Σχέσεις

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Φεβρουαρίου 2024

Αποσπάσματα από τον ” Μικρό πρίγκηπα:

«Τ’ αστέρια ανήκουν σ’ όλους τους ανθρώπους· αλλά για τους ανθρώπους, δεν έχουν όλα τ’ αστέρια την ίδια σημασία. Για κάποιους, που ταξιδεύουν, τ’ αστέρια είναι οδηγοί, σημεία προσανατολισμού. Γι’ άλλους πάλι, δεν είναι τίποτε παραπάνω από αχνά φωτάκια στον ουρανό. Γι’ άλλους, που είναι επιστήμονες, αντιπροσωπεύουν ερωτήσεις και προβλήματα. Για τον επιχειρηματία μου, αντιπροσώπευαν τον πλούτο. Μα όλα αυτά τα αστέρια – εκεί πάνω – μένουν σιωπηλά. Εσύ όμως… εσύ… θα ‘χεις τ’ άστρα όπως κανείς άλλος δεν τα έχει… – «Τι θέλεις να πεις;

– «Όταν θα κοιτάζεις τον ουρανό τη νύχτα, μιας και θα ζω σ’ ένα απ’ τ’ αστέρια, μιας και θα γελάω σ’ ένα απ’ τ’ αστέρια, θα είναι τότε για σένα σαν να γελούν όλα τ’ αστέρια. Εσύ θα έχεις – εσύ μόνο – άστρα που ξέρουν να γελούν!».

Και γέλασε ξανά.

– «Κι’ όταν καταλαγιάσει η λύπη σου (γιατί πάντα καταλαγιάζει η λύπη, τελικά) θα είσαι ευχαριστημένος που με γνώρισες. Θα είσαι για πάντα φίλος μου. Θα θέλεις να γελάμε μαζί. Και μερικές φορές, θ’ ανοίγεις το παράθυρο σου – έτσι – γι’ αυτή τη χαρά… Κι’ οι φίλοι σου θα μένουν πραγματικά κατάπληκτοι να σε βλέπουν να γελάς, κοιτώντας τον ουρανό. Κι’ εσύ λοιπόν θα τους λες: “Ναι, τ’ αστέρια πάντα με κάνουν να γελώ!”. Κι’ εκείνοι θα σε περνάνε για τρελό. Θα σου έχω κάνει την πιο πονηρή φάρσα…».

Και γέλασε ξανά.

– «Θα είναι σαν να σου έχω δώσει – αντί γι’ αστέρια – μυριάδες μικρά κουδουνάκια που ξέρουν να γελούν…».

Έχασε λίγο απ’ το κουράγιο του. Μα έκανε ακόμα μια προσπάθεια:

– «Ξέρεις… θα είναι όμορφο αυτό. Κι’ εγώ θα τα κοιτάζω τ’ άστρα. Όλα τ’ άστρα θα ‘ναι σαν πηγάδια με σκουριασμένο μαγκάνι. Όλα τ’ άστρα θα μου φέρνουν νερό για να πιω…».

– «Θα είναι απόλυτα διασκεδαστικό! Εσύ θα έχεις πεντακόσια εκατομμύρια κουδουνάκια, εγώ θα έχω πεντακόσια εκατομμύρια βρυσούλες…».

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Φεβρουαρίου 2024

Ω αιώνιε εσύ ταξιδευτή, άκου μια ιστορία
γιατί είτε είσαι πρίγκιπας μικρός ειτ΄ ένας Οδυσσέας
η Γη θα είναι πάντα στρογγυλή και πάντα θα γυρίζεις
εκεί όπου πρωτάρχισες, στην πρώτη σου ανάσα
μες της μητέρας Γης μήτρα ζεστή, πριν κι απ’ το πρώτο κλάμα
επάνω στον πλανήτη σου, στο θρόνο της αλήθειας

Γιατί τους παγωμένους τους ωκεανούς, τις πύρινες ερήμους
τ’ απόμερα απογέματα, τις τρελαμένες πόλεις
τις λέξεις τις χαρούμενες, τις πληγωμένες μνήμες
στ’ αλήθεια μια σπιθαμή απόσταση όλα τα χωρίζει
κι άμα εσύ το επιθυμείς, ο χρόνος σε ξεχνάει

Άσε λοιπόν το νου σου να διψά, χιλιόμετρα να τρέχει
να υφαίνει με ψευδαίσθηση το θάνατο ότι κλέβει
με σχέδια, όνειρά, στιγμές σε πέτρινα μνημεία
να ξεγλιστράει σαν ληστής απ’ την ακινησία

Και πριν ταξιδέψεις αδερφέ, βυθίσου στην αγκαλιά σου
ένα απομεσήμερο, στο δάσος μιας ηπείρου
κάτω απ’ τον ήλιο το ζεστό, στο απαλό το χώμα
και αν δεις τις πόρτες ανοιχτές διάπλατα να είναι
κλείσε τα μάτια μια στιγμή και νιώσε την ανάσα
και τι ‘ναι αυτό που λαχταρά να λιώσει μέσα σ’ όλα

Κάνε το νου σου σύμμαχο, και χάσου στις αισθήσεις
παλάτια, χρώματα τρελά, φλεγόμενα αστέρια
και μια στάλα από φως Ελληνικό, να κατεβάζει πνεύμα
να πίνει αγάπη η ψυχή μέχρι να ξεδιψάσει
και δες πιά με κρυστάλληνη ματιά πως μέσα σου αιώνια
όλα τα πλούτη κατοικούν στην απαλή σου φύση

Αίρε λοιπόν τα ξάρτια σου και αέρα στα πανιά σου
κι άμα γυρίσεις να με δεις φέρε μια ιστορία
μια ιστορία απ’ αυτές που όλα είναι ένα
λύπη, χαρά και θάνατος από την ίδια ουσία
που ένα ταξίδι αληθινό συμβαίνει στην καρδιά σου
που από ζωή φλεγόμενη παντού είναι και πάντα
κρατώντας απ’ το χέρι ένα παιδί, την ψυχή όλου του κόσμου
γιατί όλα τα ταξίδια μιας ζωής είναι μονάχα ένα ταξίδι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Φεβρουαρίου 2024

Η υπερανάλυση των προβλημάτων σου, και γενικότερα καταστάσεων που δεν είσαι σε θέση να ελέγξεις, όχι μόνο δεν θα σε οδηγήσει στη λύση τους, αλλά ενδεχομένως να σου δημιουργήσει νέα αδιέξοδα.

Πρόκειται για το λεγόμενο overthinking που εμπεριστατωμένα οδηγεί σε καταστροφή της ψυχικής ηρεμίας σου, της παραγωγικότητας σου και σε αύξηση του στρες.

Προτού πανικοβληθείς περισσότερο, οι φίλοι μας οι Ιάπωνες είναι εδώ για να μας προτείνουν ορισμένες τεχνικές που μπορεί να μειώσουν έως και να εξαφανίσουν το άγχος μας.

Οι 7 τεχνικές

  • Kaizen

Αυτή η φιλοσοφία έχει στο επίκεντρό της την ιδέα της συνεχούς βελτίωσης των ανθρώπων μέσω μικρών και σταδιακών αλλαγών. Η ουσία της φιλοσοφίας «Kaizen» σχετίζεται με τη σταδιακή πρόοδο, η οποία είτε άμεσα είτε έμμεσα σε απομακρύνει από την πίεση της τελειομανίας, η οποία προφανώς οδηγεί στο overthinking.

  • Ikigai

Συχνά περιγράφεται ως ο «λόγος ύπαρξης» ενός ατόμου. Είναι ένας συνδυασμός αυτού που αγαπάει κάποιος, αυτού στο οποίο είναι καλός και αυτού που χρειάζεται. Εάν προσδιορίσεις και ευθυγραμμιστείς με το Ikigai σου, θα απελευθερώσεις τον εαυτό σου από την υπερβολική σκέψη.

  • Kintsugi

Το Kintsugi είναι η ιαπωνική τεχνική που σου διδάσκει πώς να «αγκαλιάζεις» τις ατέλειές σου, αντί να κυνηγάς συνεχώς το απόλυτα ιδανικό. Μαθαίνοντας από τα μικρά λάθη, μπορείς να ξεπεράσεις τον φόβο της αποτυχίας και να καλλιεργήσεις τη νοοτροπία της αποδοχής.

  • Shirin-Yoku

Η πρακτική αυτή έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι μειώνει τα επίπεδα του στρες, την αρτηριακή πίεση, ενώ ενισχύει την ψυχική ευημερία. Η πρακτική του Shirin-Yoku περιλαμβάνει τη «βύθιση» στη φύση και την εναρμόνιση με τους ήχους και τις αισθήσεις. Η παραμονή στη φύση εξάλλου, είναι γνωστό ότι βελτιώνει την ψυχική υγεία.

  • Zazen

Το Zazen αποτελεί μια διαλογιστική πειθαρχία που αποτελεί συνήθως την πρωταρχική πρακτική της βουδιστικής φιλοσοφίας Ζεν. Ουσιαστικά, περιλαμβάνει το να κάθεσαι ήσυχα και να παρατηρείς τις σκέψεις που σου έρχονται στο μυαλό. Έτσι, μπορείς να μάθεις να αντιδράς λιγότερο στις αρνητικές σκέψεις, επιτρέποντας στον εαυτό σου να αποδεσμευτεί από το overthinking.

  • Wabi-sabi

Σύμφωνα με τη φιλοσοφία Wabi-sabi η ομορφιά βρίσκεται στην παροδικότητα, την ατέλεια και την απλότητα. Με την υιοθέτηση της συγκεκριμένης νοοτροπίας θα ξεφύγεις από τα μη ρεαλιστικά πρότυπα και θα βρεις την ικανοποίηση στη φυσική ροή της ζωής.

  • Shoganai

Δεν μπορείς να ελέγξεις τις καταστάσεις στη ζωή; Πρέπει απλώς να τις αποδεχτείς. Και αυτό δηλώνει το Shoganai. Αγκαλιάζοντας αυτή την αρχή, μπορείς να αφήσεις τις συνεχείς ανησυχίες και τους προβληματισμού για μερικά πράγματα που δεν μπορούν να αλλάξουν, βρίσκοντας γαλήνη στη φυσική ροή των πραγμάτων.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Ιανουαρίου 2024

Κοιμήθηκα στις φυλακές και σε μεγάλα ξενοδοχεία. Γνώρισα την πείνα και την απεργία πείνας και δεν υπάρχει ούτε ένα πιάτο που να μην έχω δοκιμάσει. Στα τριάντα μου θέλησαν να με κρεμάσουν, στα σαρανταοκτώ μου θέλησαν το βραβείο Ειρήνης να μου δώσουν, στα τριανταέξι μου για μισό χρόνο μπόρεσα να διανύσω μόνο τέσσερα τετραγωνικά τσιμέντο.

Στα πενηνταεννιά μου πέταξα απ΄ την Πράγα στην Αβάνα για δεκαοκτώ ώρες. Δε γνώρισα τον Λένιν, μα ήμουν τιμητική φρουρά στο φέρετρό του το 1924 και το 1961 η επίσκεψή μου στο Μαυσωλείο πέρασε στα βιβλία. Από το κόμμα μου να μ΄ αποκόψουνε προσπάθησαν αλλά απέτυχαν κι ούτε καταπλακώθηκα από τα πεσμένα είδωλα.

