Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Φεβρουαρίου 2026

Την άνοιξη αν δεν την βρεις την φτιάχνεις
Ναι την φτιάχνεις.
Κάθε φορά από την αρχή.
Όλο και πιο ζωντανή.
Όλο και πιο ποτισμένη.
Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνα τα χρώματα που σημαίνουν αρμονία.
Και με εκείνες τις λέξεις που δηλώνουν αρχή.
Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνο το φως, που μπορεί να σου δώσει Παράδεισο.
Και με εκείνα τα λουλούδια που μυρίζουν ζωή.
Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνο το άρωμα της αθάνατης, Ελπίδας.
Και με εκείνη την Πίστη που θα σε κάνει να μην φοβηθείς.
Ναι την φτιάχνεις λοιπόν.
Με υλικά αγνά για την ψυχή σου.
Και με στιγμές απλές που χαρίζουν αιώνιες χαρές
Που σε ακούν στην σιωπή.
Και δεν έχουν ανάγκη τα λόγια για εξηγήσεις.
Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνα τα όνειρα που θα σε γεμίσουν υποσχέσεις.
Και με εκείνα τα χαμόγελα που θα σου δείξουν πως πρέπει να ζεις.
Διότι, αν δεν κουβαλάς την Άνοιξη μέσα σου, πρέπει να μάθεις να την χτίζεις.
Από το χειρότερο σκοτάδι στο πιο λαμπερό φως.
Μην την αφήσεις ποτέ να φύγει.
Διότι, όσο πιο δυνατά μπαίνει αυτή, τόσο πιο εύκολα διώχνει τους χειμώνες από την καρδιά σου.
Να την αγαπάς την Άνοιξη.
Όχι μόνο για τα όμορφα και τα ανάλαφρα ρούχα που φοράς.
Μήτε για τους καταγάλανους ουρανούς που σου δωρίζει.
Αλλά για την Αναγέννηση που σε κάνει να ζεις.
Εκείνον τον γλυκό αέρα που δροσίζει την ψυχή σου.
Και εκείνον τον ήλιο που σου χαρίζει ζεστασιά.
Να της δίνεις γεύση λοιπόν.
Σαν εκείνη την βαριά και γλυκιά, που μόνο ο Έρωτας μπορεί να δώσει.
Και μην στεναχωριέσαι αν ξαφνικά χαθεί ή απλά δεν σου έρθει.
Διότι, την Άνοιξη αν δεν την βρεις, την φτιάχνεις.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Φεβρουαρίου 2026
Θάρρεψα πως το ταξίδι μου
είχε φτάσει στο τέλος του,
πως ήμουν στο τελευταίο όριο
της δύναμής μου,
πως το μονοπάτι έκλεισε
εμπρός μου,
πως οι τροφές μου εξαντλήθηκαν,
και πως είχε έρθει ο καιρός
να προστρέξω

στη σιωπή της μοναξιάς.

Κατάλαβα όμως
ότι η επιθυμία μου παρέμενε
κι όταν οι παλιές λέξεις ξεθώριασαν
και η γλώσσα απόκαμε,
καινούργιες μελωδίες
γέννησε η καρδιά μου.
Όπου οι παλιοί δρόμοι τελείωναν,
καινούργιοι κόσμοι ανοίγονταν

μπροστά μου.

Όταν θα αναχωρήσω από δω,
αυτή θα είναι η λέξη του αποχαιρετισμού μου:
ότι εκείνο που είδα είναι ανυπέρβλητο.
Ότι γεύτηκα το μυστικό μέλι του λωτού αυτού
που ανοίγει στον ωκεανό του φωτός,
κι έτσι ευλογήθηκα,
αυτή θα ’ναι η λέξη του αποχαιρετισμού μου..

Rabindranath Tagore ( Νόμπελ 2013)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Ιανουαρίου 2026

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.

Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.

Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.

Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.

Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.

Δε θα διστάσεις.

Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου

Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.

Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου

Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.

Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.

Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.

Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου

Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.

Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.

Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Ιανουαρίου 2026

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΕΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΕΜΕΝΑ

Σου είπα

Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
– Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη
ἀπὸ τὴ στέρησή της.

ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Όταν βρέχει δεν παίρνω ομπρέλα.
To θεωρώ δειλία να προφυλάσσομαι από το ξεκάθαρο.
Όταν δε βρέχει, όσο και αν ευτυχεί ο ουρανός όσο κι αν τον πιστεύω
ανοίγω την ομπρέλα μου δεν είναι ξεκάθαρη καιρική συνθήκη η ευτυχία.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό…

Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.

Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο…

Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.

ΓΡΑΜΜΑ

Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.

ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ

Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ
φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.
Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ
κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.

Μόνο καμιὰ φορὰ
σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει
ἡ περιέργεια
– ὄφις προγενέστερος
καὶ πιὸ φανατικὸς
ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.

Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι
δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ο έρωτας

ὄνομα οὐσιαστικόν,
πολὺ οὐσιαστικόν,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ,
γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ,
γένους ἀνυπεράσπιστου.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.

Ὁ φόβος,
ὄνομα οὐσιαστικὸν
στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς
καὶ μετὰ πληθυντικὸς
οἱ φόβοι.
Οἱ φόβοι
γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

Ἡ μνήμη,
κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
μόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
καὶ ἄκλιτη.
Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.

Ἡ νύχτα,
Ὄνομα οὐσιαστικόν,
Γένους θηλυκοῦ,
Ἑνικὸς ἀριθμός.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
Οἱ νύχτες.
Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιανουαρίου 2026

Η Ισμήνη ήτανε μια γυναίκα,
η οποία όταν ήταν μικρή
έπεσε από τα πόδια της μητέρας της,

χτύπησε το κεφάλι κι έπαθε μια ζημιά
που δεν άφησε το μυαλό της
να αναπτυχθεί

και το μόνο που έκανε στο χωριό,
στ’ Ανώγεια, ήταν να κλώθει.

Τη βλέπαμε,
μια ζωή με το αδράχτι, με τη ρόκα
και να κλώθει.

Μια εικόνα μαγική, μινωική, αρχαία.

Να τη βλέπεις να ταξιδεύει το χωριό,
χωρίς να μιλάει.

Κάποτε της τέλειωσαν τα μαλλιά
και βλέποντας πάνω στο βουνό
την ομίχλη, είπε: ”Αυτά είναι μαλλιά.”

Πήρε τη ρόκα της κι ανέβηκε…

Αυτή την εικόνα,
αυτή την εικόνα της Ισμήνης,
έκανα τραγούδι.

Η Ισμήνη μόνη,
μικρό αηδόνι
μπρος στον καθρέφτη χαμογελά,

βάφει τα χείλη
μαύρο σταφύλι
παίρνει τη ρόκα και ξεκινά.

Μια Πηνελόπη
που υφαίνει το χρόνο
με το στημόνι και τον καημό,

μια Αριάδνη
που πια δεν προσμένει
φτιάχνει το νήμα χωρίς σκοπό.

Μα κάποια μέρα
χάθηκε η κόρη
μέσα στα φώτα τού ουρανού,

μαλλιά τής φανήκαν
τα κόκκινα νέφη
κι έγινε η κλώστρα του δειλινού.

Λουδοβίκος των Ανωγείων

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2025

Εμπενίζερ Σκρουτζ έχει περάσει στην παγκόσμια συνείδηση ως το απόλυτο σύμβολο φιλαργυρίας. Παρότι πρόκειται για λογοτεχνικό χαρακτήρα του A Christmas Carol, η ιστορία δείχνει πως η έμπνευση του Charles Dickens δεν προέκυψε από το πουθενά

Στην Αγγλία του 18ου αιώνα έζησε ένας άνθρωπος του οποίου η ζωή και οι επιλογές ξεπερνούσαν ακόμη και τη μυθοπλασία. Το όνομά του ήταν John Elwes, γνωστός στα νεανικά του χρόνια ως Τζον Μέγκοτ.

Ο Μέγκοτ γεννήθηκε το 1714 και κληρονόμησε από πολύ νωρίς μια τεράστια περιουσία. Μεγάλωσε σε προνομιούχο περιβάλλον, σπούδασε σε ακριβό σχολείο, ταξίδεψε στην Ευρώπη και έζησε για χρόνια μέσα στη χλιδή. Τίποτα δεν προμήνυε τη ριζική αλλαγή που θα ακολουθούσε.

Κάποια στιγμή, όμως, η στάση ζωής του άλλαξε δραματικά. Παρά τα αμύθητα χρήματα που διέθετε, άρχισε να περιορίζει κάθε προσωπική δαπάνη. Εγκατέλειψε τα πολυτελή ρούχα, απέφευγε τις κοινωνικές εκδηλώσεις και επέλεξε μια ζωή αυστηρής λιτότητας — όχι από ανάγκη, αλλά από πεποίθηση.

Οι αφηγήσεις της εποχής μιλούν για έναν άνθρωπο που έφτασε στα άκρα για να αποφύγει το παραμικρό έξοδο. Προτιμούσε να αγοράζει τρόφιμα σε μεγάλες ποσότητες και να τα καταναλώνει για ημέρες, αδιαφορώντας για την ποιότητά τους. Ζούσε σε σπίτια που του ανήκαν, χωρίς όμως να τα συντηρεί, ενώ περπατούσε μεγάλες αποστάσεις για να μη χρησιμοποιεί μεταφορικά μέσα.

Παρότι διέθετε πάνω από 100 ακίνητα και τεράστια χρηματικά αποθέματα, ζούσε σαν να μην είχε τίποτα. Ακόμα και τα άλογά του χρησιμοποιούνταν μόνο όταν ήταν απολύτως απαραίτητο, προκειμένου να αποφεύγονται έξοδα συντήρησης.

