Γλώσσα
Εάν είμαι μια «ελληνική γραφή» όπως λέτε, μπορώ να πεθάνω ήσυχος. Κάθε ποιητής πραγματώνεται μέσ’ απ’ τη γλώσσα του. Κι ακόμη πιο βαθιά: μέσ’ απ’ το δεύτερο και τρίτο στρώμα της γλώσσας του. Στο κεφάλαιο αυτό, είναι αλήθεια, ο Έλληνας – ο σε όλα του άτυχος – βγαίνει τυχερός. Καμιά γλώσσα δε διαθέτει μια τέτοιαν απέραντη προοπτική προς τα πίσω και – το κυριότερο – με αδιάσπαστη συνέχεια. Δεν το λέω με υπερηφάνεια, το λέω με δέος, αφού οι ευθύνες του ποιητή σε μια τέτοια περίπτωση, πολλαπλασιάζονται. Και με πιάνει αληθινή απόγνωση όταν βλέπω συναδέλφους μου ν’ απομακρύνονται και ν’ αδιαφορούν για αυτό που είναι η διακλάδωση των νεύρων μέσα στο σώμα της γλώσσας, ένα σώμα, που, όπως και να το κάνουμε, είναι τριών χιλιετιών και όμως αγέραστο.
Η λέξη «Έλλην» είναι σύνθετη από το Ελ και το λην. Όπου Ελ είναι ο (θεός) Ήλ – ιος, ο ζωοδότης, ο φωτοδότης. Η κατάληξη της λέξης «ήλ ιος» σημαίνει ότι αυτό το ουράνιο σώμα που δίνει ζωή στη γη, αντλεί το φως του από τον Ελ ή Ηλ, δηλαδή τον Θεό. Ο Ήλιος δεν ήταν Θεός, ήταν αυτός που αντλούσε ή δεχόταν φως από το Θεό και, με τη σειρά του αυτός το έδινε στη γη.
Ελ ή Ηλ, όπως: Ηλεία, δηλαδή η χώρα του Ήλιου. Η Ελ υμπία ή Ολυμπία δεν είναι τυχαίο που βρίσκεται στην Ηλεία. Όπως και ο Όλυμπος δεν είναι τυχαίο που βρίσκεται στην Ελ λάδα.
Και λην, είναι απαρέμφατο του ρήματος λάω, που σημαίνει βλέπω. Έλ – λην δηλαδή σημαίνει «αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον Ήλιο», δηλαδή αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον θεό ή «αυτός που ζει σύμφωνα με τις ιδιότητες του Ήλιου», δηλαδή του θεού, είναι ο ευσεβής. Έλλην είναι αυτός που ζει σύμφωνα με τους νόμους (και τις δυνάμεις) του Φωτός και Ελλάνιος είναι αυτός που κατάγεται από τους προγόνους, οι οποίοι ζουν σύμφωνα με τους νόμους του Φωτός ή είναι ο κάτοικος αυτού τούτου του (Ουρανίου) Φωτός.
Αυτά, διότι: Ελ (ηλ) ιος είναι αυτός που κατάγεται από το Φως, από το αρχέγονο Φως, από την Πρώτη Δύναμη, εκείνη που δημιούργησε τα πάντα.
Έλ λην και Ελ λας. Όπου λας είναι η πέτρα (εξ ου και λατομείο) άρα Ελ –λας σημαίνει «η πέτρα των θεών» ή «ο θρόνος των θεών» ή Ελλάς είναι «ο γήινος τόπος που είναι κατοικία των θεών», όχι μόνο, Ελλάς μπορεί να είναι και «το υλικό σώμα εντός του οποίου κατοικεί το Φως», δηλαδή Ελλάς μπορεί να είναι το σώμα όπου κατοικεί η ψυχή, όπου κατοικεί ο (ενσαρκωμένος) θεός, η ψυχή που έλκει την καταγωγή της από τον Ελ (Ηλ) ιο, είναι «ο άνθρωπος με ψυχή» σε αντίθεση μ’ εκείνο το σώμα που δεν είναι τόπος κατοικίας του Φωτός, δηλαδή της ψυχής. Το λέει ο Ερμής ο Τρισμέγιστος: «Ο άνθρωπος είναι θνητός θεός και ο θεός είναι αθάνατος άνθρωπος».
