Διαβάσαμε
Το πρόβλημα με την ελευθερία του ανθρώπου ξεκινάει από το σώμα του. Άμα δεν έχεις το δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις το σώμα σου όπως σου γουστάρει, τότε μπορεί να αρνείσαι ένα ανελεύθερο σύστημα, αλλά ταυτόχρονα να αναπαραγάγεις ένα νέο σύστημα καταπίεσης.
Και η ευτυχία του ανθρώπου δε μπορεί να νοηθεί διαφορετικά, παρά μονάχα μες από την ελευθερία του σώματός του, μες από την ελευθερία της συμπεριφοράς του.
Οι άνθρωποι δε θα δουλεύουν από ανάγκη για να ζήσουν, αλλά από την ανάγκη της χαράς, της δημιουργίας. Ο καθένας στο παιχνίδι του, στο άθλημά του.
Το νόημα του συστήματος
Είναι πάρα πολύ εύκολο να φτιάξεις μια ιδεολογία ή μια θεωρία για την κοινωνία και να καλέσεις τους ανθρώπους να την εφαρμόσουν. Είναι όμως τρομερά δύσκολο, ως ανυπέρβλητο, να ξεπεράσεις το εμπόδιο του εαυτού σου και της κουλτούρας που σου πότισαν από τα γεννοφάσκια σου και τα δεσμά που έχει δέσει γύρω σου το σύστημα.
Δεν υπάρχει παιδεία, σήμερα. Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία κι άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν, τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους! Να εξασφαλίσουν κάποια θέση σε κάποιο επάγγελμα.
Τη μηχανή του κέρδους! Αυτό είναι το πρόβλημα. Όσο στην κοινωνία μας η κυρίαρχη αξία του συστήματος είναι το κέρδος, από κει και πέρα μην ψάχνεις να βρεις… αυτό διαποτίζει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και διαποτίζει όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες όπως είναι η παιδεία και όλα τα πράγματα.
Τώρα, αν σκεφτεί κάποιος, πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος και μάλιστα ιδιοφυής, ένα εξαιρετικό μυαλό, που μετέχει της παιδείας του εικοστού πρώτου αιώνα, αφού αποφοιτήσει να πάει σε μια πολυεθνική και να κάνει έρευνα για μικροβιολογικούς, χημικούς ή άλλους πολέμους; Αυτό είναι ακατανόητο!
Χρειάζεται κανένα άλλο επιχείρημα για να αποδείξει ότι αυτό που συντελείται σήμερα, στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία; Διότι αν αυτός ο ιδιοφυής άνθρωπος είχε αποκτήσει πραγματικά κάποια παιδεία, δεν θα πήγαινε να διαθέσει τις γνώσεις του για να κάνει έρευνες για χημικούς πολέμους ή για το πώς η εξουσία θα υποδουλώσει π.χ. στην Αφρική για μια ακόμη φορά αυτούς τους λαούς, μέσα από τους οποίους πέρασε η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και τους κατάπνιξε!
Η “κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι”
Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.
Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.
Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.
Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.
Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.
Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.
Η κορυφαία πολιτική μάχη
Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.
Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.
Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.
“Τολμάτε ρε!”
Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.
Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.
Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.
Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.
Ο μόνος δρόμος
Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.
Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο… Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η κόρη του Αϊνστάιν, Lieserl δώρισε 1.400 επιστολές, που γράφτηκαν από τον πατέρα της , στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο, με εντολή να μην δημοσιεύσουν το περιεχόμενό τους, μέχρι δύο δεκαετίες μετά το θάνατό του. Αυτή είναι μία από αυτές.
«Όταν πρότεινα τη θεωρία της σχετικότητας, ελάχιστοι με κατάλαβαν, και αυτό που θα αποκαλύψω τώρα θα συγκρουστεί με την παρανόηση και την προκατάληψη του κόσμου.
Σου ζητώ να φυλάξεις τα γράμματα για όσο διάστημα χρειαστεί, χρόνια, δεκαετίες, έως ότου η κοινωνία είναι αρκετά προηγμένη για να δεχτεί αυτό που θα εξηγήσω παρακάτω.
Υπάρχει μια εξαιρετικά ισχυρή δύναμη που, μέχρι σήμερα, η επιστήμη δεν έχει βρει επίσημη εξήγηση για αυτήν. Είναι μια δύναμη που περιλαμβάνει και διέπει όλους, είναι πίσω από κάθε φαινόμενο που λειτουργεί στο σύμπαν και δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί από εμάς. Αυτή η παγκόσμια δύναμη είναι η ΑΓΑΠΗ.
Όταν οι επιστήμονες ερεύνησαν για μια ενοποιημένη θεωρία του σύμπαντος ξέχασαν την πιο ισχυρή αόρατη δύναμη. Η αγάπη είναι φως, που φωτίζει αυτούς που δίνουν και λαμβάνουν. Η αγάπη είναι βαρύτητα, επειδή κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται έλξη για άλλους. Η αγάπη είναι δύναμη, διότι πολλαπλασιάζει το καλύτερο που έχουμε, και επιτρέπει στην ανθρωπότητα να μην σβήσει στον τυφλό εγωισμό της. Η Αγάπη ξεδιπλώνει και αποκαλύπτει. Για την αγάπη ζούμε και πεθαίνουμε. Αγάπη είναι ο Θεός και Θεός είναι η Αγάπη.
Η δύναμη αυτή εξηγεί τα πάντα και δίνει νόημα στη ζωή. Αυτή είναι η μεταβλητή που έχουμε αγνοήσει για πολύ καιρό, ίσως γιατί φοβόμαστε την αγάπη, γιατί είναι η μόνη ενέργεια στο σύμπαν που ο άνθρωπος δεν έχει μάθει να οδηγεί κατά βούληση.