Το 1774 εξελέγη στο βρετανικό κοινοβούλιο. Ακόμη κι εκεί, όμως, απέρριψε κάθε οικονομικό όφελος που συνόδευε τη θέση του. Για περισσότερα από δέκα χρόνια παρουσίας του στην πολιτική σκηνή, διατηρούσε τον ίδιο αυστηρό τρόπο ζωής, περιορίζοντας τα έξοδά του στο απολύτως ελάχιστο.

Παρά τη φήμη του ως ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους της εποχής του, ο Τζον Μέγκοτ έζησε με μόνιμο φόβο απώλειας των χρημάτων του. Έκρυβε ποσά σε διάφορα σημεία του σπιτιού του και περνούσε ώρες προσπαθώντας να θυμηθεί πού τα είχε τοποθετήσει.

Όταν έφυγε από τη ζωή το 1789, άφησε στους δύο γιους του μια τεράστια περιουσία, την οποία εκείνοι εξάντλησαν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν γνώρισε ποτέ τη μεταστροφή και τη συναισθηματική λύτρωση που συναντά κανείς στον λογοτεχνικό Σκρουτζ.

Μετά τον θάνατό του, ο Τζον Μέγκοτ αποτέλεσε σημείο αναφοράς για συγγραφείς και στοχαστές της εποχής, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου που αφιέρωσε τη ζωή του στη συσσώρευση πλούτου, χωρίς να απολαύσει ποτέ τα οφέλη του.

Η ιστορία του αποδεικνύει ότι πολλές φορές η λογοτεχνία δεν απέχει τόσο από την πραγματικότητα όσο νομίζουμε.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Δεκεμβρίου 2025

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.

Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ’  αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου,  με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού,
και με τον ήλιον όπου θα τα διαπεράση.

Ας υποθέσουμε πως είμαστε εκεί πέρα,
σε χώρες άγνωστες της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχτή κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της όλη μέρα.

Ας υποθέσουμε πως του καπέλλου ο γύρος

άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν
τα παντελόνια μας και με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε – σημαίες στον άνεμο χτυπούν –
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, – το τραγούδι να μοιάση
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής –
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και ψηλά τους ανθρώπους να διασκεδάση.

-Ἂς ὑποθέσουμε πὼς δὲν ἔχουμε φτάσει
στὸ μαῦρο ἀδιέξοδο, στὴν ἄβυσσο τοῦ νοῦ.
Ἂς ὑποθέσουμε πὼς ἤρθανε τὰ δάση
μ᾿ αὐτοκρατορικὴν ἐξάρτηση πρωινοῦ
θριάμβου, μὲ πουλιά, μὲ τὸ φῶς τ᾿ οὐρανοῦ,
καὶ μὲ τὸν ἥλιο ὅπου θὰ τὰ διαπεράσῃ.

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς εἴμαστε κεῖ πέρα,
σὲ χῶρες ἄγνωστες, τῆς δύσης, τοῦ βορρᾶ,
ἐνῷ πετοῦμε τὸ παλτό μας στὸν ἀέρα,
οἱ ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Γιὰ νὰ μᾶς δεχθῆ κάποια λαίδη τρυφερά,
ἔδιωξε τοὺς ὑπηρέτες της ὁλημέρα.

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς τοῦ καπέλου ὁ γῦρος
ἄξαφνα ἐφάρδυνε, μὰ ἐστένεψαν, κολλοῦν,
τὰ παντελόνια μας καί, μὲ τοῦ πτερνιστῆρος
τὸ πρόσταγμα, χιλιάδες ἄλογα κινοῦν.
Πηγαίνουμε — σημαῖες στὸν ἄνεμο χτυποῦν
ἥρωες σταυροφόροι, σωτῆρες τοῦ Σωτῆρος.

