρθεί
από το ράφτη, απ’ τον κουρέα.
Το μεγάλο ποσόν που του δίνεις
για να δεχθεί να σε προδίνει ανεξήγητα.

Της καμπάνας η Μεγάλη εξάντληση
κι η άπαρηγορία,
ο νηστικός της ήχος
όπως λιποθυμάει
στα εαρινά αρμόνια
των καθολικών απογευμάτων.

Οι αργίες,
οι αργοπορίες,
οι αγριότητες,
όπως τις πάμε ως επάνω μόνοι μας.

Ο Σίμων, που στο τέλος αδιαφόρησε
κι έφτιαξε τη ζωή του.

Η Μυροφόρος έλλειψις,
που θα σε ψάχνει απόψε να σε ράνει.

Η Προηγιασμένη των διαφόρων θρήνων
τη Μεγάλη Εβδομάδα
και τις διάφορες άλλες εβδομάδες τα ίδια.

Η Αγία Επανάληψη,
η θαυματουργή,
η άχειροποίητος,
όπως τη βρήκανε ανυπόγραφη τα πράγματα,
θαμμένη
σε κάποια παλαιότητα της μοίρας μας,
σε κάποιο προγονό μας μέλλον.
Όπως την πιστεύω.

Συλλογή: «Το λίγο του κόσμου» – εκδ. Ίκαρος

«Μεγάλη Πέμπτη» Υπαίθριος καιρός. Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο. Φορτωμένες. Ο καρπός εισακούστηκε το παρελθέτω όχι.

Δεν θα εισπράξουν ούτε φέτος πατέρες οι λιποψυχίες μας. Ατελής η ελαιογραφία. Να ξαναδοκιμάσω. Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο.

Τα αργύρια φύλλα τους εποφθαλμιά η αστραφτερή τού τοπίου αγνότητα. Φύσει καταδότρια η αθωότης. Αυτή δεν μας παρέδωσε για ελάχιστα ανεκπλήρωτα αργύρια στην απώλειά της; Να τονίσω λίγο Φαρισαίον απέναντι. Τη θάλασσα.

 Συλλογή: «Ήχος Απομακρύνσεων» –  εκδ. Ίκαρος

«Μεγάλη Πέμπτη» Γοερά το βλέπω ετοιμάζεσαι για την Ανάστασή σου. Την πιστεύω αλλά με θλίβει όπως μάς θλίβουν γοερά και κάτι άλλα θαύματα που επαληθεύτηκαν αλλόκοτα: με το μη μένοντας κοντά μας όπως μη μένοντας από μεθαύριο Εσύ.

Να αναστηθείς βεβαίως ποιος νεκρός δεν το θέλει ποιος υποψήφιος. Αλλά να έμενες κάτω, εδώ να μένεις ο πλησίον μας. Όσα μας έταξες το είδες δε γίνονται εκεί πάνω εν μέσω πολυάσχολων ιλίγγων και στροβιλισμών της Αναλήψεώς σου. Θέλουνε γη αυτά τα πράγματα πετρώδη ακανθόσπαρτη γι’ αυτό και την διεξήλθες τόσον αιματηρά ίνα άρεις –Συ είπας– όσα χάσαμε επ’ αυτής.

Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις μία βδομάδα εδώ και μιά στο πατρικό σου; Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς να επιβληθείς στη διανομή σου. Πώς πηγαινοέρχονται καθημερινά από εδώ εκεί από κει εδώ η ζωή και ο θάνατος. Όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μάς υπέβαλαν. Μεγάλωσα όχι θέλω ξεκάθαρους πια ορατούς λογαριασμούς ή σε αγγίζω Ιησού ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου.

Συλλογή: «Χλόη θερμοκηπίου» –  εκδ. Ίκαρος

«Συμβουλές της Μεγάλης Παρασκευής» Αδρανείς. Σε παρασύρει η φωτογραφία σου ότι το έχεις δίπορτο όποτε θέλεις είσαι τάχα εδώ κι όποτε θες κατέρχεσαι.

Σ’ εξαπατούν επίσης τα φουσκωμένα λόγια της ανοίξεως δήθεν ότι τα άνθη της συμπαρασύρουν σε ανάσταση κι άλλα εσταυρωμένα χώματα. Άκουσέ με, πάρε στα χέρια σου την κύλιση του λίθου.