Για να δώσω ορατότητα στην αγάπη, έκανα μια απλή αντικατάσταση στην πιο διάσημη εξίσωση μου. Αν αντί για E = mc2, δεχθούμε ότι η ενέργεια για να θεραπεύσει τον κόσμο μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την αγάπη όταν πολλαπλασιάζεται με την ταχύτητα του φωτός στο τετράγωνο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η αγάπη είναι η πιο ισχυρή δύναμη που υπάρχει, διότι δεν έχει όρια.
Μετά την αποτυχία της ανθρωπότητας στη χρήση και τον έλεγχο των άλλων δυνάμεων του σύμπαντος, που έχουν στραφεί εναντίον μας, είναι επιτακτική ανάγκη να τραφούμε με ένα άλλο είδος ενέργειας …
Αν θέλουμε το είδος μας να επιβιώσει, αν θέλουμε να βρούμε το νόημα της ζωής, αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο και κάθε ον με αισθήσεις που κατοικεί σε αυτόν , η αγάπη είναι η μία και μοναδική απάντηση.
Ίσως δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να κάνουμε μια βόμβα αγάπης, μια συσκευή αρκετά ισχυρή ώστε να καταστρέψει εντελώς το μίσος, τον εγωισμό και την απληστία που καταστρέφουν τον πλανήτη.
Ωστόσο, κάθε άτομο φέρει μέσα του μια μικρή αλλά ισχυρή γεννήτρια αγάπης της οποίας η ενέργεια περιμένει να απελευθερωθεί.
Όταν μάθουμε να δίνουμε και να λαμβάνουμε αυτή την παγκόσμια ενέργεια, αγαπητή Lieserl, θα έχουμε επιβεβαιώσει ότι η αγάπη κατακτά τα πάντα, είναι σε θέση να ξεπεράσει τα πάντα, γιατί η αγάπη είναι η πεμπτουσία της ζωής.
Με λυπεί βαθύτατα που δεν μπόρεσα να εκφράσω ό, τι έχω στην καρδιά μου, που χτυπά για σένα μια ζωή. Ίσως είναι πολύ αργά για να ζητήσω συγγνώμη, αλλά καθώς ο χρόνος είναι σχετικός, πρέπει να σου πω ότι σ αγαπώ και πως χάρη σε εσένα έφτασα στην τελική απάντηση! “.
Ο πατέρας σου,
Άλμπερτ Αϊνστάιν”
Μπετόβεν για τις κρίσεις πανικού, Βιβάλντι για το στρες και Μότσαρτ για τα δύσκολα προβλήματα συνιστούν οι επιστήμονες… Η μουσική μπορεί να συμβάλει στη θεραπεία συγκεκριμένων ψυχικών ασθενειών και ψυχοσωματικών διαταραχών, εκτιμούν αμερικανοί και σκωτσέζοι επιστήμονες, οι οποίοι ζητούν από τους ασθενείς τους να ακούνε συγκεκριμένα μουσικά κομμάτια.
Π.χ., ο Μπετόβεν θεωρείται κατάλληλος για την αντιμετώπιση κρίσεων πανικού, οι Ρink Floyd για την κατάθλιψη, ενώ η τζαζ γενικά θεωρείται το πλέον «θεραπευτικό» είδος μουσικής.
Επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης χρησιμοποιεί ένα μείγμα ψυχολογίας και ακουστικής μηχανικής προκειμένου να εξακριβώσει κατά πόσον η μουσική μπορεί να κρύβει τη λύση πολλών ψυχολογικών παθήσεων. Αναλύουν τους στίχους, τους τόνους, ακόμη και αυτούς που κρύβονται πίσω από διάσημα ροκ και ποπ τραγούδια.
άθε μουσική εξημερώνει και διαφορετικό… ήθος, υποστηρίζουν οι επιστήμονες, αλλά η τζαζ αναδεικνύεται πρωταθλήτρια της ψυχοθεραπείας
«Η επίδραση ενός κομματιού μουσικής σε έναν άνθρωπο ξεπερνάκατά πολύ αυτό που πιστεύουμε,ότι απλώς ένα γρήγοροτέμπο μπορεί να ανεβάσει τη διάθεση, ενώ ένα πιο αργό μπορείνα μας ρίξει» εξηγεί ο επικεφαλής της μελέτης Ντον Νοξ, προσθέτοντας ότι «η μουσική εκφράζεισυναίσθημα μέσα από πολλούς παράγοντες, όπως ο τόνος,η δομή και τα άλλα χαρακτηριστικάενός κομματιού, ενώ και οι στίχοι μπορεί να έχουν μεγάληεπίδραση». Ετσι η μουσική συγκροτημάτων όπως οι Ρink Floyd (και ειδικά τα άλμπουμ τους «Wish Υou Were Ηere» και «Τhe Dark Side Οf Τhe Μoon»), το άλμπουμ «Cold Τurkey» του Τζον Λένονκαι το κομμάτι «What Α Wonderful World» του Λούις Αρμστρονγκ θεωρούνται «ανεβαστικά» της διάθεσης. Αντιθέτως, τα «Αnother Οne Βites Τhe Dust» των Queen, «Εverybody Ηurts» των RΕΜ και «Cigarettes and Αlcohol» των Οasis αποδείχθηκε ότι χάλασαν την διάθεση των εθελοντών.
Στόχος των σκωτσέζων επιστημόνων είναι να αναπτύξουν ένα μαθηματικό μοντέλο που να εξηγεί την ικανότητα της μουσικής να προκαλεί διαφορετικά συναισθήματα. Ετσι μπορούν να φτιάξουν προγράμματα στο κομπιούτερ τα οποία θα αναγνωρίζουν τις μουσικές εκείνες που είναι ικανές να επηρεάσουν τα συναισθήματα.