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς δὲν ἔχουμε φτάσει
ἀπὸ ἑκατὸ δρόμους, στὰ ὅρια τῆς σιγῆς,
κι ἂς τραγουδήσουμε, — τὸ τραγούδι νὰ μοιάσῃ
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγῆς —
τοὺς πυρροὺς δαίμονες, στὰ ἔγκατα τῆς γῆς,
καί, ψηλά, τοὺς ἀνθρώπους νὰ διασκεδάση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Δεκεμβρίου 2025
Η γυναίκα του είχε πεθάνει πριν από πολλά χρόνια και τα παιδιά του είχαν πια μεγαλώσει και είχαν φύγει από το σπίτι του. Δεν είχε πια κανένα κοντά του…
Είναι βράδυ παραμονής Χριστουγέννων. Ο μοναχικός ηλικιωμένος τσαγκάρης, μπαρμπα-Πανώφ, κατεβάζει από το ψηλό ράφι το παλιό καφέ βιβλίο, κάθεται στην αναπαυτική πολυθρόνα του και αρχίζει να διαβάζει…
Διαβάζει από το βιβλίο την ιστορία της γέννησης του Χριστού, την ιστορία δηλαδή των Χριστουγέννων. Καθώς διαβάζει, διάφορες σκέψεις περνούν από το μυαλό του…
Πόσο θα ήθελε να πρόσφερε ο ίδιος καταφύγιο στον Ιωσήφ,
τη Μαρία και τον νεογέννητο Χριστό!
Διαβάζοντας, όμως, για τους τρεις μάγους και τα πολύτιμα δώρα που έφεραν στον Χριστό, σκέφτεται με λύπη πως, αν ο Χριστός ερχόταν στο σπίτι του, ο ίδιος δεν θα είχε τίποτα να του δώσει.
Ξαφνικά, ένα χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του και τα μάτια του λάμπουν.Σηκώνεται από την πολυθρόνα του, πηγαίνει στο ψηλό ράφι και βρίσκει ένα σκονισμένο κουτί. Το ανοίγει και βγάζει από μέσα ένα ζευγάρι παιδικά παπούτσια.
Ήταν στ’ αλήθεια τα ωραιότερα παπούτσια που είχε ποτέ κάνει!
Αυτά θα του έδινε, αν ερχόταν στο σπίτι του!
Με την επιθυμία, λοιπόν, να τον επισκεπτόταν ο Χριστός και να του έδινε το δώρο του, ο μπαρμπα-Πανώφ αποκοιμήθηκε…
Ακούει τότε τον Χριστό να του λέει: «Μπαρμπα-Πανώφ, έχεις την επιθυμία να με δεις, να έλθω στο μαγαζάκι σου και να μου προσφέρεις κάποιο δώρο. Αύριο, λοιπόν, από το πρωί μέχρι το βράδυ να κοιτάζεις έξω στον δρόμο και θα με δεις να έρχομαι. Πρόσεξε να με αναγνωρίσεις!»
Χριστούγεννα! Ο μπαρμπα-Πανώφ ετοιμάζεται γρήγορα και βγαίνει από το σπίτι του να πάει στην εκκλησία για τη Λειτουργία των Χριστουγέννων. Όταν επιστρέφει, κάθεται στην πολυθρόνα του και περιμένει με ανυπομονησία την επίσκεψη του Χριστού…
Κοιτάζει συνεχώς από το παράθυρο, στέκει στην πόρτα, ψάχνει με το βλέμμα, μα μόνο χωριανούς του βλέπει, τους οποίους χαιρετά με καλοσύνη…
Καθώς περιμένει με αγωνία να συναντήσει τον Χριστό, προσφέρει φιλοξενία και ζεστασιά σε διάφορους περαστικούς. Πρώτα δέχεται στο σπίτι του τον γέρο οδοκαθαριστή που εργάζεται μέσα στην παγωνιά και του δίνει να πιει ένα φλιτζάνι καφέ, για να ζεσταθεί…
Στη συνέχεια φιλοξενεί μια νέα κουρασμένη γυναίκα με ένα βρέφος στην αγκαλιά. Ο μπαρμπα-Πανώφ τους προσφέρει φαγητό και παίρνει στην αγκαλιά του το μικρό παιδί. Βλέπει τα γυμνά ποδαράκια του μωρού και συγκινείται…
Αμέσως, σηκώνεται από την πολυθρόνα του, παίρνει το κουτί από το ράφι, βγάζει τα παπουτσάκια που προόριζε για τον Χριστό και τα χαρίζει στο μικρό παιδί… Η γυναίκα τον ευχαρίστησε πάρα πολύ, πήρε το παιδί στην αγκαλιά της και έφυγε…
Ο μπαρμπα-Πανώφ στάθηκε και πάλι στο παράθυρο και κοιτούσε να δει τον Χριστό…
Οι ώρες περνούσαν και οι άνθρωποι πηγαινοέρχονταν στον δρόμο. Όλους τους χαιρετούσε ο μπαρμπα-Πανώφ. Άλλους τους χαμογελούσε και στους ζητιάνους έδινε κάποιο νόμισμα ή ένα κομμάτι ψωμί. Ο Χριστός, όμως, δεν φαινόταν να έρχεται…
Ο μπαρμπα-Πανώφ ήταν πολύ λυπημένος. Με βαριά καρδιά κάθισε στην πολυθρόνα του και σκέφτηκε πως όλα τελικά ήταν μόνο ένα όνειρο…
Τότε ακούγεται η φωνή του Χριστού, για να του αποκαλύψει: «Εγώ είμαι που πεινούσα και μουέδωσες να φάω. Διψούσα και μου έδωσες να πιω. Κρύωνα και με πήρες μέσα και με ζέστανες… Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βοήθησες σήμερα, ήμουνα Εγώ! Εμένα βοήθησες. Εμένα δέχθηκες σήμερα, μπαρμπα-Πανώφ!»
«Ω, Θεέ μου», σιγομουρμούρισε ο γερο-τσαγκάρης,
με μάτια που έλαμπαν από χαρά και ευτυχία…
«Ήρθε τελικά! Ήταν εδώ, λοιπόν, όλη τη μέρα!»
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Δεκεμβρίου 2025

