Διαβάσαμε
Η ιστορία του ψωμιού ξεκινάει πριν από 30.000 χρόνια στην Ευρώπη. Το πρώτο ψωμί που φτιάχτηκε πιθανόν να ήταν μια εκδοχή πάστας σιτηρών, φτιαγμένης από καβουρδισμένους και αλεσμένους κόκκους δημητριακών και νερό, και μπορεί να προέκυψε τυχαία κατά το μαγείρεμα ή και σκόπιμα μετά από πειραματισμό με αλεύρι ολικής αλέσεως και νερό. Το πιο πιθανό είναι να ήταν άζυμο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα δημητριακά ήταν μια από τις πολλές πηγές τροφίμων, καθώς η δίαιτα των Ευρωπαίων βασιζόταν κυρίως σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Τα δημητριακά και το ψωμί έγιναν βασική τροφή στη Νεολιθική εποχή, περίπου 10.000 χρόνια πριν, όταν το σιτάρι και το κριθάρι ήταν ανάμεσα στα πρώτα φυτά που καλλιεργήθηκαν. Η καλλιέργειά τους εξαπλώθηκε από τη Νοτιοδυτική Ασία στην Ευρώπη, τη Βόρειο Αφρική και την Ινδική χερσόνησο και έδωσε τη δυνατότητα στους ανθρώπους να γίνουν αγρότες και όχι κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες. Η εμφάνιση του ψωμιού με προζύμι τοποθετείται κατά πάσα πιθανότητα πάλι σε προϊστορικούς χρόνους, όμως οι πρώτες μαρτυρίες εντοπίζονται στην αρχαία Αίγυπτο. Στην αρχαιότητα, η ιδέα ενός αυτοτελούς φούρνου που θα μπορούσε να προθερμανθεί, έχοντας μια πόρτα για πρόσβαση, φαίνεται να ήταν ελληνική. Στην αρχαία Ελλάδα το ψωμί ήταν κριθαρένιο. Ο Σόλων είχε δηλώσει πως το σταρένιο ψωμί θα μπορούσε να ψηθεί μόνο σε μέρες γιορτής. Τον 5ο αι. π.Χ. μπορούσε κανείς να αγοράσει ψωμί στην Αθήνα από αρτοποιείο, ενώ στη Ρώμη, οι Έλληνες αρτοποιοί έκαναν την εμφάνισή τους τον 2ο αι. π.Χ., όταν η Μικρά Ασία πέρασε στη Ρωμαϊκή κυριαρχία. Η σημασία του ψωμιού στη διατροφή αντανακλάται και από το όνομα του υπόλοιπου γεύματος: ὄψον , δηλαδή συνοδεία ψωμιού, όποια κι αν ήταν αυτή. Στο Μεσαίωνα, στην Ευρώπη, το ψωμί αποτελούσε όχι μόνο βασική τροφή, αλλά και μέρους του σερβίτσιου. Πιο συγκεκριμένα, ένα κομάτι μπαγιάτικο ψωμί χρησιμοποιούταν σαν απορροφητικό πιάτο, που κατά την ολοκλήρωση του γεύματος μπορούσε να φαγωθεί, να δοθεί στους φτωχούς ή να ταϊστεί στα σκυλιά. Μόλις τον 15ο αι. άρχισε να αντικαθίσται από ξύλινες πιατέλες. Για πολλές γενιές το άσπρο ψωμί προτιμούνταν από τους πλούσιους, ενώ οι φτωχοί έτρωγαν μαύρο (ολικής αλέσεως) ψωμί. Όμως, στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες τα πράγματα αντιστράφηκαν στα τέλη του 20ου αι., με το ψωμί ολικής αλέσεως να προτιμάται, εξαιτίας της υψηλής διατροφικής του αξίας, σε αντίθεση με το άσπρο που συνδέθηκε με άγνοια για τη διατροφή. Στη σύγχρονη εποχή, η βιομηχανοποίηση του ψησίματος του ψωμιού αποτέλεσε ένα καθοριστικό βήμα για τη δημιουργία του σύγχρονου κόσμου. Ο Otto Frederick Rohwedder θεωρείται ο πατέρας του ψωμιού σε φέτες (1912), ο οποίος κατάφερε το 1928 να εφεύρει μια μηχανή που τεμάχιζε και τύλιγε το ψωμί σε συσκευασία. Μια άλλη σημαντική αλλαγή συνέβη το 1961, με την ανάπτυξη της μεθόδου Chorleywood, που χρησιμοποιούσε την έντονη μηχανική επεξεργασία της ζύμης για να μειώσει δραματικά την περίοδο της ζύμωσης και τον χρόνο που απαιτείται για να παραχθεί μια φραντζόλα, σε βάρος όμως της γεύσης και της θρεπτικής αξίας. Αυτή η διαδικασία χρησιμοποιείται πλέον ευρέως σε μεγάλα εργοστάσια παγκοσμίως. Στην Ελλάδα Οι Έλληνες ναυτικοί και έμποροι έφεραν το αιγυπτιακό αλεύρι στην Ελλάδα, όπου άρχισε και το ψήσιμο του ψωμιού. Περισσότερο δημοφιλές ήταν το λευκό ψωμί και μεταξύ των πόλεων υπήρχε πολύ έντονος ανταγωνισμός για το καλύτερο ψωμί. Η Αθήνα «καμάρωνε» για τον Θεάριο, τον καλύτερο αρτοποιό της, το όνομα του οποίου βρισκόταν στα γραπτά πολλών συγγραφέων. Αρτοποιεία εμφανίστηκαν κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ. Ανάμεσα στις πολλές ποιότητες ψωμιού που παρασκευάζονταν στην αρχαία Ελλάδα ήταν ο ζυμίτης, από αλεύρι, νερό και προζύμι, ο άζυμος, από αλεύρι και νερό, ο σιμιγδαλίτης, από λεπτότατο αλεύρι προερχόμενο από καλής ποιότητας σιτάρι κλπ. Από αρχαία κείμενα προκύπτει ότι οι Έλληνες προσέφεραν άρτους στους θεούς, στους οποίους ονόμαζαν θειαγόνους άρτους. Στο ναό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, κατά την εορτή των θεσμοφορίων, προσφερόταν στη θεά μεγάλος άρτος από τον οποίο η συγκεκριμένη γιορτή ονομαζόταν μεγαλάρτια. Στο γερμανικό Μουσείο Ψωμιού που λειτουργεί στην πόλη Ουλμ, τα ωραιότερα εκθέματα είναι τέσσερα ελληνικά ειδώλια του 5ου αιώνα π.Χ., προερχόμενα από τη Βοιωτία, με γυναικείες μορφές. Στα ειδώλια εικονίζεται το άλεσμα του σταριού σε γουδί, το πλάσιμο της ζύμης, το ψήσιμο του ψωμιού και οι άρτοι έτοιμοι προς πώληση και βρώση. Να σημειωθεί ότι οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να βάζουν θαλασσινό αλάτι στο ψωμί για νοστιμιά. Στη θρησκεία Στην Καινή Διαθήκη περιγράφεται το θαύμα που έκανε ο Ιησούς Χριστός, που με πέντε άρτους και δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ανθρώπους. Επίσης ο Χριστός παρομοίαζε τον εαυτό του στους μαθητές του σαν άρτο τον οποίον όποιος τρώει θα έχει ζωή αιώνια. Στο Μυστικό δείπνο ο Ιησούς ευλόγησε ένα ψωμί, το έκοψε σε κομμάτια και είπε: «Λάβετε, φάγετε, αυτό είναι το σώμα μου». Μετά ευλόγησε το κρασί και έδωσε το ποτήρι του σε όλους και είπε: «Πιείτε από αυτό όλοι, αυτό είναι το αίμα μου». Στην προσευχή που έδωσε ο ίδιος ο Χριστός, υπάρχει αίτημα για τον άρτον τον επιούσιον. Στην εκκλησία, χωρίς άρτο, δεν είναι δυνατόν να τελεσθεί θεία λειτουργία. Ο άρτος πρέπει να είναι καλά ζυμωμένος και να έχει την σφραγίδα του σταυρού και την επιγραφή ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ.
Από tilestwra.gr
Του Μάνου Χατζηδάκι
Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.
Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.
Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».
Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.
Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:
«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».
(από τη Σταυρούλα)
“Κάθε ημέρα ξυπνάμε ελαφρώς αλλαγμένοι κι ο άνθρωπος που ήμασταν χτες, έχει πεθάνει”, έγραψε ο John Updike, “τότε γιατί φοβόμαστε τον θάνατο, αφού έρχεται πάντα;”
Ενώ μισό αιώνα νωρίτερα ο Montaigne είχε θέσει το ίδιο ερώτημα λίγο διαφορετικά:
“Το να θρηνούμε ότι δε θα ζούμε σε εκατό χρόνια από τώρα, είναι το ίδιο τρελό με το να λυπόμαστε, γιατί δεν ήμασταν ζωντανοί εκατό χρόνια πριν.”
Αν το ερώτημα και η ιδέα του θανάτου παραμένουν άλυτα στο μυαλό των ενηλίκων, τότε πώς και πόσο, πραγματικά, μπορούν τα παιδιά να καθησυχάσουν μέσα από την κατανόηση και την παρηγόρια;
Το βιβλίο, που προστίθεται με αξιώσεις στη σειρά βιβλίων που σκοπό έχουν να βοηθήσουν τα παιδιά να κατανοήσουν την έννοια του θανάτου, φέρει τον υπέροχο τίτλο: Cry, Heart, But Never Break (public library), και ανήκει στον αγαπημένο Δανό συγγραφέα παιδικών βιβλίων Glenn Ringtved, με την εικονογράφηση της Charlotte Pardi.
Ο Ringtved έχει εμπνευστεί από την δική του προσωπική ιστορία – όταν η μητέρα του πέθαινε, πάσχιζε να εξηγήσει στα παιδιά του τί συνέβαινε και τότε η ίδια η μητέρα του βοήθησε με μια συμβουλή της: “Κλάψε, Καρδιά, αλλά ποτέ μην σπάσεις.” Ήταν ο τρόπος της να βεβαιώσει τα παιδιά ότι είναι καλύτερο να επιτρέπουμε, παρά να περιορίζουμε την βαθιά θλίψη της απώλειας, που μετά θα τυλιχτεί μέσα στην ολότητα της ζωής, η οποία θα συνεχίσει να ξετυλίγεται.
Η ιστορία ξεκινάει έξω από ένα “μικρό και αναπαυτικό σπίτι”, όπου κατοικούν τέσσερα παιδιά και η γιαγιά τους. Ο Χάρος έχει αφήσει το δρεπάνι του έξω από την πόρτα, επειδή δεν ήθελε να τρομάξει τα παιδιά, μια κίνηση απρόσμενης τρυφερότητας.
