Παραμύθια

Γιάννα στις 2 Μαρτίου 2017
Νονά του Μάρτη είναι η χαριτωμένη Άνοιξη. Τον βάφτισε μαζί με τα πρώτα χελιδόνια και κέρασε τους προσκεκλημένους παγωτό από το τελευταίο χιόνι των βουνών με αγριόμελο και τροπικά φρούτα.Το τρίτο και το πιο παράξενο παιδί της μητέρας Φύσης. Μια γελάει και μια κλαίει….
Ο Μάρτης μόλις μεγάλωσε άρχισε να τρέχει πάνω στις κορυφές των βουνών, στους κάμπους και στα λιβάδια. Ο ήλιος από τον ουρανό τον ακολουθούσε και έπαιζε μαζί του.
Από το πολύ το τρέξιμο και το παιχνίδι, ίδρωνε και τότε, κάνοντας αέρα για να δροσιστεί, φώναζε: Ούφ!! Ζεσταίνομαι!!
Ο ήλιος ακούγοντας τη γκρίνια του έφευγε τρέχοντας.
Τότε ερχόταν ο βοριάς να τον δροσίσει, ερχονταν και τα συννεφάκια κι η βροχή που δρόσιζαν το Μάρτη.
Ο Μάρτης για μια δυο ώρες ήταν ευχαριστημένος.
Αλλά μετά από λίγο άρχιζε να κρυώνει.
- Αχ κρυώνω!! Αχ παγώνω!! Φώναζε κλαίγοντας.
Ήλιε μου, έλα, Ήλιε μου, να με ζεστάνεις!!
Και πάλι έτρεχε ο ήλιος κοντά του.
Τέλος πάντων αυτός ο Μάρτης δεν ξέρει τι θέλει και τι γυρεύει! Φώναζαν νευριασμένα μερικά χελιδόνια, που εκείνη την ώρα πετούσαν και γυρνούσαν πάλι πίσω από τις μακρινές χώρες που είχαν πάει για να ξεχειμωνιάσουν…
Το Μάρτη τον πεντάγνωμο όπου γελά και κλαίει, θα τόνε τιμωρήσουμε ψέματα να μη λέει του φώναζαν τιτιβίζοντας …
Γιάννα στις 19 Φεβρουαρίου 2017

Σε μια χώρα μακρινή, στη χώρα του ΖήσεΓέλα, ετοιμάζονται όλοι να υποδεχτούν την Αποκριά. Το Κάστρο των γιορτών ετοιμάστηκε, στολίστηκε με τα πολύχρωμα σημαιάκια του και άνοιξε τις βαριές ξύλινες πόρτες του για να καλωσορίσει μασκαράδες από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης.
Μέρες τώρα οι πιο ξακουστοί ζαχαροπλάστες και οι πιο προκομμένες μαγείρισσες ετοιμάζουν ζαχαρωτά και λιχουδιές που όμοιά τους κανείς δεν έχει ξαναφάει! Κατασκευαστές του περίφημου χυμού από μούρα και σταφύλι γεμίζουν τις τεράστιες γυάλινες κανάτες που θα κρατήσουν φρέσκο και δροσερό τον χυμό του Καρναβαλιού. Ξυλοπόδαροι, ακροβάτες, θεατρίνοι, σχοινοβάτες, τροβαδούροι, μουζικάντηδες φθάνουν από στιγμή σε στιγμή με σκοπό να διασκεδάσουν και τον πιο απαιτητικό μασκαρά. Άλλωστε ποιος δεν θέλει να έρθει σε τούτη τη μαγική χώρα.
Και μάλιστα μέσα στην Αποκριά! Ποιος δεν θέλει να γνωρίσει τη χώρα του Ζήσε Γέλα! Εκεί όπου όλοι γελούν, τραγουδούν και προπαντός ζουν μονοιασμένοι κι αγαπημένοι. Δίχως διαφορές και τσακωμούς… Δίχως γκρίνιες και καημούς…
Όμως, τώρα τελευταία, μια επίμονη και δυνατή γκρίνια έχει σκεπάσει τον καθαρό ουρανό της ΖήσεΓέλα. Μια γκρίνια τόσο δυνατή που όπου και να σταθείς στη χώρα ακούς όλους τους μεγάλους να γκρινιάζουν. Θαρρείς και κάποιος την έστειλε επίτηδες μέσα στις μέρες του Καρναβαλιού. Γκρίνια από δω! Γκρίνια από κει! Ακόμα και οι ήσυχες γιαγιούλες της γειτονιάς γκρινιάζουν για το καθετί.
«Οι βελόνες μου σκούριασαν! Πώς θα ράψω τη στολή του εγγονού μου;», γκρίνιαζε η μία… «Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό το ύφασμα. Δεν θα επιτρέψω ποτέ στην εγγονή μου να ντυθεί βασίλισσα του φεγγαριού», γκρίνιαζε η άλλη…
Αν πεις για τις μαμάδες, γκρίνιαζαν κι αυτές τόσο επίμονα που τα παιδιά έκλειναν τα αυτιά τους για να μην τις ακούν.
«Το Καρναβάλι είναι ό, τι πιο βαρετό υπάρχει. Δεν χρειάζεται να ντυθείς μασκαράς», γκρίνιαζε η μαμά του Πέτρου.
«Δεν μου αρέσει το κομφετί! Πέφτει σε όλο το σπίτι σαν σμήνος από ακρίδες!», γκρίνιαζε η μαμά της Ελένης. Η γκρίνια όλο και απλωνόταν στους παππούδες, στους μπαμπάδες, στις δασκάλες, στον γιατρό, στον μανάβη, στον φούρναρη, στον ταχυδρόμο… Παντού γκρίνια!
Τα παιδιά δεν έχασαν καιρό κι έτσι αποφάσισαν να ζητήσουν βοήθεια από τον Πολύχρωμο Πιερότο, τον μεγαλύτερο και σπουδαιότερο διοργανωτή του Καρναβαλιού. Ο Πολύχρωμος Πιερότος μόλις έμαθε τα κατορθώματα της γκρίνιας και την αγωνία των παιδιών έτρεξε αμέσως κοντά τους. Η άφιξή του εντυπωσιακή. Τα μαλλιά του χρυσά σαν το στάχυ, το πρόσωπό του μακιγιαρισμένο με ένα πλατύ χαμόγελο και η στολή του τυλιγμένη με τα πιο έντονα χρώματα της Αποκριάς. Δεν πρόλαβε να πατήσει το πόδι του και τα παιδιά αναστατωμένα χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους.
«Σκούρα τα πράγματα», είπε λυπημένη η μικρή Δάφνη.
«Κοντεύουμε να χάσουμε το Καρναβάλι…», πρόσθεσε ο μικρός Στέφανος.
«Η μαμά μου έκρυψε τη στολή του Ινδιάνου!», φώναξε έξαλλος ο Μάρκος.
Ο Πιερότος άκουγε με υπομονή τα παράπονα των παιδιών και με αυστηρό τόνο στην φωνή τους είπε:
«Παιδιά! Έχετε καταλάβει τι κάνετε; Έχετε καταλάβει ότι κι εσείς τώρα γκρινιάζετε; Δώστε τα χέρια κι ελάτε να βρούμε μια λύση!».
Πόσο δίκιο είχε! Τα προβλήματα των μεγάλων έγιναν τώρα και προβλήματα των μικρών. Έπρεπε να βρεθεί γρήγορα μια λύση αλλιώς η χώρα του ΖήσεΓέλα θα γινόταν σύντομα η χώρα της ΚακιάςΓκρίνιας!
«Και πώς θα βρούμε λύση;», αναρωτήθηκε ο μικρός Αλέξης.
«Πρώτα πρώτα θα πρέπει να μη νιώθετε αδύναμοι. Να σταθείτε καλά στα πόδια σας, να δώσετε τα χέρια και τότε να πείτε το μαγικό ξόρκι».
«Ποιο μαγικό ξόρκι;», φώναξαν όλα τα παιδιά μαζί.
«Το μαγικό ξόρκι της Αποκριάς!», απάντησε δυναμικά ο Πιερότος και συνέχισε:
«Όμως, για να γίνει αυτό πρέπει να πιστέψετε πρώτα στον εαυτό σας. Αλλιώς το μαγικό ξόρκι δεν θα πιάσει ποτέ!».
Τα παιδιά ακολούθησαν τις συμβουλές του Πιερότου και με ορμή σηκώθηκαν όρθια σχηματίζοντας έναν κύκλο. Έδεσαν τα χέρια σφιχτά κι έτσι ξεκίνησαν να λένε το μαγικό ξόρκι. Έμοιαζε με ένα τραγούδι αγάπης.
Το τραγούδι εκείνο που θα έδιωχνε την γκρίνια και θα έφερνε πάλι την αισιοδοξία στη χώρα του ΖήσεΓέλα.
Χαμόγελο χαρίζω
αγάπη τραγουδώ
την γκρίνια εγώ ξορκίζω
να φύγει από δω.
Να φύγει από τη χώρα
που ξέρει να γελά
για να χαρούμε όλοι
την τρελή Αποκριά.
Τρεις φορές ήταν αρκετές για να πιάσει το μαγικό ξόρκι. Ο Πολύχρωμος Πιερότος χοροπηδούσε από χαρά όταν ξαφνικά σε όλη τη χώρα ακούστηκαν γέλια και χαρές. Φωνές αλλιώτικες, αισιόδοξες και γιορτινές. Οι μεγάλοι πέταξαν επιτέλους από πάνω τους την γκρίνια κι έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά για τη μεγάλη γιορτή. Τα παιδιά, ντυμένα πια στις αποκριάτικες στολές τους, σκόρπισαν σερπαντίνες και κομφετί σε κάθε γωνιά της χώρας.
Το Καρναβάλι αρχίζει!
Το μαγικό ξόρκι της Αποκριάς κερδίζει!
Τα παιδιά ξέρουν πια πως με πείσμα, χαμόγελο κι αγάπη κερδίζονται τα πάντα.
Γιατί τα παιδιά είναι οι νικητές του Καρναβαλιού!