Κατ’ αυτά, Έλληνες είναι εκείνοι που (προ)φέρουν τον Έλληνα Λόγο και δη όχι όσοι ομιλούν, αλλά όσοι αισθάνονται την Ελληνική γλώσσα, όσοι μπορούν να την αποκωδικοποιήσουν και να διεισδύσουν στα άδυτα των αδύτων. Έλληνες, εν τέλει, ΔΕΝ είναι εκείνοι που κατοικούν στην Ελ λάδα, αλλά εκείνοι που (όπου και αν βρίσκονται, σε όποιο σημείο της γης και αν κατοικούν) προ – φέρουν τον Ελληνικό Λόγο, ζουν δηλαδή με βάση τους νόμους του Ήλιου, τους νόμους του Φωτός, τους νόμους του θεού.
Από το «λας» βγαίνει και το «λαός». Λαός σημαίνει «πλήθος από πέτρες». Ο Δευκαλίων και η Πύρρα κατά συμβουλήν του Διός μετά τον κατακλυσμό έριχναν πέτρες πίσω τους, οι οποίες μεταμορφώθηκαν σε ανθρώπους κι αυτοί οι άνθρωποι είναι οι πρόγονοι του σημερινού ανθρωπίνου γένους. Μπορεί εύκολα να υποθέσει κανείς, ότι πριν από τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα υπήρχε κάποιο πρότερο ανθρώπινο γένος που δεν ιστορήθηκε, μέλη του οποίου ήταν οι πρόγονοί μας, οι διασωθέντες Δευκαλίων και Πύρρα. Λοιπόν, οι πέτρες του Δευκαλίωνα έγιναν άντρες και οι πέτρες της Πύρρας έγιναν γυναίκες. Ίσως η παροιμία «έριξε μαύρη πέτρα πίσω του» να κρατάει από τότε ως ζευγάρι με το μύθο του Δευκαλίωνα και (ίσως) να σημαίνει ακριβώς το αντίθετο της δημιουργίας, δηλαδή το ρημαδιό, έναν τόπο, ένα σπίτι που έμεινε χωρίς τους ανθρώπους του.
Συνοπτικά, η λέξη «Έλλην», σημαίνει «αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον θεό». Αυτός δηλαδή του οποίου η υψηλή κραδασμική συχνότητα είναι ίδια μ’ εκείνη του Φωτός, άρα του επιτρέπει να «βλέπει» την αντίστοιχη συχνότητα, στην οποία γίνονται ορατοί οι θεοί. Έλλην είναι η εξελιγμένη πνευματικά οντότητα και καθόλου βέβαια ο πολίτης ενός κράτους, το οποίο εντελώς αυθαίρετα και καταχρηστικά ονομάζεται «Ελλάς». Οι ξένοι έχουν δίκιο που το λένε Γραικία ή Ιωνία. Οι πολίτες του κράτους που ονομάζεται «Ελλάς» δεν είναι Έλληνες. «Ελλάς» ήταν κάποτε, πολλές χιλιάδες χρόνια πριν, ήταν τότε που είχαν κάνει τον τόπο αυτό δικό τους τόπο, θρόνο τους, έδρα τους. Ουδεμίαν σχέσιν έχουμε εμείς με εκείνους. Με τους Έλληνες δεν είχαν σχέση ούτε καν οι αρχαίοι πρόγονοί μας, ναι, αυτοί της κλασσικής περιόδου. Ακόμα και τότε ήταν λίγοι Έλληνες ανάμεσά τους. Πάντα ήταν λίγοι οι Έλληνες ανάμεσα στους πολλούς, διότι έργο τους εδώ στη γη δεν ήταν άλλο από την διδαχή και τη διάδοση της Γνώσης. Έλληνες ήταν οι δάσκαλοι. Οι διδάσκαλοι. Αυτό βγαίνει από πολύ συγκεκριμένες αναφορές των αρχαίων κειμένων, που δεν είναι της παρούσης στιγμής.
Είναι δύσκολο να το αποδεχτεί αυτό κάποιος σήμερα, επειδή έχει περάσει στο πετσί του το ανιστόρητο και άσοφο εμφύτευμα, εντούτοις έχει μεγάλη φιλοσοφική αξία να εντοπιστεί η αληθινή έννοια της λέξης «Έλλην», διότι είναι αποκαλυπτική της Γνώσης που απωθήθηκε, της Γνώσης που εκοιμήθη για «χίλια χρόνια», όμως δεν πέθανε ποτέ. Η Γνώση, δηλαδή η Μνήμη, θα ενεργοποιηθεί και, εν τέλει, οι άνθρωποι, οι Έλληνες, θα θυμηθούν. Δεν θα θυμηθούν την παλιά τους αυτοκρατορία, καθώς νομίζουν πολλοί, αλλά την ταυτότητα και την αποστολή των όντων που από τον ουρανό κατέβηκαν στη γη για ορισμένο και, φυσικά, ανώτερο σκοπό.