Μέσα στο σπίτι, κάθεται μαζί με τα παιδιά στο τραπέζι της κουζίνας, όπου μόνο το μικρότερο από όλα, η Leah, τολμάει να τον κοιτάξει στα μάτια.
(Το σπουδαίο με την εικονογράφηση της Pardi είναι ότι ακόμα και ο Χάρος δείχνει λυπημένος, σχεδόν απελπισμένος.)
Ενώ τα παιδιά ακούν τη γιαγιά τους να αναπνέει βαριά και με δυσκολία από τον επάνω όροφο, καταλαβαίνουν ότι ο Χάρος έχει έρθει γι΄αυτήν κι ότι δεν έχει πολύ χρόνο, προσπαθούν να τον καθυστερήσουν. Πιστεύοντας ότι ο Χάρος δουλεύει μόνο τη νύχτα, συνεχίζουν να του γεμίζουν διαρκώς το ποτήρι του με καφέ, μέχρι να έρθει το ξημέρωμα και υποχρεωθεί να φύγει.
Αλλά έρχεται η στιγμή που ο Χάρος φέρνει το κοκαλιάρικο του χέρι επάνω από το ποτήρι, δείχνοντας ότι ήρθε η ώρα. Τότε η Leah παίρνει το χέρι του στο δικό της και τον παρακαλάει να μην πάρει τη γιαγιά της.
Γιατί πρέπει να φύγει η γιαγιά;
“Λένε μερικοί ότι η καρδιά του Χάρου είναι νεκρή και μαύρη, σαν ένα κομμάτι κάρβουνο, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Κάτω από τον μανδύα του, η καρδιά του είναι τόσο κόκκινη όσο το πιο όμορφο ηλιοβασίλεμα και πάλλεται με την μεγαλύτερη αγάπη για την ζωή.”
Ο Χάρος που έχει κατακλύστεί από τη συμπάθειά του για τα παιδιά, αποφασίζει να τους πει μια ιστορία, για να μπορέσει να τους εξηγήσει γιατί ο θάνατος είναι κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο.
-Σε μια κοιλάδα ζούσαν δύο αδελφοί, ο Sorrow και ο Grief, οι οποίοι περνούσαν τις ημέρες τους “αργά και βαριά” γιατί ποτέ δεν κοιτούσαν ψηλά, ποτέ δεν έβλεπαν πέρα από τις σκιές στις κορυφές των λόφων.”
Πέρα από αυτές τις σκιές, έμενα δύο αδελφές που τις έλεγαν Joy και Delight.
“Ήταν έξυπνες και λαμπερές και οι ημέρες τους ήταν γεμάτες ευτυχία. Υπήρχε μόνο μια σκιά, η αίσθηση ότι κάτι τους έλλειπε. Δεν γνώριζαν τί ήταν, αλλά ένιωθαν ότι δεν μπορούσαν να απολαύσουν ολοκληρωτικά την ευτυχία τους.”
Όσο ο Χάρος συνεχίζει αφηγείται, η Leah κουνάει το κεφάλι της, δείχνοντας να μαντεύει τί πρόκειται να γίνει στην ιστορία: τα αγόρια και τα κορίτσια συναντιούνται και ερωτεύονται. Δύο τέλεια ισορροπημένα ζευγάρια, Στενάχωρος (Sorrow) και Χαρά (Joy), Θλιμμένος (Grief) και Απόλαυση (Delight).
Λέει ο Χάρος: “Είναι το ίδιο με τη ζωή και το θάνατο…Τί θα άξιζε η ζωή εάν δεν υπήρχε ο θάνατος; Ποιος θα απολάμβανε τον ήλιο, εάν δεν έβρεχε ποτέ; Θα λαχταρούσες για την ημέρα, εάν δεν υπήρχε η νύχτα;”
Όταν τελικά ο Χάρος ξεκινάει να ανέβει τις σκάλες, το μικρότερο αγόρι σηκώνεται, για να τον εμποδίσει, αλλά ο μεγαλύτερος αδελφός του βάζει με θλίψη το χέρι του στον ώμο και τον αποθαρρύνει ήρεμα.
“Λίγα λεπτά αργότερα τα παιδιά άκουσαν το παράθυρο του επάνω ορόφου να ανοίγει. Και μετά, με μια φωνή κάπου ανάμεσα σε θρήνο και ψίθυρο, τον Χάρο να λέει: “Πέτα ψυχή. Πέτα, πέτα μακριά.”
Τρέχουν επάνω. Η γιαγιά έχει πεθάνει. Μια στιγμή μεγάλης στεναχώριας που εξελίχθηκε σε μια στιγμή θερμής γαλήνης.
-Οι κουρτίνες κουνιούνταν από το δροσερό πρωινό αεράκι. Κοιτώντας τα παιδιά, είπε ο Χάρος σιγανά: “Κλάψε, Καρδιά, αλλά ποτέ μην σπάσεις. Άσε τα δάκρυα της θλίψης και της στεναχώριας σου να βοηθήσουν να ξεκινήσει μια νέα ζωή.”
Μετά έφυγε.
“Ακόμη και αργότερα, όταν τα παιδιά άνοιγαν το παράθυρο, σκέφτονταν τη γιαγιά τους. Κι όταν το πρωινό αεράκι χάιδευε τα πρόσωπά τους, μπορούσαν να νιώσουν το άγγιγμά της.”
πηγή : http://antikleidi.com
Της Άννας Ιωαννίδου
Σκέφτηκες ποτέ τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τους «τίτλους ειδήσεων» στο εξώφυλλο της δικής σου Ζωής; Πόση ενέργεια, πόσα χαμόγελα, πόσα δάκρυα, πόσα ταξίδια; Φρόντισες να’ χεις τα μάτια της Ψυχής ανοικτά, έτσι για να βρίσκει έδαφος και νόημα η κάθε μία κουκίδα ξεχωριστά, και να πηγαίνει να κάθεται αβίαστα εκεί που «πρέπει», όποτε «πρέπει»;
Δε θα’ ταν στ’ αλήθεια, κρίμα κι άδικο να ξύπναγες μια μέρα, συνειδητοποιώντας πως το δικό σου παζλ, βγήκε λίγο μικρότερο απ’ ότι το ονειρεύτηκες; Πως οι κουκίδες της ζωής σου, στο τελικό μέτρημα, βγήκαν κάπως κουτσουρεμένες; Με δίχως αμφιβολία θα αναρωτήθηκες πολλάκις, τι θα γινόταν αν επέλεγες άλλο δρόμο, άλλη κατεύθυνση, στη διαδρομή που έκανες στην μέχρι τώρα επίγεια σου περαντζάδα. Αν έστριβες αριστερά αντί δεξιά; Αν πήγαινες με χίλια αντί με εκατό;
Τι πορεία θα έπαιρνε το ταξίδι προς την περιβόητη Ιθάκη; Κι ίσως πολλές φορές να μετάνιωσες για κάποιες από τις στροφές που έστριψες, για κάποιες από τις ταχύτητες που φοβήθηκες. Λάθος. Μεγάλο λάθος. Μην αμφιβάλλεις ποτέ και μη μετανιώνεις για τίποτα. Η ζωή ξέρει καλύτερα από σένα. Εσύ μονάχα έχε το νου και την καρδιά σου ανοικτά. Εσύ μονάχα φρόντισε να περπατάς. Και μην αφήνεις καμιά κουκίδα να πάει χαμένη, κανένα τίτλο ειδήσεων να γραφτεί στα παραλειπόμενα.
Και κάτι τελευταίο. Μη μιλάς άλλο για Ιθάκη. Για ταξίδια να μιλάς. Να θυμάσαι πως σημασία έχει ότι έπεσες, σηκώθηκες, έμαθες, γέλασες, έκλαψες, αναθεώρησες, έζησες το Ταξίδι. Όσοι στ’ αλήθεια ταξίδεψαν, δε ζηλεύουν την Ιθάκη. Κι ας λέει ο Μίλτος το αντίθετο. Την Ιθάκη σου, μη γυρεύεις να τη βρεις. Να κοιτάς να την φτιάξεις. Να κοιτάς να γουστάρεις τη διαδρομή και να περπατάς. Αδιάκοπα και με δίχως εκπτώσεις. Να περπατάς…
Της Αννας Ιωαννιδου enallaktikidrasi.gr
Κάποτε κρατούσαμε βιβλία και διαβάζαμε. Τώρα κρατάμε tablets και κινητά. Αυτό τι σημαίνει για τις αγαπημένες μας βιβλιοθήκες;
Με την τεχνολογία να κατακτά όλες τις πλευρές της καθημερινότητάς μας, είναι λογικό οι βιβλιοθήκες να πέσουν και αυτές «θύματα» της επέλασης. Τα παραδοσιακά βιβλία πλέον περιορίζονται σε εκείνους που είναι λάτρεις του είδους και είναι αφοσιωμένοι σε αυτό. Ακόμα και οι μαθητές ή οι φοιτητές που έμπαιναν στη διαδικασία να πάνε σε μια βιβλιοθήκη να κάνουν έρευνα για το σχολείο ή το πανεπιστήμιο πλέον έχουν το google και όλα είναι ένα κλικ μακριά.
Ποιο είναι το μέλλον λοιπόν για τις βιβλιοθήκες, που για πολλούς ήταν ένα δεύτερο σπίτι; Σίγουρα βρίσκονται σε ένα μεταβατικό στάδιο που θα πρέπει να «αποφασίσουν» αν θα αλλάξουν και θα προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα ή θα αφεθούν και θα σβήσουν. Τρόποι, κατά τους ειδικούς, υπάρχουν για να επιζήσουν οι βιβλιοθήκες. Ίσως όχι ακριβώς όπως τις ξέραμε αλλά σίγουρα διατηρώντας την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που έχουν.
Σίγουρα οι βιβλιοθήκες με τα βιβλία τους, παλιά και καινούρια, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως χώροι εκπαίδευσης και ανακάλυψης για μικρούς και μεγάλους. Ο χρήστης της βιβλιοθήκης μπαίνει στη διαδικασία να ψάξει και να ανακαλύψει τον τρόπο που λειτουργεί ο χώρος και αυτό από μόνο του μπορεί να είναι ένα ιδιαίτερο μάθημα. Αυτό μπορεί να πάει ένα βήμα παρακάτω και να εξειδικευτεί ακόμα περισσότερο αν για παράδειγμα χρησιμοποιηθούν σαν χώρος εκπαίδευσης νέων δημοσιογράφων και πώς μπορούν να κάνουν έρευνα για τη δουλειά τους.
