Διαβάσαμε

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 7 Ιανουαρίου 2017

Νόμοι και κανόνες, άγραφοι ή όχι, στο σχολείο, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στη δουλειά, στα καταστήματα, οπουδήποτε υπάρχει κοινωνική συναναστροφή και ανάγκη για οριοθέτηση. Απαραίτητοι για να ορίσουν τι πρέπει και τι δεν πρέπει μεταξύ των ανθρώπων και του χώρου που αυτοί βρίσκονται.

Τι θα γίνονταν στους δρόμους χωρίς το κώδικα οδικής κυκλοφορίας ή στη θάλασσα χωρίς τους αντίστοιχους κανόνες για τη ναυσιπλοΐα; Χάος και αταξία στην προσπάθεια όλων να φτάσουν στον προορισμό τους. Και στην οικογένεια το θεμέλιο λίθο της κοινωνίας τι γίνεται με τους κανόνες;
Οι κανόνες μέσα στην οικογένεια είναι απαραίτητοι πρώτα από όλα για να κάνουν λειτουργική τη συμβίωση των ανθρώπων κάτω από την ίδια στέγη και μετά ιδιαίτερα όταν υπάρχουν παιδιά για να θέσουν τα αναγκαία όρια. Και πραγματικά τα παιδιά έχουν ανάγκη για οριοθέτηση που τους προσφέρει το αίσθημα της ασφάλεια σε αντίθεση με μια ξέφρενη ελευθέρια, που παρόλο που φαίνεται ότι τη ζητούν απελπισμένα, θα τους δημιουργούσε σύγχυση, έντονο άγχος και ανασφάλεια. Η οικογένεια λοιπόν λειτουργώντας σαν ένα σύστημα που σκοπό έχει την ωρίμανση των ατόμων που την απαρτίζουν ορίζει τους δικούς της κανόνες, ανάλογα με τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες που υπάρχουν, που αφορούν τη σχέση των μελών μεταξύ τους και τις σχέσεις που αναπτύσσονται με τον κοινωνικό περίγυρο.

Όμως για να μπορούν οι κανόνες να εξυπηρετούν το σκοπό τους και να είναι λειτουργικοί θα πρέπει να έχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Πρώτα από όλα θα πρέπει να είναι ξεκάθαροι για να μην υπάρχουν παρανοήσεις, πολύ περισσότερο όταν υπάρχουν παιδιά που εύκολα μπορούν να μπερδευτούν, θα πρέπει να είναι δίκαιοι, κατάλληλοι για την κάθε περίπτωση, εκσυγχρονισμένοι, δηλαδή να είναι σύμφωνα με τις ανάγκες που έχουν παρουσιαστεί τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και όχι με αυτές που μπορεί να υπήρχαν στο παρελθόν και τέλος και για ορισμένες περιπτώσεις δεν θα πρέπει να είναι άκαμπτοι. Όταν λοιπόν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις μπορούν να θεωρηθούν λειτουργικοί και ότι εξυπηρετούν το στόχο τους.

Επομένως η παραβίαση τους θα πρέπει να έχει και τις ανάλογες «συνέπειες». Ιδιαίτερα στα παιδιών, που αρέσκονται να δοκιμάζουν τα όρια μας και το μέχρι που μπορούν να φτάσουν, και αφού εξεταστούν όλα τα παραπάνω είναι αναγκαία η επισήμανση της παραβίασης των κανόνων και η επιβολή της προκαθορισμένης συνέπειας (στέρηση τηλεόρασης, ηλεκτρονικού παιχνιδιού, σύντομη παραμονή στο δωμάτιο). Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν εννοούμε οτιδήποτε περιέχει σωματική, ψυχολογική ή λεκτική βία. Η στέρηση, σε λογικά πλαίσια, των δραστηριοτήτων που αρέσουν στο παιδί είναι αρκετή για τη μη συμμόρφωσης του με τους κανόνες. Η μη επιβολή των προκαθορισμένων κάνει τους γονείς να φαίνονται αναξιόπιστοι και ασυνεπείς σε αυτά που λένε και πράττουν.

Εκτός όμως από αυτούς τους φανερούς κανόνες υπάρχουν και κάποιοι άλλοι βαθύτεροι και κρυφοί που κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Δύσκολα εντοπίζονται και αφορούν την ελευθερία του σχολιασμού. Συνήθως αυτοί οι άγραφοι νόμοι απαγορεύουν στα άτομα της οικογένειας να αναφέρονται σε συγκεκριμένα θέματα. Έτσι μπορεί να είναι η απαγόρευση της έκφρασης κάποιου συναισθήματος, ιδιαίτερα αυτών που χαρακτηρίζονται λανθασμένα σαν αρνητικά, η αναφορά σε δυσάρεστες καταστάσεις, σε κάποιο μυστικό της οικογένειας που αφορά το παρελθόν ή το παρών, σε κάτι που σχετίζεται με το σώμα είτε πρόκειται για κάποια ιδιαιτερότητα ενός μέλους της οικογένειας είτε πρόκειται για ερωτήματα που έχουν περισσότερο οι έφηβοι σχετικά με την ανάπτυξη τους και γενικά σε θέματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ταμπού.
Η μη ελευθερία στο σχολιασμό και οι άγραφοι κανόνες που ισχύουν μπορούν να δημιουργήσουν κυρίως στα παιδιά αποξένωση και μείωση της αυτοεκτίμησης τους. Η απαγόρευση της έκφρασης για αυτά που αισθάνονται, καταλαβαίνουν, βιώνουν και τους προβληματίζουν δηλαδή για τις εμπειρίες της ζωή τους που έχουν ανάγκη να συζητήσουν λειτουργεί ανατρεπτικά για την ωρίμανση και την ανάπτυξη τους. Η συζήτηση με κατανόηση και ο ελεύθερος σχολιασμός με σεβασμό μέσα σε ένα ανθρώπινο οικογενειακό πλαίσιο μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερα οφέλη από την αποσιωπήσει και το κουκούλωμα.
Επομένως σίγουρα οι κανόνες είναι χρήσιμοι, κανόνες σωστοί και λειτουργικοί που διευκολύνουν και δεν δυσκολεύουν, που παρέχουν όρια και ασφάλεια. Στην οικογένεια, το κύτταρο της κοινωνίας, οι απαραίτητες απαγορεύσεις αλλά και η απαραίτητη ελευθερία δίνουν την δυνατότητα για την ωρίμανση και εξέλιξη των μελών της, μεγαλύτερων και μικρότερων και κατ’ επέκταση της ίδιας της κοινωνίας.
Πηγές:
•Σατίρ, Β. (1988),Πλάθοντας ανθρώπους, Στυλιανούδη Λ. (μεταφ.), Νίκας Αγγ. (επιμ.), Εκδόσεις Κέδρος.
•Καππάτου Α. (2013), Μεγαλώστε ευτυχισμένα παιδία, Εκδόσεις Μίνωας.
________
~ maxmag.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 3 Ιανουαρίου 2017

Ξένος του κόσμου και της σάρκας κατέβηκε την παραμονή από τα ύψη, αφού μάζεψε τις φτερούγες, όπως τις κρύβει θεϊκός άγγελος. Έφερνε δώρα από τα πάνω βασίλεια, για να φιλέψει τους κατοίκους της πρωτεύουσας. Ήταν ο καλός άγγελος της πόλης.

Κρατούσε στο χέρι ένα άστρο και στο στήθος του έπαλλε ζωή και δύναμη και από το στόμα του έβγαινε πνοή θεϊκής γαλήνης. Τα δώρα αυτά ήθελε να τα μεταδώσει σε όλους, όσοι πρόθυμα τα δέχονται.
Μπήκε πρώτα σε ένα αρχοντικό μέγαρο. Είδε εκεί την ψευτιά και τη σεμνοτυφία, την ανία και την ανώφελη ζωή, ζωγραφισμένα στα πρόσωπα του άντρα και της γυναίκας και άκουγε τα δυο παιδιά να ψελλίζουν λέξεις σε άγνωστη γλώσσα. Ο Άγγελος πήρε τα τρία ουράνια δώρα του και έφυγε τρέχοντας από εκεί.

Πήγε στην καλύβα ενός φτωχού ανθρώπου. Ο άντρας έλειπε όλη τη μέρα στην ταβέρνα. Η γυναίκα προσπαθούσε με λίγο ξερό ψωμί να αποκοιμίσει τα πέντε παιδιά, βλαστημώντας ταυτόχρονα την ώρα που είχε παντρευτεί. Τα μεσάνυχτα επέστρεψε ο άντρας της, αυτή τον έβρισε νευρική, με φωνή διαπεραστική, εκείνος την έδειρε με το ραβδί με τους ρόζους και μετά από λίγο οι δυο πλάγιασαν, χωρίς να κάνουν την προσευχή τους και άρχισαν να ροχαλίζουν με βαριούς ήχους. Έφυγε από κει ο Άγγελος.