Ας σπρώξει λίγο και το Μεγάλο Σάββατο γεροδεμένο είναι σήκωσε θεία κλοπή ασήκωτη και στα ουράνια μοναχό του την ανέβασε. Μόνο βιάσου γιατί όπου να ’ναι το θαύμα της διαψεύσεως τίθεται επί τάπητος ακάνθινο.

Συλλογή: «Χλόη θερμοκηπίου» – εκδ. Ίκαρος

«Μεγάλο Σάββατο» Ευχές κροτίδες και φιλήματα ανταλλάσσουν οι άγιες μέρες μεταξύ τους κι εγώ χτυπώ την πόρτα σου όχι για να εισέλθω μολονότι κατάλληλο είναι το σώμα που φορώ με προϋπηρεσία έντιμη μακρά έξωθεν του Νυμφώνος.

Βγες άφοβα. Όχι ανταπόκριση απόκριση ζητώ το φίλημα εκείνο που έριξες από το ύψος ευγενέστατης ευχής Καλή Ανάσταση και σφάχτηκε ο λαιμός με το γιακά μου ήταν από τα κέρματα που ρίχνουμε στο δίσκο τού εθίμου; ήταν στο τίμιο ξύλο μου αγκίδα περιγελαστική; ήταν μιά γενναιόδωρη έμπνευση πτωχής αδιαφορίας;

Σε ρωτώ γιατί δεν είδα ταμπελίτσα δεν είδα να αναγράφεται το μέγεθος και η σύνθεση της θέρμης ούτε και είδα τυπωμένη τη μάρκα των χειλιών σου πουθενά. Ανώνυμο τελείως λαθραίο δηλαδή το πώς