Ας πάμε τώρα στη λέξη «άνθρωπος». Μας είπαν στο Σχολείο ότι η λέξη «άνθρωπος» προέρχεται από το «άνω θρώσκω». Αγνόησαν επιδεικτικά τις άλλες εκδοχές, διότι (για τους σκοπούς τους) χρειάζονταν μία θεολογική ερμηνεία. Και είναι περιττό να καταθέσουμε επιχειρήματα γιατί αυτός ο ισχυρισμός είναι λάθος. Αλλά είναι σημαντικό να παραθέσουμε τα ευρήματα μιας άλλης, όσο και αποκαλυπτικής προσέγγισης:
Η λέξη «άνθρωπος» προέρχεται (κατά το Liddel & Scott) από το ανήρ + ωψ (γεν. ωπός, από το ρήμα ορώ) είναι «ο έχων όψιν ή πρόσωπον ανδρός». Ανδρ – ωπός. Όπως πρόσ – ωπον. Δεν είναι homo (χώμα), είναι «αυτός που είναι ανήρ κατά την όψιν» ή ακόμα και «αυτός μόνο – και όχι άλλος – που μπορεί να δει τον άνδρα», όπου ανήρ (άνδρας) είναι «αυτός που δεν είναι νηρός», δηλαδή νεαρός. Και (νηρός, νεαρός) σημαίνει πρόσφατος, ακραιφνής (ακεραιο – φανής, δηλαδή, ακέραιος, καθαρός, ανόθευτος) εξ ου το νηρόν, δηλαδή το νερόν, το ύδωρ, πρόσφατον ή ψυχρόν ύδωρ, άρτι κομισθέν εκ της πηγής, το δροσερό νερό, το φρέσκο νερό, ανήρ επομένως σημαίνει «αυτός που δεν είναι νηρός, δεν είναι νεαρός, δεν είναι νέος, αλλά ενήλιξ, έχων (σεβαστήν) ηλικίαν, αυτός που δεν έχει πλέον ανάγκη από ενσαρκώσεις, έχει ολοκληρώσει την πνευματική του διαδρομή, ο αρχαίος, ο σοφός, ο σεβάσμιος, ο φωτεινός. Δεν είναι ακραιφνής (ακεραιοφανής) δηλαδή δεν φαίνεται ακέραιος, άρα δεν είναι ορατός, αλλά αισθάνεσαι ίσως μία (φωτεινή) σκιά, ένα αερικό, ένα πνεύμα. {Βλ. και Νηρεύς, ο αρχαίος θαλάσσιος άρχοντας (των νηρών, νερών) της Μεσογείου, οι Νηρηίδες, οι κόρες του Νηρέα, οι Νεράιδες (των παραμυθιών) στις πηγές και τα ρυάκια}.
Το νηρόν (νερό) αφήνει εκστατικό τον προσεκτικό ιχνευτή, επειδή ως στοιχείο ταυτίζεται με την ουσία της νεότητος. Και, όντως, το νερό είναι μεταγενέστερο (δηλαδή νεότερο) του αντιθέτου του στοιχείου, του πυρός. Η παρατήρηση μπορεί να οδηγεί και στο ότι ο ανήρ (αντίθετο του νηρού, νεαρού) ισούται με το πυρ (αντίθετο του νερού) κατά την εξίσωση: Αν Α = Β και Β = Γ, τότε Α = Γ. Συνεπώς ο ανήρ = πυρ, δηλαδή πυρφόρος, αρχέγονος, θεός. Ανήρ, άνθρωπος, κατ’ επέκταση, σημαίνει «αρχαίος στην όψη» ή «αρχαίος όταν τον βλέπεις» ή «αιώνιος, με το πρόσωπό του σαν τη φωτιά, που μπορείς να τον δεις», δηλαδή αθάνατος, φωτεινός, θεός ή «ομοίωση του θεού». Μπορεί και να σημαίνει «το ον που μπορεί να δει τον Θεό σε αντίθεση με τα άλλα όντα». Δεν είναι homo (χώμα) και τίποτε άλλο. Είναι πολλά άλλα. Εκτός και αν (για να κάνουμε λίγο Αγγλικό χιούμορ) οι Αγγλόφωνοι κάνουν αυτοκριτική ή κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια…
Συνοπτικά πάλι, η λέξη «άνθρωπος», όπως και η λέξη «Έλλην» σημαίνει «αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον θεό». Αυτός δηλαδή του οποίου η υψηλή κραδασμική συχνότητα είναι ίδια μ’ εκείνη του Φωτός, άρα του επιτρέπει να «βλέπει» την αντίστοιχη συχνότητα, στην οποία γίνονται ορατοί οι θεοί. Έλλην ή Άνθρωπος είναι η εξελιγμένη πνευματικά οντότητα και καθόλου βέβαια ο πολίτης ενός κράτους, το οποίο εντελώς αυθαίρετα και καταχρηστικά ονομάζεται «Ελλάς».