Στις ΗΠΑ επιστήμονες του Πανεπιστημίου Τεμπλ της Φιλαδέλφειας μελέτησαν τον εγκέφαλο 184 εθελοντών την ώρα που εκείνοι άκουγαν συγκεκριμένα είδη μουσικής. Διαπίστωσαν ότι κάθε μουσικό κομμάτι ή κλασικός συνθέτης είχε και διαφορετική επίδραση στην κυκλοφορία του αίματος, στη διάθεση και στις νευ ρικές λειτουργίες.
πηγή : http://www.o-klooun.com
Μούτρα. Ν’ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις. Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.
Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.
Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα. Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά
πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.
(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)
Μου λείπει η θάλασσά μου. Μου λείπει που όταν χαζεύω τον κόσμο της το μυαλό βλέπει μόνο χρώματα, φύκια έρμαια των θαλάσσιων ρευμάτων και ψαράκια που με κάνουν να μετακινώ το πέλμα μου προσπαθώντας να τα αγγίξω. Μου λείπει που παρά το ότι τα αυτιά μου είναι κλειστά, δεν ακούω τις σκέψεις μου, αλλά μόνο το βουητό του βυθού. Μου λείπει το αλάτι της που καίει το δέρμα μου και αφήνει άσπρους χάρτες στους ώμους μου, όταν στεγνώσω. Μου λείπει που όταν τα μαλλιά μου μπλεχτούν από τον αέρα στο στόμα μου, έχουν αυτή την αλμύρα. Μου λείπει η μυρωδιά της που φουσκώνει τους πνεύμονές μου με αισιοδοξία ή ηρεμία σε κάθε εισπνοή. Μου λείπουν αυτές οι υπέροχες φυσαλλίδες που δημιουργούνται σε κάθε μακροβούτι. Μου λείπει η εικόνα της επιφάνειάς της, όταν ανηφορίζω προς αυτήν μετά απο μια βουτιά σε μεγάλο βάθος, ενώ αισθάνομαι ότι ο αέρας μου λιγοστεύει. Μου λείπουν οι σκιές στο βυθό που δημιουργούνται από τις ακτίνες του ήλιου. Μου λείπουν οι σταγόνες που θαμπώνουν τα μάτια μου και οι αντανακλάσεις του ήλιου πάνω στο νερό που γεμίζουν το οπτικό μου πεδίο με εκατομμύρια αστεράκια. Μέσα στο χειμώνα, μου λείπει αφόρητα η θάλασσά μου.
Από athensvoice.gr
Ο κλόουν κάνει
τους άλλους να χαμογελάνε…
αλλά το δικό του χαμόγελο..πρέπει να το ζωγραφίσει…!!
Σε μια χώρα μακρινή, στη χώρα του ΖήσεΓέλα, ετοιμάζονται όλοι να υποδεχτούν την Αποκριά. Το Κάστρο των γιορτών ετοιμάστηκε, στολίστηκε με τα πολύχρωμα σημαιάκια του και άνοιξε τις βαριές ξύλινες πόρτες του για να καλωσορίσει μασκαράδες από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης.
Μέρες τώρα οι πιο ξακουστοί ζαχαροπλάστες και οι πιο προκομμένες μαγείρισσες ετοιμάζουν ζαχαρωτά και λιχουδιές που όμοιά τους κανείς δεν έχει ξαναφάει! Κατασκευαστές του περίφημου χυμού από μούρα και σταφύλι γεμίζουν τις τεράστιες γυάλινες κανάτες που θα κρατήσουν φρέσκο και δροσερό τον χυμό του Καρναβαλιού. Ξυλοπόδαροι, ακροβάτες, θεατρίνοι, σχοινοβάτες, τροβαδούροι, μουζικάντηδες φθάνουν από στιγμή σε στιγμή με σκοπό να διασκεδάσουν και τον πιο απαιτητικό μασκαρά. Άλλωστε ποιος δεν θέλει να έρθει σε τούτη τη μαγική χώρα.
Και μάλιστα μέσα στην Αποκριά! Ποιος δεν θέλει να γνωρίσει τη χώρα του Ζήσε Γέλα! Εκεί όπου όλοι γελούν, τραγουδούν και προπαντός ζουν μονοιασμένοι κι αγαπημένοι. Δίχως διαφορές και τσακωμούς… Δίχως γκρίνιες και καημούς…
Όμως, τώρα τελευταία, μια επίμονη και δυνατή γκρίνια έχει σκεπάσει τον καθαρό ουρανό της ΖήσεΓέλα. Μια γκρίνια τόσο δυνατή που όπου και να σταθείς στη χώρα ακούς όλους τους μεγάλους να γκρινιάζουν. Θαρρείς και κάποιος την έστειλε επίτηδες μέσα στις μέρες του Καρναβαλιού. Γκρίνια από δω! Γκρίνια από κει! Ακόμα και οι ήσυχες γιαγιούλες της γειτονιάς γκρινιάζουν για το καθετί.
«Οι βελόνες μου σκούριασαν! Πώς θα ράψω τη στολή του εγγονού μου;», γκρίνιαζε η μία… «Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό το ύφασμα. Δεν θα επιτρέψω ποτέ στην εγγονή μου να ντυθεί βασίλισσα του φεγγαριού», γκρίνιαζε η άλλη…
Αν πεις για τις μαμάδες, γκρίνιαζαν κι αυτές τόσο επίμονα που τα παιδιά έκλειναν τα αυτιά τους για να μην τις ακούν.
«Το Καρναβάλι είναι ό, τι πιο βαρετό υπάρχει. Δεν χρειάζεται να ντυθείς μασκαράς», γκρίνιαζε η μαμά του Πέτρου.
«Δεν μου αρέσει το κομφετί! Πέφτει σε όλο το σπίτι σαν σμήνος από ακρίδες!», γκρίνιαζε η μαμά της Ελένης. Η γκρίνια όλο και απλωνόταν στους παππούδες, στους μπαμπάδες, στις δασκάλες, στον γιατρό, στον μανάβη, στον φούρναρη, στον ταχυδρόμο… Παντού γκρίνια!