Σουηδία, 1941. Μια μητέρα κάθεται δίπλα στο κρεβάτι της κόρης της. Το κορίτσι καίγεται από πυρετό, παραληρώντας. «Πες μου μια ιστορία», ψιθυρίζει.
«Για ποιο πράγμα;» ρωτάει η μητέρα.
«Πες μου για την Πίπη Φακιδομύτη».
Η Άστριντ Λίντγκρεν δεν είχε απολύτως καμία ιδέα τι σήμαινε αυτό. Η κόρη της, η Κάριν, είχε μόλις εφεύρει ένα όνομα από το πουθενά. Αλλά η Άστριντ άρχισε να μιλάει ούτως ή άλλως – το εφηύρε καθώς προχωρούσε.
Περιέγραψε ένα κορίτσι με έντονες κόκκινε κοτσίδες και αταίριαστες κάλτσες. Ένα κορίτσι τόσο δυνατό που μπορούσε να σηκώσει ένα άλογο. Ένα κορίτσι που ζούσε μόνο του σε ένα σπίτι που ονομαζόταν Βίλα Βιλεκούλα με μια μαϊμού και ένα άλογο, χωρίς γονείς να της λένε τι να κάνει. Ένα κορίτσι που έτρωγε γλυκά για πρωινό, κοιμόταν με τα πόδια της στο μαξιλάρι και έλεγε στους ενήλικες «όχι» όποτε ήθελε.
Η Κάριν την αγαπούσε. Η Άστριντ συνέχιζε να εφευρίσκει περισσότερες ιστορίες για την Πίπη κάθε φορά που η κόρη της ρωτούσε.
Λίγα χρόνια αργότερα, η Άστριντ γλίστρησε στον πάγο και τραυμάτισε τον αστράγαλό της. Κατάκοιτη και βαριεστημένη, αποφάσισε να γράψει όλες τις ιστορίες της Πίπης ως δώρο γενεθλίων για την Κάριν. Τότε σκέφτηκε: ίσως θα έπρεπε να προσπαθήσω να το εκδώσω αυτό.