Το 1951 στη θάλασσα μ΄ ένα νεαρό σύντροφο περπάτησα πάνω στο θάνατο. Το 1952 με την καρδιά μου διαλυμένη περίμενα το θάνατο για τέσσερις μήνες. Ζήλεψα τρελά τις γυναίκες που αγάπησα απάτησα τις γυναίκες μου αλλά άσχημα ποτέ δε μίλησα για τους φίλους μου πισώπλατα.

Ήπια, αλλά δεν είμαι πότης. Είχα τύχη, κέρδιζα πάντα το ψωμί με τον ιδρώτα μου. Ντρέπομαι που είπα ψέματα, ήταν για χάρη άλλων, μη πονέσουν, αλλά και χωρίς λόγο, έτσι. Ανέβηκα σε τρένο, αεροπλάνο κι αυτοκίνητο.

Έχω πάει στην όπερα, οι περισσότεροι να πάνε δεν μπορούσαν, ούτε καν ήξεραν πως υπάρχει. Αλλά απ΄ το 1921 δεν πάω σε πολλά μέρη όπου πηγαίνουν οι πολλοί, στο τζαμί, στην εκκλησιά, στη χάβρα, στο ναό, καμμιά φορά όμως μ΄ αρέσει να μου λένε τον καφέ.

Τα βιβλία μου έχουν βγει σε τριάντα ή σαράντα γλώσσες μα είμαι απαγορευμένος στην Τουρκία, στη γλώσσα μου. Μέχρι τώρα καρκίνο δεν είχα, όμως δε συμφωνήσαμε να τον γλυτώσω. Πρωθυπουργός ποτέ μου δε θα γίνω ή κάτι τέτοιο ούτε και θα θελα να γίνω. Στον πόλεμο ποτέ δεν πήγα ούτε σε καταφύγια να κατέβω έτυχε μες τη μαύρη νύχτα ή να τρέχω στους δρόμους κάτω από τ΄ αεροπλάνα. Αλλά ερωτεύτηκα κοντά στα εξήντα.

Με λίγα λόγια, σύντροφοι, σήμερα στο Βερολίνο αν και πεθαίνω από νοσταλγία μπορώ να πω πως έζησα σαν άνθρωπος. Αλλά τα χρόνια που μου μένουνε να ζήσω και κείνα που μπορεί να μου συμβούν ποιος να τα ξέρει;

Ναζίμ Χικμέτ – Αυτοβιογραφία, Ποιήματα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Ιανουαρίου 2024

Η δική μου ιστορία δεν έχει ροζ σύννεφο,ούτε μπόλικη χρυσόσκονη.
Είναι γεμάτη απο παθήματα αληθινά όμως μαθήματα. Έχει ένα προσωπικό μονοπάτι γεμάτο με αγκάθια και ξερά χόρτα που έπρεπε κάθε τόσο να σκύβω και να τα βγάζω με γυμνά χέρια για ν’ανοίγει ο δρόμος μου .
Στο ταξίδι της ζωής μου συνάντησα δυο ειδών ανθρώπους αυτούς που για να επιβιώσουν έπρεπε να καταστρέφουν ,για να καθαριστούν έπρεπε να λερώσουν,που δεν είχαν άλλο τίποτε μέσα τους απο σκοτάδι,αυτούς που πάλευαν να καλύψουν τα κενά τους με πέντε αράδες γράμματα.
Συνάντησα όμως και ανθρώπους που έδιναν ανιδιοτελώς χωρίς να τους ζητηθεί,καταλάβαιναν χωρίς να μιλάς και σου έγνεφαν προχώρα.
Ευτύχησα να έχω στο δρόμο μου ανθρώπους,αληθινούς δασκάλους που άλλο τίποτε δεν ήθελαν απο το να δουν το μαθητή ανώτερό τους.
Αυτοί οι άνθρωποι με βάπτισαν με αξιοπρέπεια, ψυχικό σθένος, ακεραιότητα και πάθος.
Στη ζωή μου έχω πέσει δύο φορές και τις δύο ήταν με τα μούτρα. Την δεύτερη πίστεψα για λίγο ότι παρέλυσα…. σηκώθηκα αργά αλλά τα κατάφερα και είπα μέσα μου και να ξαναγίνει μπορείς να σηκωθείς.
Σ’εκείνα τα χρόνια που ταυτίστηκα με τον πόνο,δεν ξεχνώ δυο βλέμματα, αυτό που σήμαινε “ο βράχος δεν σπάει με ένα κύμα” και αυτό που φώναζε “μείνε κάτω δεν αντέχω να τα καταφέρεις”.
Δεν ξέρω πολλά , αλλά όσα γνωρίζω έχω φροντίσει να τα ενσωματώσω στην ύπαρξή μου.
Με εμπνέουν οι άνθρωποι που τους σκελετούς στη ντουλάπα τους κάνουν επίδειξη στους φόβους τους.
Απο το φαίνεσθαι προτιμώ το είναι…απο το δήθεν διαλέγω την αυθεντικότητα….και ας μην έχει στρογγυλεμένες άκρες.
Στον ορθολογισμό βάζω πάντα μια πινελιά συναισθήματος .
Κληρονόμησα απο τους γεννήτορές μου τον στίχο του Πολέμη «τον είδα στη ζωή να μάχεται μα πάντα ανίκητο τον είδα».

Από ” Μαθήματα ψυχής”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιανουαρίου 2024

Από τον Λουδοβίκο των Ανωγείων

 

Κλέψε ένα βιβλίο και φύγε

(Μια συναντηση με τον αλησμονητο κορυφαίο διανοητή Ουμπέρτο Εκο)

Το 2003 οι εκδηλωσεις πολιτισμου των Υακινθειων ειχαν θεμα τον “Δία”
για την ακρίβεια

“ένα τραπέζι στο Δία”ηταν ο τίτλος

Την προταση εκανε ο Ορεστης Μανούσος καθηγητής της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης

” στρωσετε ένα τραπέζι
για το Δία ειπε
Είχαμε βρεθεί μια παρέα φίλοι καλεσμένοι στο μιτάτο Του Γιώργη Σμπώκου του Βλαστού οπου ειχε ετοιμάσει ενα “βασιλικό” δείπνο
και εγω “ειδα” το μεγάλο τραπέζι με ασπρο τραπεζομάντιλο στρωμένο
στη μεση της Νιδας με καλεσμένο τον αρχαιο θεο

τόσα χρόνια εμπνέει και διδάσκει ο Ξένιος Δίας οφειλαμε την αναφορά

Μέσα στην προετοιμασία σκεφτήκαμε να καλέσουμε τον Ουμπέρτο Έκο
αν θα μπορούσε
να παρευρεθεί θα ήταν μεγάλη επιτυχία για την Κρήτη

Εκεινος θα επέλεγε σε τι θα εκανε την αναφορά του πανω στο θεμα του αρχαίου θεου

* Η ζωή είναι σύντομη, η τέχνη απέραντη, η ευκαιρία στιγμιαία και το πείραμα αβέβαιο.
Φυσικά περιμέναμε ότι ήταν δύσκολο να συναντήσωμε τον Ουμπέρτο Έκο
Ζητήσαμε τη βοήθεια του Πανεπιστημίου Κρήτης
Μιλησαμε με τον Πρύτανη ο οποιος μας εδωσε μια συστατική επιστολή Εξηγώντας την ποιότητα και το κύρος των Υακινθείων
καθώς επίσης ο διευθυντής της ελευθεροτυπίας Σεραφείμ Φυντανίδης
μας εδωσε κι εκεινος συστατικη επιστολή

Έχοντας αυτα τα έγκυρα “ονοματα” μαζι μας
εγώ και ο Αντώνης ορφανός πεταξαμε για την Μπολονια Επιχειρώντας την συνάντηση

Ηρθε μαζί μας Η φιλη μας η Τιτσιανα η φωτογράφος
Είχαμε φέρει
ενα μπουκάλι δυνατή ρακη
Και
σταφίδες

Πήγαμε στο γραφείο του να μιλησουμε με την γραμματέα του.

να πω εξαρχής ότι είχε ένα βλέμμα αυστηρό και το υφος που έχουν οι γραμματείς για το “χρόνος δεν υπάρχει”
γεμάτο Πρόγραμμα κλπ
Προφανώς ετσι ηταν

Δώσαμε τις επιστολές τις διαβασε σηκωσε τους ωμους της χειρονομωντας με συμπαθεια

Θέλουμε να καλέσουμε τον κύριο Έκο στην Κρήτη σε ένα φεστιβάλ στα Υακίνθεια που είναι πάνω στο Ψηλορείτη αφιερωμένο στον αρχαίο θεό Δία μιλησε ο αντωνης στα ιταλικά

Εκείνη έδειξε με θεατρική Ευγενία
Ότι είναι αδύνατον να συναντήσουμε τον κύριο Έκο διότι είναι πολύ απασχολημένος ειδικά αυτες τις μερες και δεν έχει καθολου χρόνο

Από την αρχή η σχέση μας φαινόταν χαμένη
Με εκεινο το είδος εξουσίας που της επέτρεπε να έχει τη θέση της γραμματέως

μας είπε να περιμένωμε εξω στο σαλόνι

περιμέναμε αρκετά ειχε να Διεκπεραιωσει κι άλλα θέματα

νομίζω πως δεν ρωτησε η κι αν το ανέφερε το υποβάθμισε και το παρουσίασε Άνευ ενδιαφέροντος

Μας είπε δεν γίνεται
Ειμαστε πνιγμένοι την αλλη ευδομαδα ισως

Αλλα εμεις Είχαμε έρθει μόνο γι’ αυτό Και δεν μπορούσαμε
Να καθίσουμε μία εβδομάδα

Ο Αντώνης σε Μια ύστατη προσπάθεια της είπε ότι αυτός εδώ δειχνοντας εμενα είναι ένας μουσικός που ετοίμασε ένα τραγούδι πρόσκληση Για τον κύριο Εκο
Που θα Ήταν άδικο έστω να το ακούσει προσπαθήστε λίγο της είπε

όχι λυπάμαι δε γίνεται ειπε κοφτά

τότε λέω στον Αντώνη μετάφρασε αυτό που θα πω και φεύγουμε

κάποτε ένας γεωργός ανοιξε το βαρέλι με Το καινούργιο κρασί του να το δοκιμάζει και το κρασί ήταν ξύδι
Νευριασμενος κοιτάει λοξά το βαρέλι και του λέει:
με κακό διάβολο έμπλεξες!

-τι εννοεί;
ρώτησε αφού ακουσε

-εννοώ Ότι αυτές τις μέρες γνωρίζουμε ότι θα παρουσιάσετε το καινούργιο βιβλίο του κυριου Εκο Μπαντουολίνο στην Αθήνα οφείλω να ενημερώσω την εφημερίδα ελευθεροτυπία ότι ο κύριος Έκο δεν Μας δέχτηκε ούτε για πέντε
Λεπτα παρ οτι καναμε ενα ολοκληρο ταξιδι απο την κρητη γι αυτο

Και μια προσωπικότητα του μεγέθους του κυρίου Έκο δεν συνάδει με αυτή την αδιαφορία.

εκείνη αλλάζει αμέσως ύφος και χρώμα θα ελεγα

θα ξαναδοκιμάσω ειπε
αλλά μόνο για πέντε λεπτα

Εντάξει θα περιμένωμε βγήκαμε έξω και περιμεναμε
σε λίγο έρχεται με ένα στυλό στο χέρι και τα γυαλιά χαμηλωμένα στη μύτη

-ελάτε
Μονο για πέντε λεπτα
Εδωσε τις επιστολές και μας παρουσίασε

μας δέχτηκε εγκάρδια.
μας Έκανε να νοιωσωμε
Άνετα
με
Φωνή βαρια ζεστη μας μιλησε για τους Φίλους του στην Κρήτη και που καμμια πηγαίνει κρυφά

το γραφειο του ηταν ακατάστατο γεματο βιβλία παντου
στον τοίχο είχε καρφιτσώσει ένα χαρτάκι που έγραφε

Ruba un libro e scapa!!!