Τα παιδιά δεν έχασαν καιρό κι έτσι αποφάσισαν να ζητήσουν βοήθεια από τον Πολύχρωμο Πιερότο, τον μεγαλύτερο και σπουδαιότερο διοργανωτή του Καρναβαλιού. Ο Πολύχρωμος Πιερότος μόλις έμαθε τα κατορθώματα της γκρίνιας και την αγωνία των παιδιών έτρεξε αμέσως κοντά τους. Η άφιξή του εντυπωσιακή. Τα μαλλιά του χρυσά σαν το στάχυ, το πρόσωπό του μακιγιαρισμένο με ένα πλατύ χαμόγελο και η στολή του τυλιγμένη με τα πιο έντονα χρώματα της Αποκριάς. Δεν πρόλαβε να πατήσει το πόδι του και τα παιδιά αναστατωμένα χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους.
«Σκούρα τα πράγματα», είπε λυπημένη η μικρή Δάφνη.
«Κοντεύουμε να χάσουμε το Καρναβάλι…», πρόσθεσε ο μικρός Στέφανος.
«Η μαμά μου έκρυψε τη στολή του Ινδιάνου!», φώναξε έξαλλος ο Μάρκος.
Ο Πιερότος άκουγε με υπομονή τα παράπονα των παιδιών και με αυστηρό τόνο στην φωνή τους είπε:
«Παιδιά! Έχετε καταλάβει τι κάνετε; Έχετε καταλάβει ότι κι εσείς τώρα γκρινιάζετε; Δώστε τα χέρια κι ελάτε να βρούμε μια λύση!».
Πόσο δίκιο είχε! Τα προβλήματα των μεγάλων έγιναν τώρα και προβλήματα των μικρών. Έπρεπε να βρεθεί γρήγορα μια λύση αλλιώς η χώρα του ΖήσεΓέλα θα γινόταν σύντομα η χώρα της ΚακιάςΓκρίνιας!
«Και πώς θα βρούμε λύση;», αναρωτήθηκε ο μικρός Αλέξης.
«Πρώτα πρώτα θα πρέπει να μη νιώθετε αδύναμοι. Να σταθείτε καλά στα πόδια σας, να δώσετε τα χέρια και τότε να πείτε το μαγικό ξόρκι».
«Ποιο μαγικό ξόρκι;», φώναξαν όλα τα παιδιά μαζί.
«Το μαγικό ξόρκι της Αποκριάς!», απάντησε δυναμικά ο Πιερότος και συνέχισε:
«Όμως, για να γίνει αυτό πρέπει να πιστέψετε πρώτα στον εαυτό σας. Αλλιώς το μαγικό ξόρκι δεν θα πιάσει ποτέ!».
Τα παιδιά ακολούθησαν τις συμβουλές του Πιερότου και με ορμή σηκώθηκαν όρθια σχηματίζοντας έναν κύκλο. Έδεσαν τα χέρια σφιχτά κι έτσι ξεκίνησαν να λένε το μαγικό ξόρκι. Έμοιαζε με ένα τραγούδι αγάπης.
Το τραγούδι εκείνο που θα έδιωχνε την γκρίνια και θα έφερνε πάλι την αισιοδοξία στη χώρα του ΖήσεΓέλα.
Χαμόγελο χαρίζω
αγάπη τραγουδώ
την γκρίνια εγώ ξορκίζω
να φύγει από δω.
Να φύγει από τη χώρα
που ξέρει να γελά
για να χαρούμε όλοι
την τρελή Αποκριά.
Τρεις φορές ήταν αρκετές για να πιάσει το μαγικό ξόρκι. Ο Πολύχρωμος Πιερότος χοροπηδούσε από χαρά όταν ξαφνικά σε όλη τη χώρα ακούστηκαν γέλια και χαρές. Φωνές αλλιώτικες, αισιόδοξες και γιορτινές. Οι μεγάλοι πέταξαν επιτέλους από πάνω τους την γκρίνια κι έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά για τη μεγάλη γιορτή. Τα παιδιά, ντυμένα πια στις αποκριάτικες στολές τους, σκόρπισαν σερπαντίνες και κομφετί σε κάθε γωνιά της χώρας.
Το Καρναβάλι αρχίζει!
Το μαγικό ξόρκι της Αποκριάς κερδίζει!
Τα παιδιά ξέρουν πια πως με πείσμα, χαμόγελο κι αγάπη κερδίζονται τα πάντα.
Γιατί τα παιδιά είναι οι νικητές του Καρναβαλιού!
ΜΑΡΩ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
(Περιοδικό Παράθυρο στην Εκπαίδευση του Παιδιού, τεύχος 85)
Ένας άνθρωπος ενδιαφερόταν πολύ να γνωρίσει τον εαυτό του και ν’ ανακαλύψει τις υπέρτατες αλήθειες της ζωής.
Σ’ όλη του τη ζωή αναζητούσε έναν φωτισμένο άνθρωπο που θα του έδινε κι εκείνου τα φώτα του.
Πήγαινε απ’ τον ένα δάσκαλο στον άλλον, όμως, έμενε στην ίδια κατάσταση.
Πέρασαν πολλά χρόνια αναζήτησης, κι ο άνθρωπος ήταν πια κουρασμένος· εξαντλημένος.
Τότε, μια μέρα, ένας γέροντας από ένα μικρό ορεινό χωριό, του είπε:
«Αν στ’ αλήθεια θέλεις να βρεις το δάσκαλό σου, πρέπει να πας στο Νεπάλ. Εκεί ζει ένας άνθρωπος που έχει φήμη μεγάλου σοφού. Κανένας δεν ξέρει πού ακριβώς βρίσκεται – είναι μυστήριο. Θα πρέπει να τον βρεις μόνος σου, αλλά ένα είναι το σίγουρο: δεν θα είναι εύκολο. Όσοι τον αναζήτησαν είπαν ότι όταν κάποιος πλησίαζε τον τόπο του, εκείνος έφευγε και χωνόταν ακόμα πιο βαθιά μέσα στα βουνά.