Οι εκδότες το απέρριψαν αμέσως.
Ο χαρακτήρας ήταν πολύ άγριος. Πολύ ασεβής. Πολύ ακατάλληλος. Ήταν στη Σουηδία του 1944, όπου τα παιδικά βιβλία αφορούσαν υπάκουα αγόρια και κορίτσια που μάθαιναν ηθικά μαθήματα. Η Πίπη Φακιδομύτη ήταν απόλυτο χάος – ένα παιδί που ζούσε χωρίς την επίβλεψη ενηλίκων, ψεύδονταν όταν της ταίριαζε, αψηφούσαν τους δασκάλους, πετούσαν σωματικά αστυνομικούς από τα παράθυρα, αρνούνταν να πάει σχολείο ή να ακολουθήσει κανόνες.
Οι κριτικοί αργότερα θα χαρακτήριζαν το βιβλίο επικίνδυνο, προειδοποιώντας ότι θα μάθαινε στα παιδιά να συμπεριφέρονται άσχημα.
Αλλά το 1945, ένας εκδότης – οι Ράμπεν και Σιόγκρεν – ρίσκαραν. Εξέδωσαν την Πίπη Φακιδομύτη.
Τα παιδιά τρελάθηκαν εντελώς γι’ αυτό.
Τέλος, να ένας χαρακτήρας που αντιπροσώπευε όλα όσα δεν τους επιτρεπόταν να είναι. Θορυβώδης. Ακατάστατη. Ελεύθερη. Ανεξάρτητη. Η Πίπη είχε περιπέτειες με τους δικούς της όρους, έπαιρνε τις δικές της αποφάσεις και φερόταν στους ενήλικες ως ίσους και όχι ως αυθεντίες που έπρεπε να φοβούνται.
Μερικοί ενήλικες τρομοκρατήθηκαν. Αλλά άλλοι ενήλικες – και εκατομμύρια παιδιά – είδαν κάτι επαναστατικό: μια ιστορία που αντιμετώπιζε τα παιδιά ως έξυπνους, ικανούς ανθρώπους που άξιζαν σεβασμό και αυτονομία.
Η Άστριντ συνέχισε να γράφει. Δημιούργησε τον Κάρλσον-στη-Στέγη, τον Εμίλ του Λένεμπεργκα, τη Ρόνια την Κόρη του Ληστή. Όλοι οι χαρακτήρες της αμφισβήτησαν την εξουσία, εμπιστεύονταν την κρίση τους και είχαν πλούσια συναισθηματική ζωή. Η Άστριντ δεν έγραφε ποτέ για τα παιδιά. Δεν απλοποιούσε τα συναισθήματά τους ούτε προσποιούνταν ότι η ζωή ήταν πάντα ευτυχισμένη. Τα βιβλία της ασχολούνταν με τη μοναξιά, τον φόβο, την αδικία, ακόμη και τον θάνατο – αλλά πάντα με σεβασμό στην ικανότητα των παιδιών να κατανοούν σύνθετα συναισθήματα.
Τα βιβλία της άρχισαν να αναδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο η σουηδική κουλτούρα αντιλαμβανόταν την παιδική ηλικία.
Μέχρι τη δεκαετία του 1970, η Άστριντ Λίντγκρεν δεν ήταν απλώς η πιο αγαπημένη συγγραφέας παιδικών βιβλίων της Σουηδίας – ήταν ένα πολιτιστικό είδωλο με πραγματική πολιτική δύναμη.
Το 1976, έγραψε ένα σατιρικό παραμύθι με τίτλο «Pomperipossa in Monismania» που δημοσιεύτηκε στη μεγαλύτερη εφημερίδα της Σουηδίας. Σαρκάζει το παράλογο φορολογικό σύστημα της χώρας χρησιμοποιώντας χιούμορ – περιγράφοντας μια συγγραφέα παιδικών βιβλίων που φορολογείται με πάνω από 100% του εισοδήματός της.
Το άρθρο εξερράγη σε εθνικό διάλογο. Πυροδότησε έντονη συζήτηση για τη φορολογική πολιτική. Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, η οποία είχε κυβερνήσει τη Σουηδία για πάνω από 40 χρόνια, έχασε τις εκλογές λίγο αργότερα – εν μέρει λόγω της φορολογικής συζήτησης που είχε πυροδοτήσει η σάτιρα της Άστριντ.
Είχε αποδείξει ότι η φωνή της μπορούσε να μετακινήσει βουνά.
Και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει αυτή τη δύναμη για κάτι που είχε σημασία ακόμη περισσότερο από τους φόρους.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Άστριντ έστρεψε την προσοχή της σε μια σκληρή πραγματικότητα που όλοι στη Σουηδία απλώς αποδέχονταν ως φυσιολογική: το χτύπημα των παιδιών ήταν νόμιμο.
Οι γονείς ξυλοκοπούσαν. Οι δάσκαλοι χρησιμοποιούσαν χάρακες και μπαστούνια στους μαθητές. Ονομαζόταν «πειθαρχία», όχι κακοποίηση. Έτσι γίνονταν πάντα τα πράγματα.
Η Άστριντ Λίντγκρεν πίστευε ότι ήταν βία εναντίον των πιο ανυπεράσπιστων ανθρώπων στην κοινωνία. Και πίστευε ότι έπρεπε να σταματήσει.
Άρχισε να μιλάει παντού – εφημερίδες, τηλεόραση, δημόσιες ομιλίες, συνεντεύξεις. Έγραφε άρθρα. Εμφανιζόταν σε εθνικά προγράμματα. Χρησιμοποίησε κάθε ίχνος της φήμης της για να υποστηρίξει ένα απλό σημείο: το χτύπημα, διδάσκει στα παιδιά, ότι η βία είναι αποδεκτή. Η σωματική τιμωρία δεν δημιουργεί καλύτερη συμπεριφορά – δημιουργεί φόβο, ντροπή και δεν του διδάσκει τα παιδιά πως να κάνουν το σωστό.
Η Σουηδία την άκουσε.
Το 1979, η Σουηδία έγινε η πρώτη χώρα σε ολόκληρο τον κόσμο που απαγόρευσε νόμιμα τη σωματική τιμωρία των παιδιών.
Οι γονείς δεν μπορούσαν πλέον νόμιμα να χτυπούν τα παιδιά τους. Οι δάσκαλοι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούν σωματική τιμωρία στα σχολεία. Ο νόμος δεν ποινικοποιούσε τους γονείς, αλλά καθιέρωσε μια απόλυτη αρχή: τα παιδιά έχουν το δικαίωμα προστασίας από τη βία, ακόμη και από τους ίδιους τους γονείς τους.
Ήταν επαναστατικό. Καμία χώρα δεν το είχε κάνει ποτέ πριν.
Και η υπεράσπιση της Άστριντ Λίντγκρεν ήταν απολύτως κρίσιμη για να γίνει αυτό πραγματικότητα.
Δεν σταμάτησε εκεί. Αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των ζώων, την προστασία του περιβάλλοντος και την ανθρώπινη μεταχείριση των ζώων εκτροφής. Χρησιμοποίησε την πλατφόρμα της για να ωθήσει την Σουηδία να γίνει μια πιο συμπονετική κοινωνία – για τα παιδιά, για τα ζώα, για οποιονδήποτε ευάλωτο.
Η Άστριντ συνέχισε να γράφει μέχρι τα ογδόντα της. Δημοσίευσε πάνω από 100 βιβλία που μεταφράστηκαν σε περισσότερες από 100 γλώσσες. Η Πίπη Φακιδομύτη έγινε παγκόσμιο σύμβολο – ένα σύμβολο ανεξαρτησίας και χαράς από την παιδική ηλικία που αναγνωρίζεται σε κάθε ήπειρο.
Όταν η Άστριντ Λίντγκρεν πέθανε το 2002 σε ηλικία 94 ετών, η Σουηδία την θρήνησε σαν αγαπημένη εθνική γιαγιά. Η σουηδική βασιλική οικογένεια παρευρέθηκε στην κηδεία της. Χιλιάδες άνθρωποι παρατάχθηκαν στους δρόμους. Η τελετή μεταδόθηκε ζωντανά σε όλη τη χώρα.
Αλλά η πραγματική της κληρονομιά ήταν αυτό που άλλαξε.
Η απαγόρευση της σωματικής τιμωρίας στη Σουηδία το 1979 επηρέασε ολόκληρο τον κόσμο. Σήμερα, περισσότερες από 60 χώρες έχουν ακολουθήσει το παράδειγμα της Σουηδίας και έχουν απαγορεύσει το χτύπημα των παιδιών. Αυτός ο αριθμός αυξάνεται κάθε χρόνο.
Και αμέτρητα εκατομμύρια παιδιά μεγάλωσαν διαβάζοντας για την Πίπη, τον Εμίλ, τη Ρόνια και τον Κάρλσον – χαρακτήρες που τους έδειξαν ότι το να είσαι παιδί δεν σήμαινε ότι είσαι ανίσχυρος, άφωνος ή λιγότερο σημαντικός από τους ενήλικες.
Σκεφτείτε τι πραγματικά κατάφερε η Άστριντ Λίντγκρεν.
Δημιούργησε την Πίπη Φακιδομύτη το 1941 για να διασκεδάσει την άρρωστη κόρη της. Αυτό το κορίτσι με τις κόκκινες κοτσίδες και την υπεράνθρωπη δύναμη έγινε ένας από τους πιο αναγνωρισμένους χαρακτήρες στην παιδική λογοτεχνία παγκοσμίως.
Αλλά το πραγματικό επίτευγμα της Άστριντ ήταν η κατανόηση ότι αν πρόκειται να γράψεις ιστορίες όπου τα παιδιά έχουν αξιοπρέπεια, πρέπει να αγωνιστείς για να χτίσεις έναν κόσμο όπου πραγματικά έχουν.
Έγραψε βιβλία που σεβόντουσαν τα παιδιά. Στη συνέχεια, βοήθησε στη δημιουργία νόμων που τα προστάτευαν.
Η Σουηδία έγινε η πρώτη χώρα που έθεσε αυτόν τον σεβασμό στο νόμο.
Επειδή μια συγγραφέας πίστευε ότι τα παιδιά άξιζαν κάτι καλύτερο – και αρνήθηκε να μείνει σιωπηλή μέχρι να συμφωνήσει ο κόσμος. Η Άστριντ Λίντγκρεν απέδειξε ότι ο σεβασμός στα παιδιά δεν ήταν απλώς μια καλή αφήγηση. Ήταν μια καλή πολιτική. Ήταν δικαιοσύνη. Ήταν απαραίτητο.
Και όλα ξεκίνησαν με ένα κοριτσάκι με πυρετό που ζητούσε από τη μητέρα της να της πει για έναν χαρακτήρα με ένα αστείο όνομα.
Έτσι ξεκινούν οι επαναστάσεις.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Δεκεμβρίου 2025