“κλέψε ένα βιβλίο και φύγε”
μετέφρασε ο αντωνης σιγανα

συστηθήκαμε και αρχίσαμε την κουβέντα
εξηγώντας
το λόγο για τον οποίο ήρθαμε

Ωστόσο εκείνος άνοιξε το μπουκάλι με τη ρακη πήρε ποτηράκια και Εβάλε και στους τρεις μας,
πήρε σταφίδες
Κι αρχίσαμε να πινωμε σαν παλιοι γνώριμοι

Ο αντωνης του πρόσφερε ενα σφονδύλι
Της γιαγιας του εκεινος το πηρε στο χερι και κοιταξε μεσα απο την τρυπα
Απο δω βλεπω την κρητη και τον ψηλορειτη ειπε χαμογελωντας

Εγώ πήρα το μαντολίνο και ετοιμάστηκα να τραγουδήσω την πρόσκληση

το τραγούδι ήταν μεταφρασμένο και το είχε μπροστά του
Ομολόγησε μετα ότι ποτέ του δεν του ειχε γινει προταση με τέτοιο τροπο

“Από της Κρητης
τα βουνά
Σου φέρνω μήνυμα απ το
Δία
είμαι ο Ερμής που τραγουδω
με του Ορφέα
Την κλεμμένη λυρα

Φίλοι του Υακίνθου
Ετοιμάζουνε γιορτές
στη μνήμη και στα ιερά του
Και σε καλούνε
Ποιητή σπονδή
να κάνεις στο όνομα του
Σε περιμένουν του ονείρου Εραστές ανθρώποι που γελάνε όταν κλαίνε κι αυτά που θέλουν να σου πουν
τα τραγούδουν και τα χορένε”

Μου έσφιξε το χέρι στο μπράτσο και τον είδα να συγκινειται
ωστόσο ο Αντώνης μου είπε αργοτερα οτι μου φανηκε και γελάσαμε

Πανω στα δεκα λεπτα ηρθε η γραμματέας να υπενθυμίσει το χρονο
που έληξε
ο Εκο εκανε μια κινηση με το χερι απομάκρυνσης κι εκεινη εκλεισε την πορτα. πενήντα λεπτα μειναμε να πίνουμε και να μιλαμε ρωτούσε για τη ρακη για τους βοσκούς

που Είναι τα Ανώγεια ρωτησε
-είναι το τελευταίο χωριό που συναντάς στον Ψηλορείτη πριν φυγεις για τον ουρανο
είπα και γέλασε
Στο τελος μας λεει

“Το τίμημα της διασημότητας ειναι το αλυσόδεμα του χρονου”
Μου ζητάτε να ερθω κρητη Ιούλιο
ομως μπορω να σας πω απο τωρα που θα ειμαι σε πέντε χρονια την ιδια ημερομηνια και αληθινά θα ήθελα να έρθω Μα δεν γίνεται

“Αν μου ερθει μια σκεψη καλη μεσα στη νυχτα θα σηκωθώ να την γραψω και θα τη στειλω στο κύριο πριτανη του πανεπίστημιου της κρητης”
φαινεται Η καλή σκέψη δεν ήρθε

μετα μας ξενάγησε στο πανεπιστήμιο στις τοιχογραφίεςβασει των οποίων Αναπλάστηκε το ιστορικό κεντρο της Μπολονιας
Μας αποχαιρέτησε και φυγαμε ευχαριστημενοι

Ηθελα πολυ να αποχαιρετήσω την γραμματέα αλλα ο αντωνης δεν με αφησε

Οργανώσαμετο “τραπέζι στον Δια” την τελευταια εβδομαδα του ιουλιου
Με επιτυχια εστω και χωρις την παρουσια του Ουμπέρτο Εκο η εμπειρια της σύντομης γνωριμίας μας θα παραμείνει αλησμονητη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιανουαρίου 2024

«Θες, λοιπόν, να σου δώσω συνέντευξη;» ρώτησε ο Θεός.

«Αν Σου περισσεύει χρόνος», απάντησα.

Ο Θεός χαμογέλασε: – «Έχω μια αιωνιότητα, άρα, υπάρχει αρκετός χρόνος για να κάνω οτιδήποτε.

Τι ερωτήσεις σκέφτεσαι να μου κάνεις;»

«Τι είναι αυτό που Σε εκπλήσσει περισσότερο στους ανθρώπους;»

Και ο Θεός απάντησε: • Ότι με το να αγχώνονται για το μέλλον τους, λησμονούν το παρόν τους, κι έτσι δεν ζουν ούτε το μέλλον ούτε το παρόν.
• Ότι ζουν σαν να μην πρόκειται να πεθάνουν ποτέ, και πεθαίνουν σαν να μην έχουν ζήσει καθόλου.
• Ότι βιάζονται να αποβάλουν την παιδικότητα τους: Θέλουν να μεγαλώσουν γρήγορα και ύστερα παρακαλούν να ξαναγίνουν παιδιά.
• Ότι χάνουν την υγεία τους προσπαθώντας να βγάλουν λεφτά, κι ύστερα χάνουν τα λεφτά τους για να ξαναβρούν την υγεία τους.
Ο Θεός πήρε το χέρι μου στο δικό Του, μείναμε για λίγο σιωπηλοί και μετά ρώτησα:

– «Σαν γονιός, ποια είναι τα μαθήματα ζωής που θα ήθελες να μάθουν τα παιδιά Σου;»

Ο Θεός απάντησε χαμογελώντας:
• Να μάθουν ότι δεν μπορούν να αναγκάσουν τους άλλους να τους αγαπήσουν. Αυτό που μπορούν να κάνουν, είναι να γίνουν άξιοι να αγαπηθούν
. • Να μάθουν ότι δεν μετράνε περισσότερο τα πράγματα που έχουμε στη ζωή μας, αλλά οι άνθρωποι που έχουμε στη ζωή μας.
• Να μάθουν ότι δεν ωφελεί να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με τους άλλους.
• Να μάθουν ότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα περισσότερα, αλλά αυτός που χρειάζεται τα λιγότερα.
• Να μάθουν ότι μέσα σε ελάχιστες στιγμές μπορείς ν’ ανοίξεις στον άλλο πληγές, που μετά παίρνει πολλά χρόνια να τις γιατρέψεις. •
Να μάθουν τη συγχώρεση, συγχωρώντας.
• Να μάθουν πως υπάρχουν άνθρωποι που τους αγαπούν πραγματικά, που όμως δεν ξέρουν πώς να δείξουν ή πώς να εκφράσουν τα αισθήματα τους.
• Να μάθουν ότι τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν τα πάντα, ΕΚΤΟΣ από την ευτυχία!
• Να μάθουν ότι δύο άνθρωποι μπορεί να κοιτούν το ίδιο πράγμα και να το βλέπουν διαφορετικά.
• Να μάθουν ότι δεν φτάνει πάντα να σε συγχωρούν οι άλλοι˙ πρέπει να μπορείς κι εσύ
ο ίδιος να συγχωρήσεις τον εαυτό σου. •

Και να μάθουν ότι για τα παιδιά μου, εγώ θα είμαι πάντα εδώ.

James J. Lachard

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Δεκεμβρίου 2023

Από ότι φαίνεται, συνεχίζεις να πιστεύεις πως τα «γιατί» χρησιμεύουν σε κάτι!

Εντάξει, στην πραγματικότητα σε κάτι χρησιμεύουν…

Χρησιμεύουν για να δίνω εξηγήσεις…

Για να δικαιολογούμαι…

Για να αποποιούμαι τις ευθύνες μου…

Για να κρύβομαι πίσω από τις λέξεις…

Για να ζητώ να με συγχωρήσουν…

Για να αποφεύγω τα συναισθήματά μου…

Για να καλύπτω το παρόν πίσω από το παρελθόν

«Πρώτον, οι αναμνήσεις σου θα μπορούσαν να είναι ψευδείς και να έχουν δημιουργηθεί τεχνητά. Σε τελική ανάλυση, το παρελθόν μας είναι μια υπόθεση, μια φαντασία, μια εξήγηση για το πώς τα πράγματα έφτασαν να είναι σήμερα».

Συν τοις άλλοις, οι αναμνήσεις σου ισχύουν εδώ και τώρα, όχι εκεί και τότε.

Η ανάμνηση είναι χρήσιμη, στ’ αλήθεια χρήσιμη μερικές φορές.

Όχι όμως όταν στηρίζω τη ζωή μου πάνω της.

Όχι όταν εξαρτώμαι από αυτήν.

Όχι όταν λέω: «εμένα έτσι μου τα μάθανε…» «Μια ζωή έτσι κάνω…» «Εμείς σπίτι μας πάντα έτσι κάναμε…»

Αυτό που εγώ –κι άλλοι σαν εμένα (θεραπευτές εννοεί) – θέλουμε να κάνουμε είναι να βοηθήσουμε τη συμπεριφορά μας να απελευθερωθεί αληθινά από τους περιορισμούς και να επιστρέψουμε στο άτομο την ελευθερία του και την ικανότητα να αποφασίζει, να δρα, να ζει…

Σε τελική ανάλυση, να επανακτήσει την ικανότητά του να επιλέξει. Να επιλέγει και να αναλαμβάνει την ευθύνη των επιλογών του.

Και μιλάω για επιλογή. Όχι για διαλογή.

Δεν λέω να απορρίπτουμε τις ανεπιθύμητες πιθανότητες και να κρατάμε ότι απομένει. Επιλέγω και αναλαμβάνω την ευθύνη των επιλογών μου.

Προσοχή, όμως, δεν είμαι υπεύθυνος για όσα αισθάνομαι (ναι, είμαι υπεύθυνος για τον χειρισμό των αισθημάτων μου, αλλά όχι, δεν είμαι υπεύθυνος για ότι αισθάνομαι), γιατί αυτό που νιώθω δεν το επιλέγω εγώ, γιατί δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να κάνω για να νιώσω κάτι διαφορετικό από αυτό που νιώθω

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Δεκεμβρίου 2023

…….  Όταν δίνεις κάτι, πάντα κερδίζεις και κερδίζεις τα πιο πολύτιμα. Κερδίζεις τα καλά συναισθήματα.