Ο άνθρωπος ένιωθε να γερνά, όμως οπλίστηκε με θάρρος και ξεκίνησε.
Δύο χρόνια ταξίδευε με καμήλες, με άλογα, και τελικά με τα πόδια, ώσπου να φτάσει στο σημείο εκείνο, στη βάση του βραχώδους όγκου του Νεπάλ.
Κι από πού να ξεκινήσει το ψάξιμο;
Ο κόσμος του έλεγε:
«Ναι, τον γνωρίζουμε τον γέροντα. Είναι τόσο γέρος…»
«Αδύνατο να καταλάβεις την ηλικία του. Μπορεί να είναι τριακοσίων ετών, πεντακοσίων… Κανείς δεν ξέρει.»
«Ζει κάπου εδώ, πράγματι, όμως δεν ξέρουμε ακριβώς το μέρος… Κανένας δεν ξέρει με ακρίβεια.»
«Κάπου εδώ θα τριγυρίζει. Αν ψάξεις συστηματικά θα τον βρεις».
Ο άνθρωπος έψαχνε, έψαχνε, έψαχνε…
Δύο ολόκληρα χρόνια τριγυρνούσε στο Νεπάλ κατάκοπος, αδυνατισμένος, τρώγοντας άγρια φρούτα, φύλλα και αγριόχορτα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Θα ήταν πολύ ήπιο αν λέγαμε ότι έχασε «πολλά», γιατί μάλλον τα είχε χάσει «όλα». Ωστόσο, ήταν αποφασισμένος να βρει εκείνον τον άνθρωπο.
Για να πάρει θάρρος έλεγε με το νου του ότι για να είναι τόσο δύσκολο να βρεθεί κάποιος, σίγουρα θ’ αξίζει τον κόπο.
«Ακόμα κι αν σου κοστίσει τη ζωή σου;» τον ρώτησε ένα απόγευμα κάποιος χωρικός.
«Ακόμα κι έτσι» απάντησε.
«Είσαι τρελός» είπε ο χωρικός, «αλλά αν αυτό θέλεις… Λένε ότι υπάρχει ένας πολύ σοφός δάσκαλος που ζει σε μια καλύβα πάνω σ’ εκείνο το βουνό… Λένε ακόμα ότι η ανάβαση είναι θανατηφόρα.»
Μάζεψε τις τελευταίες του δυνάμεις και σκαρφάλωσε στην κορυφή. Παλεύοντας με τα βράχια, με κουρελιασμένα και τα τελευταία απομεινάρια των ρούχων του, σκελετωμένος, διψασμένος, βρόμικος και πληγιασμένος έφτασε σ’ ένα μικρό αχυρένιο καλύβι.
Έρποντας σχεδόν, έσπρωξε τη σαραβαλιασμένη πόρτα…
Τότε είδε πεσμένο στο έδαφος το ακίνητο σώμα ενός γέροντα.
Πλησίασε και κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο δάσκαλος…
Όμως, είχε φτάσει αργά. Ο γέρος ήταν νεκρός.
Ο άνθρωπος κατέρρευσε κυριολεκτικά δίπλα στο παγωμένο σώμα του φωτισμένου δασκάλου, τσακισμένος από την κούραση, τον πόνο, την απογοήτευση.
Δυο μέρες και δυο νύχτες έκλαιγε χωρίς να κουνηθεί από εκεί, και την τρίτη μέρα σηκώθηκε και βγήκε να πιει λίγο νερό.
Στάθηκε κάτω από τον ήλιο κι ανάσανε τον δροσερό αέρα των βουνών.
Οι σκέψεις είχαν εξαφανιστεί χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Δεν είχε κάνει τίποτα, δεν είχε πετύχει τίποτα και δεν του έμενε τίποτα να κάνει.
Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό ένιωσε ανακουφισμένος, γαλήνιος, χωρίς επείγουσες ανάγκες…
Κι ένιωσε ξάφνου να γεμίζει με φως η ψυχή του.
Ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοια ευτυχία!
Ένας μικρός, ανεπαίσθητος θόρυβος του έδωσε να καταλάβει ότι δεν ήταν μόνος.
Καθώς στράφηκε, τον είδε.
Πίσω του στεκόταν ο γέρος δάσκαλος. Ο φωτισμένος. Τον κοίταζε χαμογελώντας.
Ύστερα από λίγο του είπε:
«Ώστε έφτασες τελικά. Θέλεις να με ρωτήσεις κάτι;»
Και ο άνθρωπος που τόσο τον είχε αναζητήσει, απάντησε:
«Όχι».
Και γέλασαν και οι δυο τους με γέλια τρανταχτά που αντηχούσαν στα φαράγγια…
ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΗΣΥΧΗ ΩΡΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ, καθώς ήμουν ξαπλωμένος και μισοκοιμισμένος, οι εφτά εαυτοί μου κάθισαν μαζί και έτσι κουβέντιαζαν ψιθυριστά.
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Εδώ, σε αυτόν τον τρελό, κατοίκησα όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να κάνω τίποτα παρά να ανανεώνω τον πόνο του την ημέρα και να ξαναδημιουργώ τη θλίψη του τη νύχτα. Δε μπορώ να αντέξω άλλο τη μοίρα μου, και τώρα επαναστατώ.