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Απριλίου 2025

Απόσπααμα…

“Μια γυναίκα κοντή ήταν. Κοντή κι άσχημη με ένα κουσούρι που δεν μπορούσε να το κρύψει.
Αυτό το κουσούρι ήταν η αιτία να κλειστεί στον εαυτό της. Δεν είχε πολλά πολλά με τους χωριανούς της.
Κλεισμένη στον εαυτό της και στο σπίτι της. Ο άνθρωπος όμως έχει ανάγκη να μιλάει, να λέει και καμιά κουβέντα. Εκείνη τίποτα..
Δεν σας έχω ανάγκη τους έλεγε κι αλήθεια ήταν.
Ποτέ δεν ζήτησε κάτι από κανέναν. Ζούσε μ ένα κομμάτι ψωμί και μια χούφτα ελιές. Αδύνατη, κακοτερένια μ ένα γρήγορο περπάτημα να μιλάει μόνη της και να κουνάει τον δείχτη του χεριού της σα να φοβερίζει κάποιον.
Φορούσε πάντα ένα μεγάλο μαντήλι στο κεφάλι να κρύβει το κουσούρι της μα κείνο δεν κρυβόταν με τίποτα..
Την μέρα δεν έβγαινε απ’ το σπίτι. Μόνο σαν έπεφτε το σκοτάδι έπαιρνε τους δρόμους μιλώντας μόνη της και κουνώντας τον δείχτη. Μάγισσα την λέγανε τα μικρά παιδιά και δεν είχαν κι άδικο. Έτσι έμοιαζε. Σαν μάγισσα.
Κάτι τα νυχτοπερπατήματα, κάτι οι κουβέντες που’ κανε μόνη της, κάτι το παρουσιαστικό της, της ταίριαζε μια χαρά το μάγισσα.
Στην τσέπη της πάντα βαστούσε μια τράπουλα.
Τα χαρτιά έριχνε κι ερχόταν από μακριά να τους τα πει.
Την τράπουλα όμως την είχε μόνιμα στην τσέπη της κι ο λόγος ήταν πως αν σε συναντούσε και σε συμπαθούσε, πράγμα σπάνιο δεν ήθελε ούτε τ άντερά της. Σου έπιανε την κουβέντα, σε τράβαγε παράμερα και σου’ ριχνε τα χαρτιά.
Και να δεις που βγαίναν τ’ άτιμα. Κι είχε απλωθεί η φήμη της στα γύρω χωριά κι όχι μόνο. Αν δεν έριχνε τα χαρτιά θα σου’λεγε τον καφέ. Κι ήταν πολλές που τρέχανε και για τα δύο.
Κάποιες φορές πηγαίνανε και οι άντρες κι είχαν να λένε πως όλα τους τα βρήκε το παρασάνταλο.
Έτσι την ξέρανε. Παρασάνταλο. Μα ψυχή είχε και κείνη. Ποιος όμως νοιάστηκε για τούτο; Σχεδόν κανείς.
Μα κι αν κάποιος θέλησε να της δείξει λίγη συμπόνια, με τις πέτρες τον κυνηγούσε. Τα παιδιά μόλις την βλέπανε τρέχανε να κρυφτούνε. Ο θεός όμως όταν φτιάνει έναν τέτοιο άνθρωπο, φτιάνει και το ταίρι του.
Έτσι της έστειλε κάποιον να την δεχτεί όπως ήταν αρκεί να του έπλενε δυο σκουτιά και να’ βρισκε ένα πιάτο φαΐ σαν γύρναγε απ’ την δουλειά. Δουλευταράς πολύ ήταν ο γαμπρός κι ήθελε μόνο αυτό. Δεν τον ένοιαζε αν ήταν άσχημη.
Αν σβήσεις την λάμπα έλεγε όλες το ίδιο είναι. Σάμπως και γω; Τι;
Όμορφος είμαι; Και σμίξαν τα κουσούρια τους και παντρεύτηκαν.
Τον πρώτο καιρό το παρασάνταλο έκανε προσπάθειες να κρατήσει το γάμο αλλά το χούι δεν κόβεται. Αυτός δεν ήθελε να λέει τα χαρτιά, ούτε τον καφέ. Δεν τα πίστευε αυτά και δεν ήθελε η γυναίκα του να ασχολείται.
Μα η καψερή δεν το μπόρεσε τούτο κι αρχίσαν τα προβλήματα ώσπου χωρίσανε τα τσανάκια τους. Έφυγε κείνη απ’ το σπίτι της. Δικό της ήταν κι έμεινε κείνος αφέντης και στην περιουσία της.
Και το παρασάνταλο άφαντο. Κανείς δεν το είδε πουθενά.
Κάποιοι είπαν πως τάχτηκε σε μοναστήρι. Κάποιοι άλλοι πως τρελάθηκε και μπήκε σε ίδρυμα.
Μα ψέματα ήταν και τα δυο. Κομπόδεμα γερό είχε απ’ τα χαρτιά και τον καφέ το πήρε κι έφυγε σε άλλη πόλη πολύ μακριά απ’ το χωριό να κάνει εκεί τα μαγιολίκια της.
Έκανε πολλούς παράδες μα πάντα μόνη ήταν. Μεγάλωσε, γέρασε κι ήρθε στο χωριό ξανά. Είχε φύγει απ’ την ζωή ο δουλευταράς και γύρισε στο κονάκι της γριά πια.
Μόνο που τούτη τη φορά δεν απόπαιρνε τον κόσμο, δεν κυνηγούσε τα παιδιά και δεν έριχνε πια τα χαρτιά. Τον τόπο της ήθελε η καημένη. Τον τόπο της και το φτωχικό της. Να αφήσει την ψυχή της εκεί στη γωνιά με τις στάχτες που τις ανακάτευε τα βράδια μόνη της και μιλούσε με την μοναξιά της και της κουνούσε τον δείχτη του χεριού.
Ν’ αφήσει την ψυχή της στην κούρνια της. Όπου κι αν πήγε την φωλιά της ήθελε σαν πουλί κυνηγημένο ήταν η έρμη.
Τις στάχτες κουβάλαγε ο νους της κι αυτές ονειρευότανε και κείνο το σκαλί που το πότιζε με τα δάκρυά της σαν έβγαινε το φεγγάρι.
Κι έτσι την βρήκαν μια μέρα.
Είχε γείρει στην γωνιά που άναβε την φωτιά. Είχε γείρει κι άφησε την τελευταία ανάσα η ψυχούλα εκεί. Βρήκαν τις στάχτες υγρές απ’ τα στερνά της δάκρυα κι ένα φάκελο στο χέρι της. Σε κείνο το χέρι που κούναγε το δείχτη.
Μα τούτη την φορά δεν φοβέριζε.
Τούτη την φορά έδειχνε ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό που το άφηνε στα παιδιά του χωριού. Να σπουδάσουν λέει εκείνα που είχαν θέληση για γράμματα. Το κομπόδεμά της ήταν.
Να την θυμάται και κείνη κάποιος και να την συγχωρέσουν που τρόμαζε και κυνηγούσε τα παιδιά κάποτε..
Ετούτα έγραφε το γράμμα κι είχε υπογραφή το παρασάνταλο.
Σάμπως ξέρανε και τ όνομά της. Μ’ αυτό την φώναζαν.
Σάμπως το θυμόταν κι αυτή;