Πώς να γεμίσεις συναισθήματα τα οποία να γεννήσουν και πράγματα μέσα σου; Περιμένουν οι σύγχρονοι άνθρωποι πότε θα έρθουν οι διακοπές, να πάνε να κάτσουνε είκοσι μέρες να δούνε κανένα ηλιοβασίλεμα! Αλλά, όταν συμβαίνουν όλα αυτά γύρω μας εκείνο το οποίο διαστρέφεται είναι και η αισθητική πλευρά της ζωής μας. Δηλαδή, δεν είναι μονάχα η ποιότητα ζωής, είναι και αυτή η προσέγγιση, η οποία γίνεται κιτς, που βλέπεις στην τηλεόραση, στα σκουπίδια που μας πετάνε στη μάπα…

Γι’ αυτό λέω, κατ΄ αρχήν να σπάσουμε τις μεγάλες πόλεις, να πάμε στα χωριά μας, να πάμε σε μικρές κοινότητες, σε ανθρώπινα μέτρα. Η κοινωνία είμαστε και εμείς. Όταν αλλάζουμε τον εαυτό μας, αλλάζουμε και την κοινωνία. Δεν φεύγουμε απ’ την κοινωνία, συγκροτούμε μια άλλη στην οποία θέλουμε να ζήσουμε. Ανθρώπινη. Όπου θα μπορούμε να κοιταζόμαστε στα μάτια, όπου οι λέξεις θα χουν νόημα, το καλημέρα θα ‘ναι καλημέρα, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις, η τρυφερότητα, η αγάπη, ο έρωτας, η δημιουργία, η ζωή, η ανταλλαγή των απόψεων, των ιδεών, της κριτικής σκέψης κι όλα αυτά τα καταπληκτικά πράγματα θα έχουν νόημα. Ξέρετε με πόσα πράγματα όμορφα μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει έξω από αυτά που μας υποχρεώνει το σύστημα να κάνουμε;

Θυμάμαι μια φορά, μου έχει πει η γυναίκα μου η Ρηνιώ, παλιά στο Σουφλί τον χειμώνα, οι κοπέλες μαζεύονταν σε μια αποθήκη και ξεκούκιζαν το καλαμπόκι και η μία ήτανε αναγνώστρια, είχε ένα βιβλίο και διάβαζε και οι άλλες ακούγανε. Φαντάζεσαι μια τέτοια συντροφιά μια χειμωνιάτικη νύχτα; Να διαβάζει καλή λογοτεχνία; Πόσες συγκινήσεις, πόσα συναισθήματα ενώνει αυτή την παρέα εκείνη τη στιγμή, πόσο την ανεβάζει σε αισθητικό επίπεδο, πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει αυτό το πράγμα;

Λοιπόν, μπορούμε να ξαναζήσουμε τέτοιες ανθρώπινες στιγμές, να ξαναβρεθούμε σαν άνθρωποι. Αυτό είναι το σημαντικό, αυτό πρέπει να αναζητήσουμε, το τι θα φάμε και πως θα επιβιώσουμε είναι άλλο πρόβλημα το οποίο επίσης μπορούμε να λύσουμε πάρα πολύ απλά.

Με την τεχνολογία που έχουμε σήμερα, -αφού την πληρώσαμε που την πληρώσαμε πανάκριβα- μπορούμε να κάνουμε τα πάντα από το χωριό μας. Μέσα από το ίντερνετ μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, και συγχρόνως να αξιοποιήσουμε και τη γη μας, γύρω γύρω. Όπου να ‘ναι τέτοια θα κάνουμε, θα φυτεύουμε μαρούλια να τρώμε, θα έχουμε και μια κατσίκα που είναι η αγελάδα του φτωχού, γιατί βγάζει τα πάντα: γάλα, τυρί, βούτυρο, ότι θες…

Δεν αρκεί απλώς, να θέλουμε μια άλλη ζωή, πρέπει να την κατακτήσουμε! Πρέπει να ξαναβρούμε τα συναισθήματά μας τα χαμένα, πρέπει να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Είναι δύσκολα τα πράγματα για τους νέους. Για μας ήταν πιο εύκολα, γιατί στους νέους το σύστημα βομβαρδίζει την ψυχούλα τους. Εμάς μας δέρνανε, μας κλείνανε στις φυλακές, μας εκτελούσανε. Εντάξει. Είμαστε ζωντανοί όμως.

Ο πολιτισμός είναι η συμπεριφορά των ανθρώπων και η παιδεία τους. Αυτό είναι πολιτισμός. Δεν είναι τα μάρμαρά μας!

Εκδ. Κέδρος – Συνέντευξη στην Κρυσταλία  Δαδακαρίδης

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Δεκεμβρίου 2023

“Λοιπόν αγαπητή μου, όταν θα γεράσεις…
Ποτέ μην διδάξεις σε κανέναν τίποτα. Ακόμα κι αν ξέρεις για ένα γεγονός ότι θα έχεις δίκιο. Θυμήσου πόσο ενοχλημένη ήσουν κάποτε που άκουγες τις συμβουλές των ηλικιωμένων.
Μην προσπαθήσεις να βοηθήσεις αν δεν σου ζητηθεί.
Μην επιβάλλεις σε κανέναν τίποτα.
Μην προσπαθήσεις να είσαι υπερπροστατευτική στους αγαπημένους σου. Απλά αγάπα τους.
Μην παραπονιέσαι! Σχετικά με την υγεία σου, τους γείτονες,
Μην περιμένεις ευγνωμοσύνη από τα παιδιά. Απλά θυμήσου ότι, δεν υπάρχουν αχάριστα παιδιά… κ ότι τα λατρεύεις ..
Μην λες φράσεις όπως: “Όταν ήμουν στην ηλικία σου.. “, “Σου έδωσα τα καλύτερα χρόνια…”, “Είμαι μεγαλύτερη, για να ξέρω καλύτερα από σας…” Αυτό είναι αβάσταχτο! Αν έχεις εγγόνια, μην επιμένεις να σε φωνάζουν με το όνομά σου, αν σε φωνάζουν γιαγιά. η λέξη γιαγιά είναι τίτλος τιμής πού πολλές δεν ευτυχούν να την ακούσουν …
Μην ξοδεύεις τα τελευταία σου χρήματα σε αντιγηραντικές θεραπείες. Είναι ανώφελο. Καλύτερα να τα ξοδέψεις σε ένα ταξίδι. Μην κοιτάς τον καθρέφτη και μην κολακεύεσαι… Προσπάθησε να δείχνεις όσο πιο κομψή γίνεται. Ακριβώς κομψή, όχι νεανική. Πίστεψέ με, είναι το καλύτερο.
Φρόντισε τον άνθρωπο σου… ίσως είναι ο μόνος που σε χρειάζεται πραγματικά τώρα…
Προσπάθησε να κατανοήσεις τις νέες τεχνολογίες, να μελετάς συνεχώς κάτι νέο, να μην μένεις πίσω. Αυτό είναι εξέλιξη.
Κάνε ό,τι θέλεις. Όσα μπορείς να κάνεις! Μην κατηγορείς τον εαυτό σου για τίποτα. Ό, τι συνέβη στη ζωή σου ή στη ζωή των παιδιών σου έγινε…Έκανες ό, τι μπορούσες.
Διατήρησε την διαύγεια σου! Μέχρι το τέλος! Βάλε τα δυνατά σου αγαπητή μου αυτό είναι πολύ σημαντικό. Και να θυμάσαι, ότι κάποιος σε χρειάζεται”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Νοεμβρίου 2023

1. Ο Βασιλιάς και το αλάτι (Λιβυκό Λαϊκό Παραμύθι)

Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που ρώτησε τις τρεις κόρες του πόσο τον αγαπούν. Η μεγαλύτερη απάντησε όσο το χρυσάφι, η μεσαία όσο τον ήλιο και το φεγγάρι ενώ η μικρότερη όσο το αλάτι. Ο βασιλιάς έγινε έξαλλος με την τρίτη του κόρη καθώς πίστευε πως το μέγεθος της αγάπης της κόρης του ήταν ασήμαντο. Την έδιωξε από το παλάτι λέγοντάς της πως δε θέλει να την ξανά δει.

Η κοπέλα περιπλανήθηκε για χρόνια με μεγάλο παράπονο που τόσο άδικα την έδιωξε ο πατέρας της. Ένας πρίγκιπας που την είδε την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε. Μετά από πολλά χρόνια έμαθε πως, στο δικό της βασίλειο, θα έδιναν γεύμα προς τιμήν του πατέρα της.

Διέταξε όλα τα φαγητά που θα σερβιριστούν να είναι ανάλατα και να μη δοθεί αλάτι, όσο και αν ζητήσουν.

Όταν ο πατέρας της άρχισε να τρώει, πέταξε θυμωμένος το κουτάλι και είπε πως είναι όλα άνοστα. Ζήτησε να του δώσουν αλάτι. Αρνήθηκαν και θύμωσε ακόμα πιο πολύ. «Θα φύγω», φώναζε, «αφού δε μπορείτε να μου δώσετε κάτι τόσο σημαντικό όσο το αλάτι». Και τότε, η κοπέλα απάντησε, «μα εσείς κάποτε διώξετε την κόρη σας επειδή σας είπε πως σας αγαπάει σαν το αλάτι». Ο βασιλιάς την αναγνώρισε και έπεσε στα πόδια της με κλάματα παρακαλώντας να τον συγχωρέσει. Η κοπέλα τον συγχώρεσε.

Του τόνισε πως από δω και πέρα δεν πρέπει να υποτιμάει τα απλά πράγματα στη ζωή, όπως είναι το αλάτι.

2. Οι δύο λύκοι (Ινδιάνικο Παραμύθι)

Ένα νέο αγόρι μίας φυλής Ινδιάνων αναρωτιόταν τι ήταν η ψυχή. Ρωτούσε τους πάντες μα κανενός η απάντηση, δεν ήταν ικανοποιητική. Μέχρι που ρώτησε τον ηλικιωμένο αρχηγό της φυλή τους. Εκείνος του μίλησε για τους δύο λύκους που υπάρχουν στη ψυχή κάθε ανθρώπου. Το αγόρι κάθισε δίπλα του και ο αρχηγός ξεκίνησε να του μιλάει για τη μάχη μεταξύ των δυο λύκων που υπάρχουν στις ψυχές όλων των ανθρώπων.

Ο ένας λύκος είναι το κακό και ότι συμβολίζει: το θυμό, τη ζήλια, τη θλίψη, την απογοήτευση, την απληστία, την αλαζονεία, την ενοχή, την προσβολή, την κατωτερότητα, το ψέμα, τη ματαιοδοξία και την υπεροψία. Ο άλλος λύκος είναι το καλό και ότι συμβολίζει: τη χαρά, την ειρήνη, την αγάπη, την ελπίδα, την ηρεμία, την ταπεινοφροσύνη, την ευγένεια, τη φιλανθρωπία, τη συμπόνια, τη γενναιοδωρία, την αλήθεια και την ευσπλαχνία.

Το αγόρι σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά τον ρώτησε «Και ποιος λύκος κερδίζει;» Ο γέρος Ινδιάνος απάντησε «Αυτός που ταΐζεις».

3. Ο Κύκλος του 99 (Χόρχε Μπουκάι, Αργεντινή)

Κάποτε σε ένα βασίλειο ζούσε ένας υπηρέτης που ήταν μονίμως χαρούμενος. Όλη μέρα τραγουδούσε, έκανε πλάκες και όλοι γύρω του, διασκέδαζαν μαζί του. Κάποια στιγμή, ο βασιλιάς φανερά εκνευρισμένος με τη χαρά του υπηρέτη του, τον ρώτησε «Πώς γίνεται εγώ, ένας βασιλιάς, να έχω όλα τα πλούτη και να είμαι λυπημένος ενώ εσύ ένας υπηρέτης να είσαι χαρούμενος;» Ο υπηρέτης απάντησε «Γιατί να μην είμαι; Έχω την υγεία μου, την οικογένειά μου, στέγη και φαγητό. Τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω;». Τον βασιλιά δεν τον έπεισε η εξήγηση του υπηρέτη. Φώναξε ένα σοφό σύμβουλό του, εξηγώντας του την κατάσταση.

Ο σοφός του εξήγησε πως ο υπηρέτης είναι χαρούμενος γιατί δεν είχε μπει στον κύκλο του 99.