Ένα σημαντικό όμως βήμα προς τον εκσυγχρονισμό τους είναι η ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών και σε τομείς πέρα από την αναζήτηση και την αρχειοθέτηση του υλικού τους. Αν μπορέσουν να ακολουθήσουν την εξέλιξη της τεχνολογίας θα παραμένουν επίκαιρες όσα χρόνια και αν περάσουν. Μπορούν να γίνουν ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες και να λειτουργούν όπως και παλιά αλλά για ηλεκτρονικά βιβλία. Μπορούν να ενσωματώσουν καφετέριες, χώρους για τέχνη αλλά και για συναντήσεις-επαγγελματικές και μη-παρέχοντας και όλα τα τεχνολογικά εργαλεία που είναι απαραίτητα.
Υπάρχουν και τεχνολογικά εργαλεία που είναι λίγο πιο προχωρημένα και θα μπορούσαν να παρέχονται. Όπως για παράδειγμα ειδικά στυλό που μεταφράζουν εκείνη τη στιγμή αυτό που διαβάζουμε. Ή μηχανήματα που εκτυπώνουν ό,τι θέλουμε, όπως το θέλουμε, ακόμα και ολόκληρο το βιβλίο μας. Εφαρμογές που μας επιτρέπουν την περιήγησή μας στη βιβλιοθήκη μέσω του υπολογιστή μας από το σαλόνι του σπιτιού μας και για ηλεκτρονική κράτηση βιβλίων-ηλεκτρονικών και μη. Ακόμα και παράδοση βιβλίων στο σπίτι μας με drones ώστε το βιβλίο να μην το ψάξεις αλλά να σε ψάξει εκείνο!
Λύσεις υπάρχουν όπως φαίνεται και ευτυχώς. Γιατί οι βιβλιοθήκες είναι μέρος των κοινωνιών μας για σχεδόν 5000 χρόνια και μας έχουν προσφέρει γνώσεις και στιγμές ανεκτίμητες και είναι κρίμα να χαθούν στη δίνη της επικαιρότητας.
Aπό as-milisoume.gr
Αγκαλιά. Κάτι τόσο απλό, τόσο καθημερινό, αλλά ταυτόχρονα τόσο πηγαίο, τόσο ρομαντικό μέσα στην λιτότητά του. Δυο χέρια μπορούν να κάνουν πολλά και ίσως το να αγκαλιάσουν είναι από τα πιο σημαντικά και σπουδαία, τα πιο ουσιαστικά.
Υπάρχουν στιγμές που η κίνηση αυτή είναι απαραίτητη για να συμπληρώσει ένα αληθινό συναίσθημα. Μέσα σ’ αυτήn, ανακαλύπτεις έναν κόσμο αλλιώτικο, για δευτερόλεπτα απομονώνεσαι από την πολύβουη καθημερινότητα, είσαι απλά εκεί με την ανθρώπινη υπόστασή σου να λειτουργεί στο έπακρο, μόνο και μόνο γιατί κάνεις αυτό για το οποίο είσαι εκ φύσεως προορισμένος. Νιώθεις. Με όλα σου το είναι, την καρδιά, την ψυχή.
Πόσες φόρες μια αγκαλιά δεν εξέφρασε όσα εμείς δεν μπορέσαμε; Είναι αλήθεια, μπορεί να μιλήσει πιο πολύ από εμάς, να εκφράσει όλα εκείνα τα οποία εμείς κωλώσαμε να ομολογήσουμε όταν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Όταν εμείς, σαν κλειστοί τύποι, εγωιστές, φοβητσιάριδες απέναντι στο συναίσθημά μας, σιωπήσαμε, η αγκαλιά μας μπόρεσε να πει το «σ’αγαπάω», το «σε θέλω», το «μου έλειψες», το «μη φύγεις», το «σ΄ευχαριστώ», το «συγγνώμη».
Οι αγκαλιές επικοινωνούν με το δικό τους, ιδιαίτερο τρόπο. Τα σώματα πλησιάζουν σαν δυο αντίθετοι πόλοι, τα χέρια ανοίγουν, η ψυχή αφήνεται, χαλαρώνει.
Και τότε είναι που ξεκινάει ο διάλογος των δύο σωμάτων. Το ένα αφηγείται και το άλλο ακούει προσεκτικά. Και όσο πιο δυνατά μιλάει μια αγκαλιά, τόσο πιο δυνατά και γρήγορα χτυπάει και η καρδιά του ακροατή. Είναι περίεργο πώς κάτι τόσο μικρό είναι ταυτόχρονα και τόσο μεγάλο,τόσο σημαντικό.
Και δε μιλάω για εκείνες τις άδειες αγκαλιές, τις ανούσιες που περνάνε αδιάφορες. Μιλάω για εκείνες που κάνουν την καρδιά να βλέπει καθαρά. Ξέρεις, αυτές που γίνονται σε σταθμούς τραίνων, σε λιμάνια, σε αεροδρόμια, εκείνες που έγιναν μετά από καβγάδες, που έγιναν όταν αυτά που ήθελες να πεις ήταν τόσα που δεν μπορούσες διαφορετικά να τα εκφράσεις.
Όπως και να το πεις αλλιώς, η αγκαλιά είναι πράξη, γι’ αυτό μένει. Ακόμη και όταν τα σώματα φύγουν, εκείνη θα είναι ακόμη πίσω, στο ίδιο σημείο καλοφτιαγμένη και σφιχτή. Έχει κλείσει μέσα της όλα όσα ειπώθηκαν, τις μυρωδιές των δυο ατόμων, τα βλέμματά τους, τα συναισθήματά τους. Και αυτό συμβαίνει γιατί η διαδικασία της είναι πολύπλοκη. Ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις, αφήνει αναμνήσεις οι οποίες δεν έχουν να κάνουν μόνο με την αφή, την επαφή. Είναι η επικοινωνία του ψυχισμού, που για να γίνει σωστά και ολοκληρωμένα χρειάζεται την συσπείρωση όλων των υπολοίπων αισθήσεων.
Η επικοινωνία τελικά, δεν έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την ομιλία. Δυο σώματα, μπορούν να επικοινωνήσουν, να συζητήσουν με μια δική τους και μόνο διάλεκτο, με τη σαρκική επαφή, με ό,τι μια αγκαλιά προσφέρει. Η αγκαλιά έχει τη δική της γλώσσα, μια γλώσσα που δε χρειάζεται πτυχία και διδασκαλία για να τη μάθεις. Είναι τόσο απλή, η ικανότητα να την εκφράσεις κρύβεται μέσα σου. Απλά χρειάζεται ένα ιδιαίτερο ερέθισμα, το οποίο συνήθως είναι εσωτερικό και καθαρά προσωπικό.
Είναι γεγονός πως συνηθίζουμε πια να είμαστε πιο εσωστρεφείς και να μην ανοιγόμαστε γι’ αυτά που νιώθουμε. Έλα όμως που τελικά υπάρχει κάτι που μπορεί να μαρτυρήσει ό,τι κρύβεις ή αποφεύγεις να πεις. Η αγκαλιά είναι έκφραση με ένα τεράστιο λεξιλόγιο και χιλιάδες αποχρώσεις από συναισθήματα. Καταφέρνει να προφέρει αγάπη, ειλικρίνεια, φόβο, έρωτα, πάθος μέχρι και αγωνία, ειρωνεία, στεναχώρια. Είναι φάρμακο και λύτρωση, ανακούφιση, συναίνεση, επιβεβαίωση. Είναι τα κρυφά πάθη και τα μυστικά σου, οι ανησυχίες σου και οι φόβοι σου που θωρακίζονται μέσα σ’ ένα ζευγάρι χέρια.
Είναι λόγια ανείπωτα οι αγκαλιές, γι’ αυτό μην τις σπαταλάς, ούτε να τις περιφρονείς. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής, που συνήθως βλέπουν καλύτερα από τα κανονικά, σε φέρνουν σε κοινή πορεία με έναν πολύπλοκο ψυχισμό παρόμοιο με το δικό σου. Στην τελική, σε κάνουν περισσότερο άνθρωπο στο χάος που ζεις, σ’ εξευγενίζουν, σε ηρεμούν.
Σοφία Καλπαζίδου pillowfights.gr
Υπάρχουν αρκετά είδη φόβου που, κάτω από ορισμένες συνθήκες, καταφέρνουν να επιβληθούν στον ανθρώπινο νου. Υπάρχει ο φυσιολογικός φόβος που στηρίζεται σε πραγματικά αίτια, και ο φόβος από ανύπαρκτη αιτία που οδηγεί σε μεγιστοποίηση ενός αόρατου κινδύνου.
Και στις δύο περιπτώσεις το έμφυτο ένστικτο της αυτοσυντήρησης μας προειδοποιεί για τον πραγματικό ή πλασματικό κίνδυνο. Είναι ένας μηχανισμός προστασίας του οργανισμού. Στις περιπτώσεις όμως που συνεχίζεται, ενώ δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, τότε μετατρέπεται σε φοβία και παύει να είναι μία υγιής αντίδραση του οργανισμού.
Η ζωή μας είναι τόσο απρόβλεπτη, που είναι σχεδόν απίθανο να μη νιώσει κάποιος, έστω πρόσκαιρα, το συναίσθημα του φόβου.
Οι σημερινές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες μάλιστα ευνοούν τη δημιουργία φοβίας για το μέλλον, φέρνοντας στην καθημερινή μας ζωή κάτι που είναι κοντά μας από τη βρεφική ηλικία και εστιάζεται κυρίως στον φόβο της πτώσης και του κρότου, σύμφωνα με τους ειδικούς.
Οι αρχαίοι Ελληνες θεωρούσαν τον Φόβο γιο του Αρη και της Αφροδίτης, οι σύγχρονοι κυβερνήτες εκμεταλλεύονται τον φόβο που δημιουργούν οι συνεχείς αρνητικές ειδήσεις που διοχετεύονται με διάφορους τρόπους στους πολίτες και οδηγούν στο να τους παραδώσουμε κεκτημένα δικαιώματα, που σε διαφορετική περίπτωση δεν θα ετίθεντο καν προς συζήτηση.
Αντιθέτως, στη μουσική ο φόβος έχει μόνο θετικά αποτελέσματα, αφού έχει οδηγήσει αρκετούς συνθέτες και καλλιτέχνες στην επιτυχία.
Είναι πολύ καλύτερα βέβαια να φοβόμαστε βλέποντας κινηματογραφικές ταινίες ή ακούγοντας τραγούδια που περιγράφουν συνήθως τον φόβο των δημιουργών τους, στο να μη χάσουν τον/την αγαπημένο/η τους, από το να φοβόμαστε καθημερινά με αφορμή διάφορες αιτίες που φρόντισαν να δημιουργήσουν αυτοί που μας κυβερνούν εδώ και αρκετές δεκαετίες.