Ανέβηκε σε μεγάλο κτίριο, πλούσια φωτισμένο. Ήταν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζια, κι επάνω τους έσκυβαν άνθρωποι, μετρώντας χρήματα, παίζοντας με χαρτιά. Χλωμοί και δυστυχισμένοι, όλη η ψυχή τους ήταν συγκεντρωμένη στην ασχολία αυτή. Ο Άγγελος κάλυψε με τις φτερούγες του τα μάτια του, για να μη βλέπει, και προσπέρασε.
Στο δρόμο συνάντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους να βγαίνουν από τα καπηλειά, πιωμένους, και άλλους να κατεβαίνουν από τα χαρτοπαίγνια, μεθυσμένους από χειρότερο μεθύσι. Είδε μερικούς ν’ ασχημονούν και άκουσε μερικούς να βλαστημούν τον Αη-Βασίλη για φταίχτη. Ο Άγγελος κάλυψε με τις φτερούγες του τα αυτιά, για να μην ακούει, και προσπέρασε.

Ξημέρωνε πια το πρωί της πρωτοχρονιάς και ο Άγγε¬λος, για να παρηγορηθεί, μπήκε στην εκκλησία. Πολύ κοντά στις πόρτες είδε ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνο που δεν είχαν τραπουλόχαρτα στα χέρι. Και στο βάθος αντίκρυσε έναν άνθρωπο χρυσοστόλιστο, με μίτρα στο κεφάλι, σα Μήδο σατράπη της εποχής του Δαρείου, που έκανε προσποιητές κινήσεις. Δεξιά και αριστερά άλλοι έψαλλαν με φωνές που δεν ήταν φυσικές: Το Δεσπότη και Αρχιερέα!

Ο Άγγελος δε βρήκε παρηγοριά. Πήρε τα φτερωτά του δώρα -το άστρο το προορισμένο να λάμπει στις συνειδήσεις, την αύρα, την ικανή να δροσίζει τις ψυχές, και τη ζωή, την πλασμένη για να πάλλει στις καρδιές, τέντωσε τις φτερούγες του και επέστρεψε στις ουράνιες αψίδες.
Εφημερίδα «Αλήθεια», 1 Ιανουάριου 1907.

Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος – Διηγήματα για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Νοεμβρίου 2016

Σε μια εποχή που εστιάζει στα επιτεύγματα και τις επιδόσεις, τα παιδιά χρειάζονται να μάθουν να προσφέρουν, να μοιράζονται και να συμπάσχουν. Χωρίς γονεϊκά κηρύγματα με βαρετά ηθικά διδάγματα.

«Ποιoς ενδιαφέρεται σήμερα να μεγαλώσει ηθικά παιδιά;». Το ερώτημα το λαθράκουσα από μια παρέα γονέων στην παιδική χαρά. Εμεινε εκεί να αιωρείται ανάμεσα στην αμμοδόχο και τις κούνιες.

Το ίδιο απόγευμα, την ώρα που διάβαζα στα παιδιά μου την αγαπημένη (μου) σειρά παιδικών βιβλίων – «Ο μικρός φιλόσοφος» (εκδ. Μεταίχμιο) – το ερώτημα σαν να επανήλθε. Φυσικά, δεν έδωσα απάντηση. Αλλωστε, στο «ηθικός» κάθε γονιός προσδίδει το νόημα που θέλει.

Οπως έγραφε προ καιρού στους «New York Times» o Ανταμ Γκραντ, καθηγητής μάνατζμεντ και ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, παρότι οι δυτικοί γονείς δείχνουμε μια κάποια εμμονή με τις επιδόσεις των παιδιών μας (θυμάμαι έναν γνωστό που ολοφυρόταν επειδή η κόρη του δεν κατόρθωσε να πάρει το Proficiency στην Α΄ Γυμνασίου), η επιτυχία δεν είναι τελικά το Νο 1 στις προτεραιότητες που έχουμε για το μεγάλωμά τους.

Άνθρωποι από 50 χώρες που μετείχαν σε πρόσφατη έρευνα για το ποιες είναι οι βασικές αρχές στη ζωή τους, περιέργως δεν προέταξαν τα επιτεύγματα αλλά το ουσιαστικό ενδιαφέρον για τους άλλους, αυτό που λέμε «ενσυναίσθηση».

Στο άρθρο του αυτό («Raising a Moral Child»), το οποίο προκάλεσε, είναι η αλήθεια, μεγάλο διαδικτυακό κουσκούς, ο Γκραντ υπογραμμίζει ότι η «ηθική ανάπτυξη» του παιδιού δεν είναι εύκολη υπόθεση (αρκεί μια ματιά στις στρατιές ηθικά υπανάπτυκτων ενηλίκων).

Εδώ δεν επαρκούν τα εντατικά ιδιαίτερα μαθήματα, ούτε τα ηθικοπλαστικά γονεϊκά κηρύγματα. Ούτε καν οι μύθοι του Αισώπου. Εδώ μιλούν οι πράξεις.

Σε ένα παλαιό κλασικό πείραμα, ο διαβόητος καναδός ψυχολόγος Τζέι Φίλιπ Ράστον κάλεσε 140 παιδιά (δημοτικού και γυμνασίου) να παίξουν με ένα παιχνίδι, το οποίο στη συνέχεια καλούνταν είτε να κρατήσουν είτε να χαρίσουν σε ένα μη προνομιούχο παιδί.

Στο πρώτο μέρος του πειράματος διαφορετικές ομάδες παιδιών παρακολούθησαν έναν δάσκαλο να παίζει το παιχνίδι. Σε κάποιες ομάδες παιδιών ο δάσκαλος εξήρε τη γενναιόδωρη συμπεριφορά, σε κάποιες άλλες πάλι σιωπούσε εντελώς.

Μπροστά σε κάποιες ομάδες, ο δάσκαλος χάριζε το παιχνίδι στο φτωχό παιδί, μπροστά σε κάποιες άλλες κρατούσε το παιχνίδι για τον εαυτό του.

Τα αποτελέσματα του πειράματος ήταν πραγματικά εντυπωσιακά. Η επίδραση του ενήλικου ήταν βεβαίως καταλυτική στη συμπεριφορά των ανηλίκων.

Πιο γενναιόδωρη ομάδα αποδείχθηκε όμως εκείνη με τα παιδιά που απλώς είδαν τον δάσκαλο να χαρίζει το παιχνίδι. Χωρίς συμβουλές.

Πρωτίστως, χωρίς την κουραστική παρλάτα: «Είναι σημαντικό να μοιράζεσαι με τους άλλους και ιδιαίτερα με εκείνους που έχουν ανάγκη…».

Όμως τo ηθικό IQ του παιδιού δεν βρίσκεται πάντα ψηλά στη γονεϊκή ατζέντα.

«Δίνοντας προτεραιότητα στην ευτυχία των παιδιών μας, συχνά αποφεύγουμε να τα “στριμώξουμε” όταν δεν πάρουν την ευθύνη που τους αναλογεί απέναντι στους συνομηλίκους τους» θα γράψει ο Ρίτσαρντ Βάισμπουρντ, παιδοψυχολόγος και ειδικός σε θέματα εκπαίδευσης στο Harvard Graduate School of Education (HGSE), στο βιβλίο του «The Parents We Mean to Βe» (2009).

Είναι, π.χ., ένας αμερικανός έφηβος που έχει πια βαρεθεί την ποδοσφαιρική ομάδα στην οποία παίζει και θέλει να ξεκινήσει βόλεϊ. Η μητέρα του τον προτρέπει να κάνει αυτό που τον ευχαριστεί. Ο πατέρας του, πάλι, προσπαθεί να τον αποτρέψει, το ποδόσφαιρο είναι καλό για το CV του στο κολέγιο.

Και οι δύο γονείς ενδιαφέρονται για το παιδί, αλλά κανείς δεν ασχολείται με το «ηθικά» προφανές: Πώς θα επηρεάσει η ξαφνική αποχώρηση του παιδιού τους την υπόλοιπη ποδοσφαιρική ομάδα;

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Βάισμπουρντ, που εδώ και χρόνια ανατέμνει το ζήτημα της ηθικής στην ανατροφή των παιδιών, μεγάλωσε με έναν πατέρα (μεσίτη στο επάγγελμα) που αγαπούσε να φέρνει «τροφή για σκέψη» στο μεσημεριανό τραπέζι.

Είχε μάλιστα αδυναμία στα κλασικά ηθικά αινίγματα.

Ανάμεσά τους το «δίλημμα του Χάινζ»: πρέπει ο αφοσιωμένος σύζυγος να κλέψει το πανάκριβο φάρμακο που αδυνατεί να πληρώσει αλλά που θα σώσει τη ζωή της βαριά άρρωστης γυναίκας του;».

«Όλα έχουν ένα ηθικό δίδαγμα, αρκεί να μπορέσεις να το βρεις» γράφει ο Λιούις Κάρολ στην «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων».

Στην εποχή της βιομηχανοποιημένης παιδικής ηλικίας, με τη σύγχρονη οικογένεια να λειτουργεί σαν εταιρεία που παράγει «τέλεια παιδιά», το ηθικό δίδαγμα είναι ότι οι γονείς επιβάλλεται να δώσουν στα παιδιά τους όχι κηρύγματα περί ηθικής αλλά ηθικό σθένος.

 

Από ΒΗΜΑgasino

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Νοεμβρίου 2016

Της Χρύσας Κατσιτοπούλου.