Θα μπορούσε να τον βάλει αλλά θα έχανε για πάντα το χαμόγελό του και τη θέση του θα έπαιρνε ένας μίζερος υπηρέτης. Ο βασιλιάς σκέφτηκε, αφού δε γέλαγε ο ίδιος, δε θα έπρεπε να γελάει κανείς. Έτσι, ζήτησε από το σοφό να βάλει τον υπηρέτη του στον κύκλο του 99. Ο σοφός ζήτησε ένα πουγκί  με 99 χρυσά νομίσματα, ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο και το άφησε έξω από το σπιτάκι του υπηρέτη. Ανοίγοντας την πόρτα ο υπηρέτης βρήκε το πουγκί. Αμέσως σχηματίστηκε έκπληξη στο πρόσωπό του, φόβος και ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω.

Μπήκε γρήγορα στο σπίτι του. Άδειασε το περιεχόμενο και χρυσά νομίσματα έπεσαν στο πάτωμα. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε! Ένας θησαυρός, όλος δικός του. Άρχισε να παίζει με τα νομίσματα και να τα τοποθετεί σε στοίβες των δέκα.  Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρεις, … ταυτόχρονα, έκανε και το άθροισμα. Που είναι το τελευταίο; Μέτρησε πάλι τις στοίβες για να βρει το λάθος, τίποτα. Δεν μπορεί, τα νομίσματα έπρεπε να ήταν εκατό.

Τα ενενήντα εννέα ήταν πολλά αλλά του έλειπε ένα.

Συνεχώς σκεφτόταν, τι θα έπρεπε να κάνει για να αγοράσει ακόμα ένα χρυσό νόμισμα. Θα έπρεπε να βρει και δεύτερη δουλειά. Θα έβαζε τη γυναίκα του να δουλέψει και θα έκαναν σκληρή οικονομία στο σπίτι. Έτσι, σε έξι χρόνια θα είχαν αγοράσει το εκατοστό νόμισμα και μετά θα ήταν άρχοντας! Τους μήνες που ακολούθησαν ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδιά του. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κοιμόταν λίγο αλλά επέμενε στην απόφασή του.

Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννέα. Επειδή δεν άντεχε άλλο τη γκρίνια και τη μιζέρια του, ο βασιλιάς τον έδιωξε από το παλάτι. Ο σοφός που ήταν μάρτυρας σε όλα αυτά είπε στο βασιλιά «Σας το είπα ότι θα τον διώχνατε αν τον έβαζα στον κύκλο του 99. Ο κύκλος είναι μία «ιδεολογία» που την έχουμε όλοι, πάντα κάτι να μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι και δυστυχώς, μόνο αν είμαστε ικανοποιημένοι μπορούμε να απολαύσουμε όσα έχουμε».

4. Η Σαρανταποδαρούσα που χόρευε όμορφα (Τζόστειν Γκάρντερ, Νορβηγία)

Ήταν κάποτε μία σαρανταποδαρούσα που ήξερε να χορεύει υπέροχα με τα σαράντα ποδαράκια της. Κάθε φορά που χόρευε μαζεύονταν γύρω της όλα τα ζώα του δάσους για να την θαυμάσουν. Όλα ήταν γοητευμένα από την τέχνη της.

Μόνο ένα ζώο δεν άντεχε, από τη ζήλια του, ο βάτραχος. Σκεφτόταν συνεχώς πως θα την έκανε να σταματήσει το χορό. Δε μπορούσε, φυσικά, να πει ότι ο χορός δεν του άρεσε και δε μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο ίδιος χόρευε καλύτερα γιατί ,απλά, κανείς δε θα τον πίστευε. Με τα πολλά, σκέφτηκε ένα πραγματικά διαβολικό σχέδιο.

Κάθισε και έγραψε στη σαρανταποδαρούσα ένα γράμμα.

«Ασύγκριτη χορεύτρια σαρανταποδαρούσα, είμαι ένας ταπεινός θαυμαστής της εξαίσιας χορευτικής σου τέχνης και πολύ θα ήθελα να μάθω πως ακριβώς χορεύεις. Σηκώνεις πρώτα το αριστερό πόδι υπ’ αριθμ.27 και ύστερα το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.12; Ή αρχίζεις το χορό σηκώνοντας το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.33 και ύστερα το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.39; Περιμένω με ανυπομονησία την απάντησή σου. Με όλη μου την αγάπη, το Βατράχι.»

Μόλις η σαρανταποδαρούσα πήρε το γράμμα άρχισε να σκέφτεται, για πρώτη φορά στη ζωή της, πως ακριβώς χόρευε. Ποιο πόδι σήκωνε πρώτο; Ποιο πόδι ερχόταν δεύτερο;

Η σκέψη της, είχε πνίξει τη φαντασία της και με τη φαντασία της χόρευε.

Έτσι, η σαρανταποδαρούσα μας δε ξανά χόρεψε ποτέ.

5. Ο Άνθρωπος, το άλογο και ο σκύλος (Πάουλο Κοέλιο, Βραζιλία)

Ένας άνθρωπος, το άλογό του και ο σκύλος του, περπατούσαν σε ένα δρόμο. Ξαφνικά έπιασε μία δυνατή βροχή και έτρεξαν να κρυφτούν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Τότε τους χτύπησε ένας κεραυνός και έχασαν τις ζωές τους. Δεν αντιλήφθηκαν όμως ότι είχαν περάσει στον άλλο κόσμο και θεώρησαν ότι σταμάτησε η βροχή, οπότε μπορούσαν να συνεχίσουν την πεζοπορία τους. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός, ο ήλιος έκαιγε και οι τρεις είχαν διψάσει πολύ. Μέχρι που συνάντησαν μία τεράστια πύλη που οδηγούσε σε ένα υπέροχο μέρος.

Ο άνθρωπος ρώτησε το φύλακα της πύλης ποιο ήταν αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε πως ήταν ο παράδεισος. Ο άνθρωπος ρώτησε και πάλι, αν θα μπορούσαν να ξαποστάσουν και να πιουν λίγο νερό. Τότε ο φύλακας του απάντησε πως  ο άνθρωπος μπορεί, τα ζώα όχι. Ο άνθρωπος, όσο και αν διψούσε, δε μπορούσε να αφήσει τους φίλους του. Χαιρέτισε και έφυγε.

Βρέθηκε σε ένα μονοπάτι ακόμα πιο όμορφο που τον οδήγησε σε μία πύλη που όμοια δεν είχε ξανά δει.  Ένας πανέμορφος τόπος! Πλησίασε τον φύλακα της πύλης και τον ρώτησε αν θα μπορούσαν να ξεδιψάσουν κάπου και ο φύλακας τους οδήγησε σε μία πηγή. Ήπιαν αρκετό νερό και αφού ξεδίψασαν, ο άνθρωπος ρώτησε το φύλακα πως λέγεται αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε  πως είναι ο παράδεισος. Ο άνθρωπος απορημένος του είπε πως και στην άλλη πύλη που ρώτησε, πάλι ο παράδεισος είπαν ότι είναι. Και ο φύλακας απάντησε

«Όχι, εκεί ήταν η κόλαση. Εκεί μένουν όλοι αυτοί που είναι ικανοί να εγκαταλείψουν απλόχερα τους φίλους τους μόνο για τη δική τους ευχαρίστηση.»

Aπό umano

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Νοεμβρίου 2023

Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος για να φωτίσεις τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει.

Πού να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι …

Να μην αρνιέσαι τη νιότη σου ως τα βαθιά γεράματα, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου.

Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία.

Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα.

Άσφαλτα κατέχει η χωματένια αυτή μήτρα την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η ψυχή σου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Νοεμβρίου 2023

Ο Ελύτης δόμησε ολόκληρο το έργο του με άξονα το φως, διαμόρφωσε μία “ηλιακή μεταφυσική” –δεν μιλούμε απλώς για μία φυσική προτίμηση, αλλά για μία πολυσήμαντη έννοια” θα πει σε παλιότερη συνέντευξή της ηΙουλίτα Ηλιοπούλου, η γυναίκα που ερωτεύτηκε, αγάπησε και στάθηκε δίπλα στον Οδυσσέα Ελύτη μέχρι το τέλος της ζωής του. Η καθοριστική σχέση του σπουδαίου ποιητή που

– Πώς ήταν μια τυπική ημέρα στο ποιητικό εργαστήριο του Ελύτη;

Τυπική ηµέρα δεν υπήρχε. Αναζητούσε τη συνέχεια ενός στίχου για πολύ καιρό, µπορεί για δεκαετίες ολόκληρες – δεν ήταν από τους ποιητές που ολοκλήρωναν ένα ποίηµα µέσα σε ένα εύλογο διάστηµα µιας ηµέρας ή µιας εβδοµάδας. Υπήρχαν περίοδοι που δούλευε παράλληλα κείµενα ή συλλογές. Οταν έγραφε, σταµατούσε να διαβάζει και να ζωγραφίζει και αφοσιωνόταν σε αυτό που δούλευε. ∆εν του άρεσε ένα κείµενο που ο ίδιος θεωρούσε ανολοκλήρωτο να παραµένει. Είχε την τόλµη και κατέστρεφε έργα ηµιτελή, εικαστικά, τα πάντα. Με την κυκλοφορία µας ποιητικής συλλογής απαλλασσόταν από χειρόγραφα και δακτυλόγραφα που σχετίζονταν µε αυτήν, παρέχοντας στον εαυτό του την ελευθερία να δει καθαρά το επόµενο βήµα. Σαφώς έγραφε πολύ περισσότερο το βράδυ παρά το πρωί. Οσο και αν στην ποίησή του ένας ουσιαστικός φυσικός και µεταφυσικός άξονας είναι το φως, στη δουλειά του προτιµούσε την ησυχία της νύχτας.

-Ο ίδιος πώς ζούσε στην καθημερινότητά του; Και με ποιο τρόπο μετουσίωνε απλά, καθημερινά πράγματα, σε ποίηση;

Όπως η ποίηση είναι υπέρβαση, άρση των αντιθέσεων, ελεύθερη, συνδυαστική φαντασία, αλλά και τάξη και οριοθέτηση, έτσι και ο ποιητής μπορεί να γίνεται παραγωγός θαυμάτων, αλλά συνάμα είναι και ένας επίμονος καλλιεργητής, με “λογισμό και μ’ όνειρο” οπλισμένος. Ο Ελύτης ζούσε με τάξη και πρόγραμμα, με αφοσίωση στη δουλειά του, πάντα πολύ απλά. Δεχόταν τα ερεθίσματα αναμφίβολα, αλλά ο θεματικός πυρήνας των ποιημάτων του δεν ήταν ανιχνεύσιμος –τις περισσότερες φορές και σε πρώτο επίπεδο– μέσα στην τρέχουσα πραγματικότητα. Μία ιδιαίτερα εσωτερική διαδικασία νοηματοδοτούσε τα θέματά του και τα μετουσίωνε γλωσσικά.