Ο Γιάννης Αγγελάκας με τις Τρύπες είχαν πιάσει το νόημα με το τραγούδι Σιγά μην κλάψω: …Μα εγώ μ’ έναν άγριο περήφανο χορό σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω. Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ, σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ. Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω. Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ. Μου λέν’ αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ,
καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι. Και πως αν θέλω περισσότερα να δω, σ’ έναν καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι. Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ,
μου λέν’ να πάω κρυφά κάπου να κλάψω. Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.
Τραγούδια για τον φόβο της ερωτικής απόρριψης: Τι θέλεις να κάνω-Γιάννης Πάριος, Φοβάμαι μη σε χάσω-Ιωάννα Γεωργακοπούλου: Φοβάμαι πως μια μέρα θα σε χάσω και πες μου πού θα βρω παρηγοριά και τι πιοτό θα πιω για να ξεχάσω τη νύχτα που θα πέσει στην καρδιά.
Γιατί φοβάσαι-Μαρινέλλα, σε μουσική Στέλιου Βλαβιανού και στίχους Πυθαγόρα:
Γιατί φοβάσαι τη σιωπή, είμαι δική σου στο ‘χω πει, με τη σιωπή μου σου μιλώ και σε φιλώ, κύμα τρελό μες στον γιαλό.
Οπως μπήκες στη ζωή μου θα φοβάμαι μη σε χάσω ξαφνικά, από το Ετσι ξαφνικά, με τον Αντώνη Ρέμο, σε μουσική του Αντώνη Βαρδή και στίχους της Γιούλας Γεωργίου.
…για πράξεις και για παραλείψεις, ιδιαζόντως ειδεχθείς, αλλά εσύ μη φοβηθείς και αρχίσεις τις αποκαλύψεις, απόσπασμα από τους ξεχωριστούς στίχους του Μιχάλη Γκανά για το τραγούδι του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα Μικρός Τιτανικός, που είπε πρώτη η Χαρούλα Αλεξίου.
Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου έγραψε για τον Μπάμπη Στόκα, σε στίχους του Αλκη Αλκαίου, το Μη με φοβάσαι: Μη με φοβάσαι, δώσ’ μου το χέρι μαζί να ζήσουμε η νύχτα όσα φέρει, μη με φοβάσαι, δώσ’ μου το χέρι, είναι ο έρωτας το πιο γλυκό μαχαίρι.
Ελσα σε φοβάμαι, Ελσα σ’ αγαπώ, μια στιγμή μαζί σου είναι μακελειό. Κι όταν χορεύεις στην πίστα μοναχή, ντουβάρια πέφτουν και σπάζει η οροφή, το γνωστό τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου από το Βρώμικο ψωμί του 1972.
Καθησυχαστικοί είναι ο Νίκος Ξυδάκης με το Μη φοβάσαι, σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη, οι Terror Χ Crew με τον ίδιο τίτλο, αλλά διαφορετικό τραγούδι, όπως και αυτό που έγραψε ο Γιώργος Ανδρέου για τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ο Διονύσης Τσακνής με το Μη φοβάσαι, μωρό μου, ο Δήμος Αναστασιάδης με το Εσύ, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης με το Κοίτα, κοίτα (Μη φοβάσαι τη φωτιά), σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου και μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου, ο Γιώργος Δημητριάδης με το Μη φοβηθείς την κατηφόρα, σε στίχους του Κώστα Λειβαδά και η Νατάσα Θεοδωρίδου με το Μην τη φοβάσαι την αγάπη. Η Νατάσα, όμως, εκφράζει διαφορετικά συναισθήματα στο Ελα που φοβάμαι, του Γιώργου Θεοφάνους:
Ελα που φοβάμαι, φοβάμαι, έλα που δεν ξέρω πώς να ησυχάσω, πώς να σε διαγράψω, πώς να σε ξεχάσω, έλα που δεν έχω τη δύναμη ν’ αντέξω, μια φορά για μένα στη ζωή μου να παλέψω, έλα που δεν βλέπω πώς να προχωρήσω, έλα που δεν νιώθω τι να πάρω τι ν’ αφήσω, έλα που δεν ξέρω πώς να ξεκολλήσω, έλα που δεν θέλω κάποιον άλλον ν’ αγαπήσω, έλα που φοβάμαι, φοβάμαι, έλα που φοβάμαι, φοβάμαι. Εντονο φόβο ένιωθαν και οι Μπλε στο πρώτο τους άλμπουμ με το Φοβάμαι.
Φόβο εκφράζει η σύνθεση του Γιάννη Καραλή Φοβάμαι τα τραγούδια, με τη Λίτσα Διαμάντη, το Φοβήθηκες, με τη Δήμητρα Γαλάνη, Για σένανε φοβάμαι-Νότης Σφακιανάκης, το Ερωτικό του Παύλου Σιδηρόπουλου, η Αντίστροφη μέτρηση του Θάνου Μικρούτσικου, με τη Χαρούλα Αλεξίου, το Ολα αυτά που φοβάμαι, με την Αλκηστις Πρωτοψάλτη, που είναι διασκευή σε τραγούδι των Nickelback, οι Ρόδες με την Ελευθερία Αρβανιτάκη στο Φοβάμαι (Δεν είναι ο κόσμος σου αυτός).
Ελαφρά φοβισμένος ήταν ο Χρήστος Θηβαίος στο δικό του τραγούδι Μια χαραμάδα πανικού.
Με τον φόβο ασχολούνται και τα τραγούδια Παιχνίδια με τον Διάβολο-Νίκος Πορτοκάλογλου, Το βλέμμα σου σακάτεψε τη μοίρα μου-Διάφανα Κρίνα, Αλήτης στη Χώρα των Θαυμάτων και Τι άλλο φοβάσαι-Active Member, Φοβόμουν και Φοβόμουν μ’ έπνιγε η σιωπή του Μάνου Χατζιδάκι από την Εποχή της Μελισσάνθης, Δεν αφήνει σημάδια στην άμμο του χρόνου, που έγραψε ο πρόωρα χαμένος Μάνος Ξυδούς για τους Πυξ Λαξ.
Στο Αγριολούλουδο, του Χρήστου Νικολόπουλου, σε στίχους του Πυθαγόρα, ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγουδούσε: Μη με λυπάσαι, διώξε με απόψε, σαν να ‘μαι αγριολούλουδο, και τη ζωή μου κόψε. Εγώ γυμνός ξεκίνησα, εγώ πηγαίνω μόνος, σπίτι μου είναι ο δρόμος και τραγούδι μου ο πόνος. Διώξε με και μη λυπάσαι, τι θα γίνω μη φοβάσαι κι αν χιονίζει και αν βρέχει, τ’ αγριολούλουδο αντέχει.
Από τα δεκάδες ξένα τραγούδια που έχουν γραφτεί κατά καιρούς και ταιριάζουν με το θέμα μας, επιλέγω, λόγω χώρου, μόνον επτά, το Scared του John Lennon από το άλμπουμ του Walls And Bridges, το Touch Me των Doors από το άλμπουμ τους Soft Parade, το You’ll Never Walk Alone από το μιούζικαλ Carousel, λόγω της μετέπειτα ερμηνείας του από τους Gerry and the Pacemakers και τα αισιόδοξα μηνύματα που βγαίνουν μέσα από το τραγούδι των Rodgers και Hammerstein, το Running Scared του Roy Orbison, που είναι ένας από τους αγαπημένους τραγουδιστές μου, το Impossible Dream από το Man Of La Mancha, γιατί κατά βάθος οι περισσότεροι ελπίζουμε ότι θα τα καταφέρουμε, το Who’s Afraid Of The Big Bad Wolf? Από τα Τρία γουρουνάκια του Disney, γιατί δεν φοβόμαστε πια τους λύκους, όσο κι αν ουρλιάζουν για την καταστροφή μας, και τέλος, το Under Pressure με τους Queen και τον David Bowie, απλώς γιατί ταιριάζει αρκετά με την εποχή μας.
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια
Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου’ λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
‘Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
‘Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων Μα πού γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
‘Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
‘Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας
‘Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
‘Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
‘Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σο
Είδα να περνάνε από μπροστά μου
χιλιάδες κύματα μέρα και νύχτα,
αλμύρα και βοριάς στα όνειρά μου
κι η μοίρα να μου λέει καληνύχτα.
Έφτασα μαζί με τη σημαία μου,
γόνιμο έδαφος ποτέ δεν βρήκα,
τη φύλαξα κι αυτή με τα ωραία μου,
η πίκρα όταν ανθίζει φέρνει γλύκα.
Παμ παρα παρα παμ παμ
κι ο κόσμος όμορφα γυρνά
παμ παρα παρα παμ παμ
παραπατάμ παραπατά
ξανά.
Κάπου, κάπως, κάποτε περίμενα
να βρω κι εγώ μια δανεική πατρίδα,
με μια κεραία στα σύννεφα ξεθύμαινα,
πορεία μου η ατέρμονη πυξίδα.
Πείτε πως δεν μ’ είδατε ποτέ,
φάντασμα πως ήμουν μες στη νύχτα,
άντε αόρατέ μου εαυτέ
ήσυχα να πούμε καληνύχτα.
Είναι καλύτερος ο Α από τον Β καλλιτέχνη, λογοτέχνη, αθλητή, πολιτικό, άνθρωπο; η πορεία του καθενός μέσα στον χρόνο συνήθως δίνει μια σωστή εκτίμηση στο τέλος του δρόμου.
Όλοι πορευόμαστε σε ένα ταξίδι ζωής που κάποτε τελειώνει. Και ο πιο ασήμαντος από εμάς αφήνει πίσω του τα ίχνη του αδιάφορα αν αυτά έχουν αντίκτυπο σε άλλους ανθρώπους.
Δεν υπάρχει ανθρώπινο ον που να μπορεί να αξιολογήσει αμερόληπτα την αξία και προσφορά του καθενός μας, πάντα θα υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για τα πάντα.
Αυτός που δεν κάνει όμως ποτέ λάθος είναι ο χρόνος, αυτός δίνει αργά ή γρήγορα τις σωστές διαστάσεις στο έργο και την προσφορά που αφορά τους επώνυμους.
Ονόματα όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Bob Dylan, o Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, αλλά και εκατοντάδες άλλοι δεν έχουν ανάγκη της αποδοχής του συνόλου, το έργο τους μιλάει από μόνο του.