Ελευθερία Λάππα “Ομφαλός της γη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Απριλίου 2025

“Σε ποιες κοιλάδες ταξιδεύεις από χθες, μόνος
με τα ποιήματα να πέφτουν απ’ τις τσέπες σου.

Εμείς που κάποτε μιλήσαμε με σύμφωνα
χωρίς φωνήεν και χωρίς φωνή, εμείς οι δύο
βράδια ολόκληρα σε μια διάλεκτο ερήμου
θυμάμαι το παράπονο, το μυτερό καρφί.

Δεν έχω ένα αδελφό, είμαι μοναχοπαίδι
καθόλου λίγο αυτό, εσύ δεν ξέρεις, μη μιλάς
κάθε που αλλάζω μέσα στον ύπνο μου πλευρό
γλιστράει το χέρι σε μιαν άβυσσο που χάσκει.

Έλα, τυλίξου πάλι το μεγάλο σου κασκόλ
εκεί που πας θα συναντήσεις κρύο”

Γιώργος Ευσταθίου ” Η τρυφερότητα των άκρων”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαρτίου 2025

Η μάνα μου ανήκε σε εκείνα τα άτομα που περνούν από την άκρη της ζωής,
ταπεινά και αθόρυβα, όμως με έχουν χαράξει κάποια λόγια απίστευτης
ομορφιάς και εμβρίθειας, που σχεδόν στα καλά καθούμενα ξεστόμιζε,
συνήθως μονολογώντας. Ή στα γράμματα που μου έγραφε, γυναίκα. της Δ’ Δημοτικού κατά τα άλλα.
Εκεί που μιλούσε για τον καιρό,
για το ποιος πέθανε, ποιος γεννήθηκε, μπορούσε ξαφνικά, μέσα σε δυο
αράδες, να πει κάτι που με έκανε
να χάνομαι, να ψάχνομαι.
Μια μέρα την άκουσα να μονολογεί κοιτώντας απ’ το παράθυρο:
«Τα χρόνια περνούν, οι ώρες δεν περνούν». Έμεινα άναυδη, θα το ζήλευε νομίζω και ο Χάιντεγκερ, θα το ήθελε για μότο στο Είναι και ο Χρόνος.

Και άλλα τέτοια έλεγε, ουκ ολίγα,
που πιστεύω πως μαρτυρούν
μια σκέψη ιδιαίτερη, πέραν
της όποιας επίκτητης μόρφωσης,
και τα έχω περάσει λίγο-πολύ
στα βιβλία μου, φυσικά και σ’ αυτό
με τα όνειρα. Να προσθέσω ακόμη πως διέθετε μεγάλη φαντασία,
πολύ μεγάλη. Καμιά φορά ξεκινούσε να λέει κάτι ιστορίες που δεν ήξερες αν γίνανε ποτέ ή ήταν του μυαλού της. Υποτίθεται πως γύρευε ένα αυτί
να την ακούει, αλλά και μόνη
με τον εαυτό της τα ‘βγαζε πέρα
μια χαρά. Γι’ αυτό κάτι στιγμές σκέφτομαι πως αν αυτή η γυναίκα ζούσε υπό άλλες συνθήκες, ίσως
να ήταν και μια Βιρτζίνια Γουλφ του καιρού της