Η ανακάλυψη ότι οι δύο λέξεις «Έλλην» και «Άνθρωπος» (μοναδικά στην Ελληνική Γλώσσα) έχουν ετυμολογικά την ίδια ακριβώς αρχετυπική σημασία, οδηγεί σε νέα περιοχή αναζήτησης, κεντρικό αξίωμα της οποίας είναι ότι ο Έλλην – Άνθρωπος είναι διάφορος του βαρβάρου.
Αλλά σε τι συνίσταται άραγε αυτή η διαφορά;
Συνίσταται μάλλον στο ότι όλα τα δίποδα όντα ομοιάζουν κατά το σώμα, κατά τη μορφή και κατά το σχήμα, εντούτοις, όλα αυτά τα σώματα δεν είναι πυρφόρα, δεν κατοικεί εντός τους το Φως, το σώμα τους δεν είναι «Ελ λας», άρα δεν είναι όλοι «άνθρ ωποι». Το ανθρώπινο σώμα είναι σκάφανδρο κατάβασης του θεού στο επίπεδο της ύλης, υπάρχουν όμως τέλεια σκάφανδρα που (εντός της ύλης) έγιναν «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» των άλλων, δεν έχουν όμως μέσα τους το πνεύμα, το θεϊκό εκείνο στοιχείο που τα συνδέει με το Σύμπαν. Γι’ αυτό και δεν κατανοούν την Ουσία. Διαχειρίζονται τα δεδομένα, μερικές φορές άριστα, όμως δεν μπορούν να παρακολουθήσουν τη φυσική μεταβολή των δεδομένων. Έτσι, βλέπεις ευφυείς να γίνονται καταγέλαστοι, όταν οι συνθήκες γύρω τους αλλάζουν ξαφνικά…
Το πρώτο συνθετικό της λέξης «άνθρωπος» είναι ίδιο με το πρώτο συνθετικό της λέξης «Ανδρομέδα». Δε μπορεί να είναι τυχαίο κάτι τέτοιο. Ας το διερευνήσουμε:
Η λέξη «Ανδρομέδα» είναι σύνθετη λέξη. Αποτελείται από το ουσιαστικό «ανήρ» (γεν. ανδρός, δηλαδή το πρώτο συνθετικό της λέξης «άνδρ – ωπος» ή «άνθρ – ωπος») και το αρχαίο ρήμα «μέδω», το οποίο σημαίνει: άρχω, κυβερνώ, βασιλεύω, προστατεύω. Μέδων (συναντάται στον Όμηρο), Μεδεών (Δήμος Μεδεώνος, στην Ακαρνανία), Μέδουσα. Πρόσφατα η Επιστήμη ανακάλυψε την «αθάνατη μέδουσα». Η οποία αντί να πεθάνει, ανανεώνει τα κύτταρά της και αρχίζει τη ζωή της από την αρχή…
Λοιπόν, «Ανδρο – μέδα» σημαίνει «ο (ουράνιος) τόπος, όπου βασιλεύει ο άνθρωπος». Αυτός ο αρχαίος, ο φωτεινός, ο πύρινος, ο αθάνατος, ο άνθρωπος, είναι Έλ – λην. Πύρινος; Ναι. Όπως και η λέξη «Σείριος», η οποία (κατά το Liddell & Scott) σημαίνει: “Ο κατακαίων, θέριος (καλοκαιρινός) θερμός, όνομα του κυνάστρου, Λατ. Sirius (ίδε κύων V) επειδή ο αστήρ ούτος χαρακτηρίζει την εποχήν της μεγίστης θερμότητος, δηλ. από 12 Αυγούστου μέχρι 12 Σεπτεμβρίου κατά το Ιουλ. Ημερολ.”. Κατακαίων δε, καυτός, μπορεί να είναι ο Σείριος όχι εν τοις πράγμασι, αλλά με την πνευματική έννοια. Εξ ου και ο όρκος του Σωκράτη «μα τον Κύνα».