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Η δικιά σου μοίρα είναι καλύτερη από τη δικιά μου, αδελφέ, γιατί μου δόθηκε να είμαι ο χαρούμενος εαυτός αυτού του τρελού. Γελώ το γέλιο του και τραγουδώ τις χαρούμενες ώρες του, και με τριπλο-φτερωμένα πόδια χορεύω τις φωτεινότερες σκέψεις του. Εγώ θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια στην κουρασμένη μου ύπαρξη
. Ο ΤΡΙΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Και εγώ ο από αγάπη κυριαρχούμενος εαυτός, ο φλεγόμενος πυρσός του αχαλίνωτου πάθους και των φανταστικών επιθυμιών; Εγώ ο αρρωστημένος από αγάπη εαυτός είμαι που θα έπρεπε να επαναστατήσει εναντίον αυτού του τρελού. Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Εγώ, απ’ όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος, γιατί τίποτα δε μου δόθηκε εκτός από απεχθές μίσος και καταστροφική αηδία. Εγώ είμαι, ο θυελλώδης εαυτός που γεννήθηκα στις μαύρες σπηλιές της Κόλασης, αυτός που θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί και να μην υπηρετεί αυτόν τον τρελό.
Ο ΠΕΜΠΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Όχι, εγώ είμαι, ο σκεπτόμενος εαυτός, ο φαντασιόπληκτος εαυτός, ο εαυτός της πείνας και της δίψας, αυτός που είναι καταδικασμένος να τριγυρνά χωρίς ξεκούραση, ψάχνοντας άγνωστα και όχι ακόμα δημιουργημένα πράγματα -εγώ είμαι, όχι εσείς, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω.
Ο ΕΚΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Και εγώ, ο εργαζόμενος εαυτός, ο θλιβερός εργάτης, που με υπομονετικά χέρια και γεμάτα λαχτάρα μάτια, κάνω τις ημέρες εικόνες και δίνω νέες και αιώνιες μορφές στα άμορφα στοιχεία -εγώ είμαι, ο μοναχικός, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια σ’ αυτόν τον ανήσυχο τρελό.
Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Πόσο περίεργο που όλοι σας θα έπρεπε να επαναστατήσετε ενάντια σ’ αυτόν τον άνθρωπο, επειδή ο καθένας σας έχει μια προκαθορισμένη μοίρα να εκπληρώσει. Α! να μπορούσα να ήμουν σαν κάποιον από εσάς, ένας εαυτός με προαποφασισμένη μοίρα! Αλλά δεν έχω καμία, είμαι ο κάνω-τίποτα εαυτός, αυτός που κάθεται στο άλαλο, κενό τίποτα και ποτέ, ενώ εσείς είστε απασχολημένοι να ξαναδημιουργείτε ζωή. Εσείς είστε ή εγώ, γείτονες, που θα έπρεπε να επαναστατήσω;
ΟΤΑΝ Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΜΙΛΗΣΕ ΕΤΣΙ, οι άλλοι έξι τον κοίταξαν με οίκτο και δεν είπαν τίποτα άλλο -και καθώς η νύχτα πύκνωνε, ο ένας μετά τον άλλο έπεσαν για ύπνο τυλιγμένοι σε μια νέα και χαρούμενη υποταγή. ΑΛΛΑ Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΠΑΡΕΜΕΙΝΕ να κοιτά και να παρατηρεί το τίποτα, το οποίο βρίσκεται πίσω απ’ όλα τα πράγματα.
[Πηγή: www.doctv.gr
ΟΙ ΒΑΛΙΤΣΕΣ
Βγήκες στον δρόμο κι άρχισες να σκούζει και να λες
Πως γρήγορα κουράστηκες για `κει που `χες να πας
Μα οι βαλίτσες που φορτώθηκες είναι όλες αδειανές
Πες μου γιατί
πες μου γιατί
γιατί τις κουβαλάς
Στη πρώτη ανηφοριά κλατάρεις κι αρχινάς να κλαις
Δε γίνεται να φτάσεις λες `κει π’ αξίζεις να πας
Μα οι βαλίτσες που φορτώθηκες είναι όλες αδειανές
Πες μου γιατί
πες μου γιατί
γιατί τις κουβαλάς
ΟΛΑ ΤΕΛΙΚΑ ΞΑΝΑΓΥΡΝΑΝ Σ’ΕΜΑΣ
Δεν υπάρχει χαμένος καιρός, δεν υπάρχει
Οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
Ένας θεός εκβιαστής τις συγκεντρώνει
κι όμηρους τις κρατάει
ώσπου τα λύτρα που ζητάει από μας να πληρωθούν
(Κι εμείς πληρώνουμε)
Όλα τελικά, όλα
Όλα τελικά ξαναγυρνάν σ’ εμάς
Τα δάκρυα σαν στεγνώνουν
δεν πεθαίνουν, δεν πεθαίνουν
Η θλίψη που σκορπάμε επιζεί
Σε δίχτυα αόρατα νεράιδες τη μαζεύουν
και περιμένουν την επόμενη αφορμή
(Που έτσι κι αλλιώς θα `ρθει)
Όλα τελικά, όλα
Όλα τελικά ξαναγυρνάν σ’ εμάς
Οι χαμένοι φίλοι
κι οι χαμένοι εχθροί,
τα παλιά παιχνίδια
κι η καινούρια σιωπή,
τα ταξίδια που ακυρώθηκαν,
τα γλέντια που αναβλήθηκαν,
οι ελπίδες που διαλύθηκαν,
τα λόγια που αγνοήθηκαν
Όλα τελικά, όλα
Όλα τελικά ξαναγυρνάν σ’ εμάς
ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΚΛΑΨΩ
στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω
και πως ο κόσμος είν’ ανήμερο θεριό
κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω.Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.Μα εγώ μ’ ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.
Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.
Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
και πως αν θέλω περισσότερα να δω,
σ’ ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι.
Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω.
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.
Μα εγώ μ’ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ
Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.
ΠΟΤΕ ΘΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΕΔΩ
Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Δεν έχει δρόμο πιο μακρύ,
πιο δύσκολο απ’ αυτό.Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Δεν έχει δρόμο πιο σκληρό,
πιο δύστροπο απ’ αυτό.