Φεγγάρι του Δεκέμβρη
*
Με ξενυχτά πάλι απόψε, όπως παλιά,
τούτο τ’ ολόγιομο φεγγάρι του Δεκέμβρη
τις νύχτες, που αστερόσκονης φιλιά,
το βλέμμα έψαχνε αλαφιασμένο,
να εφεύρει.
*
Φρουρός της νύχτας φάρος λαμπερός,
το παγωμένο σύμπαν μου θωπεύει
κι όσες σιωπές κι όσες πληγές
κρύβει ο καιρός,
ο δίσκος του, καθρέφτης που μαγεύει.
*
Είν’ οι ανάσες μου βουβές μόνο και μόνο,
ν’ αφουγκραστώ τί ψιθυρίζει η ψυχή,
τούτη την ώρα που πεθαίνει και γεννιέται απ’ τον πόνο,
η πίστη στην αγάπη, η προσμονή
κι η αντοχή.
*
Στο φως του, αναθαρρούν οι προσδοκίες
κι ένα ταξίδι στ’ όνειρο ταμένο,
αχαρτογράφητο, βορά στις τρικυμίες,
του πόθου της ψυχής απωθημένο,
του “πρέπει” και του “μή”, θύμα θαμμένο,
τολμά ν’ αναδυθεί απ’ τη λησμονιά,
πορεία δίχως φόβο να χαράξει,
στο πέλαγος με όρτσα τα πανιά
να ξανοιχτεί και της καρδιάς η παγωνιά,
ζωή μια νύχτας να γευτεί
και ας βουλιάξει.