Μοιραία πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που θα τους αμφισβητούν, είτε από άγνοια του όγκου του έργου τους, είτε από διαφορετική άποψη σε διάφορα λεγόμενα τους.
Αυτό όμως ποτέ δεν άλλαξε, ούτε θα αλλάξει την ιστορία.
Προχωράμε ενωμένοι από την αγάπη για τις τέχνες, εκφράζουμε ελεύθερα τις απόψεις μας και δεχόμαστε τις απόψεις των άλλων.
Οι επιλογές που αφορούν λίστες ή βραβεύσεις μεμονωμένων ατόμων, ταινιών, λογοτεχνίας, κα. πάντα θα προκαλούν διαφωνίες, το απόλυτα σωστό δεν υπάρχει, όταν το συνειδητοποιήσουμε αυτό θα περνάμε πιο ήρεμα.
Ένα είδος απάντησης είναι οι στίχοι του Blowin In The Wind:
Τον αγαπάμε ή τον μισούμε…; Η απάντηση πλανιέται στον αέρα…
Σαν πόσες να ’ναι οι δημοσιές που πρέπει να διαβεί κανείς
για να τον πούνε άντρα;
Και πόσες να ’ν’ οι θάλασσες που τ’ άσπρο περιστέρι θα περάσει
στην αμμουδιά πριν ξαποστάσει;
Σαν πόσες να ’ναι οι φορές που θα βροντήσει το κανόνι
πριν να το διώξουν απ’ τη γη για πάντα;
Η απάντηση, φίλε, πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.
Πόσα τα χρόνια που μπορεί ν’ αντέξει ένα βουνό
ως να το φάει η αρμύρα και να λιώσει;
Και κάποιοι άνθρωποι, πόσο να ζήσουν βολετό
ώσπου της λευτεριάς μέρα να ξημερώσει;
Πόσο καιρό μπορεί κανείς να κάνει πως κοιτάει αλλού
να κάνει πως δεν βλέπει πάρα πέρα;
Η απάντηση φίλε πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.
Πόσες φορές πρέπει κανείς να ρίξει τη ματιά ψηλά
λίγο ουρανό για να μπορέσει ν’ αντικρίσει;
Και να ’χει πόσα πρέπει αυτιά για να γροικήσει
του ανθρώπου το λυγμό;
Ε, και σαν πόσους θάνατους πρέπει να μάθει για να νοιώσει
πως σαν πολλοί ’ναι οι άνθρωποι που έχουνε χαθεί;
Η απάντηση, φίλε, πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.
Κώστας Ζουγρής
OKTΩΒΡΗΣ Στίχοι: Ορφέας Περίδης
Μουσική: Ορφέας Περίδης
Το μικρό καλοκαιράκι το παντοτινό
θέλει θάρρος, θέλει μάχη, φίλο αδελφό
θέλει πάθος, θέλει αγωνία, κόντρα στον καιρό
θέλει να κρατάς γενναία και ψυχή θεριό
Να `σαι φίλος του εαυτού σου, να τον αγαπάς
να `χεις στην καρδιά σου ήλιο κι έξω ο χιονιάς
ξαφνικές κακοκαιρίες και καλοκαιριές
να `σαι ο έρωτας σε νύχτες μελαγχολικές
Το μικρό καλοκαιράκι θα `ναι πάντα εκεί
πέρα απ’ την ομίχλη, θα `ναι πίσω απ’ την βροχή
Οκτώβρης – Π.Αστεριάδη
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Βασίλης Κουμπής
Η πόλη γέμισε φουγάρα
η μέρα βάφτηκε σταχτιά
μες στον καπνό και την αντάρα
πού νά `βρω μια ζεστή ματιά
Σε ψάχνω στα παλιά γιοφύρια
στους δρόμους της απαντοχής
στα διαλυμένα πανηγύρια
κάτω απ’ τα τόξα της βροχής.
Μια φυσαρμόνικα που κλαίει
δρόμοι και δένδρα σιωπηλά
και λέει η καρδιά και ξαναλέει
ποιος τάχα σου χαμογελά.
Ο Οκτώβρης σημαία στα μπαλκόνια
Μουσική : Παντελής Θαλασσινός
Στίχοι : Ηλίας Κατσούλης
Πρώτη εκτέλεση: Παντελής Θαλασσινός
“Τον ξέρω για ευαίσθητο και για παραπονιάρη
τον πάω στην Ακρόπολη, μετά στο Λουμπαρδιάρη”
Με γιασεμάκι χιώτικο, λευκό χρυσανθεμάκι
Οκτώβρης ήρθε κι άνοιξε του κήπου το πορτάκι
τα μάτια είχε χαμηλά, σεμνά και λυπημένα
και κάτω από τα βλέφαρα δυο σύννεφα κρυμμένα.
Τον ξέρω για ευαίσθητο και για παραπονιάρη
τον πάω στην Ακρόπολη, μετά’στο Λουμπαρδιάρη.
Του Αϊ Δημήτρη ανήμερα εχάρηκε η ψυχή του
έτσι που ήλιος έγινε στα μάτια η βροχή του
Την άλλη μέρα το πρωί, θυμάται το `40
τη σχολική παρέλαση, τη μεθυσμένη μπάντα
τα γυριστά σαξόφωνα και τα χρυσά τρομπόνια
κι αυτός σημαία υψώθηκε στης πόλης τα μπαλκόνια
Τον ξέρω για ευαίσθητο και για παραπονιάρη
τον πάω στην Ακρόπολη, μετά στο Λουμπαρδιάρη.
Του Αϊ Δημήτρη ανήμερα εχάρηκε η ψυχή του
έτσι που ήλιος έγινε στα μάτια η βροχή του
October – U2
October
And the trees are stripped bare
Of all they wear
What do I care
October
And kingdoms rise
And kingdoms fall
But you go on
And on
ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΟ ΕΥΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ κι από τους πιο υψηλούς πόθους του ανθρώπου. Η παιδεία είναι ο κυβερνήτης του βίου. Κι επειδή οι αρχές αυτές είναι αληθινές, πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία, εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του και μια κακή παιδεία, εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος». «ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΟΥΜΕ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική, θα έλεγα, τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας, ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή». «ΑΝ Η ΓΛΩΣΣΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕ ΑΠΛΩΣ ΕΝΑ ΜΕΣΟΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση». «ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΜΕ με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος, ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η Ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση, και δη στους καιρούς τους dürftiger, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας». [Πηγή: www.doctv.gr]
«Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.
Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.
Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από΄κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από΄δω, έχασα κι από΄κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ΄λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.»
Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.
Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι γι’ αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.
Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.
Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.
Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφός μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.
Συ δεν φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να ’χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως όπου να ’ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.
Από τη συλλογή Το λίγο του κόσμου (1971)
[πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 62005, σ. 155-156]
www.ebooks.edu
Ενσωμάτωση ή/και ακύρωση του βιώματος. 2 στιγμές, η προϊστορία και προοπτικές για το μέσο της φωτογραφίας [http://www.toperiodiko.gr]
νέες στιγμές πολλαπλασιάζονται στο REWIND, PAUSE, PLAY,
FAST FORWARD και στο ΚΑΝΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΙΣΤΕΥΤΟΣ.
Ενώ οι μέρες έμαθαν να’ ναι ηθοποιοί μιας προ πολλού ξεθυ-
μασμένης γλώσσας.
(Ευγένιος Αρανίτσης, από το Καλοκαίρι στον σκληρό δίσκο)
Γράφει: Γιώργος Καλογήρου
Για όποια έχει περάσει συνειδητά τα 25 (τουλάχιστον) και έχει επομένως μια, έστω θολή, ανάμνηση της ζωής της νεολαίας πριν την ολοκληρωτική επικράτηση των ψηφιακών μηχανών, θα παρουσιάζει ίσως ενδιαφέρον μία προσπάθεια ερμηνείας της σημερινής κατάστασης με κάπως πιο θεωρητικούς όρους. Όσα ακολουθούν δεν διεκδικούν δάφνες απόλυτης αλήθειας ή επιστημονικής εγκυρότητας. Στόχος τους είναι μια πιο αναλυτική οπτική σε κοινωνικά φαινόμενα και συμπεριφορές που μέσα σε λίγα χρόνια εδραιώθηκαν ως «φυσιολογικά». Ο μεγαλεπήβολος τίτλος του κειμένου προδίδει υπερβολικές φιλοδοξίες, ενισχύει όμως την αναγκαιότητα της πολεμικής θέσης κάθε ανάλογης προσπάθειας και αφήνει ανοιχτό το πεδίο για περαιτέρω συνεισφορές.
Στιγμή 1. Μήλος. 2012
Στον Παπαφράγκα. Ιδιαίτερη περίπτωση παραλίας όπου η εκρηκτική γεωλογική ζωή του νησιού έχει δημιουργήσει με τη βοήθεια των αιώνων μία στενή πλαζ 10 περίπου μέτρων πλαισιούμενη αριστερά και δεξιά από τεράστια συμπαγή βράχια τα οποία σχηματίζουν ένα μεγάλο «φράχτη» 50 και πλέον μέτρων μέχρι μία βραχώδη πύλη που αν την περάσεις βγαίνεις στο ανοικτό Αιγαίο. Πραγματικά εντυπωσιακό μέρος, από εκείνα που η ομορφιά τους καθοδηγεί νομοτελειακά τον παραθεριστή προς την παλιά ρομαντική αναζήτηση αναλογιών ανάμεσα στη φύση και τον ανθρώπινο ψυχισμό. Μικροσκοπικός, κρυφός ορμίσκος απ’ αυτούς που στα κολάζ του ο Ελύτης τοποθετούσε αιωρούμενες παναγίες και καλοκαιρινά κορίτσια. Σημειωτέον ότι για να φτάσεις πρέπει να κάνεις μια αρκετά επικίνδυνη κατάβαση της ψηλής πλαγιάς από κάθετο ορειβατικό «μονοπάτι».
Εκεί παρατηρούσα αποσβολωμένος πριν τρία χρόνια μια γυναίκα να μην αφήνει από τα χέρια -και τα μάτια- της μία ορθογώνια ψηφιακή μηχανή. Δεν ξέρω αν έβγαζε φωτογραφίες ή τραβούσε βίντεο, πάντως δεν την άφησε από τα χέρια της ούτε στιγμή. Στην αμμουδιά καθισμένη, στη θάλασσα μέσα όπου είχε μπει ως τις γάμπες, βολτάροντας από δω κι από κει, η μηχανή είχε γίνει προέκταση των χεριών και του βλέμματός της. Πέρα από τα πολλά που θα μπορούσε να πει κανείς εδώ για την μετεξέλιξη του ανθρώπινου σώματος, το οποίο πλέον δεν υφίσταται καθεαυτό και μέσω της αλληλεπίδρασης με το φυσικό περιβάλλον αλλά απλώς ως υποδοχέας μηχανών, το μείζoν θέμα που προκύπτει είναι η νέα σχέση που φαίνεται να δημιουργείται ανάμεσα στο υποκείμενο και τον κόσμο.