– Υπάρχουν άλλα στοιχεία της καθημερινής ζωής που διαφοροποιούν τον άνθρωπο Ελύτη από τον ποιητή;

Αντιθέτως, υπήρχε εντυπωσιακή συνέπεια ανάµεσα στις αρχές που ανιχνεύει κανείς στο έργο του και στις αρχές που εφάρµοζε στην καθηµερινότητά του. Το ότι εργαζόταν βράδυ ήταν η µόνη αντίφαση, αν µπορεί να τη θεωρήσει κανείς αντίφαση, όπως και το γεγονός ότι ενώ όλη η ποίησή του είναι ανοιχτή στο ύπαιθρο ο ίδιος δεν διενοείτο να γράψει πουθενά αλλού εκτός από το γραφείο του. Σε επίπεδο όµως ηθικών και αισθητικών αρχών δεν υπήρχε καµία ουσιαστική διάσταση. Την ολιγάρκεια που διακηρύσσει στο έργο του, την απόλυτη αντίθεσή του στην αντίληψη της πρακτικής ζωής του συµφέροντος ή του κέρδους, τη δικαιοσύνη ή την αθωότητα, όλα τα έβρισκε κανείς στον τρόπο µε τον οποίο διαχειριζόταν το εικοσιτετράωρό του.

-Πόσο άλλαξε η οπτική σας απέναντί της αφότου “γνωρίσατε” τον Ελύτη;

Τον Ελύτη τον γνώρισα νωρίς στη ζωή μου. Για μένα τότε και τώρα αποτελούσε και αποτελεί την πραγμάτωση της θαυμαστής πληρότητας περιεχομένου και έκφρασης –σας το λέω όπως το εξέφραζα τότε, μαθήτρια.

-Από όσα σας έλεγε κατά καιρούς, ποιο είναι εκείνο που θα κρατούσατε για τη σημερινή εποχή;

Απ’ όσα μας έλεγε, σε όλους, και μας λέει καθημερινά μέσα απ’ το έργο του, ας κλείσουμε με την προτροπή να αναζητήσουμε μες στην πραγματικότητά μας “το βαθύτερο νόημα ενός ταπεινού παραδείσου, που είναι ο αληθινός μας εαυτός, το δίκιο μας, η ελευθερία μας, ο δεύτερος και πραγματικός ηθικός μας ήλιος”.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Οκτωβρίου 2023

Κάθε φορά που βρισκόταν μπροστά μου ένα ποτήρι νερό που δεν ήταν ούτε γεμάτο, μα ούτε κι άδειο, σκέφτόμουν πως θα το χαρακτήριζα.
Μισογεμάτο η μισοάδειο;

Κατέληξα σε δυο πράγματα.

Πρώτον ότι αν είναι κάτω από τη μέση το βλέπω μισοάδειο, ενώ αν είναι πάνω από τη μέση του ποτηριού μισογεμάτο. Δεύτερον πως δεν έχει καμία σημασία η ταμπέλα που θα βάλω στο ποτήρι.
Όπως και να το δεις άλλωστε, πάλι μισό κάτι θα είναι.
Το μόνο που έχει σημασία είναι το ποτήρι να αδειάζει και να το ξαναγεμίζεις. Το θέμα είναι να μην σταματήσεις να διψάς. Όσο διψάς το ποτήρι θα γεμίζει.

Ν’ αγαπάς τους ανθρώπους που κρατούν γεμάτα ποτήρια στα χέρια τους.
Εκείνους που για να ξεδιψάσουν πρέπει να πιουν ολόκληρο το ποτήρι, μέχρι την τελευταία σταγόνα, κι ας αδειάσει. Εκείνους που δεν αφήνουν τα ποτήρια τους μισά από φόβο μήπως και δεν καταφέρουν να τα ξαναγεμίσουν.

Εκείνους οι οποίοι εάν χρειαζόταν, θα έσκαβαν τη γη με τα χέρια τους για να βρουν νερό και να ξαναγεμίσουν το ποτήρι.
Εκείνους που ο μόνος τρόπος για να πιουν μισό ποτήρι νερό, είναι γιατί θέλησαν να το μοιραστούν με κάποιον άλλο.
Εκείνους που κάθε φορά που αδειάζουν το ποτήρι τους χαμογελούν με ευχαρίστηση.

Εκείνους που ακόμη και όταν ξέρουν πως πίνουν το τελευταίο τους ποτήρι, αναφωνούν άσπρο πάτο.!!!!
Ν’ αγαπάς κι εκείνους που σου λένε καλημέρα με την καρδιά τους, όχι με το μυαλό τους.
Εκείνους που αν η ζωή ήταν ρουλέτα θα πόνταραν όλα τους τα λεφτά στην επόμενη μέρα, γιατί πάντα θα νιώθουν πως θα είναι η καλύτερη .

Εκείνους που σε παρασύρουν στη χαρά, όχι στη θλίψη.
Εκείνους που λένε δεν πειράζει, όχι δε με νοιάζει.
Εκείνους που χορεύουν στη βροχή, χωρίς να τους νοιάζει αν θα βραχούν.
Εκείνους που ονειρεύονται, χωρίς να χρειάζεται να κλείσουν τα μάτια.
Εκείνους που όταν θέλουν κάτι, επιμένουν πως γίνεται.
Εκείνους που όταν χαμογελούν, λάμπουν τα μάτια τους.
Εκείνους που περπατούν προς τα πίσω μόνο για να πάρουν φόρα.
Εκείνους που φτιάχνουν σχέδια στην άμμο κι όταν τα χαλάει το κύμα χαμογελούν, γιατί εκείνοι βλέπουν το σχήμα τους ν’ αλλάζει, όχι να χαλάει.

Ν’ αγαπάς εκείνους που χαμογελούν λίγο παραπάνω.
Εκείνους που γίνονται φίλοι με τον ήλιο και φωτίζουν τις μέρες σου.
Εκείνους που πιστεύουν πως ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος.
Εκείνους που ξέρουν πως η ζωή είναι πρεμιέρα, χωρίς πρόβες και δίνουν καθημερινά τον καλύτερο εαυτό τους.

Εκείνους που αν τους ρωτήσεις αν είναι ευτυχισμένοι θα απαντήσουν ναι χωρίς δισταγμό.
Εκείνους που δεν θεωρούν την υγεία δεδομένη αλλά πολύτιμο δώρο χωρίς εγγύηση και με δυνατότητα επιστροφής. Εκείνους που φτιάχνουν ονειροπαγίδες για να φυλακίζουν τους εφιάλτες.
Εκείνους που ανοίγουν διάπλατα τα χέρια για να σ’ αγκαλιάσουν.
Εκείνους που βγάζουν τη γλώσσα τους στις δυσκολίες και τις κοροϊδεύουν.

Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα είναι τα 80 έτη.
Υποθέτουμε πως ο άνθρωπος κοιμάται κατά μέσο όρο 8 ώρες τη μέρα, δηλαδή το 1/3 της κάθε ημέρας.
Στα 80 χρόνια λοιπόν που ζει, τα 26 κοιμάται και μένουν άλλα 54.
Για 40 χρόνια πρέπει θεωρητικά να δουλεύει περίπου, 8 ώρες την ημέρα, άλλο 1/3 λοιπόν, πράγμα που μεταφράζεται σε 13 χρόνια δουλειάς.
39 χρόνια λοιπόν από τη ζωή μας κατά μέσο όρο τα περνάμε δουλεύοντας και για να κοιμηθούμε. Ούτε πολλή, ούτε λίγη, μα παραλίγο η μισή μας ζωή.

Ο χρόνος που μένει δεν είναι απεριόριστος μα ούτε και αμελητέος.
Για κάποιους είναι τρομακτικός.
Για κάποιους άλλους απλά σημαντικός. Αυτοί οι άλλοι τον απολαμβάνουν, τον σέβονται, του χαμογελούν, του κλείνουν το μάτι και τον εκμεταλλεύονται.
Αυτούς ν’ αγαπάς.

Πηγή: awakengr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Οκτωβρίου 2023
Πρόσφατα με ρώτησες κάποια φορά γιατί ισχυρίζομαι πως σε φοβάμαι. Εγώ δεν ήξερα, ως συνήθως, τι να σου απαντήσω, εν μέρει ακριβώς λόγω του φόβου που νιώθω για σένα, εν μέρει επειδή στην αιτιολόγηση του φόβου αυτού συγκαταλέγονται πάρα πολλές λεπτομέρειες, που εν τη ρύμη του λόγου εγώ ούτε κατά το ήμισυ δεν θα μπορούσα να τις συγκρατήσω. Κι αν εδώ προσπαθώ να σου απαντήσω γραπτώς, μόνο ανολοκλήρωτο κατά πολύ θα αποβεί και τούτο, επειδή και κατά τη γραφή ο φόβος και οι συνέπειές του με κωλύουν έναντί σου κι επειδή το μέγεθος του υλικού εν γένει υπερβαίνει κατά πολύ τη μνήμη μου και το λογικό μου.

Για σένα το ζήτημα αποδεικνυόταν πάντοτε πολύ απλό, τουλάχιστον στον βαθμό που μιλούσες εσύ γι’ αυτό ενώπιόν μου και, αδιακρίτως, ενώπιον πολλών άλλων. Εσένα σου φαινόταν να είναι κάπως έτσι: Εσύ εργαζόσουν σκληρά σ’ όλη σου τη ζωή, τα πάντα για τα παιδιά σου, προ πάντων για εμένα τα θυσίαζες, εγώ έκαμνα συνεπώς «ζωή χαρισάμενη», είχα πλήρη ελευθερία να μάθω ό,τι ήθελα, κανέναν λόγο δεν είχα να έχω έγνοιες για την καθημερινή διατροφή, να έχω έγνοιες συνεπώς εν γένει • εσύ αντ’ αυτών καμμίαν ευγνωμοσύνη δεν αξίωνες, γνωρίζεις «την ευγνωμοσύνη των παιδιών», αλλά εν τούτοις τουλάχιστον μια κάποια ανταπόκριση, δείγμα κάποιας ευσπλαχνίας• αντί γι’ αυτά εγώ ανέκαθεν πήγαινα και κρυβόμουν από σένα, στο δωμάτιό μου, στα βιβλία, σε τρελούς φίλους, σε υπερβολικές ιδέες• ανοιχτά εγώ ούτε μία φορά δεν μίλησα μαζί σου, στον ναό δεν ερχόμουν κοντά σου, στα λουτρά στο Φράντσενσμπαντ ουδέποτε σε επισκέφθηκα, ούτε κατά τα άλλα έδειξα ποτέ ενδιαφέρον για την οικογένεια, για το εμπορικό και για τις άλλες σου τις υποθέσεις δεν γνοιάστηκα, το εργοστάσιο το φόρτωσα σ’ εσένα κι ύστερα σ’ εγκατέλειψα, την Όττλα την υποστήριξα στην αυτογνωμοσύνη της κι ενώ για σένα δεν κουνώ ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι (ούτε καν ένα εισιτήριο για το θέατρο δεν σου φέρνω), για τους ξένους κάμνω τα πάντα. Αν ανακεφαλαιώσεις την κρίση σου για μένα, θα προκύψει πως εσύ δεν με κατηγορείς ασφαλώς για κάτι τι όντως ανάρμοστο ή κακό (μ’ εξαίρεση ίσως την τελευταία μου πρόθεση να νυμφευθώ), αλλά για ψυχρότητα, απομάκρυνση, αγνωμοσύνη. Και μάλιστα με κατηγορείς γι’ αυτά έτσι, σαν να ήταν δικό μου το φταίξιμο, σαν να μπορούσα εγώ με κάποιον ελιγμό να διευθετήσω αλλιώς το όλο πράγμα, ενώ εσύ δεν έχεις την παραμικρή ευθύνη γι’ αυτό, παρά μόνο μίαν ίσως, ότι εσύ παραήσουν καλός μαζί μου.