ΜΑΡΩ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

(Περιοδικό Παράθυρο στην Εκπαίδευση του Παιδιού, τεύχος 85)

 

Γιάννα στις 19 Φεβρουαρίου 2017

Ένας άνθρωπος ενδιαφερόταν πολύ να γνωρίσει τον εαυτό του και ν’ ανακαλύψει τις υπέρτατες αλήθειες της ζωής.
Σ’ όλη του τη ζωή αναζητούσε έναν φωτισμένο άνθρωπο που θα του έδινε κι εκείνου τα φώτα του.
Πήγαινε απ’ τον ένα δάσκαλο στον άλλον, όμως, έμενε στην ίδια κατάσταση.
Πέρασαν πολλά χρόνια αναζήτησης, κι ο άνθρωπος ήταν πια κουρασμένος· εξαντλημένος.
Τότε, μια μέρα, ένας γέροντας από ένα μικρό ορεινό χωριό, του είπε:
«Αν στ’ αλήθεια θέλεις να βρεις το δάσκαλό σου, πρέπει να πας στο Νεπάλ. Εκεί ζει ένας άνθρωπος που έχει φήμη μεγάλου σοφού. Κανένας δεν ξέρει πού ακριβώς βρίσκεται – είναι μυστήριο. Θα πρέπει να τον βρεις μόνος σου, αλλά ένα είναι το σίγουρο: δεν θα είναι εύκολο. Όσοι τον αναζήτησαν είπαν ότι όταν κάποιος πλησίαζε τον τόπο του, εκείνος έφευγε και χωνόταν ακόμα πιο βαθιά μέσα στα βουνά.
Ο άνθρωπος ένιωθε να γερνά, όμως οπλίστηκε με θάρρος και ξεκίνησε.
Δύο χρόνια ταξίδευε με καμήλες, με άλογα, και τελικά με τα πόδια, ώσπου να φτάσει στο σημείο εκείνο, στη βάση του βραχώδους όγκου του Νεπάλ.
Κι από πού να ξεκινήσει το ψάξιμο;
Ο κόσμος του έλεγε:
«Ναι, τον γνωρίζουμε τον γέροντα. Είναι τόσο γέρος…»
«Αδύνατο να καταλάβεις την ηλικία του. Μπορεί να είναι τριακοσίων ετών, πεντακοσίων… Κανείς δεν ξέρει.»
«Ζει κάπου εδώ, πράγματι, όμως δεν ξέρουμε ακριβώς το μέρος… Κανένας δεν ξέρει με ακρίβεια.»
«Κάπου εδώ θα τριγυρίζει. Αν ψάξεις συστηματικά θα τον βρεις».
Ο άνθρωπος έψαχνε, έψαχνε, έψαχνε…
Δύο ολόκληρα χρόνια τριγυρνούσε στο Νεπάλ κατάκοπος, αδυνατισμένος, τρώγοντας άγρια φρούτα, φύλλα και αγριόχορτα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Θα ήταν πολύ ήπιο αν λέγαμε ότι έχασε «πολλά», γιατί μάλλον τα είχε χάσει «όλα». Ωστόσο, ήταν αποφασισμένος να βρει εκείνον τον άνθρωπο.
Για να πάρει θάρρος έλεγε με το νου του ότι για να είναι τόσο δύσκολο να βρεθεί κάποιος, σίγουρα θ’ αξίζει τον κόπο.
«Ακόμα κι αν σου κοστίσει τη ζωή σου;» τον ρώτησε ένα απόγευμα κάποιος χωρικός.
«Ακόμα κι έτσι» απάντησε.
«Είσαι τρελός» είπε ο χωρικός, «αλλά αν αυτό θέλεις… Λένε ότι υπάρχει ένας πολύ σοφός δάσκαλος που ζει σε μια καλύβα πάνω σ’ εκείνο το βουνό… Λένε ακόμα ότι η ανάβαση είναι θανατηφόρα.»
Μάζεψε τις τελευταίες του δυνάμεις και σκαρφάλωσε στην κορυφή. Παλεύοντας με τα βράχια, με κουρελιασμένα και τα τελευταία απομεινάρια των ρούχων του, σκελετωμένος, διψασμένος, βρόμικος και πληγιασμένος έφτασε σ’ ένα μικρό αχυρένιο καλύβι.
Έρποντας σχεδόν, έσπρωξε τη σαραβαλιασμένη πόρτα…
Τότε είδε πεσμένο στο έδαφος το ακίνητο σώμα ενός γέροντα.
Πλησίασε και κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο δάσκαλος…
Όμως, είχε φτάσει αργά. Ο γέρος ήταν νεκρός.
Ο άνθρωπος κατέρρευσε κυριολεκτικά δίπλα στο παγωμένο σώμα του φωτισμένου δασκάλου, τσακισμένος από την κούραση, τον πόνο, την απογοήτευση.
Δυο μέρες και δυο νύχτες έκλαιγε χωρίς να κουνηθεί από εκεί, και την τρίτη μέρα σηκώθηκε και βγήκε να πιει λίγο νερό.
Στάθηκε κάτω από τον ήλιο κι ανάσανε τον δροσερό αέρα των βουνών.
Οι σκέψεις είχαν εξαφανιστεί χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Δεν είχε κάνει τίποτα, δεν είχε πετύχει τίποτα και δεν του έμενε τίποτα να κάνει.
Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό ένιωσε ανακουφισμένος, γαλήνιος, χωρίς επείγουσες ανάγκες…
Κι ένιωσε ξάφνου να γεμίζει με φως η ψυχή του.
Ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοια ευτυχία!
Ένας μικρός, ανεπαίσθητος θόρυβος του έδωσε να καταλάβει ότι δεν ήταν μόνος.
Καθώς στράφηκε, τον είδε.
Πίσω του στεκόταν ο γέρος δάσκαλος. Ο φωτισμένος. Τον κοίταζε χαμογελώντας.
Ύστερα από λίγο του είπε:
«Ώστε έφτασες τελικά. Θέλεις να με ρωτήσεις κάτι;»
Και ο άνθρωπος που τόσο τον είχε αναζητήσει, απάντησε:
«Όχι».
Και γέλασαν και οι δυο τους με γέλια τρανταχτά που αντηχούσαν στα φαράγγια…

 

Γιάννα στις 28 Ιανουαρίου 2017

Γύρω από εκείνον ήταν συγκεντρωμένοι σαν ζωηρό μελίσσι οι μαθητές του. Κάποιος, ένας νεαρός που μοιραζόταν την ίδια λάμψη στα μάτια, του είπε:

«Δάσκαλε, κοίταξα ξανά τα σχέδιά μου και έκανα κάποιες διορθώσεις στις αναλογίες. Τώρα νομίζω ότι έχω υπολογίσει σωστά και με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια τις αποστάσεις που χωρίζουν τη Γη από τον Ήλιο και τη Σελήνη».