Όταν το ανθρώπινο βλέμμα διαμεσολαβείται εξολοκλήρου από τη φωτογραφική μηχανή τα περιθώρια στενεύουν απελπιστικά για εκείνο που παλιά ονομάζονταν «βίωμα». Η θέα της ηφαιστιακής μηλιακής παραλίας δεν αποτελεί για την ηρωίδα μας το πρώτο σκαλοπάτι για μια πιθανή διαλεκτική ή ονειρική συσχέτιση του «έξω» και του «μέσα». Η ομορφιά αλλά και η ανοικειωτική διάσταση του τοπίου δεν έχει εδώ καμιά ελπίδα συνάντησης με την ατομική, την «εσωτερική» πραγματικότητα. Η τελευταία αυτή, σύμφωνα με έναν παλιό μας γνώριμο, «έγινε κοινωνική, άμεσα εξαρτημένη από την κοινωνική δύναμη, διαμορφωμένη από αυτήν. Και μόνο εφόσον δ ε ν ε ί ν α ι της επιτρέπεται να φαίνεται.»[1] Η βιωμένη εμπειρία έφτασε στο σημείο να ελέγχεται πλέον κυριαρχικά από την εξέλιξη της τεχνολογίας των εικόνων, η οποία, ήδη γεννημένη από τον κόσμο του εμπορεύματος -αυτήν την αόρατη «κοινωνική δύναμη»- και οργανικά συνδεδεμένη με αυτόν, αντιστρέφει αναγκαστικά την αλήθεια του βιώματος στην «πραγματική τεχνικά» πλαστότητα των pixels. Με τον ίδιο τρόπο που το εμπόρευμα δημιουργεί γύρω του μια ψευδαισθησιακή αχλή και υποβιβάζει την πραγματική αξία χρήσης του πράγματος προς όφελος της ανταλλακτικής του αξίας, η ψηφιακή μηχανή λήψης εικόνων χρησιμοποιεί την τεχνική για να αποκόψει τη σύνδεση του εντυπωσιακού φυσικού τοπίου με την ατομική πραγματικότητα -το «εδώ και τώρα» του ψυχισμού-, με αποτέλεσμα τον υποβιβασμό ως και την κατάργηση και των δύο προς όφελος της αποθήκευσης και της ανταλλαγής της εικόνας ως ουδέτερου τεχνικού αναπαραστατικού σημείου στα διάφορα «μέσα επικοινωνίας». Σε μια κοινωνία ολοκληρωτικά κυριαρχούμενη από εικόνες έχει αρθεί ο διαχωρισμός πραγματικότητας και διαμεσολάβησης. Ο αρχέγονος συμπαραστάτης του ανθρώπινου πνεύματος, η αναπαράσταση, η μίμηση, δεν αποτελεί πλέον ένα «παράθυρο στον κόσμο», αλλά έχει μάλλον «παραθυροποιηθεί» η ίδια μέσα σε έναν ατέρμονο φαύλο κύκλο διαδοχικών αυτοαναφορικών ανα-αναπαραστάσεων με τη βοήθεια της τεχνικής και των κοινωνικών δικτύων.[2]
Βρισκόμαστε λοιπόν στο σημείο όπου η ηρωίδα μας, ως θεατής της φυσικής ομορφιάς, δεν μπορεί παρά να την αρνηθεί ως πραγματικό ατομικό βίωμα έτσι ώστε να την αποθηκεύσει ως τεχνικό σημείο μέσα σε μια μηχανή λήψης εικόνων. Ένα μέλος του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης έγραψε σε ανύποπτο χρόνο πως, μέσα στα πλαίσια της μαζικής κουλτούρας, «από την περιοχή της ομορφιάς ο άνθρωπος πάει στην περιοχή της διασκέδασης που εντάσσεται στις αναγκαιότητες της κοινωνίας και αρνείται το δικαίωμα πλήρωσης του ατόμου.»[3] Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα υποκείμενο στο οποίο η σύγχρονη κοινωνική και τεχνική οργάνωση αρνείται το βίωμα της ομορφιάς ως τέτοιο ενώ του αρνείται και την ίδια τη φυσική όραση ως δυνατότητα –και εδώ δεν πρόκειται για σχήμα καθ’ υπερβολήν∙ η ηρωίδα μας την είχε αρνηθεί ουσιαστικά κρατώντας συνέχεια τη ψηφιακή μηχανή μπροστά απ’ τα μάτια της. Η άρνηση αυτή όμως δεν υπάρχει εν κενώ. Είναι το αποτέλεσμα μιας καθαρής θετικότητας. Εκείνης που θα μπορούσε να οριστεί ως ολοκληρωτική κυριαρχία της εμπορευματικής μορφής στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και των ανθρώπινων λειτουργιών. Αυτής που ουσιαστικά αποτελεί «την εξάλειψη των ορίων του εγώ και του κόσμου, διαμέσου της συντριβής του εγώ που πολιορκείται από την παρουσία-απουσία του κόσμου» και αποτελεί επίσης την «εξάλειψη των ορίων του αληθινού και του ψεύτικου, διαμέσου της απώθησης κάθε βιωμένης αλήθειας απ’ την π ρ α γ μ α τ ι κ ή π α ρ ο υ σ ί α της πλαστότητας, που την εγγυάται η οργάνωση της φαινομενικότητας.»[4] Ο αισθητός κόσμος καταργείται και αντικαθίσταται από μια υπερσυσσώρευση εικόνων, οι οποίες πλέον διεκδικούν για λογαριασμό τους το κατεξοχήν αισθητό. – Ας το πούμε καθαρά. Τα εκατοντάδες φυσικά τοπία που βλέπουμε να γυρνάνε στα διάφορα μέσα κοινωνικής και φωτογραφικής δικτύωσης, οσονδήποτε μαγευτικά, δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που αντίκριζαν οι μεγάλοι ολλανδοί τοπιογράφοι του 17ου αιώνα ή οι έλληνες ψαράδες ή ποιητές μέχρι και τα μέσα του περασμένου αιώνα. Δεν υπήρξαν ποτέ «εκεί». Το βλέμμα που πάτησε το κλικ δεν τα είδε ποτέ, παρά με τη βοήθεια της τεχνολογίας τα συσκεύασε σε πίξελ για να τα μεταφέρει στην κοντινότερη αγορά εφήμερων αναπαραστάσεων.
Στιγμή 2. Πήλιο. 2015
Τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο όταν οι ψηφιακές μηχανές αναλαμβάνουν τον ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα στο άτομο και μια συλλογική ανθρώπινη δράση όπως ένα μουσικό γλέντι ή ακόμα και μια εξέγερση. Όσον αφορά το τελευταίο, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει η εμπειρία του Δεκέμβρη του 2008. Πρώτη φορά, σε σχέση με παλαιότερα γεγονότα τέτοιου είδους, εμφανίστηκε στους δρόμους της Αθήνας σε μαζική κλίμακα η φιγούρα του «τουρίστα του κοινωνικού αρχιπελάγους» ο οποίος παράπλευρα στις φωτιές και την ένταση των οδομαχιών φωτογραφίζει ή καταγράφει με κινητό-κάμερα τα μπάχαλα. Άμεση αυτοανάλωση της στιγμής στο σημείο μηδέν της εμπειρίας. Η ψηφιακή τεχνική μεσολάβηση οδηγεί στην κατανάλωση των γεγονότων επί τόπου και στην απώλεια των κοινωνικών σχέσεων ακόμα και σε στιγμές άμεσης-υλικής έντασης του κοινωνικού ανταγωνισμού.[5]
Τι συμβαίνει όμως όταν σε ένα λαϊκό γλέντι στο Πήλιο εξαιρετικοί νέοι οργανοπαίχτες τραγουδάνε μαζί με την παρέα μουσικά διαμάντια ενός λαϊκού πολιτισμού που πέρασε -ανεπιστρεπτί(?); Πολλά μπορεί να συμβούν. Τα πλατάνια φρεσκάρουν τη νύχτα, μυρωδιές και άστρα πλαισιώνουν διακριτικά το χώρο και τα νυκτά έγχορδα γλυκαίνουν το μυαλό και τη ψυχή. Ο «διανοούμενος» της παρέας στοχάζεται συνδέσεις με τα πρώτα εκείνα «θυμελικά παίγνια» στα λαϊκά σπίτια του Βυζαντίου με κιθάρες, ταμπουράδες και κανονάκια. Ο «φυσιολάτρης» απολαμβάνει την όλη κατάσταση, ο ανήσυχος αριστερός ξεκουράζεται για λίγο στην αγκαλιά του μελίρρυτου Τσιτσάνη. Ερωτικά ειδύλλια προετοιμάζονται με το πάσο τους και, γενικά, κυριαρχεί μια «μέθεξη». Ώσπου κάποιος διακόπτει όλες αυτές τις αλληλοδιαπλεκόμενες διαδικασίες με ένα κλικ, ένα φλας, ένα play. Η πραγματικότητα πρέπει υποχρεωτικά να «επιβεβαιωθεί» και η εμπειρία να «ενισχυθεί» μέσα από έναν «αισθητικό καταναλωτισμό»[6] ο οποίος επηρεάζει σήμερα τους πάντες.