Να προσέχετε τους εαυτούς σας! Να σας αγαπάτε !
Να δίνετε μέχρι εκεί που μπορείτε, να μη νιώθετε τύψεις όταν ξεμένετε από ενέργεια και δεν μπορείτε να βοηθήσετε κάποιον άλλο.
Η ενέργειά σας είναι πολύτιμη. Να έχετε χρόνο για τον εαυτό σας, να μιλάτε μαζί του, να του ασκείτε κριτική, να τον χαϊδεύετε, να τον μαλώνετε,να είστε πάντα σε επαφή με το είναι σας.
Μη χαραμίζετε τη ζωή σας με ενοχές, κόμπλεξ και ανελέητα… ΑΝ…
Μην υποτιμάτε τον εαυτό σας, μην επιτρέπετε σε ΚΑΝΕΝΑΝ να σας υποτιμάει, λογοκρίνει, μειώνει.
Μην έχετε στη ζωή σας ανθρώπους που σας βάζουν σε διαδικασία να απολογηθείτε.
Η ζωή σας είναι δικιά σας! ΟΧΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ! Να κάνετε ότι γουστάρετε ! Να ζείτε όπως γουστάρετε ! Να μη σας στιγματίζει καμία ταμπέλα ! Να είστε ΕΣΕΙΣ και να λέτε : “Χέστηκα σε ποιόν αρέσω, εγώ θα είμαι αυτός που θέλω!”
Να διαφέρετε!
Μην ξοδεύετε δευτερόλεπτο με ανθρώπους που δε σας εκτιμούν.
Μην είστε ζητιάνοι αγάπης, ζητιάνοι ενδιαφέροντος!
Αν σας αγαπάει κάποιος θα είναι στη ζωή σας. Αν θέλει να σας δει, θα σας δει ! Αν θέλει να σας βρει, θα σας βρει.
Μην καταπίνετε αμάσητο ότι σας πουλάνε, ο καλύτερος κριτής είναι το ένστικτό σας!
Μη θεωρείτε λογικό, δεδομένο, αυτονόητο ότι πρέπει να αντέξετε μια ζωή που σας επέβαλαν άλλοι!
Να παλεύετε την αξιοπρέπειά σας, τα δικαιώματά σας για τη ζωή ΣΑΣ ! Μη φοβάστε τα συναισθήματά σας!
Δεν είναι κακό να φοβάσαι, να κλαις, να λυγίζεις.
Αφού είσαι άνθρωπος, ΝΙΩΘΕΙΣ.
Μη φοβάστε να ερωτευτείτε!
Ο έρωτας είναι πηγή ζωής! Μην παραμελείτε την υγεία σας!
Ειδικά αν είστε γονείς είναι εγκληματικό αν το κάνετε. Προδίδουμε τα παιδιά μας αν δεν προστατεύουμε την υγεία μας. Βγάλτε από τη ζωή σας τον εγωισμό.
Είναι καταστροφικός! Τυφλώνει!
Να αγαπάτε με όλη σας την ψυχή και να έχετε δίπλα σας ανθρώπους που σας αγαπάνε για αυτό που είστε! Να αγαπάτε την ευάλωτη πλευρά σας ! Αν υπάρχουν στη ζωή σας άνθρωποι που δε δέχονται-αγαπάνε τη σκοτεινή , ευάλωτη ,παιδική πλευρά σας, να τους πετάτε έξω από τη ζωή σας ! Να αγαπάτε τη ζωή για να σας αγαπάει και αυτή !! Ορμήστε στη ζωή!
Μην περιμένετε την ιδανική στιγμή!
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΙΔΑΝΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ! ΔΕ ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΤΕ!
Όσο την περιμένεις έχεις χάσει τη μισή ζωή σου στο περίμενε. Μην έχετε δεδομένη τη ζωή σας, ούτε τους ανθρώπους σας.
Να λέτε ασταμάτητα σ’ αγαπάω, συγνώμη, ευχαριστώ.
Μην κάνετε μακροπρόθεσμα σχέδια. Βάλτε κοντινούς στόχους.
Είναι ανόητο να σχεδιάζουμε τη ζωή μας. Χάνουμε το τώρα. Δε γράφουμε εμείς το σενάριο της ζωής μας.
Η ζωή θα μας δείξει τι ρόλο θα παίξουμε.
Να είστε μαχητές! Να είστε ονειροπόλοι! Να είστε άτακτοι.
Η αταξία του μυαλού σας χτίζει την προσωπικότητά σας, τη μοναδικότητά σας!
ΖΗΣΤΕ! ΤΩΡΑ!
ΣΗΜΕΡΑ…για να έχετε αύριο

 

Από anapnoes.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Νοεμβρίου 2016

Τις τελευταίες μέρες φοβάμαι ακόμα και να δω τα νέα. Πληρώνουμε τις ανόητες συμπεριφορές μιας μικρής μερίδας της ανθρωπότητας, και εξεγειρόμαστε, φωναχτά, ή σιωπηλά, στη φωλιά ενός μικρού διαμερίσματος όπου μπορούμε να νιώσουμε, έστω και ψεύτικα, ασφαλείς. Την σημερινή μέρα, όμως, θα τη διανύσουμε υπό τους ήχους του μεγαλύτερου συνθέτη και ποιητή της αγάπης, και οι μηχανές αναζήτησης, τα κοινωνικά δίκτυα, οι μουσικές ιστοσελίδες, και τελικά εμείς οι ίδιοι θα γεμίσουμε από τη φωνή του πιο γοητευτικού τραγουδοποιού που γνώρισε ο κόσμος τα τελευταία 50 χρόνια.

Ήμουν μόλις 14 χρονών όταν άρχισα να δοκιμάζω τις δυνάμεις μου στα καταχωνιασμένα μπαράκια του νησιού μου. Έφηβη, όταν οι βραδιές μου στη Σίφνο γέμιζαν με τους ήχους μιας παρουσίας που ήταν μεγαλύτερη από τη ζωή. Λέοναρντ Κοέν, αυτό το κείμενο είναι για σένα.

Μπορεί να μην ξέρω όλες τις λεπτομέρεις της ζωής σου – δε μ’ενδιαφέρει. Καναδός και κατ’επιλογήν σου για πολλά καλοκαίρια ροβινσώνας στην ειδυλλιακή Ύδρα, θα απέρριπτες όλες τις εγκόσμιες πληροφορίες ως ασήμαντες. Ανέβασες τον πήχυ, Λέοναρντ. Πώς θα μπορέσουμε να ερωτευτούμε, αγαπημένε μου, χωρίς να νιώσουμε αυτό το κρυστάλλινο, βαθύ, κοφτερό, άγγιγμα της γοητείας που μας ώθησες να καταβροχθίσουμε; Πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε μια ζωή χωρίς εντάσεις, μια συμβατική ρουτίνα που μας καταπίνει; Μας κατέστρεψες Λέοναρντ.

Σ’όλη μου τη ζωή αναζητώ, όπως και τόσοι άλλοι, ένα συναίσθημα σαν αυτό που τραγουδιέται στους στίχους των χωρίς αμφιβολία ποιημάτων σου. Υπερβάλλω βέβαια – αλλά και ποιος δεν υπερβάλλει στον έρωτα – αλλά κάπου κάπου νιώθω πως φτιάχτηκα για να ακούω και να θρηνώ έρωτες που φευγαλέα άγγιξα. “Αγάπησε με μέχρι το τέλος της αγάπης” (Dance me to the end of love), τραγουδάς. Και αλλού:

“Σ’αγάπησα όταν η αγάπη μας ήταν ευλογημένη,
Σ’αγαπώ και τώρα που δεν έχει μείνει τίποτα,
Μόνο πίκρα και μια αίσθηση υπερωρίας,
Και μου έλειπες όταν το μέρος καταστράφηκε,
Και δε μ’ενδιαφέρει τι θα συμβεί στη συνέχεια,
Μοιάζει με ελευθερία αλλά τη νιώθω σαν θάνατο,
Είναι κάτι ανάμεσα, εικάζω” (Closing Time)

Αλήθεια, ακόμη και πριν παρακολουθήσουμε άναυδοι τις εξελίξεις στους υπολογιστές μας, – πώς θα μπορούσαμε άλλωστε να το αποφύγουμε; – πριν το μέλλον να φαντάζει τόσο ζοφερό, λίγα πράγματα είχαν σημασία. Σήμερα περισσότερο από ποτέ. Είναι δυο στίχοι, δυο αγγίγματα, μερικές ανάσες που σχηματίζουν καρδιές στα παράθυρα που θάμπωσαν από την έκρηξη της στιγμής. Τραγούδησες την αέναη επικράτηση της αγάπης, και το τέλος αυτής. Τραγούδησες για τη δημοκρατία στις ΗΠΑ (Democracy) -ω η ειρωνία!- για το αβέβαιο μέλλον (The Future), για την έλευση μιας άλλης εποχής.

“Οδηγούμαι από ένα σημάδι από τα ουράνια
Οδηγούμαι από ένα σημάδι στο δέρμα μου
Οδηγούμαι από την ομορφιά των όπλων μου
Πρώτα θα πάρουμε το Μανχάταν,
Μετά θα πάρουμε το Βερολίνο” (First we take Manhattan)

Το καλοκαίρι του 2008 η βαθιά φωνή σου έφτασε μέχρι τη Μαλακάσα. Ήταν μια σχεδόν ιδιωτική συναυλία, που μπορεί να μην έγινε σε μια εκκλησία, όπως άλλες, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν μυστικιστική. Σίγουρα μια εμπειρία ζωής. Όσο περνούσαν τα χρόνια η φωνή σου βάθαινε, αλλά τα τραγούδια σου παρέμεναν, όσο και τη δεκαετία του ’60, τολμηρά, σπαρακτικά, συνομωτικά. Μας έκλεινες το μάτι, εσύ και τόσο λίγοι άλλοι, ότι αυτό που νιώσαμε να χάνεται όσο βυθιζόμαστε στη νέα τάξη πραγμάτων, είναι εκεί, κάπου χωμένο, και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να το αναζητήσουμε. Ψάξτε με στο λαβύρινθο του μυαλού σας, κάπου εκεί έχει κρυφτεί αυτή η σπίθα νιρβάνας που σας θυμίζω τακτικά.