Ζυράννα Ζατέλη | Τετράδια ονείρων εκδόσεις Καστανιώτη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαρτίου 2025

Μ’ αυτό το τραγούδι θα καλωσορίσουμε την άνοιξη αντάμα… με τον έρωτα

“Πάντα ο ζωγράφος της αυγής
από το μαύρο αρχίζει
να βάφει τη θολή γραμμή
και να τηνε ροδίζει

Παίρνουν τα σύννεφα φωτιά
σαν ξεραμένα χόρτα
προβαίνει ο ήλιος βιαστικά
στ’ ς ανατολής την πόρτα

Σβήνουνε τ’ άστρα τ’ ουρανού
στης λίμνης τη γυαλάδα
σπαθί η αχτίνα και περνά
της πόρτας τη σχισμάδα

Κόβει στα δυο τον καναπέ
τα κάγκελα το στρώμα
αγγίζει χείλια και μαλλιά
στ’ ονειρεμένο σώμα”

Από τον Μανόλη Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Μαρτίου 2025

τη«Ήταν πολλά τα ταξίδια και πολλά τα σουβενίρ. Κάποιες φορές παραλήπτης τους δεν ήταν κανένας, παρά μόνο εγώ. Άλλες φορές ήσουν εσύ. Και κάποιες φορές, όλοι εμείς. Ήταν πάντα δύσκολο να βρω τα σωστά σουβενίρ. Γι’ αυτό κι εγώ τα τύλιξα στο χαρτί, τα δίπλωσα σε τρεις ενότητες και τα έκανα  τριάντα διαδρομές. Από αυτές που ξεκινάς να πας αλλά πάντα μπορείς να γυρίσεις· διαδρομή ή απλά σελίδα».

Από την ποιητική συλλογή ΣΟΥΒΕΝΙΡ της Μαρίας Μιραχτσή

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Μαρτίου 2025

Το 1994, ο Στ.Καζαντζίδης στον δίσκο του «Και που Θεός» ερμήνευε σε μουσική του Τάκη Σούκα και στίχους του Νίκου Λουκά έναν ύμνο για τη γυναίκα.

Γυναίκα μάνα κι ερωμένη, χίλια κομμάτια μοιρασμένη,

γεμάτη αγάπη και στοργή,

γυναίκα μάνα κι ερωμένη, ακούραστη, βασανισμένη,

σ’ όλο το κόσμο είσ’ εσύ.

Είσαι ανάστασης καμπάνα,

όλου του κόσμου είσαι η μάνα, είσαι η ίδια η ζωή,

κάνεις θυσίες νύχτα μέρα, και η ζωή δε πάει πιο πέρα

αν λείψεις μόνο μια στιγμή.

Γυναίκα μάνα κι ερωμένη, μια θάλασσα γαληνεμένη,

είν’ η δική σου η αγκαλιά,

γυναίκα μάνα κι ερωμένη, ανώνυμη και πονεμένη,

που μένεις πάντα στη σκιά.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Μαρτίου 2025

Ερευνητές του Βρετανικού Μουσείου ενδέχεται να έχουν ανακαλύψει την τοποθεσία της Κιβωτού του Νώε, βασιζόμενοι σε μια βαβυλωνιακή πήλινη πινακίδα ηλικίας περίπου 3.000 ετών, γνωστή ως «Imago Mundi».

Αυτή η πινακίδα, που θεωρείται ο αρχαιότερος χάρτης του κόσμου, ανακαλύφθηκε το 1882 στο Ιράκ και φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο.

Η «Imago Mundi» απεικονίζει έναν κυκλικό χάρτη με τη Μεσοποταμία στο κέντρο, περιβαλλόμενη από έναν «πικρό ποταμό» Αυτός υποδηλώνει τα όρια του γνωστού κόσμου για τους Βαβυλώνιους.

Στην πίσω πλευρά της πινακίδας, υπάρχει κείμενο σε σφηνοειδή γραφή που περιγράφει μια διαδρομή προς μια περιοχή που ονομάζεται «Urartu».

Ο όρος αυτός είναι το ασσυριακό ισοδύναμο του εβραϊκού «Ararat». Του βουνού όπου, σύμφωνα με τη Βίβλο, κατέληξε η Κιβωτός του Νώε μετά τον Κατακλυσμό.