«Νομίζω, Αναξίμανδρε, ότι δε θα έχεις πέσει έξω στους υπολογισμούς σου. Μπορείς, λοιπόν, να μας τους παρουσιάσεις αύριο, την ώρα που θα μελετάμε αστρονομία», του αποκρίθηκε ο Θαλής.

Ο Μέλισσος δεν μπόρεσε να μη θαυμάσει το δάσκαλο και το μαθητή, που από εκείνη τη μικρή γωνία του σύμπαντος κατόρθωναν ήδη να μετρούν τις αποστάσεις ανάμεσα στη Γη και στη Σελήνη, στη Γη και στον Ήλιο…

Τότε ο Θαλής είδε το Μέλισσο, που στεκόταν λίγο παράμερα από τους μαθητές του και παρακολουθούσε.

«Φίλε μου, τι κάνεις;» τον ρώτησε αμέσως πηγαίνοντας προς το μέρος του. «Πάει πολύς καιρός!»

«Όμως, Θαλή, δε σε λησμονώ ποτέ. Όχι ύστερα από εκείνο που συνέβη τότε…»
«Είναι πολύ ωραία εδώ, στη Σχολή σου, Θαλή!» είπε με θαυμασμό ο Μέλισσος. «Tόσοι νέοι μαθητές που, όπως κι εσύ, αποζητούν τη γνώση για τη γνώση. Και μαθαίνουν τόσα πράγματα, για την αστρονομία, για τα μαθηματικά, ακόμα και για το πώς πρέπει να κυβερνιούνται οι πολιτείες»

«Πάνω απ’ όλα μαθαίνουν να μαθαίνουν!» είπε ο Θαλής
«Μαθαίνουν και να αποζητούν τη γνώση και να την κατακτούν βήμα βήμα», πρόσθεσε ο
Μέλισσος και συνέχισε: «Όπως εκείνος ο αλλοτινός Οδυσσέας είχε την Ιθάκη του, έτσι και για τους νέους που έρχονται εδώ η Ιθάκη είναι η , γνώση. Εγώ, βλέπεις, Θαλή, είμαι ταξιδιώτης και από αυτή τη σκοπιά τα βλέπω τα πράγματα».

«Έτσι είναι, Μέλισσε», αποκρίθηκε ο Θαλής.

Κι έπειτα πρόσθεσε: «Να, βλέπεις εκείνον το νέο εκεί πέρα; Τον λένε Αναξίμανδρο και είναι εδώ και τρία χρόνια περίπου μαθητής μου. Ήδη ανακάλυψε σπουδαία πράγματα κι έχει αναπτύξει μια δική του θεωρία… Ξέρεις τι υποστηρίζει; Ότι έχει δίκιο ο Όμηρος να λέει πως η ζωή γεννήθηκε στη θάλασσα. Ο Αναξίμανδρος όμως προχωρεί ακόμα περισσότερο και υποστηρίζει πως ο μακρινός πρόγονος όλων των ανθρώπων ήταν ένα υδρόβιο ζώο, κάποιο είδος ψαριού. Και ότι στο πέρασμα πολλών, αναρίθμητων, χιλιάδων χρόνων αυτό το θαλάσσιο ζώο βγήκε στη στεριά και σιγά σιγά συνήθισε να ζει σε αυτή κι έγινε το πρώτο στεριανό ζώο. Και από το πρώτο αυτό στεριανό ζώο
προέρχονται όλα τα όντα που ζουν σήμερα στη στεριά και, βέβαια, κι εμείς οι άνθρωποι μαζί…
Α, να το θυμάσαι το όνομα του Αναξίμανδρου, Μέλισσε. Είναι ήδη σοφός, κι ας είναι τόσο νέος. Κάποια μέρα ελπίζω να με διαδεχτεί εδώ, στη Σχολή μου».

ο Μέλισσος σώπασε για λίγο συλλογισμένος. Έπειτα είπε:

«Παράξενα μου φαίνονται όλα αυτά που μου λες, Θαλή. Αλλά, βέβαια, γι’ αυτό σε λένε σοφό, και πιστεύω κι εγώ πως είσαι. Και αυτός είναι και ο λόγος που βρίσκομαι σήμερα εδώ. Ήρθα για τη σοφία σου, Θαλή».

«Εγώ, Μέλισσε», αποκρίθηκε ο Θαλής, «δεν είπα ποτέ σοφό τον εαυτό μου. Έτσι με είπαν άλλοι. Όμως εγώ γνωρίζω πως είναι δύσκολη για τους ανθρώπους η σοφία και συχνά συμβαίνει όσο πιο κοντά της νομίζει κάποιος ότι βρίσκεται τόσο πιο πολύ αυτή να του ξεφεύγει και να ξεμακραίνει…»

Ο πιο σοφός απ’όλους 
ΟΥΡΑΝΙΑ ΤΟΥΤΟΥΝΤΖΗ

Γιάννα στις 25 Ιανουαρίου 2017

Το παραμύθι που ακολουθεί είναι κεφαλονίτικη παραλλαγή μιας παλαιάς λαϊκής αφήγησης. Ανήκει στον ευρύ τύπο των διηγηματικών ή κοσμικών παραμυθιών, τα οποία αναφέρονται στις περιπέτειες των ανθρώπων χωρίς να χρησιμοποιούν υπερφυσικά στοιχεία. Ειδικότερα, το συγκεκριμένο παραμύθι κατατάσσεται στην κατηγορία των διδακτικών παραμυθιών που, όπως παρατηρεί ο Δ. Λουκάτος, «έχουν πάντα μέσα τους μια διάθεση για διδασκαλία».

Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το ’χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει· ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.

Oπού κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας ασπρομάλλης γέροντας φτωχός, που ήτανε όμως σοφός κι ήξερε από γιατρικά. Του είπανε λοιπόν για το βασιλιά, κι ανέβηκε να τον δει. «Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;», τον ρώτησε. «Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνου στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ». «Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;» «Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και καρφάκι δε μου καίεται για κανέναν!» «Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;» «Oύτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό,τι γυρέψω, το βλέπω μπροστά μου!…».

Σκέφτηκε, σκέφτηκε λίγο ο γέροντας, ύστερα γυρίζει και λέει του βασιλιά: «Άκουσε, βασιλιά μου: Καθώς βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».

Από την ίδια μέρα ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στους φουρναραίους του παλατιού να ζυμώσουν και να του ψήσουν «το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!». Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες σ’ όλο το βασίλειο, ποιος θα κάμει στο βασιλιά το πιο γλυκό ψωμί! Ζύμωσαν με ζάχαρη κι ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά και του τα ’φερναν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα κανένα απ’ όλα εκείνα τα ψωμιά δεν άνοιγε την όρεξη στο βασιλιά. Oύτε κι ήθελε να τα φάει. Το ’να του μύριζε, τ’ άλλο του βρομούσε. Ώσπου μια μέρα, έξω φρενών ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.

«Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!», του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε. «Γιατί, βασιλιά μου;», τον ρώτησε ο γέροντας. «Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!» «Μπα;», έκαμε ο γέροντας. «Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!» O βασιλιάς ήταν πάλι έτοιμος ν’ αγριέψει, μα είδε το γέρο που κάτι συλλογιζότανε, και περίμενε.

«Άκουσε, βασιλιά μου», του λέει ο γέροντας ύστερ’ από λίγο. «Αν θέλεις να δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό,τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, είσαι ελεύτερος να μου πάρεις το κεφάλι!»