“Ολοι ξέρουν ότι μ’αγαπάς μωρό μου,
Ολοι ξέρουν ότι αλήθεια μ’αγαπάς
Ολοι ξέρουν ότι έχεις υπάρξει πιστή
Αχ, εκτός από μια δυο βραδιές
Όλοι ξέρουν ότι έχεις υπάρξει διακριτική
Ύπηρξαν απλά τόσο πολύ άνθρωποι που έπρεπε οπωδήποτε να γνωρίσεις
Χωρίς τα ρούχα σου”

Μια γλυκιά παραίτηση. Μια συνειδητοποίηση αυτής της παράδοσης άνευ όρων στην ανθρώπινη ύπαρξη με όλα τα σφάλματά της, με όλες τις ανεπάρκειες της. Εγώ είμαι αυτός που έχεις ερωτευτεί πιο βαθιά, πιο τελειωτικά, πιο σπαρακτικά. Εγώ.

“Αν θέλεις έναν εραστή,
Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις
Κι αν θέλεις έναν άλλο τρόπο αγάπης
Θα φορέσω μια μάσκα για σένα
Αν θες έναν σύντροφο, πάρε το χέρι μου
Ή
Αν θες να με χτυπήσεις με θυμό
Στέκομαι εδώ
Είμαι ο άντρας σου”
(I’m your man)

Στη Βιέννη λέει, υπάρχει “ένας ώμος που ο θάνατος πηγαίνει για να κλάψει, ένα δέντρο που τα περιστέρια πηγαίνουν για να πεθάνουν” (Take this waltz). Χαρμολύπη, αυτή η μοναδική συνταγή που οδηγεί τελματικά σ’ένα μικρό θάνατο.

Θα μπορούσε κάποιος να με πει γραφική, γλαφυρή, μια στάλα γελοία. Ανήκω περήφανα στην άλλη μερίδα. Μπορεί να μην είμαστε η μερίδα του λέοντος, αλλά είμαστε αυτοί που κλείνουμε, μαζί σου Λέοναρντ, το μάτι στην πεζή καθημερινότητα. Υπάρχει ένας άλλος κόσμος εκεί έξω και εσύ μας τον έμαθες. Σήμερα, 11 Νοεμβρίου της χρονιάς που χάρισε μόνο θανάτους από μεγάλες μουσικές προσωπικότητες, είναι μια μέρα γιορτής. Γιορτάζουμε την ύπαρξή σου. Είπες πρόσφατα στην αγαπημένη σου μούσα Μαριάν Ίλεν, λίγο πριν από το θάνατο της :

«Λοιπόν Μαριάν έχει έρθει η στιγμή που έχουμε γεράσει και τα κορμιά μας καταρρέουν και πιστεύω πως πολύ σύντομα θα σε ακολουθήσω. Να ξέρεις ότι βρίσκομαι τόσο κοντά σου που αν απλώσεις το χέρι σου θα αγγίξεις το δικό μου».

Δεν ξέραμε τότε πως η ώρα θα κατέφθανε τόσο γρήγορα. Συμφιλιωμένος με την ιδέα του θανάτου, προετοιμασμένος για τη συνέχεια, η βουδιστική σου πίστη σου επέτρεψε να καλωσορίσεις την στιγμή. Εύχομαι να έχεις καταλάβει σε ποιο βαθμό μας συντάραξες. Νομίζω πως ναι. Θα περάσω τη μέρα ακούγοντας τις βαθιά μελαγχολικές μουσικές σου, και θα σκεφτώ πως δεν είναι ώρα για θρήνους, αλλά για γιορτή, σε μια στιγμή που το χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ.

ΒΑΛΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κυριακή Ψαρρού στις 9 Νοεμβρίου 2016

Το πηγαίο αίσθημα της αγάπης αποτελεί ιδεώδη και απώτερο στόχο της ανθρώπινης ζωής στο ποίημα του Ν. Καρούζου «Τα πουλιά δέλεαρ του Θεού, 2», που εκδόθηκε το 1961.

Θα περάσουν αποπάνω μας όλοι οι τροχοί*
στο τέλος
τα ίδια τα όνειρά μας θα μας σώσουν.
Αγάπη μείνε στην καρδιά –
αυτός ας είναι ο κανών* του τραγουδιού σου.
Με την αγάπη
θα σηκώσουμε την απελπισία μας
απ’ τ’ αμπάρι* του κορμιού.
Δεν είναι φορτίο για τη χώρα των αγγέλων
η απελπισία.
Και προπαντός
ας μην αφήσουμε την αγάπη
να συνωστίζεται* με τόσα αισθήματα…

http://digitalschool.minedu.gov.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Νοεμβρίου 2016

Το 1961, ο είκοσι εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία. Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων. Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών.

Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών. Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του.

Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη.

Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».

Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.

Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»

Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος. (Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)

«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.

Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.» Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.

Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:

«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»

Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.

Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.

«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο… Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»

«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».

«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»

Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;

Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.

Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.

Δυστυχώς έκαναν λάθος.

Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή. Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ. Και το 65%… Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!

Που έγκειται η φάρσα;

Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο». Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος». Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές». Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»

Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.

Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.

Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που σου δίνει το χαλασμένο ψάρι και σε διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο δε σε μισεί, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθεις και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθάει εντολές. Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής –αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του. Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.

Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα. Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.

Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.

Και μια τελευταία παρατήρηση:

Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ. Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.