Μία στο μέλλον μας γυρνάει,
μία μας πετάει στο παρελθόν.
Πότε θα φτάσουμε λοιπόν;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Πότε θα φτάσουμε λοιπόν;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;
ΤΟ ΞΕΡΟΥΝ ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ
Το ξέρουν τα ποτάμια, το ξέρουν και τα πέλαγα μα δε μιλούν
Το ξέρουν τα ελάφια, τα δέντρα και τα σύννεφα κι αυτά σιωπούν
Το ξέρουν τα φεγγάρια, τ’ αστέρια και οι πλανήτες κι όλο γυρνούν
Το ξέρουνε οι άγγελοι, το ξέρουν κι οι αλήτες μ’ αυτό μεθούν
Το ξέρουν οι νεράιδες, το ξέρουν και οι σάτυροι κι όλο γελούν
Το ξέρουν οι χαράδρες, το ξέρουν κι οι άνθρωποι μα δεν τολμούν
Το ξέρουνε τα κτίρια, το ξέρουν οι φονιάδες και τα μικρά παιδιά
Το ξέρουνε κι οι φύλακες, το ξέρουν κι οι παπάδες
και κρύβουν τη φωτιά…
Αυτή την ιστορία τη λέω πάντα, την έχω γράψει και πολλοί από σας την έχετε ακούσει χιλιάδες φορές, μ’ αρέσει όμως τόσο πολύ. Στο μάθημα της Αγάπης ένα κορίτσι είπε ένα βράδυ: «Ξέρω γιατί απελπίζομαι τόσο συχνά. Είναι γιατί θέλω να με αγαπούν όλοι κι αυτό δεν είναι ανθρωπίνως δυνατόν. Θα μπορούσα να είμαι το πιο ζουμερό, το πιο γευστικό, το πιο συναρπαστικό ροδάκινο του κόσμου και να προσφέρομαι σε όλους. Υπάρχουν όμως άνθρωποι που είναι αλλεργικοί στα ροδάκινα. Αυτοί θα θελήσουν ίσως να γίνω μπανάνα». Πόσο συχνά δε γινόμαστε μπανάνες για άλλους, που θέλουν ροδάκινα! Τι θλιβερή φρουτοσαλάτα. Είναι προτιμότερο να πεις στον άλλο: «Λυπάμαι πολύ που δεν μπορώ να είμαι μπανάνα, θα το ‘θελα πολύ να ήμουνα μπανάνα για σένα. Βλέπεις όμως, είμαι ροδάκινο».
Και ξέρετε τι θα συμβεί; Αν περιμένετε αρκετά, θα βρείτε κάποιον που του αρέσουν τα ροδάκινα. Και μετά θα μπορείτε να ζήσετε σαν ροδάκινο κι όχι σαν μπανάνα. Σκεφτείτε χάσιμο ενέργειας που έχει κανείς προσπαθώντας να γίνει μπανάνα όταν είναι ροδάκινο!
«Όταν αγαπάς, κινδυνεύεις να μην έχει ανταπόκριση η αγάπη σου». Δεν είναι κακό αυτό. Αγαπάς για ν’ αγαπάς, κι όχι για να πάρεις ανταπόδοση – αυτό δεν είναι αγάπη.
«Όταν ελπίζεις, κινδυνεύεις να πονέσεις». Και «Όταν δοκιμάζεις, κινδυνεύεις να αποτύχεις». Κι όμως πρέπει να ρισκάρεις, γιατί η μεγαλύτερη ατυχία στη ζωή είναι να μη ρισκάρεις τίποτε. Όποιος δε ρισκάρει τίποτε, δεν κάνει τίποτε, δεν έχει τίποτε και δεν είναι τίποτε. Μπορεί ν’ αποφεύγει τον πόνο και τη λύπη, αλλά δε μαθαίνει, δε νιώθει, δεν αλλάζει, δεν αναπτύσσεται, δε ζει και δεν αγαπά. Είναι δούλος αλυσοδεμένος με τις βεβαιότητες και τους εθισμούς του. Έχει ξεπουλήσει το μεγαλύτερο αγαθό του, την ατομική του ελευθερία. Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι ελεύθερος.
Λέο Μπουσκάλια, Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις, μτφρ. Μαρίνα Λώμη, εκδ. Γλάρος, 1988
ebooks.edu.gr
Ένα απόσπασμα από το «Υπόγειο»
Όλοι έχουμε ξεσυνηθίσει σε τέτοιο βαθμό τη ζωή, που σε μερικές στιγμές αισθανόμαστε κάποια αηδία για την πραγματική ζωή και για τούτο την αποστρεφόμαστε όταν μας τη θυμίζουν. Καταντήσαμε να θεωρούμε την πραγματική ζωή σαν αγγαρεία, σχεδόν σαν ένα επάγγελμα, και όλοι μέσα μας είμαστε της γνώμης ότι είναι προτιμότερο να ζει κανείς τη ζωή των βιβλίων.
Και γιατί ταραζόμαστε; Γιατί κάνουμε τόσες ανοησίες; Τι ζητούμε; Ούτε και οι ίδιοι το ξέρουμε! Θα υποφέραμε περισσότερο αν οι τρελοί μας πόθοι πραγματοποιούνταν.
Σταθείτε, προσπαθήστε, για παράδειγμα, να μας δώσετε περισσότερη ανεξαρτησία∙ βγάλτε από τη μέση τα εμπόδια, μεγαλώστε τον κύκλο της δράσης σας∙ χαλαρώστε την κηδεμονία, ε, λοιπόν, ναι, σας το διαβεβαιώνω, εμείς όλοι… θα ξαναζητήσουμε αμέσως την κηδεμονία. Το ξέρω καλά πως θα φουρκιστείτε, πως θα μου βάλετε τις φωνές, πως θα χτυπήσετε τα πόδια σας στο πάτωμα. Μιλήστε λοιπόν, θα μου πείτε, για τον εαυτό σας μόνο, και για όλες σας τις αθλιότητες στο υπόγειο, μα δε χρειάζονται δικαιολογίες, δεν έχετε το δικαίωμα να πείτε «εμείς όλοι!».