Κι ο βασιλιάς, παιδί μου, θέλοντας και μη, δέχτηκε να πάει μαζί με τον παράξενο γέροντα, εκεί που του ’λεγε. Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, ποδέθηκε παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που καθόταν ο γέροντας, σε μια καλύβα, μέσα σ’ ένα χωράφι σπαρμένο.

Ξημερώνοντας, έδωκε ο γέροντας στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει: «Έλα να θερίσουμε!». Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες στο λιοπύρι ολάκερημέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχυα. Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί να κοιμηθούνε. Oύτε φαΐ όλη μέρα, ούτε τίποτα. Έμενε, βλέπεις, κι ο γέροντας νηστικός.
Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του λέει: «Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’ αλωνίσουμε!». Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσότερ’ από τα μισά, κι ύστερα όλη μέρα, γκαπ γκουπ, τα κοπάνιζε με το δάρτη, ώσπου κάμανε το στάρι σωρό, τ’ανεμίσανε και το βάλανε στο σακί. Κι όλη μέρα την περάσανε πάλε έτσι, νηστικοί κι οι δυο τους, μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε.

Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά: «Ξύπνα», του λέει, «τώρα να πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που ’ναι ο μύλος». Τι να κάμει ο βασιλιάς, αφού έτσι ήτανε η συφωνία, φορτώνεται το σακί στην πλάτη, και κουρασμένος κι ελεεινός το κουβάλησε στην κορφή. Τώρα αρχίνησε και να πεινάει, μα δεν έλεγε ακόμα τίποτα.

Αλέσανε το στάρι τους, και για να μην τα πολυλογούμε, γυρίσανε κατά το μεσημέρι στην καλύβα, πάλι ο βασιλιάς φορτωμένος τ’ αλεύρι. «Έλα τώρα να ζυμώσουμε», του λέει ο γέρος. Ξεχώρισε ως δέκα λίτρες αλεύρι, το ’ριξε στη σκάφη κι έβαλε το βασιλιά να ζυμώνει. Ύστερα τον έστειλε στο λόγγο να κόψει ξύλα, κι αργά κατά το βράδυ βάλανε κι εκάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε 3-4 καρβέλια. O βασιλιάς τώρα πεινούσε κι επερίμενε πότε να ψηθούν τα ψωμιά, για να φάει! Μα πιο πολύ τα λιμπιζόταν, όταν άρχισε να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους. «Πεινάω πολύ», λέει του γέρου. «Περίμενε και θα φας!», του απάντησε κείνος.
Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Σαν πεινασμένος λύκος τότε ο βασιλιάς άρπαξε το καρβέλι, το έκοψε με τα χέρια του κι άρχισε να τρώει. Μα με την πρώτη μπουκιά που κατάπιε, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο από χαρά και φώναξε: «Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!». Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε: «Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσ’ ελεύτερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις αποδώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη δε θα σου λείψει».

O βασιλιάς ακολούθησε την ορμήνεια του γέροντα, κι όταν γύρισε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του, εκατέβαινε και στον κήπο του γι’ άλλες δουλειές, κι από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξιά κι έτρωε καλά, που μακάρι να τρώαμε κι εμείς έτσι!
Νεοελληνικά λαογραφικά κείμενα, επιμέλεια Δ. Λουκάτος, Βασική Βιβλιοθήκη, Ζαχαρόπουλος

 

Γιάννα στις 4 Νοεμβρίου 2016

Του Μάνου Χατζηδάκι

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.
Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.

Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.

Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.

Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.

Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»

«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.

«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.

«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.

Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.

«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.

Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».

Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.

Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.

Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:

«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;»

Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

Μαράκι στις 1 Νοεμβρίου 2016

 (από τη Σταυρούλα)

“Κάθε ημέρα ξυπνάμε ελαφρώς αλλαγμένοι κι ο άνθρωπος που ήμασταν χτες, έχει πεθάνει”, έγραψε ο John Updike, “τότε γιατί φοβόμαστε τον θάνατο, αφού έρχεται πάντα;” 

 

Ενώ μισό αιώνα νωρίτερα ο Montaigne είχε θέσει το ίδιο ερώτημα λίγο διαφορετικά:

“Το να θρηνούμε ότι δε θα ζούμε σε εκατό χρόνια από τώρα, είναι το ίδιο τρελό με το να λυπόμαστε, γιατί δεν ήμασταν ζωντανοί εκατό χρόνια πριν.” 

Αν το ερώτημα και η ιδέα του θανάτου παραμένουν άλυτα στο μυαλό των ενηλίκων, τότε πώς και πόσο, πραγματικά, μπορούν τα παιδιά να καθησυχάσουν μέσα από την κατανόηση και την παρηγόρια;

Το βιβλίο, που προστίθεται με αξιώσεις στη σειρά βιβλίων που σκοπό έχουν να βοηθήσουν τα παιδιά να κατανοήσουν την έννοια του θανάτου, φέρει τον υπέροχο τίτλο:  Cry, Heart, But Never Break (public library), και ανήκει στον αγαπημένο Δανό συγγραφέα παιδικών βιβλίων Glenn Ringtved, με την εικονογράφηση της Charlotte Pardi.

Ο Ringtved έχει εμπνευστεί από την δική του προσωπική ιστορία – όταν η μητέρα του πέθαινε, πάσχιζε να εξηγήσει στα παιδιά του τί συνέβαινε και τότε η ίδια η μητέρα του βοήθησε με μια συμβουλή της: “Κλάψε, Καρδιά, αλλά ποτέ μην σπάσεις.” Ήταν ο τρόπος της να βεβαιώσει τα παιδιά ότι είναι καλύτερο να επιτρέπουμε, παρά να περιορίζουμε την βαθιά θλίψη της απώλειας, που μετά θα τυλιχτεί μέσα στην ολότητα της ζωής, η οποία θα συνεχίσει να ξετυλίγεται.

Η ιστορία ξεκινάει έξω από ένα “μικρό και αναπαυτικό σπίτι”, όπου κατοικούν τέσσερα παιδιά και η γιαγιά τους. Ο Χάρος έχει αφήσει το δρεπάνι του έξω από την πόρτα, επειδή δεν ήθελε να τρομάξει τα παιδιά, μια κίνηση απρόσμενης τρυφερότητας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέσα στο σπίτι, κάθεται μαζί με τα παιδιά στο τραπέζι της κουζίνας, όπου μόνο το μικρότερο από όλα, η Leah, τολμάει να τον κοιτάξει στα μάτια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

(Το σπουδαίο με την εικονογράφηση της Pardi είναι ότι ακόμα και ο Χάρος δείχνει λυπημένος, σχεδόν απελπισμένος.)

Ενώ τα παιδιά ακούν τη γιαγιά τους να αναπνέει βαριά και με δυσκολία από τον επάνω όροφο, καταλαβαίνουν ότι ο Χάρος έχει έρθει γι΄αυτήν κι ότι δεν έχει πολύ χρόνο, προσπαθούν να τον καθυστερήσουν. Πιστεύοντας ότι ο Χάρος δουλεύει μόνο τη νύχτα, συνεχίζουν να του γεμίζουν διαρκώς το ποτήρι του με καφέ, μέχρι να έρθει το ξημέρωμα και υποχρεωθεί να φύγει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά έρχεται η στιγμή που ο Χάρος φέρνει το κοκαλιάρικο του χέρι επάνω από το ποτήρι, δείχνοντας ότι ήρθε η ώρα. Τότε η Leah παίρνει το χέρι του στο δικό της και τον παρακαλάει να μην πάρει τη γιαγιά της.

Γιατί πρέπει να φύγει η γιαγιά;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Λένε μερικοί ότι η καρδιά του Χάρου είναι νεκρή και μαύρη, σαν ένα κομμάτι κάρβουνο, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Κάτω από τον μανδύα του, η καρδιά του είναι τόσο κόκκινη όσο το πιο όμορφο ηλιοβασίλεμα και πάλλεται με την μεγαλύτερη αγάπη για την ζωή.”

Ο Χάρος που έχει κατακλύστεί από τη συμπάθειά του για τα παιδιά, αποφασίζει να τους πει μια ιστορία, για να μπορέσει να τους εξηγήσει γιατί ο θάνατος είναι κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο.