Aπό altrnativemagasine.net

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Νοεμβρίου 2016

Η ιστορία του ψωμιού ξεκινάει πριν από 30.000 χρόνια στην Ευρώπη. Το πρώτο ψωμί που φτιάχτηκε πιθανόν να ήταν μια εκδοχή πάστας σιτηρών, φτιαγμένης από καβουρδισμένους και αλεσμένους κόκκους δημητριακών και νερό, και μπορεί να προέκυψε τυχαία κατά το μαγείρεμα ή και σκόπιμα μετά από πειραματισμό με αλεύρι ολικής αλέσεως και νερό. Το πιο πιθανό είναι να ήταν άζυμο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα δημητριακά ήταν μια από τις πολλές πηγές τροφίμων, καθώς η δίαιτα των Ευρωπαίων βασιζόταν κυρίως σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Τα δημητριακά και το ψωμί έγιναν βασική τροφή στη Νεολιθική εποχή, περίπου 10.000 χρόνια πριν, όταν το σιτάρι και το κριθάρι ήταν ανάμεσα στα πρώτα φυτά που καλλιεργήθηκαν. Η καλλιέργειά τους εξαπλώθηκε από τη Νοτιοδυτική Ασία στην Ευρώπη, τη Βόρειο Αφρική και την Ινδική χερσόνησο και έδωσε τη δυνατότητα στους ανθρώπους να γίνουν αγρότες και όχι κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες. Η εμφάνιση του ψωμιού με προζύμι τοποθετείται κατά πάσα πιθανότητα πάλι σε προϊστορικούς χρόνους, όμως οι πρώτες μαρτυρίες εντοπίζονται στην αρχαία Αίγυπτο. Στην αρχαιότητα, η ιδέα ενός αυτοτελούς φούρνου που θα μπορούσε να προθερμανθεί, έχοντας μια πόρτα για πρόσβαση, φαίνεται να ήταν ελληνική. Στην αρχαία Ελλάδα το ψωμί ήταν κριθαρένιο. Ο Σόλων είχε δηλώσει πως το σταρένιο ψωμί θα μπορούσε να ψηθεί μόνο σε μέρες γιορτής. Τον 5ο αι. π.Χ. μπορούσε κανείς να αγοράσει ψωμί στην Αθήνα από αρτοποιείο, ενώ στη Ρώμη, οι Έλληνες αρτοποιοί έκαναν την εμφάνισή τους τον 2ο αι. π.Χ., όταν η Μικρά Ασία πέρασε στη Ρωμαϊκή κυριαρχία. Η σημασία του ψωμιού στη διατροφή αντανακλάται και από το όνομα του υπόλοιπου γεύματος: ὄψον , δηλαδή συνοδεία ψωμιού, όποια κι αν ήταν αυτή. Στο Μεσαίωνα, στην Ευρώπη, το ψωμί αποτελούσε όχι μόνο βασική τροφή, αλλά και μέρους του σερβίτσιου. Πιο συγκεκριμένα, ένα κομάτι μπαγιάτικο ψωμί χρησιμοποιούταν σαν απορροφητικό πιάτο, που κατά την ολοκλήρωση του γεύματος μπορούσε να φαγωθεί, να δοθεί στους φτωχούς ή να ταϊστεί στα σκυλιά. Μόλις τον 15ο αι. άρχισε να αντικαθίσται από ξύλινες πιατέλες. Για πολλές γενιές το άσπρο ψωμί προτιμούνταν από τους πλούσιους, ενώ οι φτωχοί έτρωγαν μαύρο (ολικής αλέσεως) ψωμί. Όμως, στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες τα πράγματα αντιστράφηκαν στα τέλη του 20ου αι., με το ψωμί ολικής αλέσεως να προτιμάται, εξαιτίας της υψηλής διατροφικής του αξίας, σε αντίθεση με το άσπρο που συνδέθηκε με άγνοια για τη διατροφή. Στη σύγχρονη εποχή, η βιομηχανοποίηση του ψησίματος του ψωμιού αποτέλεσε ένα καθοριστικό βήμα για τη δημιουργία του σύγχρονου κόσμου. Ο Otto Frederick Rohwedder θεωρείται ο πατέρας του ψωμιού σε φέτες (1912), ο οποίος κατάφερε το 1928 να εφεύρει μια μηχανή που τεμάχιζε και τύλιγε το ψωμί σε συσκευασία. Μια άλλη σημαντική αλλαγή συνέβη το 1961, με την ανάπτυξη της μεθόδου Chorleywood, που χρησιμοποιούσε την έντονη μηχανική επεξεργασία της ζύμης για να μειώσει δραματικά την περίοδο της ζύμωσης και τον χρόνο που απαιτείται για να παραχθεί μια φραντζόλα, σε βάρος όμως της γεύσης και της θρεπτικής αξίας. Αυτή η διαδικασία χρησιμοποιείται πλέον ευρέως σε μεγάλα εργοστάσια παγκοσμίως. Στην Ελλάδα Οι Έλληνες ναυτικοί και έμποροι έφεραν το αιγυπτιακό αλεύρι στην Ελλάδα, όπου άρχισε και το ψήσιμο του ψωμιού. Περισσότερο δημοφιλές ήταν το λευκό ψωμί και μεταξύ των πόλεων υπήρχε πολύ έντονος ανταγωνισμός για το καλύτερο ψωμί. Η Αθήνα «καμάρωνε» για τον Θεάριο, τον καλύτερο αρτοποιό της, το όνομα του οποίου βρισκόταν στα γραπτά πολλών συγγραφέων. Αρτοποιεία εμφανίστηκαν κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ. Ανάμεσα στις πολλές ποιότητες ψωμιού που παρασκευάζονταν στην αρχαία Ελλάδα ήταν ο ζυμίτης, από αλεύρι, νερό και προζύμι, ο άζυμος, από αλεύρι και νερό, ο σιμιγδαλίτης, από λεπτότατο αλεύρι προερχόμενο από καλής ποιότητας σιτάρι κλπ. Από αρχαία κείμενα προκύπτει ότι οι Έλληνες προσέφεραν άρτους στους θεούς, στους οποίους ονόμαζαν θειαγόνους άρτους. Στο ναό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, κατά την εορτή των θεσμοφορίων, προσφερόταν στη θεά μεγάλος άρτος από τον οποίο η συγκεκριμένη γιορτή ονομαζόταν μεγαλάρτια. Στο γερμανικό Μουσείο Ψωμιού που λειτουργεί στην πόλη Ουλμ, τα ωραιότερα εκθέματα είναι τέσσερα ελληνικά ειδώλια του 5ου αιώνα π.Χ., προερχόμενα από τη Βοιωτία, με γυναικείες μορφές. Στα ειδώλια εικονίζεται το άλεσμα του σταριού σε γουδί, το πλάσιμο της ζύμης, το ψήσιμο του ψωμιού και οι άρτοι έτοιμοι προς πώληση και βρώση. Να σημειωθεί ότι οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να βάζουν θαλασσινό αλάτι στο ψωμί για νοστιμιά. Στη θρησκεία Στην Καινή Διαθήκη περιγράφεται το θαύμα που έκανε ο Ιησούς Χριστός, που με πέντε άρτους και δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ανθρώπους. Επίσης ο Χριστός παρομοίαζε τον εαυτό του στους μαθητές του σαν άρτο τον οποίον όποιος τρώει θα έχει ζωή αιώνια. Στο Μυστικό δείπνο ο Ιησούς ευλόγησε ένα ψωμί, το έκοψε σε κομμάτια και είπε: «Λάβετε, φάγετε, αυτό είναι το σώμα μου». Μετά ευλόγησε το κρασί και έδωσε το ποτήρι του σε όλους και είπε: «Πιείτε από αυτό όλοι, αυτό είναι το αίμα μου». Στην προσευχή που έδωσε ο ίδιος ο Χριστός, υπάρχει αίτημα για τον άρτον τον επιούσιον. Στην εκκλησία, χωρίς άρτο, δεν είναι δυνατόν να τελεσθεί θεία λειτουργία. Ο άρτος πρέπει να είναι καλά ζυμωμένος και να έχει την σφραγίδα του σταυρού και την επιγραφή ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ.

Από tilestwra.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Νοεμβρίου 2016

Του Μάνου Χατζηδάκι

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.
Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.

Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.

Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.

Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.

Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»

«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.

«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.

«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.

Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.

«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.

Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».

Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.

Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.

Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:

«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;»

Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

Μαρία Ανδρεάδου στις 1 Νοεμβρίου 2016

 (από τη Σταυρούλα)

“Κάθε ημέρα ξυπνάμε ελαφρώς αλλαγμένοι κι ο άνθρωπος που ήμασταν χτες, έχει πεθάνει”, έγραψε ο John Updike, “τότε γιατί φοβόμαστε τον θάνατο, αφού έρχεται πάντα;” 

 

Ενώ μισό αιώνα νωρίτερα ο Montaigne είχε θέσει το ίδιο ερώτημα λίγο διαφορετικά:

“Το να θρηνούμε ότι δε θα ζούμε σε εκατό χρόνια από τώρα, είναι το ίδιο τρελό με το να λυπόμαστε, γιατί δεν ήμασταν ζωντανοί εκατό χρόνια πριν.” 

Αν το ερώτημα και η ιδέα του θανάτου παραμένουν άλυτα στο μυαλό των ενηλίκων, τότε πώς και πόσο, πραγματικά, μπορούν τα παιδιά να καθησυχάσουν μέσα από την κατανόηση και την παρηγόρια;

Το βιβλίο, που προστίθεται με αξιώσεις στη σειρά βιβλίων που σκοπό έχουν να βοηθήσουν τα παιδιά να κατανοήσουν την έννοια του θανάτου, φέρει τον υπέροχο τίτλο:  Cry, Heart, But Never Break (public library), και ανήκει στον αγαπημένο Δανό συγγραφέα παιδικών βιβλίων Glenn Ringtved, με την εικονογράφηση της Charlotte Pardi.

Ο Ringtved έχει εμπνευστεί από την δική του προσωπική ιστορία – όταν η μητέρα του πέθαινε, πάσχιζε να εξηγήσει στα παιδιά του τί συνέβαινε και τότε η ίδια η μητέρα του βοήθησε με μια συμβουλή της: “Κλάψε, Καρδιά, αλλά ποτέ μην σπάσεις.” Ήταν ο τρόπος της να βεβαιώσει τα παιδιά ότι είναι καλύτερο να επιτρέπουμε, παρά να περιορίζουμε την βαθιά θλίψη της απώλειας, που μετά θα τυλιχτεί μέσα στην ολότητα της ζωής, η οποία θα συνεχίσει να ξετυλίγεται.

Η ιστορία ξεκινάει έξω από ένα “μικρό και αναπαυτικό σπίτι”, όπου κατοικούν τέσσερα παιδιά και η γιαγιά τους. Ο Χάρος έχει αφήσει το δρεπάνι του έξω από την πόρτα, επειδή δεν ήθελε να τρομάξει τα παιδιά, μια κίνηση απρόσμενης τρυφερότητας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέσα στο σπίτι, κάθεται μαζί με τα παιδιά στο τραπέζι της κουζίνας, όπου μόνο το μικρότερο από όλα, η Leah, τολμάει να τον κοιτάξει στα μάτια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

(Το σπουδαίο με την εικονογράφηση της Pardi είναι ότι ακόμα και ο Χάρος δείχνει λυπημένος, σχεδόν απελπισμένος.)

Ενώ τα παιδιά ακούν τη γιαγιά τους να αναπνέει βαριά και με δυσκολία από τον επάνω όροφο, καταλαβαίνουν ότι ο Χάρος έχει έρθει γι΄αυτήν κι ότι δεν έχει πολύ χρόνο, προσπαθούν να τον καθυστερήσουν. Πιστεύοντας ότι ο Χάρος δουλεύει μόνο τη νύχτα, συνεχίζουν να του γεμίζουν διαρκώς το ποτήρι του με καφέ, μέχρι να έρθει το ξημέρωμα και υποχρεωθεί να φύγει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά έρχεται η στιγμή που ο Χάρος φέρνει το κοκαλιάρικο του χέρι επάνω από το ποτήρι, δείχνοντας ότι ήρθε η ώρα. Τότε η Leah παίρνει το χέρι του στο δικό της και τον παρακαλάει να μην πάρει τη γιαγιά της.

Γιατί πρέπει να φύγει η γιαγιά;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Λένε μερικοί ότι η καρδιά του Χάρου είναι νεκρή και μαύρη, σαν ένα κομμάτι κάρβουνο, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Κάτω από τον μανδύα του, η καρδιά του είναι τόσο κόκκινη όσο το πιο όμορφο ηλιοβασίλεμα και πάλλεται με την μεγαλύτερη αγάπη για την ζωή.”