Ελλάνιος, Έλλην, Άνθρωπος, Ανδρομέδα, Σείριος, είναι πέντε λέξεις που σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους, έχουν ετυμολογικά την ίδια ρίζα, την ίδια καταγωγή, έχουν μάλλον κοινό παρανομαστή. Η αποκωδικοποίηση αυτών των λέξεων οδηγεί σε μια εντυπωσιακή αποκάλυψη, την οποία θα τολμήσουμε να παραθέσουμε εδώ, αλλά με την συμβατική της ορολογία: Έλλην είναι ο Ελλάνιος, ο Άνθρωπος, ο οποίος ήρθε στη γη από τον γαλαξία της Ανδρομέδας! Αυτό – πέραν των θεωριών – μαρτυρούν οι λέξεις «Άνθρωπος», «Ανδρομέδα», «Έλλην», αλλά και «Σείριος»!
Εις επίρρωσιν, παραθέτουμε εδώ ένα διασωθέν απόσπασμα από το έργο του Ερμή του Τρισμέγιστου «περί φύσεως», όπου αναφέρεται το εξής εκπληκτικό: «Δι’ ο τολμητέον ειπείν, τον μεν άνθρωπον είναι θνητόν θεόν, τον δε θεόν αθάνατον άνθρωπον». Αλλά και οι Ορφικοί έλεγαν: «Γης παις ειμί και ουρανού αστερόεντος»…
Ανήρ, ανδρός. Άνδρες. Όμως, άλλο «άνδρες» και άλλο «άρρενες». Ο ανήρ περιέχει και το αρσενικό και το θηλυκό, επειδή η λέξη αυτή εκπροσωπεί κάτι πολύ ευρύτερο από τον προσδιορισμό του φύλου. Όταν ο ρήτωρ έλεγε στους δημόσιους λόγους του «άνδρες Αθηναίοι…» δεν υποβάθμιζε, ούτε υποτιμούσε τις γυναίκες, όπως νομίζουν ορισμένοι, εννοούσε «αρχαίοι, πανάρχαιοι, που σας βλέπω σαν θεούς, απόγονοι των θεών», ήταν ένας αναγνωριστικός τίτλος τιμής που τον απηύθυνε σε άνδρες και γυναίκες εξαιρέτως και ανεξαιρέτως, σε θεούς και θεές, δεν τους ξεχώριζε σε δύο φύλα, δεν θεωρούσε κατώτερες τις γυναίκες, ο τίτλος τιμής ήταν ΕΝΑΣ, ας μην παρασύρονται οι αμφισβητίες από τις πολλές φυσικά σκουριές, οι οποίες (μετά την αρχαία καταστροφή του πλανήτη) επικάθησαν στο πνεύμα και δεν λένε να φύγουν μέχρι και σήμερα.
Ο πραγματικός άρα και φυσικός διαχωρισμός σε επίπεδο ρόλων ήταν «άρρενα και θήλεα». Το «ανήρ» δεν αντιπαραβαλλόταν στη «γυνή», αλλά στο «νηρό», δηλαδή το νεαρό. Ήταν η ωριμότητα απέναντι στην ανωριμότητα. Αντανακλούσε τη τέλος των ενσαρκώσεων, δηλαδή την θέωση, απέναντι στην ανάγκη για ενσάρκωση, δηλαδή την πορεία προς την θέωση. Αυτό είναι βέβαιο. Η «γυνή» δεν είχε ούτε ήταν κάτι τι το αντίθετο, επομένως ο «ανήρ» δεν ήταν το αντίθετο, ούτε το συμπλήρωμα της «γυνής». Είναι λάθος αυτό και προφανώς καταχωρείται ως τέτοιο μεταγενέστερα, όταν επικράτησε ο δυισμός και συνέβη αναπόφευκτα η απώλεια της πρωτογένειας των λέξεων.