-Σε μια κοιλάδα ζούσαν δύο αδελφοί, ο Sorrow και ο Grief, οι οποίοι περνούσαν τις ημέρες τους “αργά και βαριά” γιατί ποτέ δεν κοιτούσαν ψηλά, ποτέ δεν έβλεπαν πέρα από τις σκιές στις κορυφές των λόφων.”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέρα από αυτές τις σκιές, έμενα δύο αδελφές που τις έλεγαν Joy και Delight.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Ήταν έξυπνες και λαμπερές και οι ημέρες τους ήταν γεμάτες ευτυχία. Υπήρχε μόνο μια σκιά, η αίσθηση ότι κάτι τους έλλειπε. Δεν γνώριζαν τί ήταν, αλλά ένιωθαν ότι δεν μπορούσαν να απολαύσουν ολοκληρωτικά την ευτυχία τους.”

Όσο ο Χάρος συνεχίζει αφηγείται, η Leah κουνάει το κεφάλι της, δείχνοντας να μαντεύει τί πρόκειται να γίνει στην ιστορία: τα αγόρια και τα κορίτσια συναντιούνται και ερωτεύονται. Δύο τέλεια ισορροπημένα ζευγάρια, Στενάχωρος (Sorrow) και Χαρά (Joy), Θλιμμένος (Grief) και Απόλαυση (Delight).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λέει ο Χάρος: “Είναι το ίδιο με τη ζωή και το θάνατο…Τί θα άξιζε η ζωή εάν δεν υπήρχε ο θάνατος; Ποιος θα απολάμβανε τον ήλιο, εάν δεν έβρεχε ποτέ; Θα λαχταρούσες για την ημέρα, εάν δεν υπήρχε η νύχτα;”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν τελικά ο Χάρος ξεκινάει να ανέβει τις σκάλες, το μικρότερο αγόρι σηκώνεται, για να τον εμποδίσει, αλλά ο μεγαλύτερος αδελφός του βάζει με θλίψη το χέρι του στον ώμο και τον αποθαρρύνει ήρεμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Λίγα λεπτά αργότερα τα παιδιά άκουσαν το παράθυρο του επάνω ορόφου να ανοίγει. Και μετά, με μια φωνή κάπου ανάμεσα σε θρήνο και ψίθυρο, τον Χάρο να λέει: “Πέτα ψυχή. Πέτα, πέτα μακριά.”

Τρέχουν επάνω. Η γιαγιά έχει πεθάνει. Μια στιγμή μεγάλης στεναχώριας που εξελίχθηκε σε μια στιγμή θερμής γαλήνης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

-Οι κουρτίνες κουνιούνταν από το δροσερό πρωινό αεράκι. Κοιτώντας τα παιδιά, είπε ο Χάρος σιγανά: “Κλάψε, Καρδιά, αλλά ποτέ μην σπάσεις. Άσε τα δάκρυα της θλίψης και της στεναχώριας σου να βοηθήσουν να ξεκινήσει μια νέα ζωή.”

Μετά έφυγε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Ακόμη και αργότερα, όταν τα παιδιά άνοιγαν το παράθυρο, σκέφτονταν τη γιαγιά τους. Κι όταν το πρωινό αεράκι χάιδευε τα πρόσωπά τους, μπορούσαν να νιώσουν το άγγιγμά της.”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

πηγή : http://antikleidi.com

 

Γιάννα στις 4 Σεπτεμβρίου 2016

Ήταν κάποτε ένα όμορφο και εντυπωσιακό κόκκινο τριαντάφυλλο το οποίο όμως φοβόταν όσο τίποτα άλλο την απόρριψη.

Ήθελε να το αγαπούν όλοι, να βρίσκεται σε συμφωνία με κάθε περιβάλλον και να μην προκαλεί καμία χρωματική αντίθεση.

Έτσι αποφάσισε να παρουσιαστεί σαν λευκό για να ταιριάζει με τα πάντα.

Σκέφτηκε ότι το λευκό είναι μια ασφαλής επιλογή, ένα ευέλικτο και ευπροσάρμοστο χρώμα γιατί μπορεί να συνδυαστεί με τα πάντα και έτσι θα μπορούσε να το προστατέψει από την πιθανή απόρριψη.

Πίστεψε, λοιπόν, ότι θα λαμβάνε αποδοχή και αναγνώριση από τα άλλα λουλούδια τα οποία θα το ήθελαν σίγουρα στο περιβάλλον τους.

Έκανε, όμως, ένα λάθος. Θεώρησε ότι το λευκό σημαίνει υποστηρίζω τα πάντα, ενώ στην πραγματικότητα σημαίνει δεν έχω άποψη, άρα απέχω. Και το να μην μπορεί κάποιος να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει μαζί σου, δε σε κάνει αξιαγάπητο αλλά βαρετό και αδιάφορο.

Το κόκκινο τριαντάφυλλο δεν ήταν σίγουρα αδιάφορο, είχε πέσει, όμως, στην παγίδα να πιστέψει ότι το εν λευκώ σημαίνει έχω το κεφάλι μου ήσυχο γιατί με αποδέχονται όλοι και μπορώ να προσαρμοστώ σε οποιοδήποτε περιβάλλον.

Στην πραγματικότητα, όμως, σημαίνει ότι κρύβω την πραγματική ταυτότητα μου, χάνω την ιδιαιτερότητά μου και στερώ από τους άλλους τη δυνατότητα να με αγαπήσουν για αυτό που είμαι και όπως μου αξίζει.

Δεν έφταιγε, βέβαια, και το ίδιο γιατί έτσι του είχαν μάθει. Του είχαν πει ότι σημασία έχει να μην ξεχωρίζεις και να μην προκαλείς αλλά να ταιριάζεις με τους περισσότερους. Στην πραγματικότητα, βέβαια, αρκεί να ταιριάζεις με τους εκλεκτούς σου.

Πέρασε καιρός ώσπου ήρθε η ώρα που το κόκκινο τριαντάφυλλο διαπίστωσε το λάθος του στην πράξη. Τα σημάδια της φθοράς ήταν πλέον ορατά. Με τον καιρό άρχισε να μαραίνεται γιατί κανείς δεν του έδινε σημασία, αντιθέτως όλοι το θεωρούσαν μια δεύτερη επιλογή, μια ακόμα εναλλακτική λύση. Μέχρι και το ίδιο άρχισε να αμφιβάλει για τον εαυτό του και για το αν άξιζε να αγαπηθεί.

Η αλήθεια είναι πως δε λάμβανε την αγάπη και το ενδιαφέρον που θεωρούσε ότι του άξιζε, όμως, σε αυτό είχε και εκείνο ένα μερίδιο ευθύνης γιατί δεν άφηνε να βγει προς τα έξω η πραγματική, ξεχωριστή του φύση.

Προτιμούσε να μένει προφυλαγμένο πίσω από την ασφάλεια του λευκού. Αγνοούσε ότι αυτό το ασφαλές λευκό λειτουργούσε, παράλληλα ως πανοπλοία που το εμπόδιζε να έρθει σε ουσιαστική επαφή με άλλα τριαντάφυλλα σαν και εκείνο.

Γιατί βρέθηκε δίπλα σε πολλά κόκκινα τριαντάφυλλα αλλά δεν τον αναγνώρισαν. Και αντίστοιχα συνάντησε πολλά λευκά τριαντάφυλλα που ήταν κατά βάθος κόκκινα. Δεν το φαντάστηκε ότι ήταν σαν και εκέινο.

Μέχρι που το κόκκινο τριαντάφυλλο, ένα βήμα πριν μαραθεί τελείως, αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα και να αποκαλύψει την πραγματική του φυσιογνωμία.Έτσι και αλλιώς ήταν ένα βήμα πριν τον όλεθρο, δεν είχε να φοβηθεί κάτι. Μόνο προς το καλύτερο θα μπορούσαν να πάνε τα πράγματα. Τότε άνοιξε τα πέταλά του και βγήκε προς τα έξω το κόκκινο χρώμα του.