Ο Χάρος που έχει κατακλύστεί από τη συμπάθειά του για τα παιδιά, αποφασίζει να τους πει μια ιστορία, για να μπορέσει να τους εξηγήσει γιατί ο θάνατος είναι κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο.

-Σε μια κοιλάδα ζούσαν δύο αδελφοί, ο Sorrow και ο Grief, οι οποίοι περνούσαν τις ημέρες τους “αργά και βαριά” γιατί ποτέ δεν κοιτούσαν ψηλά, ποτέ δεν έβλεπαν πέρα από τις σκιές στις κορυφές των λόφων.”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέρα από αυτές τις σκιές, έμενα δύο αδελφές που τις έλεγαν Joy και Delight.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Ήταν έξυπνες και λαμπερές και οι ημέρες τους ήταν γεμάτες ευτυχία. Υπήρχε μόνο μια σκιά, η αίσθηση ότι κάτι τους έλλειπε. Δεν γνώριζαν τί ήταν, αλλά ένιωθαν ότι δεν μπορούσαν να απολαύσουν ολοκληρωτικά την ευτυχία τους.”

Όσο ο Χάρος συνεχίζει αφηγείται, η Leah κουνάει το κεφάλι της, δείχνοντας να μαντεύει τί πρόκειται να γίνει στην ιστορία: τα αγόρια και τα κορίτσια συναντιούνται και ερωτεύονται. Δύο τέλεια ισορροπημένα ζευγάρια, Στενάχωρος (Sorrow) και Χαρά (Joy), Θλιμμένος (Grief) και Απόλαυση (Delight).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λέει ο Χάρος: “Είναι το ίδιο με τη ζωή και το θάνατο…Τί θα άξιζε η ζωή εάν δεν υπήρχε ο θάνατος; Ποιος θα απολάμβανε τον ήλιο, εάν δεν έβρεχε ποτέ; Θα λαχταρούσες για την ημέρα, εάν δεν υπήρχε η νύχτα;”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν τελικά ο Χάρος ξεκινάει να ανέβει τις σκάλες, το μικρότερο αγόρι σηκώνεται, για να τον εμποδίσει, αλλά ο μεγαλύτερος αδελφός του βάζει με θλίψη το χέρι του στον ώμο και τον αποθαρρύνει ήρεμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Λίγα λεπτά αργότερα τα παιδιά άκουσαν το παράθυρο του επάνω ορόφου να ανοίγει. Και μετά, με μια φωνή κάπου ανάμεσα σε θρήνο και ψίθυρο, τον Χάρο να λέει: “Πέτα ψυχή. Πέτα, πέτα μακριά.”

Τρέχουν επάνω. Η γιαγιά έχει πεθάνει. Μια στιγμή μεγάλης στεναχώριας που εξελίχθηκε σε μια στιγμή θερμής γαλήνης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

-Οι κουρτίνες κουνιούνταν από το δροσερό πρωινό αεράκι. Κοιτώντας τα παιδιά, είπε ο Χάρος σιγανά: “Κλάψε, Καρδιά, αλλά ποτέ μην σπάσεις. Άσε τα δάκρυα της θλίψης και της στεναχώριας σου να βοηθήσουν να ξεκινήσει μια νέα ζωή.”

Μετά έφυγε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Ακόμη και αργότερα, όταν τα παιδιά άνοιγαν το παράθυρο, σκέφτονταν τη γιαγιά τους. Κι όταν το πρωινό αεράκι χάιδευε τα πρόσωπά τους, μπορούσαν να νιώσουν το άγγιγμά της.”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

πηγή : http://antikleidi.com

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2016

Της Άννας Ιωαννίδου

Σκέφτηκες ποτέ τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τους «τίτλους ειδήσεων» στο εξώφυλλο της δικής σου Ζωής; Πόση ενέργεια, πόσα χαμόγελα, πόσα δάκρυα, πόσα ταξίδια; Φρόντισες να’ χεις τα μάτια της Ψυχής ανοικτά, έτσι για να βρίσκει έδαφος και νόημα η κάθε μία κουκίδα ξεχωριστά, και να πηγαίνει να κάθεται αβίαστα εκεί που «πρέπει», όποτε «πρέπει»;

Δε θα’ ταν στ’ αλήθεια, κρίμα κι άδικο να ξύπναγες μια μέρα, συνειδητοποιώντας πως το δικό σου παζλ, βγήκε λίγο μικρότερο απ’ ότι το ονειρεύτηκες; Πως οι κουκίδες της ζωής σου, στο τελικό μέτρημα, βγήκαν κάπως κουτσουρεμένες; Με δίχως αμφιβολία θα αναρωτήθηκες πολλάκις, τι θα γινόταν αν επέλεγες άλλο δρόμο, άλλη κατεύθυνση, στη διαδρομή που έκανες στην μέχρι τώρα επίγεια σου περαντζάδα. Αν έστριβες αριστερά αντί δεξιά; Αν πήγαινες με χίλια αντί με εκατό;

Τι πορεία θα έπαιρνε το ταξίδι προς την περιβόητη Ιθάκη; Κι ίσως πολλές φορές να μετάνιωσες για κάποιες από τις στροφές που έστριψες, για κάποιες από τις ταχύτητες που φοβήθηκες. Λάθος. Μεγάλο λάθος.  Μην αμφιβάλλεις ποτέ και μη μετανιώνεις για τίποτα. Η ζωή ξέρει καλύτερα από σένα. Εσύ μονάχα έχε το νου και την καρδιά σου ανοικτά. Εσύ μονάχα φρόντισε να περπατάς. Και μην αφήνεις καμιά κουκίδα να πάει χαμένη, κανένα τίτλο ειδήσεων να γραφτεί στα παραλειπόμενα.

Και κάτι τελευταίο. Μη μιλάς άλλο για Ιθάκη. Για ταξίδια να μιλάς. Να θυμάσαι πως σημασία έχει ότι έπεσες, σηκώθηκες, έμαθες, γέλασες, έκλαψες, αναθεώρησες, έζησες το Ταξίδι. Όσοι στ’ αλήθεια ταξίδεψαν, δε ζηλεύουν την Ιθάκη. Κι ας λέει ο Μίλτος το αντίθετο. Την Ιθάκη σου, μη γυρεύεις να τη βρεις. Να κοιτάς να την φτιάξεις. Να κοιτάς να γουστάρεις τη διαδρομή και να περπατάς. Αδιάκοπα και με δίχως εκπτώσεις. Να περπατάς…

 

Της Αννας Ιωαννιδου enallaktikidrasi.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Οκτωβρίου 2016

Κάποτε κρατούσαμε βιβλία και διαβάζαμε. Τώρα κρατάμε tablets και κινητά. Αυτό τι σημαίνει για τις αγαπημένες μας βιβλιοθήκες;

Με την τεχνολογία να κατακτά όλες τις πλευρές της καθημερινότητάς μας, είναι λογικό οι βιβλιοθήκες να πέσουν και αυτές «θύματα» της επέλασης. Τα παραδοσιακά βιβλία πλέον περιορίζονται σε εκείνους που είναι λάτρεις του είδους και είναι αφοσιωμένοι σε αυτό. Ακόμα και οι μαθητές ή οι φοιτητές που έμπαιναν στη διαδικασία να πάνε σε μια βιβλιοθήκη να κάνουν έρευνα για το σχολείο ή το πανεπιστήμιο πλέον έχουν το google και όλα είναι ένα κλικ μακριά.

Ποιο είναι το μέλλον λοιπόν για τις βιβλιοθήκες, που για πολλούς ήταν ένα δεύτερο σπίτι; Σίγουρα βρίσκονται σε ένα μεταβατικό στάδιο που θα πρέπει να «αποφασίσουν» αν θα αλλάξουν και θα προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα ή θα αφεθούν και θα σβήσουν. Τρόποι, κατά τους ειδικούς, υπάρχουν για να επιζήσουν οι βιβλιοθήκες. Ίσως όχι ακριβώς όπως τις ξέραμε αλλά σίγουρα διατηρώντας την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που έχουν.

Σίγουρα οι βιβλιοθήκες με τα βιβλία τους, παλιά και καινούρια, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως χώροι εκπαίδευσης και ανακάλυψης για μικρούς και μεγάλους. Ο χρήστης της βιβλιοθήκης μπαίνει στη διαδικασία να ψάξει και να ανακαλύψει τον τρόπο που λειτουργεί ο χώρος και αυτό από μόνο του μπορεί να είναι ένα ιδιαίτερο μάθημα. Αυτό μπορεί να πάει ένα βήμα παρακάτω και να εξειδικευτεί ακόμα περισσότερο αν για παράδειγμα χρησιμοποιηθούν σαν χώρος εκπαίδευσης νέων δημοσιογράφων και πώς μπορούν να κάνουν έρευνα για τη δουλειά τους.

Ένα σημαντικό όμως βήμα προς τον εκσυγχρονισμό τους είναι η ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών και σε τομείς πέρα από την αναζήτηση και την αρχειοθέτηση του υλικού τους. Αν μπορέσουν να ακολουθήσουν την εξέλιξη της τεχνολογίας θα παραμένουν επίκαιρες όσα χρόνια και αν περάσουν. Μπορούν να γίνουν ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες και να λειτουργούν όπως και παλιά αλλά για ηλεκτρονικά βιβλία. Μπορούν να ενσωματώσουν καφετέριες, χώρους για τέχνη αλλά και για συναντήσεις-επαγγελματικές και μη-παρέχοντας και όλα τα τεχνολογικά εργαλεία που είναι απαραίτητα.