Επιτρέψετε, κύριοι, γι’ αυτό το εμείς όλοι. Όσο για μένα, στη ζωή μου έφτασα στα άκρα εκείνο που εσείς δεν τολμάτε ούτε στο μισό δρόμο να φέρετε, από δειλία∙ κι ακόμα παίρνετε τη δειλία σας για φρονιμάδα, και παρηγοριόσαστε ξεγελώντας τον εαυτό σας. Γι’ αυτό το λόγο, ίσως να ‘μαι πιο ζωντανός από σας. Μα δώστε, παρακαλώ, περισσότερη προσοχή!
Δεν ξέρουμε ακόμη πού υπάρχει τώρα εκείνο που είναι ζωντανό, από τι είναι και πώς ονομάζεται. Αφήστε μας μόνους, χωρίς βιβλία, κι αμέσως θα πελαγώσουμε, θα τα μπερδέψουμε∙ δε θα ξέρουμε που να στηριχθούμε και σε τι ν’ αφοσιωθούμε, δε θα ξέρουμε τι πρέπει να αγαπήσουμε ή να μισήσουμε, τι πρέπει να εκτιμήσουμε ή να περιφρονήσουμε. Βαριόμαστε ακόμη και που είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά αληθινά, ντρεπόμαστε γι’ αυτό και το θεωρούμε ατιμία μας. Γυρεύουμε να γίνουμε ένας τύπος γενικού ανθρώπου που δεν υπήρξε ποτέ. Είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε, κι είναι χρόνια και χρόνια που μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί, μια κατάσταση που μας ευχαριστεί όλο και πιο πολύ. Μας αρέσει.
Σε λίγο θα επινοήσουμε κάποιο τρόπο να γεννιόμαστε από μια ιδέα. Μα δε θέλω πια να γράφω μέσα απ’ το «υπόγειο»…
Φιόντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι (1821-1881) συγγραφέας.
koutipandoras.gr
“Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ό,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι’ αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ’ αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές “Ποιητικές Πραμάτειες” που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης.»
ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ
Δεν είναι μόνο αυτή η Κυριακή. Είναι πολλές οι Κυριακές, που μας βρίσκουν χωρίς χαμόγελο, αλλά με πολλή κούραση και μια μικρή μελαγχολία. Τέτοιες μέρες, τα βιβλία είναι μια από τις καλύτερες λύσεις για να ξεφύγει το μυαλό. Κι αν δεν έχουμε όρεξη για πολλές σελίδες, τότε η πόιηση μπορεί να κάνει το θαύμα της. Και κάπου εκεί στο ξεφύλλισμα των ποιημάτων, να πετύχουμε ένα στιχάκι που εκφράζει με τις καλύτερες λέξεις αυτό που νιώθουμε. Να, όπως το “Βαθεία Αύλαξ” της Κικής Δημουλά που περιέχεται στη συλλογή “Το λίγο του Κόσμου”, η οποία έχει πάρει και το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1972.
“Καληνύχτα…
Με κούρασε πολύ η Κυριακή.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Με κούρασε κι αυτός ο γάμος «στις οκτώ»,
ο λόγος ο αμετάφραστος έσονται εις σάρκα μίαν-
κορίτσι πάλι η σκέψη, και ταξίδευε
μ’ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.
Κι ύστερα όλα αυτά τα Κολωνάκια που κατέληξα
μεγάλωσαν την κούραση.
Μπορεί να έφταιγε ο καιρός,
κάτι σαν φθινοπωρινός
και λίγο σαν χαμένος.
Μπορεί να φταίξανε
οι νέες και οι έφηβοι.
Ως σημαιούλες υπερχρόνου εορτάζοντος
περνούσαν, όπως περνούσα κάποτε,
και με κούρασαν.
Αλλά και αυτά των κυριών τ’ άρρωστα μάτια –
τα μάτια αρρωσταίνουνε βαριά
όταν θέλουν να δουν τι είναι πίσω από άλλα μάτια.
Είδα να ΄χουν πιαστεί σε κάποιο δίχτυ νοσταλγίας
που το τραβούσαν σκοτεινοί στην πρόθεση ψαράδες-
καιροί αλιείς.
Αδιέξοδες κυρίες…
Είδα, όπου πηγαίνει η ώρα τους, να βρέχει.
Εκείνο το εις σάρκαν μίαν
ακόμη δεν μου επέστρεψε τη σκέψη-
κορίτσι ακόμη η σκέψη, ταξιδεύει
μ΄ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.
Αλλού εγώ και αλλού η σκέψη,
μεγάλη πάντα κούραση.
Με κούρασε πολύ αυτό το “πάντα”.
Κάποιος μιλάει δίπλα μου για ασκήσεις , θαρρώ
“βαθεία αύλαξ” λέει.
Ναι. Βαθεία αύλαξ από τη συλλογή
Καληνύχτα.
Πικρίζει ο Λυκαβηττός μέσα στο βλέμμα.
Με κούρασε πολύ αυτή η γεύση,
κι αυτά τα δέντρα που βαδίζουν μόνα τους
κάτω από φυλλορροημένες συναντήσεις.
Καληνύχτα.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Ένα σκληρό χαμόγελο στο πρόσωπο του κόσμου.
Με κούρασε πολύ το πρόσωπο του κόσμου.
Κι εσύ να είσαι ένα ποτήρι
στο πάνω πάνω ράφι
που δεν φτάνω.”
Από allyou.gr