Το κείμενο αναφέρει ότι ένας ταξιδιώτης πρέπει να διανύσει «επτά λεύγες» για να φτάσει σε μια δομή που περιγράφεται ως «parsiktu». Ο όρος «parsiktu» χρησιμοποιείται σε βαβυλωνιακά κείμενα για να περιγράψει σκάφη ικανά να επιβιώσουν από έναν μεγάλο κατακλυσμό. Ακριβώς όπως αυτό που κατασκεύασε ο Utnapishtim, μια μορφή παρόμοια με τον Νώε στη βαβυλωνιακή παράδοση.

Ο Δρ. Irving Finkel, επιμελητής του Βρετανικού Μουσείου και ειδικός στη σφηνοειδή γραφή, δήλωσε: «Αυτό δείχνει ότι η ιστορία ήταν η ίδια και, φυσικά, ότι η μία οδήγησε στην άλλη, αλλά επίσης ότι, από βαβυλωνιακή άποψη, αυτό ήταν ένα πραγματικό γεγονός»

Η βαβυλωνιακή εκδοχή της ιστορίας του Κατακλυσμού παρουσιάζει ομοιότητες με τη βιβλική αφήγηση. Σύμφωνα με τον βαβυλωνιακό μύθο, οι θεοί αποφάσισαν να καταστρέψουν την ανθρωπότητα με έναν μεγάλο κατακλυσμό.

Όμως ο θεός Ea προειδοποίησε τον Utnapishtim, ο οποίος κατασκεύασε ένα μεγάλο σκάφος και διέσωσε την οικογένειά του και ζεύγη ζώων.

Μετά από έξι ημέρες και νύχτες καταιγίδας, το σκάφος προσάραξε σε ένα βουνό που ονομάζεται Nisir. Στη βιβλική αφήγηση, ο Νώε λαμβάνει εντολή από τον Θεό να κατασκευάσει την Κιβωτό για να σώσει την οικογένειά του και τα ζώα από τον Κατακλυσμό. Μετά από 150 ημέρες, η Κιβωτός προσάραξε στα βουνά του Αραράτ.

Η ανακάλυψη αυτή προσφέρει μια ενδιαφέρουσα σύνδεση μεταξύ των βαβυλωνιακών και βιβλικών αφηγήσεων του Κατακλυσμού. Υποδηλώνει ότι η ιστορία αυτή ήταν διαδεδομένη σε διάφορους πολιτισμούς της αρχαιότητας.

Ωστόσο, παραμένει ασαφές αν η Κιβωτός του Νώε υπήρξε πραγματικά ή αν πρόκειται για έναν μύθο που αντανακλά κοινές πολιτισμικές  παραδόσεις.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, παρά τις πολυάριθμες έρευνες και αποστολές, δεν έχουν βρεθεί απτές αποδείξεις για την ύπαρξη της Κιβωτού του Νώε.

Η ιστορία του Κατακλυσμού παραμένει ένα από τα πιο γοητευτικά και μυστηριώδη αφηγήματα της ανθρώπινης ιστορίας. Διαχρονικά προκαλεί το ενδιαφέρον τόσο των επιστημόνων όσο και του ευρύτερου κοινού.

Η «Imago Mundi» αποτελεί ένα σημαντικό αρχαιολογικό εύρημα που προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την κοσμοθεωρία και τις γεωγραφικές γνώσεις των Βαβυλωνίων.

Η σύνδεση της με την ιστορία του Κατακλυσμού υπογραμμίζει την αλληλεπίδραση και την ανταλλαγή ιδεών μεταξύ των αρχαίων πολιτισμών της Μεσοποταμίας και της περιοχής της Εγγύς Ανατολής.

Παρά τις προόδους στην κατανόηση των αρχαίων κειμένων και χαρτών, η ακριβής τοποθεσία της Κιβωτού του Νώε παραμένει άγνωστη.

Η ιστορία συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο μελέτης, συζήτησης και έμπνευσης, αντανακλώντας την ανθρώπινη ανάγκη για κατανόηση του παρελθόντος και των μύθων που διαμορφώνουν την πολιτιστική μας κληρονομιά.