Υπάρχουν και τεχνολογικά εργαλεία που είναι λίγο πιο προχωρημένα και θα μπορούσαν να παρέχονται. Όπως για παράδειγμα ειδικά στυλό που μεταφράζουν εκείνη τη στιγμή αυτό που διαβάζουμε. Ή μηχανήματα που εκτυπώνουν ό,τι θέλουμε, όπως το θέλουμε, ακόμα και ολόκληρο το βιβλίο μας. Εφαρμογές που μας επιτρέπουν την περιήγησή μας στη βιβλιοθήκη μέσω του υπολογιστή μας από το σαλόνι του σπιτιού μας και για ηλεκτρονική κράτηση βιβλίων-ηλεκτρονικών και μη. Ακόμα και παράδοση βιβλίων στο σπίτι μας με drones ώστε το βιβλίο να μην το ψάξεις αλλά να σε ψάξει εκείνο!

Λύσεις υπάρχουν όπως φαίνεται και ευτυχώς. Γιατί οι βιβλιοθήκες είναι μέρος των κοινωνιών μας για σχεδόν 5000 χρόνια και μας έχουν προσφέρει γνώσεις και στιγμές ανεκτίμητες και είναι κρίμα να χαθούν στη δίνη της επικαιρότητας.

Aπό as-milisoume.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Οκτωβρίου 2016

Αγκαλιά. Κάτι τόσο απλό, τόσο καθημερινό, αλλά ταυτόχρονα τόσο πηγαίο, τόσο ρομαντικό μέσα στην λιτότητά του. Δυο χέρια μπορούν να κάνουν πολλά και ίσως το να αγκαλιάσουν είναι από τα πιο σημαντικά και σπουδαία, τα πιο ουσιαστικά.

Υπάρχουν στιγμές που η κίνηση αυτή είναι απαραίτητη για να συμπληρώσει ένα αληθινό συναίσθημα. Μέσα σ’ αυτήn, ανακαλύπτεις έναν κόσμο αλλιώτικο, για δευτερόλεπτα απομονώνεσαι από την πολύβουη καθημερινότητα, είσαι απλά εκεί με την ανθρώπινη υπόστασή σου να λειτουργεί στο έπακρο, μόνο και μόνο γιατί κάνεις αυτό για το οποίο είσαι εκ φύσεως προορισμένος. Νιώθεις. Με όλα σου το είναι, την καρδιά, την ψυχή.

Πόσες φόρες μια αγκαλιά δεν εξέφρασε όσα εμείς δεν μπορέσαμε; Είναι αλήθεια, μπορεί να μιλήσει πιο πολύ από εμάς, να εκφράσει όλα εκείνα τα οποία εμείς κωλώσαμε να ομολογήσουμε όταν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Όταν εμείς, σαν κλειστοί τύποι, εγωιστές, φοβητσιάριδες απέναντι στο συναίσθημά μας, σιωπήσαμε, η αγκαλιά μας μπόρεσε να πει το «σ’αγαπάω», το «σε θέλω», το «μου έλειψες», το «μη φύγεις», το «σ΄ευχαριστώ», το «συγγνώμη».

Οι αγκαλιές επικοινωνούν με το δικό τους, ιδιαίτερο τρόπο. Τα σώματα πλησιάζουν σαν δυο αντίθετοι πόλοι, τα χέρια ανοίγουν, η ψυχή αφήνεται, χαλαρώνει.

Και τότε είναι που ξεκινάει ο διάλογος των δύο σωμάτων. Το ένα αφηγείται και το άλλο ακούει προσεκτικά. Και όσο πιο δυνατά μιλάει μια αγκαλιά, τόσο πιο δυνατά και γρήγορα χτυπάει και η καρδιά του ακροατή. Είναι περίεργο πώς κάτι τόσο μικρό είναι ταυτόχρονα και τόσο μεγάλο,τόσο σημαντικό.

Και δε μιλάω για εκείνες τις άδειες αγκαλιές, τις ανούσιες που περνάνε αδιάφορες. Μιλάω για εκείνες που κάνουν την καρδιά να βλέπει καθαρά. Ξέρεις, αυτές που γίνονται σε σταθμούς τραίνων, σε λιμάνια, σε αεροδρόμια, εκείνες που έγιναν μετά από καβγάδες, που έγιναν όταν αυτά που ήθελες να πεις ήταν τόσα που δεν μπορούσες διαφορετικά να τα εκφράσεις.

Όπως και να το πεις αλλιώς, η αγκαλιά είναι πράξη, γι’ αυτό μένει. Ακόμη και όταν τα σώματα φύγουν, εκείνη θα είναι ακόμη πίσω, στο ίδιο σημείο καλοφτιαγμένη και σφιχτή. Έχει κλείσει μέσα της όλα όσα ειπώθηκαν, τις μυρωδιές των δυο ατόμων, τα βλέμματά τους, τα συναισθήματά τους. Και αυτό συμβαίνει γιατί η διαδικασία της είναι πολύπλοκη. Ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις, αφήνει αναμνήσεις οι οποίες δεν έχουν να κάνουν μόνο με την αφή, την επαφή. Είναι η επικοινωνία του ψυχισμού, που για να γίνει σωστά και ολοκληρωμένα χρειάζεται την συσπείρωση όλων των υπολοίπων αισθήσεων.

Η επικοινωνία τελικά, δεν έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την ομιλία. Δυο σώματα, μπορούν να επικοινωνήσουν, να συζητήσουν με μια δική τους και μόνο διάλεκτο, με τη σαρκική επαφή, με ό,τι μια αγκαλιά προσφέρει. Η αγκαλιά έχει τη δική της γλώσσα, μια γλώσσα που δε χρειάζεται πτυχία και διδασκαλία για να τη μάθεις. Είναι τόσο απλή, η ικανότητα να την εκφράσεις κρύβεται μέσα σου. Απλά χρειάζεται ένα ιδιαίτερο ερέθισμα, το οποίο συνήθως είναι εσωτερικό και καθαρά προσωπικό.

Είναι γεγονός πως συνηθίζουμε πια να είμαστε πιο εσωστρεφείς και να μην ανοιγόμαστε γι’ αυτά που νιώθουμε. Έλα όμως που τελικά υπάρχει κάτι που μπορεί να μαρτυρήσει ό,τι κρύβεις ή αποφεύγεις να πεις. Η αγκαλιά είναι έκφραση με ένα τεράστιο λεξιλόγιο και χιλιάδες αποχρώσεις από συναισθήματα. Καταφέρνει να προφέρει αγάπη, ειλικρίνεια, φόβο, έρωτα, πάθος μέχρι και αγωνία, ειρωνεία, στεναχώρια. Είναι φάρμακο και λύτρωση, ανακούφιση, συναίνεση, επιβεβαίωση. Είναι τα κρυφά πάθη και τα μυστικά σου, οι ανησυχίες σου και οι φόβοι σου που θωρακίζονται μέσα σ’ ένα ζευγάρι χέρια.

Είναι λόγια ανείπωτα οι αγκαλιές, γι’ αυτό μην τις σπαταλάς, ούτε να τις περιφρονείς. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής, που συνήθως βλέπουν καλύτερα από τα κανονικά, σε φέρνουν σε κοινή πορεία με έναν πολύπλοκο ψυχισμό παρόμοιο με το δικό σου. Στην τελική, σε κάνουν περισσότερο άνθρωπο στο χάος που ζεις, σ’ εξευγενίζουν, σε ηρεμούν.

 

 Σοφία Καλπαζίδου pillowfights.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Οκτωβρίου 2016

Υπάρχουν αρκετά είδη φόβου που, κάτω από ορισμένες συνθήκες, καταφέρνουν να επιβληθούν στον ανθρώπινο νου. Υπάρχει ο φυσιολογικός φόβος που στηρίζεται σε πραγματικά αίτια, και ο φόβος από ανύπαρκτη αιτία που οδηγεί σε μεγιστοποίηση ενός αόρατου κινδύνου.

Και στις δύο περιπτώσεις το έμφυτο ένστικτο της αυτοσυντήρησης μας προειδοποιεί για τον πραγματικό ή πλασματικό κίνδυνο. Είναι ένας μηχανισμός προστασίας του οργανισμού. Στις περιπτώσεις όμως που συνεχίζεται, ενώ δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, τότε μετατρέπεται σε φοβία και παύει να είναι μία υγιής αντίδραση του οργανισμού.

Η ζωή μας είναι τόσο απρόβλεπτη, που είναι σχεδόν απίθανο να μη νιώσει κάποιος, έστω πρόσκαιρα, το συναίσθημα του φόβου.

Οι σημερινές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες μάλιστα ευνοούν τη δημιουργία φοβίας για το μέλλον, φέρνοντας στην καθημερινή μας ζωή κάτι που είναι κοντά μας από τη βρεφική ηλικία και εστιάζεται κυρίως στον φόβο της πτώσης και του κρότου, σύμφωνα με τους ειδικούς.