Λοιπόν, η λέξη “άνθρωπος” δεν προέρχεται από το «άνω θρώσκω» (είναι αυθαίρετη και αβάσιμη εντελώς αυτή η ερμηνεία) αλλά από την γενική ή την αιτιατική του “ανήρ + ωψ”. Α + νηρ σημαίνει κατά λέξη “αυτός που δεν είναι νηρός, δηλαδή νεαρός”, δηλαδή ο παλαιός, ο αρχαίος, ανήρ δεν σημαίνει το αρσενικό που είναι σε αντιπαράθεση με το θηλυκό. Η λέξη «ανήρ» (γεν. ανδρός ή ανθρός) περιέχει και το αρσενικό και το θηλυκό, γι’ αυτό και οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν «άνδρες Αθηναίοι», δεν το έκαναν από περιφρόνηση προς τις γυναίκες, όπως νομίζουν οι αδαείς…
Για την λέξη «Έλλην» στην Αγγλική γλώσσα ΔΕΝ υπάρχει αντίστοιχη λέξη. Ας σκεφτούμε πονηρεμένα ότι είναι τουλάχιστον περίεργο. Υπάρχει μόνο η λέξη Greek που περιέργως μεταφράζεται… Έλλην. Από πού και ως πού, θα πεις! Ούτε για την λέξη «Ελλάς» υπάρχει αντίστοιχη Αγγλική λέξη. Υπάρχει μόνο η λέξη Greece. Που, αντίστοιχα, σημαίνουν «Γραικός» και Γραικία». Αν – αντίστοιχα με την Ελλάδα – ήθελαν οι Αγγλόφωνοι να πουν «Έλλην», όπως αντίστοιχα με την Γραικία είπαν «Greek», θα έπρεπε να γράψουν hellene ή heliin ή hallien ή halien ή alien. Λοιπόν, τη λέξη alien ή eilien (όπως τη βρήκαμε στα λεξικά) την κράτησαν για ν’ αποδώσουν μ’ αυτή τη λέξη την έννοια «εξωγήινος». Μια λέξη που προφέρεται κάτι σαν «έλιεν». Alien ή eilien σημαίνει αλλοδαπός, εξωγήινος, άγνωστος, ξενικός. Αλλά ο ήχος αυτής της Αγγλικής λέξης τι σας θυμίζει; Μήπως (μασημένα) … Έλλην;
Η λέξη hal-lien της Δύσης έχει την ίδια εννοιολογική σημασία με τη λέξη «λας» (και Λάσσα του Θιβέτ) της Ασίας …
Λοιπόν, η Αγγλική λέξη Hell σημαίνει … «κόλαση»! Βάλε τώρα την κατάληξη “as” και θα έχουμε τη λέξη Hellas, η οποία από τα Αγγλικά στα Ελληνικά ερμηνεύεται πλέον κυριολεκτικά ως … «χώρα της κόλασης»! Υπάρχει δε και λέσχη μοτοσικλετιστών στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ με τίτλο Hells Angels (οι Άγγελοι της Κόλασης)…
Τα «άλιεν» λοιπόν, που κινηματογραφικά αποδόθηκαν με την εξωγήινη γλίτσα, είναι η συκοφαντημένη πρωτογενής έννοια της λέξης «Έλλην». Με τον ίδιο τρόπο το βρώμικο μυαλό κάποιων επινόησε την εξωγήινη γλίτσα «άλιεν», με τον ίδιο ακριβώς τρόπο επινόησε τον Σατανά και τον περιέγραψε ως τραγόμορφο Πάνα, με τον ίδιο τρόπο ταύτισε και το Δία των Ελλήνων με τον Αντίχριστο. Όλα τα όπλα του νικητή για την εξόντωση του Ανδρομέδιου Ανθρώπου, του Έλληνα.
Συναφές θέμα είναι η λέξη «Γραικός». Η ετυμολογία της λέξης είναι μάλλον άγνωστη. Πέραν της μυθολογικής, υπάρχουν διάφορες εκδοχές, κυριότερη από τις οποίες είναι εκείνη των Λατίνων, που ονόμασαν Γραικούς τους Έλληνες αποίκους στην αρχαία Ρώμη και κατάγονταν από την πόλη Γραία της Εύβοιας.