H εμφάνιση της ψηφιακής μηχανής στο προσκήνιο ενσωματώνει τα πάντα και την ίδια στιγμή τα ακυρώνει. Η παρουσία της κυριαρχεί επί τη εμφανίσει∙ τα βλέμματα στρέφονται όλα ξαφνικά προς αυτήν. Αυτήν την ακύρωση θα πρέπει να τη συνδέσουμε με εκείνο που, σύμφωνα με τον Μπαρτ, υπάρχει σε κάθε φωτογραφία: την «επιστροφή του νεκρού»[7]. Το υποκείμενο –αλλά, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, και οι καταστάσεις, οι διαδικασίες της συλλογικής δραστηριότητας- που φωτογραφίζεται δεν είναι, σύμφωνα με τον Γάλλο θεωρητικό, ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο, αλλά μάλλον ένα υποκείμενο που νιώθει να γίνεται αντικείμενο και κατά συνέπεια βιώνει μια μικρο-εμπειρία θανάτου.[8] Ο Ευγένιος Αρανίτσης είχε θέσει παλιότερα το πρόβλημα με όρους τυπικής λογικής: εφ’ όσον η φωτογραφία στοχεύει στο να απαθανατίσει το αντικείμενό της, το αντικείμενο θα πρέπει να είναι ήδη νεκρό.[9]
Επιστρέφοντας στην περίπτωση μας, θα μπορούσε να πει κανείς πως εκείνοι που επέλεξαν να αναπαραστήσουν τεχνικά και να αποθηκεύσουν ψηφιακά τη μουσική και τις εικόνες του γλεντιού κινήθηκαν για να αποτρέψουν έναν «θάνατο», να αποφύγουν τη λήθη. Η ενθύμηση όμως προϋποθέτει την εσωτερίκευση ενός βιώματος είτε με συνειδητό είτε με ασυνείδητο τρόπο. Η ψηφιακή αποθήκευση παρεμβάλλεται στην διαδικασία της εσωτερίκευσης υποσχόμενη την ενθύμηση με εξωτερικά τεχνικά μέσα και κατά συνέπεια την ακυρώνει. Η φωτογράφηση της στιγμής υποτίθεται πως μας δίνει τη δυνατότητα να τη θυμόμαστε για πάντα. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. «Φωτογραφίζουμε πράγματα για να τα διώξουμε απ’ το μυαλό μας», έλεγε ο Κάφκα.[10] Όταν η ψηφιακή φωτογραφία εισβάλλει απρόσκλητη στη μουσική τελετουργία του λαϊκού γλεντιού συμβάλλει ακριβώς στη λήθη του παρόντος προς όφελος ενός αφηρημένου χρόνου. Είναι βέβαια αυτός ο γνωστός μας χρόνος της αφηρημένης εργασίας, της παραγωγής και της κατανάλωσης. Η λογική της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής προσπαθεί να μας πείσει πως όλες οι στιγμές είναι ίδιες και ως εκ τούτου μπορούν να κατατμηθούν, να αποθηκευτούν και να πολλαπλασιαστούν κατά το δοκούν. Για τον καπιταλισμό, το μοναδικό θα πρέπει να γίνει ανταλλάξιμο και ως εκ τούτου να ακυρωθεί ως τέτοιο. Εναπόκειται όμως πάντα στην ελεύθερη ατομική και συλλογική δραστηριότητα να αποδείξει πως κάθε στιγμή της ζωής, κάθε ιδέα και κάθε χειρονομία, βρίσκει το νόημά της όχι κάπου έξω από την ίδια,[11] στον κόσμο της αφαίρεσης και του διαχωρισμού, αλλά ακριβώς στο hic et nunc του πραγματικού φυσικού κόσμου και της κοινωνικής πράξης.
Προϊστορία
Η φωτογραφία βέβαια έχει υπάρξει, και μπορεί να υπάρξει και σήμερα, ως τέχνη. Σύμφωνα με τον Μπωντριγιάρ «φωτογραφικό είναι μόνο το παραβιασμένο, το αιφνιδιασμένο, το ξεσκεπασμένο, το φανερωμένο παρά τη θέλησή του, αυτό που δεν θα παριστανόταν ποτέ, επειδή δεν έχει εικόνα ούτε συνείδηση του εαυτού του.»[12] Για να επιτευχθεί όμως ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα πρέπει να δράσει ένα ειδικό βλέμμα, ένα βλέμμα που δεν θα αποσκοπεί στην κατανάλωση του πραγματικού αλλά θα πηγαίνει πέρα από τον ρεαλισμό και θα αναζητά την αισθητική. Η απλοποίηση της φωτογραφικής τεχνικής και η συνακόλουθη μετατροπή της σε μια μορφή «μαζική τέχνης» τις τελευταίες δύο δεκαετίες και ειδικότερα μετά την εμφάνιση των ψηφιακών φωτογραφικών μηχανών μοιάζει να προωθεί όλο και περισσότερο την επί τούτου αποτύπωση της πραγματικότητας ως έχει -κορυφαίο παράδειγμα οι εξολοκλήρου εκτός νοήματος ταυτοτικές selfies-, παρά τον αιφνιδιασμό και την «εμφάνιση αυτού που δεν θέλει να φανερωθεί».
Όμως η τάση προς την πιστή και ρεαλιστική απόδοση της πραγματικότητας στις αναπαραστατικές τέχνες έχει μακρά ιστορία στον δυτικό πολιτισμό. Ξεκινά στην Αναγέννηση όταν ο ρεαλισμός και η αυστηρή, με κάθε λεπτομέρεια, απεικόνιση της φύσης και του ανθρώπινου σώματος γίνεται κανόνας για τη ζωγραφική και τη γλυπτική. Αυτή η εξέλιξη δεν είναι αυτόνομη. Συνδέεται με την ανάδυση στις πόλεις-κράτη της Ιταλίας του 15ου αιώνα της δυναμικής νέας τάξης των εμπόρων και τραπεζιτών οι οποίοι αναλαμβάνουν πλέον τα ηνία και στην καλλιτεχνική παραγωγή χρηματοδοτώντας έργα και πατρονάροντας μεγάλους δημιουργούς. Αυτή η νέα τάξη έχει πλουτίσει και ανέλθει κοινωνικά μέσω της ορθολογικής οργάνωσης της εργασίας και της ευρείας ποσοτικοποίησης των αξιών που επιφέρει το γενικευμένο εμπόριο και η αγορά χρήματος. Τα μαθηματικά και η γενικότερη ορθολογικοποίηση του κόσμου είναι η ιδεολογική πανοπλία των νέων ισχυρών στρωμάτων και περνώντας μέσα από τα φίλτρα των μεγάλων αναγεννησιακών ζωγράφων καθίστανται κανόνας. Η δυναμική αυτού του αναπαραστατικού κανόνα φτάνει στο ζενίθ της στην όψιμη Αναγέννηση όταν και εμφανίζονται περιστατικά μάλλον παρακμιακά, που μας θυμίζουν σημερινά φαινόμενα. Ο Gombrich αναφέρει πως τα ρωμαϊκά τοπία του Κλωντ Λοραίν ήταν τόσο τέλεια και πιστά ζωγραφισμένα, ώστε για πολλά χρόνια αργότερα οι περιηγητές αξιολογούσαν το πραγματικό τοπίο με βάση τα κριτήρια του Γάλλου ζωγράφου (!).[13]
Η φωτογραφία εμφανίζεται στις αρχές του 19ου αιώνα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο όπου πλέον οι εμπορευματικές σχέσεις κυριαρχούν δίχως κανένα εμπόδιο. Αποτελεί στοιχείο του καινούργιου και ομογενοποιημένου πεδίου κατανάλωσης και κυκλοφορίας με το οποίο ο Ευρωπαίος πολίτης βρίσκεται καθημερινά συνδεδεμένος. Ορισμένοι μάλιστα θεωρούν πως η ανάδυση του «φωτογραφικού φαινομένου» θα πρέπει να ιδωθεί ως συστατικό στοιχείο της καινούργιας πολιτιστικής οικονομίας της αξίας και της ανταλλαγής και όχι ως μέρος και συνέχεια μιας «ιστορίας της οπτικής αναπαράστασης».[14] Με αυτήν την έννοια θα μπορούσε να μορφοποιηθεί μια ιδιαίτερη αναλογία ανάμεσα στη φωτογραφία και το χρήμα όπως αυτό παρουσιάζεται στη μαρξική ανάλυση. Και τα δύο είναι «μαγικές μορφές», οι οποίες εγκαθιδρύουν ένα καινούργιο πλέγμα αφηρημένων σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους και τα αντικείμενα και την ίδια στιγμή επιβάλλουν αυτές τις σχέσεις ως «πραγματικές».[15] Έτσι, ολόκληρος ο πλούτος και η ποικιλία του κοινωνικού κόσμου περιορίζεται, συγκροτείται και αναπαρίσταται αποκλειστικά από σημεία.
Αυτή η ιδιαίτερη ομογενοποίηση του κόσμου και η αύξηση του αισθήματος του «ομοειδούς» για κάθε τι που αποτελεί τον κόσμο είναι σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν βασικό στοιχείο της αισθητηριακής αντίληψης των σύγχρονων μαζών. Ο άνθρωπος προσπαθεί να εξουσιάσει τα αντικείμενα με την εικόνα, ή μάλλον με το αντίγραφο της εικόνας. Η τεχνική αναπαραγωγή έχει καταστήσει εφικτή την απόσπαση αυτού του στοιχείου του «ομοειδούς» ακόμη και από το ανεπανάληπτο.[16] Συνεχίζοντας αυτήν τη λογική στις σημερινές συνθήκες, θα μπορούσαμε να δούμε πως οι σύγχρονες ψηφιακές μηχανές, ενσωματώνοντας μια δυνατότητα τεχνικής αναπαραγωγής η οποία υψώνεται στον κύβο συγκρινόμενη με την εποχή που έγραφε ο Μπένγιαμιν, αναστέλλουν ή αποτρέπουν από τα πριν τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου συμβάντος. Μέσα από μια τέτοια θεώρηση, και παρ’ όλη την αίσθηση απόγνωσης που προκαλούν, περιστατικά όπως αυτά(https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_selfie-related_injuries_and_deaths) θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως ασυνείδητες ανακλαστικές άμυνες των σύγχρονων υποκειμένων απέναντι στον αποκλεισμό του ανεπανάληπτου -ταυτόχρονα βέβαια και ως ιδιαίτερες πραγματικές εμφανίσεις της τραγικής αποτυχίας της κριτικής θεωρίας.
Προοπτικές
Σε αντίθεση με όσα εκτέθηκαν παραπάνω θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί πως το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι ίδιες οι ψηφιακές μηχανές αναπαράστασης της πραγματικότητας αλλά οι συνθήκες και οι προϋποθέσεις χρησιμοποίησής τους. Δεν φταίει με άλλα λόγια το μέσο αλλά οι προϋπάρχουσες δομές στις οποίες αυτό εμφανίζεται. Ο σοβιετικός φιλόσοφος Έβαλντ Ιλιένκοφ μέσα από μια παρόμοια οπτική επισημαίνει πως το πρόβλημα «άνθρωπος-μηχανή», αν εξεταστεί λίγο βαθύτερα, μετατρέπεται στο πρόβλημα «άνθρωπος-μηχανή-άνθρωπος».[17] Η ανάπτυξη των μηχανών και της τεχνολογίας επιβάλλει την αλλοτρίωση του υποκειμένου μόνο στο βαθμό που αυτή χρησιμοποιείται από –και επανατροφοδοτεί- τον συγκεκριμένο καταμερισμό εργασίας που ορίζεται από την ατομική ιδιοκτησία και αναζητά συνεχώς την υπεραξία. Η τεχνική ανάπτυξη εξεταζόμενη μέσα από ένα τέτοιο πρίσμα φαίνεται να διατηρεί μια σχετική αυτονομία και οι καρποί της μπορούν να σταματήσουν να είναι δηλητηριώδεις αν αλλάξουν οι κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους στα πλαίσια του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού ολόκληρης της κοινωνίας.