Οι αρχαίοι Ελληνες θεωρούσαν τον Φόβο γιο του Αρη και της Αφροδίτης, οι σύγχρονοι κυβερνήτες εκμεταλλεύονται τον φόβο που δημιουργούν οι συνεχείς αρνητικές ειδήσεις που διοχετεύονται με διάφορους τρόπους στους πολίτες και οδηγούν στο να τους παραδώσουμε κεκτημένα δικαιώματα, που σε διαφορετική περίπτωση δεν θα ετίθεντο καν προς συζήτηση.

Αντιθέτως, στη μουσική ο φόβος έχει μόνο θετικά αποτελέσματα, αφού έχει οδηγήσει αρκετούς συνθέτες και καλλιτέχνες στην επιτυχία.

Είναι πολύ καλύτερα βέβαια να φοβόμαστε βλέποντας κινηματογραφικές ταινίες ή ακούγοντας τραγούδια που περιγράφουν συνήθως τον φόβο των δημιουργών τους, στο να μη χάσουν τον/την αγαπημένο/η τους, από το να φοβόμαστε καθημερινά με αφορμή διάφορες αιτίες που φρόντισαν να δημιουργήσουν αυτοί που μας κυβερνούν εδώ και αρκετές δεκαετίες.

Ο Γιάννης Αγγελάκας με τις Τρύπες είχαν πιάσει το νόημα με το τραγούδι Σιγά μην κλάψω: …Μα εγώ μ’ έναν άγριο περήφανο χορό σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω. Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ, σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ. Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,

θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω. Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,

σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ. Μου λέν’ αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ,

καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι. Και πως αν θέλω περισσότερα να δω, σ’ έναν καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι. Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ,

μου λέν’ να πάω κρυφά κάπου να κλάψω. Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό

είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.

Τραγούδια για τον φόβο της ερωτικής απόρριψης: Τι θέλεις να κάνω-Γιάννης Πάριος, Φοβάμαι μη σε χάσω-Ιωάννα Γεωργακοπούλου: Φοβάμαι πως μια μέρα θα σε χάσω και πες μου πού θα βρω παρηγοριά και τι πιοτό θα πιω για να ξεχάσω τη νύχτα που θα πέσει στην καρδιά.

Γιατί φοβάσαι-Μαρινέλλα, σε μουσική Στέλιου Βλαβιανού και στίχους Πυθαγόρα:

Γιατί φοβάσαι τη σιωπή, είμαι δική σου στο ‘χω πει, με τη σιωπή μου σου μιλώ και σε φιλώ, κύμα τρελό μες στον γιαλό.

Οπως μπήκες στη ζωή μου θα φοβάμαι μη σε χάσω ξαφνικά, από το Ετσι ξαφνικά, με τον Αντώνη Ρέμο, σε μουσική του Αντώνη Βαρδή και στίχους της Γιούλας Γεωργίου.

…για πράξεις και για παραλείψεις, ιδιαζόντως ειδεχθείς, αλλά εσύ μη φοβηθείς και αρχίσεις τις αποκαλύψεις, απόσπασμα από τους ξεχωριστούς στίχους του Μιχάλη Γκανά για το τραγούδι του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα Μικρός Τιτανικός, που είπε πρώτη η Χαρούλα Αλεξίου.

Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου έγραψε για τον Μπάμπη Στόκα, σε στίχους του Αλκη Αλκαίου, το Μη με φοβάσαι: Μη με φοβάσαι, δώσ’ μου το χέρι μαζί να ζήσουμε η νύχτα όσα φέρει, μη με φοβάσαι, δώσ’ μου το χέρι, είναι ο έρωτας το πιο γλυκό μαχαίρι.

Ελσα σε φοβάμαι, Ελσα σ’ αγαπώ, μια στιγμή μαζί σου είναι μακελειό. Κι όταν χορεύεις στην πίστα μοναχή, ντουβάρια πέφτουν και σπάζει η οροφή, το γνωστό τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου από το Βρώμικο ψωμί του 1972.

Καθησυχαστικοί είναι ο Νίκος Ξυδάκης με το Μη φοβάσαι, σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη, οι Terror Χ Crew με τον ίδιο τίτλο, αλλά διαφορετικό τραγούδι, όπως και αυτό που έγραψε ο Γιώργος Ανδρέου για τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ο Διονύσης Τσακνής με το Μη φοβάσαι, μωρό μου, ο Δήμος Αναστασιάδης με το Εσύ, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης με το Κοίτα, κοίτα (Μη φοβάσαι τη φωτιά), σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου και μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου, ο Γιώργος Δημητριάδης με το Μη φοβηθείς την κατηφόρα, σε στίχους του Κώστα Λειβαδά και η Νατάσα Θεοδωρίδου με το Μην τη φοβάσαι την αγάπη. Η Νατάσα, όμως, εκφράζει διαφορετικά συναισθήματα στο Ελα που φοβάμαι, του Γιώργου Θεοφάνους:

Ελα που φοβάμαι, φοβάμαι, έλα που δεν ξέρω πώς να ησυχάσω, πώς να σε διαγράψω, πώς να σε ξεχάσω, έλα που δεν έχω τη δύναμη ν’ αντέξω, μια φορά για μένα στη ζωή μου να παλέψω, έλα που δεν βλέπω πώς να προχωρήσω, έλα που δεν νιώθω τι να πάρω τι ν’ αφήσω, έλα που δεν ξέρω πώς να ξεκολλήσω, έλα που δεν θέλω κάποιον άλλον ν’ αγαπήσω, έλα που φοβάμαι, φοβάμαι, έλα που φοβάμαι, φοβάμαι. Εντονο φόβο ένιωθαν και οι Μπλε στο πρώτο τους άλμπουμ με το Φοβάμαι.

Φόβο εκφράζει η σύνθεση του Γιάννη Καραλή Φοβάμαι τα τραγούδια, με τη Λίτσα Διαμάντη, το Φοβήθηκες, με τη Δήμητρα Γαλάνη, Για σένανε φοβάμαι-Νότης Σφακιανάκης, το Ερωτικό του Παύλου Σιδηρόπουλου, η Αντίστροφη μέτρηση του Θάνου Μικρούτσικου, με τη Χαρούλα Αλεξίου, το Ολα αυτά που φοβάμαι, με την Αλκηστις Πρωτοψάλτη, που είναι διασκευή σε τραγούδι των Nickelback, οι Ρόδες με την Ελευθερία Αρβανιτάκη στο Φοβάμαι (Δεν είναι ο κόσμος σου αυτός).

Ελαφρά φοβισμένος ήταν ο Χρήστος Θηβαίος στο δικό του τραγούδι Μια χαραμάδα πανικού.

Με τον φόβο ασχολούνται και τα τραγούδια Παιχνίδια με τον Διάβολο-Νίκος Πορτοκάλογλου, Το βλέμμα σου σακάτεψε τη μοίρα μου-Διάφανα Κρίνα, Αλήτης στη Χώρα των Θαυμάτων και Τι άλλο φοβάσαι-Active Member, Φοβόμουν και Φοβόμουν μ’ έπνιγε η σιωπή του Μάνου Χατζιδάκι από την Εποχή της Μελισσάνθης, Δεν αφήνει σημάδια στην άμμο του χρόνου, που έγραψε ο πρόωρα χαμένος Μάνος Ξυδούς για τους Πυξ Λαξ.

Στο Αγριολούλουδο, του Χρήστου Νικολόπουλου, σε στίχους του Πυθαγόρα, ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγουδούσε: Μη με λυπάσαι, διώξε με απόψε, σαν να ‘μαι αγριολούλουδο, και τη ζωή μου κόψε. Εγώ γυμνός ξεκίνησα, εγώ πηγαίνω μόνος, σπίτι μου είναι ο δρόμος και τραγούδι μου ο πόνος. Διώξε με και μη λυπάσαι, τι θα γίνω μη φοβάσαι κι αν χιονίζει και αν βρέχει, τ’ αγριολούλουδο αντέχει.

Από τα δεκάδες ξένα τραγούδια που έχουν γραφτεί κατά καιρούς και ταιριάζουν με το θέμα μας, επιλέγω, λόγω χώρου, μόνον επτά, το Scared του John Lennon από το άλμπουμ του Walls And Bridges, το Touch Me των Doors από το άλμπουμ τους Soft Parade, το You’ll Never Walk Alone από το μιούζικαλ Carousel, λόγω της μετέπειτα ερμηνείας του από τους Gerry and the Pacemakers και τα αισιόδοξα μηνύματα που βγαίνουν μέσα από το τραγούδι των Rodgers και Hammerstein, το Running Scared του Roy Orbison, που είναι ένας από τους αγαπημένους τραγουδιστές μου, το Impossible Dream από το Man Of La Mancha, γιατί κατά βάθος οι περισσότεροι ελπίζουμε ότι θα τα καταφέρουμε, το Who’s Afraid Of The Big Bad Wolf? Από τα Τρία γουρουνάκια του Disney, γιατί δεν φοβόμαστε πια τους λύκους, όσο κι αν ουρλιάζουν για την καταστροφή μας, και τέλος, το Under Pressure με τους Queen και τον David Bowie, απλώς γιατί ταιριάζει αρκετά με την εποχή μας.

 Από τον Γιώργο Ζερβό
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2016

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου’ λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
‘Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

‘Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
‘Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
‘Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας

‘Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
‘Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
‘Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σο