Από Παρασκευή Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2025

Μπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα

και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ..
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ..
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω..μερικές φορές..
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2025

Οδυσσέας Ελύτης

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ’ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.
Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’ αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ’ τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:
Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!
……
Πίνοντας ήλιο κορινθιακό
Διαβάζοντας τα μάρμαρα
Δρασκελίζοντας αμπέλια θάλασσες
Σημαδεύοντας με το καμάκι
Ένα τάμα ψάρι που γλιστρά
Βρήκα τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει
Τη ζωντανή στεριά που ο πόθος χαίρεται
Ν’ ανοίγει.

Πίνω νερό κόβω καρπό
Χώνω το χέρι μου στις φυλλωσιές του ανέμου
Οι λεμονιές αρδεύουνε τη γύρη της καλοκαιριάς
Τα πράσινα πουλιά σκίζουν τα όνειρά μου
Φεύγω με μια ματιά
Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται
Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Οκτωβρίου 2025

“Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά
στην αγορά, στο Λαύριο
Είμαι μεγάλος, με τιράντες και γυαλιά
κι όλο φοβάμαι το αύριο

Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά;
Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα.
Και μας κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά
όταν ξυπνούν στις δύο η ώρα

Ζούμε μέσα σ’ ένα όνειρο που τρίζει
σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας
μα ο χρόνος ο αληθινός
σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος
μα ο χρόνος ο αληθινός
είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός

Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά
μα ούτε και στους μεγάλους
πάει καιρός που έχω μάθει ξαφνικά
πως είμαι ασχημοπαπαγάλος

Πώς να τα κρύψεις όλα αυτά;
Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλοι.
Και σε κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά
όταν γυρνάς μέσα στην πόλη

Ζούμε μέσα σ’ ένα όνειρο που τρίζει
σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας
μα ο χρόνος ο αληθινός
σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος
μα ο χρόνος ο αληθινός
είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός”

 

“Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια
και με τους φίλους τους παλιούς
τριγυρνάμε στα σκοτάδια
κι όμως εσύ δε μας ακούς

Δε μας ακούς που τραγουδάμε
με φωνές ηλεκτρικές
μες στις υπόγειες στοές
ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε
τις βασικές σου τις αρχές

Ο πατέρας μου ο Μπάτης (Απρόσιτη μητέρα μορφή από χώμα και ουρανό
ήρθε απ’ τη Σμύρνη το `22 ( θα χαθώ απ’ τα μάτια σου τα δυο)
κι έζησε πενήντα χρόνια (μες στον κόσμο)
σ’ ένα κατώι μυστικό (σαν πρόσφυγας σ’ ένα κατώι μυστικό)

Σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε (αν αγαπούνε)
τρώνε βρωμικο ψωμί (τρώνε βρωμικο ψωμί)
(του λόγου σου οι πιστοί)
κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε (κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή)
υπόγεια διαδρομή

Χθες το βράδυ είδα ένα φίλο
σαν ξωτικό να τριγυρνά
πάνω στη μοτοσικλέτα
και πίσω τρέχανε σκυλιά

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα
βάλε στα ρούχα σου φωτιά (σαν τον Μάρκο)
βάλε στα όργανα φωτιά ( βάλε στα όργανα φωτιά)
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα (να κλείσει η λαβωματιά μα τιναχτεί σαν μαυρο πνευμα)
η τρομερή μας η λαλιά (η τρομερή μας η λαλιά)*

 

“Να μας πάρεις μακριά

να μας πας στα πέρα μέρη

φύσα θάλασσα πλατιά
φύσα αγέρι φύσα αγέρι
να να να να να να
Να μας πάρεις μακριά…”
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Οκτωβρίου 2025

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι

Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια
ο καιρός
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές
ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε —σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη—
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη
Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις
Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας
Μια που υπάρχει αλλού
Καταπράσινη πεδιάδα πέρ’ από το γέλιο σου ώς τον ήλιο
Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ’ αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
Ένα θολό συναίσθημα
Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν κι απομακρύνονται

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
Το φως στον άσπιλο ουρανό
Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική
Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως
Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
Που δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα
του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ’ άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα
και λόγια
Λόγια όχι σαν τ’ άλλα μα κι αυτά μ’ ένα μοναδικό τους προορισμόν:
Εσένα!

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Σεπτεμβρίου 2025

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου να χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.