Δεν θα ήταν όμως άνευ αξίας να επιχειρήσουμε κάποια ετυμολογική προσέγγιση. Κατά τον Αριστοτέλη (στα Μετεωρολογικά του) λέει ότι στην περιοχή της Δωδώνης κατοικούσαν οι Σελλοί, που αποκαλούνταν Γραικοί και τώρα Έλληνες. Φαίνεται ότι η λέξη «Γραικός» είναι αρχαιότερη της λέξης «Έλλην», έχει επομένως σχέση ότι η λέξη «γηραιός» είναι συνώνυμο της λέξης «ανήρ». Τη λέξη «ανήρ» την αναλύσαμε παραπάνω: ο μη νέος, ο παλαιός, ο ειδωλολάτρης, ο κακός άνθρωπος, ο αντίχριστος, ο λωποδύτης, δηλαδή ο παλαιός άνθρωπος, ο παλιάνθρωπος, ο Έλληνας, ο Γραικός. Λοιπόν, γραυς, γραία, γριά. «Γραία» είναι θηλυκό της λέξης «Γέρων». Γήρας. Και «γήρειον», δηλαδή το χνούδι κάποιων λουλουδιών που αποξηραίνεται και το παίρνει ο αέρας. Στα Λατινικά λέγεται «pappus». Εξ ου: Παππούς.
Με την προσέγγιση αυτή βρισκόμαστε σε καλό δρόμο. Έχουμε στόχο να βρούμε τη σημασία της λέξης «Γραικός» που σχετίζεται με την λέξη «παππούς», δηλαδή αρχαίος, παλαιός.
Οι Γραίαι (γριές) ήταν θυγατέρες του Φόρκυος και της Κητούς και φύλακες των Γοργόνων. «Γραικός» έγινε μετά την σύντμηση της λέξης «γραϊκός» που σημαίνει «αυτός που μοιάζει με γριά». «Γραίκες» είναι «οι των Ελλήνων μητέρες». «Γρέκι» στη λαϊκή γλώσσα των ξωμάχων ακόμα σήμερα είναι το παλιό (συλλογικό, μάλλον) καταφύγιο, όπου μπορείς να κοιμηθείς με ασφάλεια.
Υποψιαζόμαστε ότι ο Γραικός είναι αρχαιότερος του Έλληνος, επειδή ο Γραικός δεν βλέπει τον θεό, όπως ο Έλλην. Αυτό μας ειδοποιεί ότι ο θεός σε κάποια ιστορική φάση εμφανίστηκε στον Γραικό και τότε ο Γραικός έγινε Έλλην. Πρόκειται μάλλον για αλλαγή ιδιότητας του ιδίου γένους.
Εις επίρρωσιν του ισχυρισμού αυτού έρχεται η αφήγηση του Απολλόδωρου που λέει ότι, όσοι άνθρωποι γεννήθηκαν από τις πέτρες του Δευκαλίωνα και της Πύρρας αρχικώς ονομάζονταν Γραικοί, εν συνεχεία όμως Έλληνες. Ο γνωστός μύθος ότι πρωτότοκος γιος του Δευκαλίωνα ήταν ο Έλλην, φαίνεται να μη μπορεί να εξηγήσει την άλλη εκδοχή του ιδίου μύθου ότι ο Έλλην ήταν γιος του Δία. Ο μύθος λοιπόν ότι ο Έλλην έγινε γενάρχης των Ελλήνων, προσπαθεί να εξηγήσει το ανεξήγητο, χωρίς να το καταφέρνει. Αγνοεί ή απλώς δεν κατανοεί, ότι οι Έλληνες ήταν συνοδοί και όχι υιοί του Διός. Άρα οι Έλληνες δεν έλκουν την καταγωγή τους από τον Δία. Είναι απλά οι συνοδοί του και όμοιοι με αυτόν, υπό την ηγεσία του όμως εκπολίτισαν τους Γραικούς, δηλαδή τους γραϊκούς (ίσον, τους παλαιούς) τους δίδαξαν και τους φώτισαν, τους έδειξαν το δρόμο για ν’ ανέβουν επίπεδο ή, μάλλον, διάσταση.