Τότε ήταν η στιγμή που ξαναγεννήθηκε και βρήκε την αγάπη που έψαχνε τόσο καιρό, η οποία παρεπιμπτόντως ήταν μπροστά του αλλά το ίδιο ήταν τόσο ερμητικά κλειστό που δε μπορούσε να τη δει.

Η ιστοριά με το κόκκινο τριαντάφυλλο που ήθελε να γίνει λευκό είναι μια αναλογία που αφορά την προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος για κοινωνική αποδοχή, συχνά παρεμελώντας ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητάς του και εν τέλει βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την προσωπική του ευτυχία. Δε χρειάζεται να γίνετε αποδεκτοί από όλους, μόνο από αυτούς που έχουν σημασία για εσάς.

Αντιγόνη Παπαζαρκάδα newsitames

 

 

Γιάννα στις 18 Ιουνίου 2016

Aπό την Ζωή

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια βασίλισσα, που είχε 4 συντρόφους.

Πάνω απ’ όλους έδειχνε αδυναμία στον τέταρτο. Τον στόλιζε με ακριβά ρούχα, του χάριζε πάντα τα καλύτερα, τον στόλιζε με κοσμήματα, του φορούσε αρώματα και του φερόταν πολύ γενναιόδωρα..

Ο τρίτος σύντροφος της βασίλισσας είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση, ήταν αλαζών, όμως εκείνη τον αγαπούσε και τον σύστηνε με υπηρηφάνεια στον κύκλο της και φοβόταν μήπως κάποια μέρα, θα την άφηνε για άλλη γυναίκα..

Ο δεύτερος σύντροφος της ήταν πάντα ευγενικός κι υπομονετικός μαζί της. Όταν εκείνη αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα, ήξερε ότι μπορούσε να βασιστεί πάνω του, ότι θα την άκουγε και θα τη βοηθούσε στην λύση του.

Ο πρώτος αν και ήταν πιστός σαν σκυλί και βρισκόταν πάντα δίπλα της, εκείνη δεν του έδινε σημασία, τον παραμελούσε, τον ειρωνευόταν και τον έδιωχνε από κοντά της.

Και μια μέρα, η βασίλισσα αρρώστησε βαριά και κατάλαβε πως θα πεθάνει. Σκέφτηκε τότε πως είχε 4 συντρόφους, όμως σε λίγο δε θα’χε κανέναν. Έτσι τους φώναξε όλους μπροστά της και ρώτησε πρώτα τον τέταρτο που ήταν η μεγάλη της αδυναμία:

«Σ” αγάπησα περισσότερο από τους άλλους, σε είχα πάντα στα πλούτη, ντυμένο με τα πιο όμορφα ρούχα και μες την καλοπέραση, δε σου χάλασα ποτέ χατίρι. Τώρα που πεθαίνω, θα με ακολουθήσεις για να έχω παρέα, εκεί που πάω?»

«Δεν υπάρχει περίπτωση! Εσύ τον δρόμο σου κι εγώ τον δικό μου. » απάντησε εκείνος κοφτά και την παράτησε σύξυλη. Τα λόγια του την πλήγωσαν σα μαχαίρι στην καρδιά.

Μετά ρώτησε τον τρίτο σύντροφό της. «Σ “αγάπησα σ όλη μου τη ζωή και πάντα γύρευα την συντροφιά σου. Τώρα που πεθαίνω, θα με ακολουθήσεις στο θάνατο?»

«Όχι, φυσικά» απάντησε εκείνος. «Η ζωή είναι πολύ ωραία για να την αφήσω. Όταν πεθάνεις, θα παντρευτώ μια άλλη.» Η Βασίλισσα ένοιωσε να της κόβεται η αναπνοή και η καρδιά της βούλιαξε…

Ύστερα, ρώτησε τον δεύτερο σύντροφό της.

«Πάντα ερχόμουν σε σένα για βοήθεια και πάντα ήσουν εκεί για μένα. Όταν πεθάνω, θα με ακολουθήσεις για να μου κρατάς συντροφιά?»

«Λυπάμαι, δε μπορώ να σε βοηθήσω τώρα. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να “περπατήσω” μαζί σου μέχρι τον τάφο σου.», απάντησε το παλικάρι κάνοντας την καρδιά της να ραγίσει από θλίψη…

Τότε, ακούστηκε μια φωνή: «Εγώ βασίλισσα μου θα έρθω μαζί σου! Θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πας!»

Η βασίλισσα γύρισε να δει από πού ερχόταν η φωνή και είδε τον πρώτο της σύντροφο. Φαινόταν πολύ ταλαιπωρημένος και παραμελημένος.

Θρηνώντας η βασίλισσα

«Αχ τι λάθος που έκανα η δύστυχη, έπρεπε να σε είχα προσέξει περισσότερο, όταν είχα την ευκαιρία!» είπε και ξεψύχησε . Ήταν ήδη πολύ αργά.

Εδώ τελειώνει το παραμύθι και αρχίζει η πραγματικότητα.

Η Βασίλισσα είσαι εσύ και έχεις 4 συντρόφους στη ζωή σου

Ο τέταρτος σύντροφος σου είναι το ΣΩΜΑ σου. Όση προσοχή κι αγάπη κι αν του δώσεις, όσα κι αν του προσφέρεις, όσο κι αν το στολίσεις, όση αδυναμία κι αν του δείξεις, όταν έρθει η στιγμή και πεθάνεις, θα σε εγκαταλείψει χωρίς οίκτο.

Ο τρίτος σύντροφός σου είναι η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΣΟΥ, ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ STATUS και ό,τι υλικό κατέχεις. Βρίσκονται μαζί σου όσο είσαι εν ζωή. Όμως μπορεί να σε εγκαταλείψουν και σίγουρα όταν έρθει η ώρα να φύγεις ακολουθούν άλλους και σε έχουν κιόλας ξεχάσει.

Ο δεύτερος σύντροφος σου είναι η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΣΟΥ. Όσο κι αν βρίσκονται κοντά σου, την ύστατη ώρα, μόνο να σε ξεπροβοδίσουν μέχρι τον τάφο σου μπορούν…όχι όμως να έρθουν μαζί σου.

Ο πρώτος σου σύντροφος είναι το ΠΝΕΥΜΑ σου, που σχεδόν είναι πάντα παραμελημένο από το κυνήγι του πλούτου, της δύναμης, της εξουσίας, των υλικών αγαθών. Όμως, το πνεύμα σου είναι το μόνο που θα σε ακολουθήσει όπου κι αν πας, το μόνο που θα είναι πιστό αιώνια!

Καλλιέργησέ το, δυνάμωσέ το, διατήρησέ το ζωντανό, καθώς θα σε συντροφεύει για πάντα..

 

Πηγή: pentapostagma

Γιάννα στις 24 Ιουλίου 2015

Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια χώρα μακρινή ζούσε

μια φυλή ινδιάνων. Ο ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και

νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα.

Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός,

τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:

«Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη.

Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;»

«Όχι», του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς

να δεχτεί δεύτερη κουβέντα.

Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε

να μιλήσει στον πατέρα της,

«Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμα του και να γίνω γυναίκα του;»

«Όχι», της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός. «Δε σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνο μου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του.»

Ευθύς αμέσως, ο αρχηγός άρπαξε την κοπέλα από το χέρι και την οδήγησε

σε ένα αδιαπέραστο δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.

«Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκόδασος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να τη διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα», σκέφτηκε δυνατά.

Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη.

Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα

από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά παρ” όλες τις δυσκολίες, μα στο τέλος κατάφερε

να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος.

Δε τόλμησε να πλησιάσει τους άλλους Ινδιάνους ξανά γιατί φοβόταν πως

ο αρχηγός θα του πάρει την όμορφη κοπέλα κι έτσι έψαξε άλλο τόπο για να ζήσουν μακριά τους.

Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά.

Κάποια στιγμή βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή για να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και

την έκανε γυναίκα του.

Χαιρόταν τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας από τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμα τους.

Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο.

Όταν ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της

στο Μεγάλο-Νερό.

«Έλα μαζί μου,» άρχισε να της φωνάζει με απελπισία.

Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της,

είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος.

Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό. «Ας αναποδογυρίσει», σκέφτηκε. «Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά.» Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.

«Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου», φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα.

Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης. Κι ο αρχηγός φυσικά έχασε τη ζωή του μια και ο Άνεμος

δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει.

Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του,

γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.

«Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα» έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στα αντισκηνά τους.

Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτοντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι.

Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπο της έμεινε κατάλευκο,

όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό.

Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη Γη,

προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος.

Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα

στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται

να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι…

 

β

Γιάννα στις 25 Ιουνίου 2015

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.

 

Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.

 

Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.

 

Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.

 

Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.

 

Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.

 

Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,

 

«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»

 

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.

 

«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.

 

«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.

 

Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.

 

«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».

 

«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.

 

Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.

 

Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

 

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».

 

Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.

 

Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.

 

Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:

 

«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;

 

«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.

 

«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;»

 

Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:

 

«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο

 

μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

 

 

Γιάννα στις 25 Ιουνίου 2015

Μια μέρα o γάιδαρος ενός αγρότη έπεσε σε ένα πηγάδι.

Το ζώο φώναζε απελπισμένα για ώρες κι ο αγρότης προσπαθούσε να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει. Τέλος, αποφάσισε ότι το ζώο ήταν γέρικο, και τα έξοδα που απαιτούνταν για να το βγάλει από το πηγάδι ήταν πολλά. Δεν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει να σώσει τον γάιδαρο. Το μόνο που σκέφτηκε να κάνει ήταν να το θάψει ζωντανό.

 

Κάλεσε όλους τους γείτονές του να έρθουν και να τον βοηθήσουν. Πήραν όλοι από  ένα φτυάρι και άρχισαν να πετάνε χώματα στο πηγάδι. Στην αρχή, ο γάιδαρος συνειδητοποίησε τι συνέβαινε και φώναξε φρικτά. Μετά όμως,  προς έκπληξη όλων, ησύχασε.

 

Λίγα φορτία χώμα αργότερα, ο γεωργός κοίταξε κάτω το πηγάδι κι έμεινε έκπληκτος με αυτό που είδε.

 

Ήταν κάτι καταπληκτικό!!!!

 

Με κάθε φτυαριά χώμα που έπεφτε  στην πλάτη του, ο γάιδαρος τιναζόταν και να έκανε ένα βήμα προς τα πάνω.

 

Οι γείτονες του αγρότη συνέχισαν  να πετάνε φτυαριές χώμα πάνω  στο ζώο, κι αυτό κάθε φορά τιναζόταν κι έκανε ένα βήμα προς τα πάνω. Πολύ σύντομα, όλοι ήταν έκπληκτοι με το γαϊδούρι να έχει φτάσει στην επιφάνεια του πηγαδιού.

 

 

Η ζωή μπορεί να φέρει σε σας πολλές φτυαριές από σκουπίδια μέσα στο πηγάδι της ζωής σας. Να θυμάστε όμως πως κάθε ένα από τα προβλήματά σας αυτά είναι ένα εφαλτήριο. Μπορούμε να βγούμε από τα βαθύτερα πηγάδια απλά με ένα τίναγμα. Πατάμε πάνω στο πρόβλημα και κάνουμε ένα βήμα πάνω.

 

 

 

 

 

 

Γιάννα στις 21 Ιουνίου 2015

Ο μύθος λέει οτι πριν ακόμα υπάρξει η ανθρωπότητα, μαζεύτηκαν διάφορα τελώνια για να σκαρώσουν μια φάρσα. Λέει ένα από αυτά:

 

«Πολύ σύντομα θα δημιουργηθούν οι άνθρωποι. Δεν είναι δίκαιο να έχουν τόσες αρετές και τόσες δυνατότητες. Κάτι πρέπει να κάνουμε για να τους είναι πιο δύσκολο να πάνε μπροστά. Να τους γεμίσουμε διαστροφές κι ελαττώματα… Αυτό θα τους καταστρέψει».

 

Το μεγαλύτερο στα χρόνια τελώνιο, λέει:

 

«Προβλέπεται να έχουν ελαττώματα και διπροσωπία αλλά αυτό θα τους κάνει απλώς πιο ολοκληρωμένους. Νομίζω οτι πρέπει να τους στερήσουμε κάτι που, όπως και να ’ναι θα τους κάνει να ζουν κάθε μέρα κι από μια καινούργια πρόκληση».

 

«Τι πλάκα θα ’χει!!!» είπαν όλα μαζί.

 

Αλλά ένα νεαρό και πονηρό τελώνιο, από μια γωνιά, σχολιάζει:

 

«Πρέπει να τους πάρουμε κάτι σημαντικό… αλλά τί;»

 

Μετά από πολλή σκέψη, το μεγαλύτερο αναφωνεί:

 

«Το βρήκα! Θα τους πάρουμε το κλειδί της ευτυχίας».

 

«Θαυμάσια… φανταστική… καταπληκτική ιδέα!» φωνάζουν τα τελώνια χορεύοντας γύρω από ένα τεράστιο καζάνι.

 

Το γέρικο στοιχειό συνεχίζει:

 

«Το πρόβλημα είναι πού να το κρύψουμε για να μη μπορέσουν να το βρουν».

 

Το πρώτο τελώνιο ξαναπαίρνει το λόγο:

 

«Να το κρύψουμε στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού του κόσμου».

 

Αμέσως, όμως, ένα άλλο τελώνιο απαντά:

 

«Όχι. Μην ξεχνάτε πως θα έχουν δύναμη και θα είναι πεισματάρηδες. Εύκολα, κάποια στιγμή, μπορεί ν’ ανέβει κάποιος και να το βρει, κι άμα το βρει ένας θ’ ακολουθήσουν όλοι, και τότε πάει, τελείωσε η πρόκληση».

 

Ένα τρίτο τελώνιο προτείνει:

 

«Να το κρύψουμε στο βυθό της θάλασσας».

 

Ένα τέταρτο, παίρνει το λόγο και απαντά:

 

«Όχι. Θυμηθείτε πως είναι περίεργοι. Κάποια στιγμή θα κατασκευάσουν μια συσκευή για να μπορούν να κατεβαίνουν στο βυθό, και τότε θα το βρουν πολύ εύκολα».

 

Το τρίτο τελώνιο λέει:

 

«Να το κρύψουμε σε έναν πλανήτη μακριά από τη Γη».

 

Οι άλλοι όμως απαντούν:

 

«Όχι. Μη ξεχνάς την ευφυία τους. Μια μέρα, κάποιος θα κατασκευάσει ένα πλοίο με το οποίο θα μπορούν να ταξιδέψουν σε άλλους πλανήτες και θα το ανακαλύψουν».

 

Ένα γέρικο τελώνιο που είχε μείνει μέχρι τώρα σιωπηλό κι αφουγκραζόταν τις προτάσεις των άλλων, σηκώνεται, πάει στο κέντρο και λέει:

 

«Νομίζω πως ξέρω που πρέπει να το βάλουμε για να μην μπορέσουν πραγματικά να το βρουν. Πρέπει να το βάλουμε εκεί που δεν θα έψαχναν ποτέ».

 

Γυρνάνε όλοι έκπληκτοι και ρωτάνε μ’ ένα στόμα:

 

«Πού;»

 

Το γέρικο τελώνιο απαντά:

 

«Θα το κρύψουμε μέσα τους… πολύ κοντά στην καρδιά τους…»

 

Τα χειροκροτήματα πολλαπλασιάζονται, κι αρχίζουν να γελάνε όλα μαζί:

 

«Χα.. χα.. χα..! Θα ψάχνουν να το βρουν απ’ έξω, απελπισμένοι, και δεν θα ξέρουν πως το έχουν συνεχώς μαζί τους».

 

Ο νεαρός σκεπτικιστής σημειώνει:

 

«Οι άνθρωποι θα έχουν βαθιά επιθυμία να γίνουν ευτυχισμένοι, κι αργά ή γρήγορα θα βρεθεί ένας αρκετά σοφός ώστε να ανακαλύψει που βρίσκεται το κλειδί. Και τότε, θα το πει σε όλους».