Τούτον τον συνήθη τον τρόπο σου να τα παρουσιάζεις τον θεωρώ σωστό μόνο υπό την έννοια ότι κι εγώ πιστεύω πως εσύ δεν έχεις παντελώς καμμίαν ευθύνη για την αποξένωσή μας. Αλλά υπό την ιδίαν έννοια δεν έχω παντελώς καμμίαν ευθύνη και εγώ. Αν μπορούσα να σε κάμω να το αναγνωρίσεις τούτο, τότε θα ήταν δυνατή – όχι κάποια ζωή καινούργια, γι’ αυτό παραείμαστε κι οι δυο πολύ μεγάλοι, αλλά ωστόσο κάποια μορφή γαλήνης, όχι κάποια κατάπαυση, αλλά ωστόσο κάποιος κατευνασμός των ακατάπαυστων των κατηγοριών σου.

Κάποιαν ιδέα γι’ αυτά που σκοπεύω να πω την έχεις παραδόξως. Έτσι μου είπες λ.χ. τις προάλλες: «Εγώ πάντοτε σε αγαπούσα, έστω κι αν εγώ εξωτερικά δεν ήμουν μαζί σου όπως συνηθίζουνε να είναι οι άλλοι πατεράδες, ακριβώς επειδή εγώ δεν μπορώ να προσποιούμαι όπως οι άλλοι». Λοιπόν, εγώ, πατέρα, ουδέποτε αμφέβαλα εν τω συνόλω για τη δική σου την αγάπη έναντί μου, αλλά την παρατήρηση αυτή τη θεωρώ εσφαλμένη. Εσύ δεν μπορείς να προσποιείσαι, είναι σωστό αυτό, αλλά το να επιμένεις μόνο για τούτον τον λόγο να ισχυρίζεσαι πως οι άλλοι πατεράδες προσποιούνται είτε είναι ξερή ισχυρογνωμοσύνη, που δεν επιδέχεται περαιτέρω συζήτηση, ή πάλι – και αυτό είναι πράγματι κατά τη γνώμη μου – η κεκαλυμμένη έκφραση για το ότι μεταξύ μας κάτι δεν έχει ως όφειλε και ότι αυτό το προξένησες κι εσύ, χωρίς όμως να ευθύνεσαι. Αν πράγματι αυτό εννοείς, τότε είμαστε σύμφωνοι.

Δεν λέγω φυσικά πως αυτό που είμαι εγώ έγινα μόνο μέσω της δικής σου της επίδρασης. Τούτο θα ήταν πολύ υπερβολικό (κι εγώ κλίνω ασφαλώς προς τούτη την υπερβολή). Είναι πάρα πολύ πιθανό εγώ, ακόμη κι αν είχα μεγαλώσει εντελώς ελεύθερος απ’ τη δική σου την επιρροή, να μην είχα ωστόσο μπορέσει να γίνω ένας άνθρωπος κατά πώς τό ’θελε η καρδιά σου. Θα είχα γίνει κατά πάσα πιθανότητα ένας αδύναμος, φοβητσιάρης, διστακτικός, ανήσυχος άνθρωπος, ούτε Ρόμπερτ Κάφκα ούτε Καρλ Χέρμανν, αλλά ωστόσο εντελώς διαφορετικός απ’ ό,τι πράγματι είμαι εγώ, και θα είχαμε μπορέσει να τα πηγαίνουμε εξαίρετα ο ένας με τον άλλον. Θα ήμουν ευτυχής να σε έχω φίλο, προϊστάμενο, θείο, παππού, ακόμη μάλιστα (αν και με κάποιον μεγαλύτερο δισταγμό) και πεθερό. Μόνο ως πατέρας παραήσουν δυναμικός για μένα, ιδιαίτερα εφόσον οι αδελφοί μου απέθαναν μικροί, οι αδελφές ήρθαν πολύ αργότερα, εγώ επομένως έμελλε να υπομείνω εντελώς μονάχος το πρώτο χτύπημα, γι’ αυτό παραήμουν αδύναμος εγώ.

Σύγκρινε τους δυο μας: εγώ, για να το εκφράσω πολύ συντομευμένα, ένας Λαίβυ μ’ ένα συγκεκριμένο καφκέικο υπόβαθρο, ο οποίος όμως δεν κινητοποιείται από την καφκέικη βούληση για ζωή, για επιχειρήσεις, για κατακτήσεις, αλλά από ένα λαιβέικο αγκάθι, που επιδρά πιο μυστικά, πιο δειλά, προς άλλες κατευθύνσεις και συχνά εν γένει παύει. Εσύ αντιθέτως ένας πραγματικός Κάφκα σε δυναμικότητα, υγεία, όρεξη, ένταση της φωνής, ομιλητικότητα, αυτοϊκανοποίηση, υπεροχή έναντι του κόσμου, επιμονή, ευστροφία, ανθρωπογνωσία, σε μια κάποια συγκεκριμένη γενναιοδωρία, με όλα επίσης φυσικά τα συνοδευτικά τούτων των προτερημάτων σφάλματα και αδυναμίες, στα οποία σε οδηγεί η ιδιοσυγκρασία σου κι ενίοτε η αψιθυμία σου. Καθ’ ολοκληρίαν Κάφκα ίσως δεν είσαι στη γενική την κοσμοθεωρία σου, απ’ όσο μπορώ να σε συγκρίνω με τον θείο Φίλιπ, τον Λούντβιχ, τον Χάινριχ. Τούτο είναι παράδοξο, ούτε κι αυτό μου είναι πλήρως κατανοητό. Εκείνοι ήσαν όλοι πιο χαρωποί, πιο ζωηροί, πιο ανεπιτήδευτοι, πιο ανέμελοι, λιγότερο αυστηροί απ’ ό,τι εσύ. (Απ’ αυτά άλλωστε κληρονόμησα εγώ πολλά από εσένα και την κληρονομιά τη διαχειρίστηκα πάρα πολύ καλά, χωρίς παρ’ όλα ταύτα να έχω τα απαραίτητα αντισταθμίσματα στη φύση μου εγώ, όπως εσύ τα έχεις.) Ωστόσο κι εσύ αφ’ ετέρου έζησες δύσκολα από την άποψη αυτή διάφορες εποχές, ίσως ήσουν πιο χαρωπός, προτού αρχίσουνε τα παιδιά σου, κι ιδιαίτερα εγώ, να σ’ απογοητεύουνε και να σε στενοχωρούν στο σπίτι (όποτε έρχονταν ξένοι, εσύ ήσουν βέβαια αλλιώς) κι ίσως και τώρα έχεις γίνει πάλι πιο χαρωπός, εφόσον τα εγγόνια σου κι ο γαμπρός σου σου δίνουν πάλι κάτι από ’κείνη τη θαλπωρή που τα παιδιά σου, εκτός ίσως της Βάλλι, δεν μπόρεσαν να σου τη δώσουν.

Εν πάση περιπτώσει εμείς ήμαστε τόσο διαφορετικοί και μέσα στη διαφορετικότητα αυτή τόσο επικίνδυνοι ο ένας για τον άλλον, που, αν είχε θελήσει να υπολογίσει κανείς εκ των προτέρων πώς θα συμπεριφερόμαστε ο ένας στον άλλον, εγώ, το αργά-αργά αναπτυσσόμενο παιδί, κι εσύ, ο ολοκληρωμένος άνδρας, θα μπορούσε να είχε υποθέσει πως εσύ απλώς θα με ποδοπατούσες μέχρι που δεν θ’ απέμενε τίποτε από μένα. Τούτο όμως δεν συνέβη, τα της ζωής δεν υπολογίζονται, ίσως όμως συνέβησαν χειρότερα. Παρεμπιπτόντως σε παρακαλώ όμως και πάλι να μην ξεχνάς πως εγώ ούτε κατά διάνοια ουδέποτε θα πιστέψω πως υπάρχει ευθύνη απ’ τη δική σου την πλευρά. Εσύ επέδρασες επάνω μου έτσι όπως έμελλε να επιδράσεις, μόνο που θα πρέπει να πάψεις να θεωρείς ιδιαίτερα κακό απ’ τη δική μου την πλευρά το ότι σ’ εκείνη την επίδραση εγώ υπέκυψα.

Εγώ ήμουν ένα φοβητσιάρικο παιδί, παρά ταύτα ήμουν σίγουρα και ξεροκέφαλος, όπως είναι τα παιδιά, με κακομάθαινε σίγουρα κι η μητέρα, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω πως ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να καθοδηγηθώ, δεν μπορώ να πιστέψω πως ένας ευγενικός λόγος, ένα ήρεμο κράτημα του χεριού, ένα καλοκάγαθο βλέμμα δεν θα μπορούσε να είχε αξιώσει από μένα ό,τι θα ήθελε κανείς. Τώρα εσύ είσαι βέβαια κατά βάθος ένας καλοσυνάτος κι αβρός άνθρωπος (όσα ακολουθούν δεν αντιφάσκουνε προς αυτό, εγώ θα μιλήσω βέβαια μόνο για την παρουσία με την οποία επιδρούσες στο παιδί), δεν είναι όμως τόσο επίμονο κι ατρόμητο κάθε παιδί, ώστε να ψάχνει τόσο πολύ χρόνο, μέχρι να φθάσει στην καλοσύνη. Εσύ μπορείς να μεταχειρίζεσαι ένα παιδί μόνο έτσι, όπως ακριβώς είσαι πλασμένος εσύ ο ίδιος, με δύναμη, με φασαρία κι αψιθυμία, κι εν τοιαύτη περιπτώσει αυτό σου φαινόταν πέραν τούτου κατάλληλο πολύ, ακριβώς επειδή εσύ ήθελες να μ’ αναστήσεις έναν ρωμαλέο, θαρραλέο νεανία.

Τα δικά σου τα παιδαγωγικά τα μέσα στα πρώτα-πρώτα χρόνια δεν μπορώ σήμερα φυσικά να τα περιγράψω άμεσα, αλλά μπορώ να τα φανταστώ κάπως συμπεραίνοντας από τα μετέπειτα τα χρόνια κι από τη δική σου μεταχείριση του Φέλιξ. Το οποίο ακριβώς έρχεται να οξύνει η παρατήρηση ότι εσύ εκείνον τον καιρό ήσουν νεώτερος, και ως εκ τούτου πιο ζωηρός, πιο ατίθασος, πιο αυθεντικός, ακόμη πιο ξέγνοιαστος απ’ ό,τι σήμερα και ότι πλην τούτου ήσουν καθ’ ολοκληρίαν δεσμευμένος στο εμπορικό, ούτε μια φορά την ημέρα δεν μπορούσες να μου κάμεις τη χάρη να σε δω και γι’ αυτό μού έκαμνες ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση, η οποία ουδέποτε ισοπεδώθηκε να γίνει συνήθεια.