Τον καιρό που έγραφε ο Ιλιένκοφ βέβαια -στις αρχές του ’70- υπήρχε όντως εν εξελίξει μια τέτοια προσπάθεια κοινωνικού μετασχηματισμού σε ένα μεγάλο τμήμα του πλανήτη και ταυτόχρονα ένας πολύμορφος αγώνας ενάντια στις καπιταλιστικές σχέσεις στο υπόλοιπο μέρος του. Τί γίνεται όμως σήμερα που οι ανθρώπινες σχέσεις σε όλες τους τις διαστάσεις μεσολαβούνται πιο πολύ από ποτέ από την εμπορευματική μορφή; Σε έναν κόσμο όπου, για να θυμηθούμε και πάλι τον παλιό μας γνώριμο, η συσσώρευση του κεφαλαίου είναι τέτοια «που το εξαπλώνει σε ακραία όρια» και η «κοινωνία σε όλη της την έκταση γίνεται το πορτραίτο του»;[18] Πόσο μάλλον όταν η απουσία του ανταγωνιστικού κινήματος τις τελευταίες δεκαετίες έχει αφήσει τους πολύτιμους χώρους της καθημερινότητας και της ατομικής προσωπικής ανάπτυξης ολοκληρωτικά έκθετους στην καπιταλιστική επεκτατικότητα;
Οι προοπτικές είναι και θα παραμένουν δυσοίωνες όσο δεν αναγνωρίζεται ότι τα σύγχρονα τεχνικά μέσα απεμπολούν όλο και περισσότερο την «ουδετερότητα» που μπορεί να είχαν στον 19ο ή τον 20ο αιώνα. Περιπτώσεις όπως η σχέση των ψηφιακών μηχανών με την αισθητηριακή αντίληψη και τη σχέση που αναπτύσσει το άτομο με την πραγματικότητα γύρω του κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και θα πρέπει να προσανατολίσουν προς μια αποστασιοποίηση από τη λογική της ουδέτερης τεχνολογικής ανάπτυξης. O Aντόρνο σε ένα από τα πολύ σημαντικά κείμενά του έχει προειδοποιήσει από πολλά χρόνια πριν πως, μετά τον πόλεμο, οι παραγωγικές δυνάμεις είναι περισσότερο από ποτέ διαμεσολαβημένες από τις παραγωγικές σχέσεις: “ίσως τόσο απόλυτα, ώστε οι τελευταίες φαίνεται να είναι η ουσία.»[19] Υπάρχει κατά συνέπεια μια «ψευδής ταυτότητα» ανάμεσα στην οργάνωση του κόσμου και τους κατοίκους του. Η ταυτότητα αυτή είναι το αναγκαστικό αποτέλεσμα της ανάπτυξης της τεχνολογίας και της αποδοχής της από τις μάζες, η οποία αποδοχή όμως είναι, την ίδια στιγμή και αναγκαστικά, αποδοχή και επιβεβαίωση των παραγωγικών σχέσεων του ύστερου καπιταλισμού.[20]
Η δυνατότητα προσομοίωσης από τις ψηφιακές μηχανές οποιασδήποτε διανοητικής ή αισθητικής εμπειρίας εφόσον αυτή έχει εμπορικό ενδιαφέρον σημαίνει τη ριζική μεταμόρφωση του κοινωνικού πεδίου[21] εξολοκλήρου προς την κατεύθυνση του νέου καπιταλιστικού παραδείγματος, το οποίο για πρώτη φορά παίζει χωρίς ορατό αντίπαλο. Ο ολοκληρωτικός εκσυγχρονισμός του ύστερου καπιταλισμού έχει καταφέρει να παραγάγει τεχνικά μέσα τα οποία έχουν απεμπολίσει την ουδετερότητά τους. Και αυτό γιατί, από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και ύστερα κατάφερε να ενσωματώσει και να επηρεάσει, καταστρεπτικά όπως πάντα, περιοχές που μέχρι τότε είχαν ξεφύγει από την εποπτεία του όπως το ασυνείδητο.[22] Όταν η τεχνολογική ανάπτυξη δημιουργεί μηχανές που καταφέρνουν να αναδιαμορφώνουν άμεσα το πεδίο της σκέψης, της συμπεριφοράς, της «αισθητικής της καθημερινότητας» προς την κατεύθυνση της ολοκληρωτικής κυριαρχίας της εμπορευματικής λογικής, θα πρέπει να είναι φανερό πως ένα πολύ σημαντικό όριο έχει ξεπεραστεί αποκλείοντας εναλλακτικές προοπτικές χρησιμοποίησης των συγκεκριμένων μέσων και οι απελευθερωτικές δυνατότητες δεν μπορούν πλέον να ενεργοποιηθούν παρά μόνο με μια κίνηση προς τα πίσω από το δεδομένο επίπεδο ανάπτυξης. Η «ψευδής ταυτότητα» τεχνικής και ζωής, παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων πρέπει να σπάσει.
Ή τουλάχιστον, ας είναι η άρνηση το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό και το σώμα όταν αντιμετωπίζουμε την εμφάνιση της τεχνικής μεσολάβησης στις κοινωνικές μας αλληλεπιδράσεις. Έτσι ώστε να ακολουθήσει η επίθεση, η οποία αναγκαστικά θα στρέφεται στο σύνολο του υπάρχοντος. –Και αφού αναγκαστήκαμε να υποπέσουμε στη γοητεία του πρωτογονισμού και της οπισθοδρόμησης, ας βάλει σε αυτό το κείμενο την τελεία ένας συντηρητικός του νεοελληνικού μοντερνισμού:
Ξέρω λίγα δέντρα κι ένα πρόσωπο
που κοιτάζουνε το πλήρωμα της δημιουργίας
όσο μακραίνει απ’ το χάος τόσο να χάνει θεούς
όταν οι άνθρωποι δε θα βλέπουνε πια καθόλου
Ξέρω ένα κοχύλι που περιμένει τους νέους πολέμους
που θα σημάνουν το γυρισμό της δημιουργίας
στα στοιχεία και τις αρχές
όταν οι άνθρωποι δεν θα φαντάζονται πια τίποτα
Ξέρω μια γενιά ταμένη στη μεγάλη ανταρσία
Που θέλει να τελειώνει με τα πνευματικά τερτίπια
Και τις αντινομίες του κόσμου
Για να ξαναπιάσει τη Μεγάλη Ενότητα
(Ζήσιμος Λορεντζάτος, από το ποίημα Μικρά Σύρτις)
[1] Γκυ ντε Μπορ, Η κοινωνία του θεάματος (μτφρ. Πάνος Τσαχαγέας-Νίκος Β. Αλεξίου), Αθήνα, Ελεύθερος Τύπος, 5η Έκδοση, χχ, σ. 28 (§ 17)
[2] Βλ. και Bernadette Wegenstein, Getting under the skin. The body and media theory, MIT Press, 2006, σ. 68
[3] Λέο Λόβενταλ, «Ιστορικές προοπτικές της προοριζόμενης για το πλατύ κοινό κουλτούρας» [1950], στο Aντόρνο, Λόβενταλ, Μαρκούζε, Χορκχάιμερ, Τέχνη και μαζική κουλτούρα (επιλογή, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, Αθήνα, Ύψιλον, 1984, σ. 148
[4] Γκυ ντε Μπορ, ό. π., σ. 115 (§219), πλαγιογράφηση δική μας
[5] Sarajevo, τχ. 25, Γενάρης 2009
[6] Suzan Sontag, On Photography [1976], New York, Rosetta Books, 2005, σ. 18
[7] Ρολάν Μπαρτ, Ο φωτεινός θάλαμος. Σημειώσεις για τη φωτογραφία (μτφρ. Γιάννης Κρητικός), Αθήνα, Κέδρος, 1983, σ. 20
[8] Ρολάν Μπαρτ, ό. π., σ. 26
[9] Ευγένιος Αρανίτσης, «Φωτογραφία ενός παιδιού που πρόκειται να πεθάνει», στο Σε ποιόν ανήκει η Κέρκυρα, Αθήνα, Νεφέλη, 1999, σ. 166
[10] Ρολάν Μπάρτ, ό. π., σ. 78
[11] Ντεμπόρ-Κανζυέρ, Προκαταρκτικές σημειώσεις για έναν ορισμό της ενότητας του επαναστατικού προγράμματος, Παρίσι, 1960. Παρατίθεται στο Anselm Jappe, Γκυ Ντεμπόρ (μτφρ. Νίκος Κούρκουλος), Αθήνα, Ελεύθερος Τύπος, 1998, σ. 21
[12] Jean Baudrillard, Η διαφάνεια του κακού. Δοκίμιο πάνω στα ακραία φαινόμενα (μτφρ. Ζήσης Σαρίκας), Αθήνα, Εξάντας, 1996, σ. 166
[13] Ε. Η. Gombrich, Το χρονικό της τέχνης (μτφρ. Λ. Κάσδαγλη), Αθήνα, ΜΙΕΤ, 21998, σ. 397
[14] Jonathan Crary, Techniques of the Observer. On vision and modernity in the nineteenth century, MIT Press, 1992, σ. 13
[15] Jonathan Crary, ό. π.
[16] Walter Benjamin, «Συνοπτική ιστορία της φωτογραφίας» [1931], στο Δοκίμια για την τέχνη (μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ), Αθήνα, Κάλβος, 1978, σ. 60
[17] Έβαλντ Ιλένκοφ, Τεχνοκρατία και ανθρώπινα ιδεώδη στο σοσιαλισμό (μτφρ. Αποστόλης Τσέλιος), Αθήνα, Οδυσσέας, 1976, σ. 27
[18] Γκυ Ντεμπόρ, ό. π., σ. 45 (§ 50)
[19] T. W. Adorno, «Ύστερος καπιταλισμός ή βιομηχανική κοινωνία» (μτφρ. Χάρης Λ.), διαθέσιμο στοhttps://grassrootreuter.wordpress.com/2014/09/11/t-w-adorno/
[20] T. W. Adorno, ό. π.
[21] Sarajevo, τχ. 97, Ιούλης 2015
[22] Fredric Jameson, «Periodizing the 60s», Social Text 9/10 (Spring-Summer 1984), σ. 207