 

«Μπορεί να γίνει κι έτσι» λέει το πιο ηλικιωμένο τελώνιο, ωστόσο, οι άνθρωποι θα έχουν επίσης μια έμφυτη δυσπιστία για τα πιο απλά πράγματα. Αν ποτέ υπάρξει αυτός ο άνθρωπος και αποκαλύψει πως το μυστικό κρύβεται μέσα στον καθένα… κανένας δεν θα τον πιστέψει».

 

 

 

Γιάννα στις 19 Μαΐου 2015

Μία νεαρή κοπέλα πήγε στον πατέρα της  και του μίλησε για τη ζωή της και πώς τα πράγματα είχαν γίνει πολύ δύσκολα για εκείνη. Δεν ήξερε πώς να φτιάξει την κατάσταση και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια και να τα παρατήσει . Είχε κουραστεί να προσπαθεί και να παλεύει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, εμφανιζόταν ένα άλλο.

Ο πατέρας της, χωρίς να της πει τίποτα, την πήγε στην κουζίνα. Γέμισε τρεις κατσαρόλες  με νερό και τις έβαλε στην ηλεκτρική κουζίνα και τις τρεις. Γρήγορα, τα νερό στις κατσαρόλες άρχισε να βράζει. Τότε, στην πρώτη κατσαρόλα έβαλε καρότα, στη δεύτερη έβαλε αυγά και στην τρί τη έβαλε μερικούς κόκκους καφέ και τα άφησε όλα να βράσουν λίγο χωρίς να πει ούτε μια λέξη.

Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα τρία μάτια της ηλεκτρικής κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω από το νερό και τα έβαλε σ’ ένα μπολ. Έβγαλε έξω τα αυγά και τα έβαλε σ’ ένα μπολ. Μετά έβγαλε έξω τον καφέ και τον έβαλε σε ένα φλιτζάνι. Γυρνώντας στην κόρη του την ρώτησε: «Πες μου τι βλέπεις».

«Καρότα, αυγά και καφέ», του απάντησε η κόρη του. Ο πατέρας της την έφερε πιο κοντά και της ζήτησε να αγγίξει τα καρότα και να του πώς είναι. Εκείνη το έκανε και του είπε ότι ήταν μαλακά. Μετά ο πατέρας ζήτησε από την κόρη του να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει και να πει πάλι τι παρατήρησε. Εκείνη αφού έβγαλε τα τσόφλια, είπε ότι παρατήρησε πως το αυγό μέσα ήταν σφιχτό. Στο τέλος, ο πατέρας ζήτησε από την κόρη του να πιει μια γουλιά από τον καφέ. Η κόρη του το έκανε και χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμα του καφέ. Μετά ρώτησε: «Τι σημαίνουν όλα αυτά μπαμπά»;

Ο πατέρας της τής εξήγησε ότι το καθένα από αυτά τα τρία διαφορετικά πράγματα – τα καρότα, τα αυγά και οι κόκκοι καφέ – είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή το βραστό νερό. Το καθένα, όμως, από αυτά τα τρία, αντέδρασε διαφορετικά: Τα καρότα όταν μπήκαν μέσα στο νερό ήταν δυνατά και σκληρά, αλλά, από τη στιγμή που μπήκαν στο βραστό νερό, μαλάκωσαν και έγιναν αδύναμα. Τα αυγά, ενώ ήταν εύθραυστα με υγρό εσωτερικό, το λεπτό εξωτερικό τσόφλι τους, προστάτεψε το εσωτερικό του κάθε αυγού μετά που μπήκε στο βραστό νερό και το εσωτερικό του σκλήρυνε. Οι κόκκοι του καφέ, όμως, έκαναν κάτι μοναδικό: Μετά που μπήκαν στο βραστό νερό, άλλαξαν το νερό!

«Και τώρα πες μου, ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ;» ρώτησε ο πατέρας την κόρη του. «Όταν κάποια δυσκολία χτυπάει την πόρτα σου, πώς αντιδράς; Σαν καρότο, σαν αυγό, ή σαν κόκκος καφέ; Σκέψου το λίγο. Ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ; Είσαι το καρότο που φαίνεται σκληρό και δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου; Είσαι το αυγό που ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως έτσι κι εσύ  με έναν θάνατο, μ΄ έναν χωρισμό, ή μία άλλη δοκιμασία, σκληραίνει το μέσα σου, η καρδιά σου, κι ενώ το «έξω σου» μοιάζει το ίδιο, μέσα σου έχεις πίκρα και σκληράδα κι έχει σκληρύνει η καρδιά σου;  Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος του καφέ είναι ο μόνος που εκείνος  αλλάζει πραγματικά το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες τις συνθήκες που του προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, ο κόκκος απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του.

Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα στη ζωή σου δεν πάνε καλά, εσύ έχεις τη δύναμη να αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου; Όταν περνάς δοκιμασίες, δυναμώνεις μέσα σου ακόμα πιο πολύ; Πώς αντιμετωπίζεις τις αντιξοότητες; Σαν το καρότο, σαν το αυγό ή σαν τον κόκκο του καφέ;

Ελπίζω στη ζωή σου παιδί μου, να νοιώσεις αρκετή ευτυχία για να σε κάνει γλυκιά, αλλά και αρκετές δοκιμασίες για να σε κάνουν δυνατή, όπως και αρκετό πόνο για να παραμείνεις ανθρώπινη  και να σου δώσει αρκετή εσωτερική δύναμη για να σε κάνει ευτυχισμένη. Στους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους, δεν τους συμβαίνουν πάντα και τα καλύτερα. Απλώς εκείνοικάνουν το καλύτερο που μπορούν με αυτά που τους συμβαίνουν στη ζωή τους. Ένα λαμπρό αύρ ιο, βασίζεται πάντα πάνω σε ένα σβησμένο χθες, σε ξεχασμένο παρελθόν. Δεν μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή αν δεν αφήσεις πίσω σου τις αποτυχίες σου, τα βάσανά σου και τους πόνους σου, αλλά και τις χαρές σου.

Όταν γεννήθηκες εσύ έκλαιγες και όλοι γύρω σου χαμογελούσαν. Ζήσε τη ζωή σου παιδί μου έτσι ώστε στο τέλος, ενώ θα φεύγεις πια από τη ζωή, εσύ να είσαι εκείνη που θα χαμογελάει, ενώ όλοι γύρω σου θα κλαίνε.

 

(πηγη: Ο Παραμυθάς)

 

 

ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΔΟΥΛΟΙ ΣΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ της καθημερινότητας, μένουμε δούλοι στο πρόσκαιρο και εφήμερο και φθαρτό του κόσμου τούτου. Κλείνουμε όλη τη θέα της ζωής στις χωματερές εκτάσεις της ρουτίνας, γίνεται όλη η ζωή ένας παχύς χωματόδρομος που τον περνάμε έρποντας.

ΚΑΘΕ ΞΥΠΝΗΜΑ ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΧΑΡΑΣ μέσα μας, κάθε γεύση μεθυστική του ιδιαίτερου και ξεχωριστού που υπάρχει στη ζωή, είναι μια γεύση του απόλυτου και γι” αυτό μια γεύση αιωνιότητας.

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΖΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, σαν σύγκριση και σαν νοσταλγία. Ο χαμένος παράδεισος ζει μέσα μας στις στιγμές της μεγάλης χαράς, στο πλησίασμα ενός ανθρώπου, μιας αλήθειας, μιας αγάπης, μιας ομορφιάς.

ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ, αυτές που κάνουν τη δίψα μας μαρτύριο και που το νιώθουμε καθαρά πως θ” αρκούσαν, σε μία αέναη παράταση, να μας ξεδιψάσουν για μία αιωνιότητα».

«Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΗ, ΟΧΙ ΧΡΟΝΙΚΑ ΛΙΓΗ, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθιά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε.

ΚΙ Η ΔΙΨΑ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας, πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.

ΤΙ ΔΙΨΑΜΕ; ΔΙΨΑΜΕ ΕΝΤΑΣΗ, ΔΙΑΡΚΕΙΑ, ΠΟΙΚΙΛΙΑ. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει. Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων.

ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΚΤΑΣΗ, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση. Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή». [Πηγή: www.doctv.gr]