Άμεσα θυμάμαι μόνο ένα περιστατικό από τα πρώτα χρόνια, θα το θυμάσαι ίσως και εσύ. Κλαψούριζα μια φορά τη νύχτα ζητώντας συνεχώς νερό, σίγουρα όχι από δίψα, αλλά κατά πάσα πιθανότατα εν μέρει για πείραγμα, εν μέρει για να διασκεδάσω. Αφού κάποιες έντονες απειλές δεν ωφέλησαν, με τράβηξες απ’ το κρεβάτι εσύ, μ’ έβγαλες σηκωτό στο μεσαύλι και μ’ άφησες εκεί μονάχο έξω απ’ την πόρτα την κλειστή να στέκω για λίγο με το νυχτικό. Δεν θέλω να πω πως δεν ήταν σωστό αυτό, ίσως εκείνον τον καιρό να μην ήταν πράγματι δυνατόν με άλλον τρόπο να εξασφαλιστεί η νυχτερινή ησυχία, θέλω όμως μ’ αυτό να χαρακτηρίσω τα δικά σου τα παιδαγωγικά τα μέσα και την επίδρασή τους σ’ εμένα. Εγώ εκείνον τον καιρό ήμουν εκ των υστέρων μάλλον ήδη πειθαρχικός, αλλά μου έμεινε ένα εσωτερικό τραύμα απ’ αυτό. Το κατ’ εμέ αυτονόητο του να ζητώ ανόητα νερό και το εξαιρετικά τρομαχτικό του να με βγάζεις έξω σηκωτό ουδέποτε μπόρεσα να τα συνδυάσω εγώ σωστά σύμφωνα με τη δική μου φύση. Ακόμη κι ύστερα από χρόνια υπέφερα από τη βασανιστική φαντασίωση ότι ο πελώριος ο άνδρας, ο πατέρας μου, η εσχάτη κρίση, μπορούσε να έρθει σχεδόν χωρίς αιτία και μέσα στη νύχτα να με βγάλει απ’ το κρεβάτι σηκωτό στο μεσαύλι κι ότι εγώ επομένως ήμουν ένα μηδενικό για ’κείνον.

Τούτο ήταν εκείνον τον καιρό μια μικρή αρχή μόνο, αλλά αυτό το συναίσθημα της μηδαμινότητας που συχνά με καταλαμβάνει (ένα από μιαν άλλην άποψη παρ’ όλα ταύτα επίσης ευγενές και γόνιμο συναίσθημα) κρατά εν πολλοίς απ’ τη δική σου την επιρροή. Εγώ χρειαζόμουν λίγην ενθάρρυνση, λίγην ευγένεια, λίγο άνοιγμα του δρόμου μου, αντί γι’ αυτό εσύ μου τον έφραζες, με την καλή πρόθεση βέβαια να πάρω άλλον δρόμο. Αλλά για ’κείνα δεν έκαμνα εγώ. Μ’ ενθάρρυνες λ.χ., όποτε χαιρετούσα και παρήλαυνα καλά, αλλά εγώ δεν ήμουν μελλοντικός στρατιώτης, ή μ’ ενθάρρυνες, όποτε μπορούσα να τρώγω πολύ ή να πίνω μάλιστα και μπύρα επιπλέον, ή όποτε μπορούσα να τραγουδώ επαναλαμβάνοντας τραγούδια χωρίς να τά ’χω καταλάβει, ή να ψιττακίζω τις δικές σου τις αγαπημένες τις εκφράσεις, αλλά τίποτε απ’ αυτά δεν ήταν για το μέλλον το δικό μου. Κι είναι χαρακτηριστικό το ότι εσύ ο ίδιος σήμερα μ’ ενθαρρύνεις σε κάτι όντως μόνο τότε, όποτε μαζί μ’ εμένα πλήττεσαι κι εσύ ο ίδιος, ή όποτε πρόκειται για το δικό σου το αυτοσυναίσθημα, το οποίο θίγω εγώ (λ.χ. με την πρόθεσή μου να νυμφευθώ) ή το οποίο θίγεται μέσω εμού (όποτε λ.χ. μ’ εξυβρίζει ο Πέπα). Τότε μ’ ενθαρρύνεις, μου θυμίζεις την αξία μου, μου υποδεικνύεις τους καλούς τους γάμους που θα είχα κάθε δικαίωμα να κάμω, κι ο Πέπα καταδικάζεται πλήρως. Αλλά πέραν του ότι η ενθάρρυνση στην τωρινή μου ηλικία ήδη σχεδόν εμένα δεν μ’ εγγίζει, ως προς τι θα με ωφελούσε, αν εμφανίζεται μόνο τότε, όπου κατά κύριο λόγο δεν πρόκειται για μένα;

Εκείνον τον καιρό κι εκείνον τον καιρό παντού τη χρειαζόμουν την ενθάρρυνση εγώ. Εμένα ήδη με κατέθλιβε η σωματική σου διάπλαση και μόνο. Θυμάμαι λ.χ. πώς γδυνόμαστε συχνά-πυκνά μαζί σε κάποια καμπίνα. Εγώ λιπόσαρκος, αδύναμος, μια σταλιά, εσύ δυνατός, ψηλός, ευρύστερνος. Ήδη μέσα στην καμπίνα ένιωθα αξιοθρήνητος εγώ, και μάλιστα όχι μόνο ενώπιόν σου, αλλά ενώπιον όλου του κόσμου, διότι εσύ ήσουν για μένα το μέτρο όλων των πραγμάτων. Όταν όμως βγαίναμε ύστερα από την καμπίνα κι εμφανιζόμαστε ενώπιον των ανθρώπων, εγώ απ’ το χέρι σου, ένας μικρός σκελετός, ανασφαλής, ξυπόλυτος επάνω στις σανίδες, φοβούμενος το νερό, ανίκανος να μιμηθώ τις δικές σου τις κολυμβητικές κινήσεις, που εσύ μου τις έδειχνες με καλές προθέσεις, αλλά κάμνοντας με στην πραγματικότητα να ντρέπομαι συνεχώς βαθύτατα, τότε εγώ πολύ απελπιζόμουν κι όλες οι άσχημες οι εμπειρίες μου σ’ όλους τους τομείς τέτοιες στιγμές εναρμονίζονταν μεγαλοπρεπώς. Το καλύτερο για μένα ήταν μάλιστα όταν εσύ ενίοτε γδυνόσουν πρώτος κι εγώ μπορούσα να μένω μονάχος στην καμπίνα και ν’ αναβάλλω την ατίμωση της δημόσιας εμφάνισης, μέχρι που εσύ ερχόσουν επί τέλους να κοιτάξεις και με τραβούσες απ’ την καμπίνα έξω. Ευγνώμων σου ήμουν εγώ γι’ αυτό, που εσύ φαινόσουν τάχα να μην προσέχεις τη δική μου την απόγνωση, κι ήμουν υπερήφανος για το σώμα του πατέρα μου. Άλλωστε η διαφορά αυτή υφίσταται μεταξύ μας ακόμη και σήμερα με παρόμοιο τρόπο.

Εκείνης ανάλογη ήταν εν συνεχεία η πνευματική σου η πρωτοκαθεδρία. Εσύ είχες ανέλθει μονάχος με τη δική σου τη δύναμη τόσο ψηλά, κι είχες κατά συνέπεια απεριόριστη εμπιστοσύνη στη δική σου τη γνώμη. Τούτο δεν ήταν για μένα ως παιδί ούτε κατά διάνοια τόσο εκτυφλωτικό όσο μετέπειτα για τον νεαρό άνθρωπο που μεγάλωνε. Από την πολυθρόνα σου κυβερνούσες εσύ τον κόσμο όλο. Η δική σου η γνώμη ήταν σωστή, κάθε άλλη ήταν τρελή, υπερβολική, παλαβή, αφύσικη. Συγχρόνως η αυτοπεποίθησή σου ήταν τόσο μεγάλη, που δεν χρειαζόταν να είσαι διόλου συνεπής κι ωστόσο ποτέ δεν έπαυες να έχεις δίκιο. Μπορούσε επίσης να τύχει να μην έχεις εσύ σε κάποιο ζήτημα καμμία γνώμη και κατά συνέπεια όλες οι γνώμες που ήσαν εν γένει δυνατές σχετικά με το ζήτημα αυτό έμελλε χωρίς εξαίρεση να είναι εσφαλμένες. Εσύ μπορούσες λ.χ. να υβρίζεις τους Τσέχους, ύστερα τους Γερμανούς, ύστερα τους Εβραίους, και μάλιστα όχι μόνο επιλεκτικά, αλλά από κάθε άποψη, κι εν τέλει κανείς άλλος δεν έμενε εκτός από εσένα. Εσύ αποκτούσες για μένα την αινιγματικότητα που έχουν όλοι οι τύραννοι που το δίκιο τους εδράζεται στο πρόσωπό τους, κι όχι στη σκέψη. Τουλάχιστον έτσι φαινόταν σ’ εμένα.

Εν τω μεταξύ εσύ είχες ασφαλώς έναντί μου όντως εκπληκτικά συχνά δίκιο, στις συζητήσεις τούτο ήταν αυτονόητο, διότι συζητήσεις σπανίως γίνονταν, αλλά και στην πραγματικότητα επίσης. Ωστόσο κι αυτό δεν ήταν τίποτε το ιδιαίτερα ακατανόητο. Εγώ τελούσα ασφαλώς σε όλες μου τις σκέψεις υπό τη δική σου τη βαρειά την καταπίεση, ακόμη και στις σκέψεις που δεν συμφωνούσανε με τις δικές σου κι ιδιαίτερα σ’ εκείνες. Όλες εκείνες οι φαινομενικά ανεξάρτητες από εσένα σκέψεις ήσαν εξ αρχής επιβεβαρυμμένες με τη δική σου τη δυσμενή την κρίση• το να το υπομένω αυτό μέχρι την πλήρη κι αδιάλειπτη εξαγωγή της σκέψης ήταν σχεδόν αδύνατον. Δεν μιλώ εδώ για κάποιες υψηλές σκέψεις, αλλά για κάθε μία μικρή απόπειρα της παιδικής μου ηλικίας. Αρκούσε μόνο να είναι ευτυχής ο άλλος για κάποιο ζήτημα, να τον πληροί αυτό, νά ’ρχεται σπίτι και να το εκστομίζει, κι η απάντηση ήταν ένας ειρωνικός αναστεναγμός, ένα κούνημα του κεφαλιού, ένα χτύπημα με τα δάχτυλα επάνω στο τραπέζι: «Έχω δει κι ωραιότερα» ή «Μιλάς εσύ για έγνοιες» ή «εγώ δεν έχω τόσο ήσυχο κεφάλι» ή «Άλλο και τούτο!» ή «Κοίτα να βγάλεις κάτι εσύ!» Φυσικά δεν μπορούσε ν’ απαιτεί κανείς για όλα τα παιδικά μικροπράγματα ενθουσιασμό εκ μέρους σου, όταν εσύ ζούσες μέσα στις έγνοιες και τα βάσανα. Ούτε και γι’ αυτό επρόκειτο. Επρόκειτο μάλλον για το ότι εσύ έμελλε να επιφυλάσσεις πάντοτε και κατ’ αρχήν τέτοιες απογοητεύσεις στο παιδί ένεκα της αντίθετης φύσης σου, επιπλέον ότι η αντίθεση εκείνη επιτεινόταν ακατάπαυστα μέσω της συσσώρευσης του υλικού, ούτως ώστε εν τέλει εδραιωνόταν κι από συνήθεια, όταν καμμιά φορά ήσουν της ιδίας γνώμης μ’ εμένα, και ότι τελικά εκείνες οι απογοητεύσεις του παιδιού δεν ήσαν απογοητεύσεις της συνηθισμένης ζωής, αλλά, εφόσον επρόκειτο ασφαλώς για το δικό σου το πρόσωπο, που ήταν το μέτρο των πάντων, ήσαν το επίκεντρο. Το θάρρος, η αποφασιστικότητα, η αισιοδοξία, η χαρά για τό ’να και για τ’ άλλο δεν κρατούσαν μέχρι τέλους, όταν εσύ ήσουν ενάντιος ή ακόμη κι όταν η δική σου η εναντίωση μπορούσε απλώς και μόνο να είναι πιθανή• και πιθανή μπορούσε να είναι βέβαια σχεδόν σε όλα όσα έκαμνα