Αν τώρα, οι Γραικοί (όπως διαφαίνεται από την αφήγηση του Απολλόδωρου) απόχτησαν την ιδιότητα του Έλληνα μετά τον Δευκαλίωνα, αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες είναι μετακατακλυσμιαίο και όχι προκατακλυσμιαίο φύλο, όπως οι Γραικοί. Με άλλα λόγια θα μπορούσαμε να πούμε το εξής: «Έλληνες είναι οι φωτισμένοι Γραικοί». Ορισμός που μας υποψιάζει για κάτι ακόμα, ότι: «Έλληνες δεν είναι όλοι οι Γραικοί, αλλά όσοι από αυτούς φωτίστηκαν και ανέβηκαν στην ανώτερη διάσταση, δηλαδή οι πεφωτισμένοι».
Στην αναζήτηση αυτή μπορεί να έχει σημασία και η ετυμολογία της λέξης «Έλλοψ». Από τη λέξη αυτή βγαίνει και η λέξη «ελλά», που σημαίνει καθέδρα. Άρα: Ελλάς (ή Ελλανία) είναι «η έδρα των θεών». Ελλοί ή Σελλοί, οι ιερείς της Δωδώνης. Έλληνες ή Ελλάνιοι ή Ελλήνιοι είναι οι κάτοικοι της έδρας των θεών ή, μάλλον, οι απόγονοί τους. Ελλοπία ήταν η χώρα της Δωδώνης. Έλλοψ ήταν υιός του Ίωνος. Έλλοπες ήταν οι «ελλείποντες της οπός, τουτέστιν άφθογγοι, άφωνοι και οι λεπιδωτοί και δασείς και τραχείς».
Λοιπόν, αυτοί οι λεπιδωτοί και δασείς και τραχείς ήταν οι πανάρχαιοι Γραικοί, αρχαιότεροι των Ελλήνων. Σε κάποια στιγμή της Ιστορίας έγιναν αποδέκτες της Γνώσης, του φωτός (Ελ ή Ηλ) ή του πυρός του Προμηθέα (Πύρρα) και μετατράπηκαν σε εκείνους που μπορούσαν να δουν τον θεό, μετατράπηκαν δηλαδή σε «Έλ – λην».
Οι σημερινοί κάτοικοι της καθέδρας των θεών, της Ελλανίας, δηλαδή της Ελλάδας, δεν είναι Έλληνες, αλλά Γραικοί, διότι δεν βλέπουν τον θεό, δε μπορούν να τον δουν, δεν επικοινωνούν μαζί του, δεν έχουν επαφή με την Ανδρομέδα. Θα γίνουν Έλληνες, όταν συμβεί ξανά εκείνο το υπέροχο που συνέβη κάποτε…
Μέχρι την ανάσταση της Ελληνικής γλώσσας, της Ελληνικής σκέψης, μπορούμε συμβατικά να κρατάμε και να χρησιμοποιούμε τον προσδιορισμό «Έλληνες» εννοώντας ότι είμαστε πολίτες αυτής της χώρας που οι Δυτικοί ονομάζουν Greece (Γραικία) και οι Ανατολικοί Γιουνανιστάν (Ιωνία) κι εμείς μόνο οι σύγχρονοι καλούμε ασεβώς «Ελλάδα», κατ’ ουσίαν υβρίζοντες. Αλλ’ αυτό θα γίνεται μόνο μέχρι εκείνη τη μεγάλη μέρα. Διότι, μετά απ’ αυτήν, η ανθρωπότητα θα μάθει ότι Έλληνες (ή, μάλλον, Ελλάνιοι) είναι οι θεοί που επέστρεψαν στον πλανήτη. Επέστρεψαν; Όχι! Ήταν πάντα εδώ, αλλά δεν τους έβλεπε, δεν τους θυμόταν κανείς, δεν τους ήξερε, διότι αυτοί «μάθαιναν» γράμματα στο «Κρυφό Σχολειό» που δεν διένειμε πτυχία και τίτλους. Τότε λοιπόν οι άνθρωποι θα δουν, θα νοιώσουν τους Έλληνες θεούς, θα θυμηθούν το βασίλειό τους στο Γαλαξία της Ανδρομέδας, την διαγαλαξιακή αυτοκρατορία τους στο διάστημα. Μέχρι τότε… Έλληνες θα είναι «οι μετέχοντες της ημετέρας παιδείας», ακόμα κι αν η παιδεία τους (η παιδεία μας) αυτή είναι το σπληνάντερο και το κοκορέτσι, Έλληνες θα είναι όσοι παίρνουν ένα πιστοποιητικό από τον μαχμουρλή ληξίαρχο ότι γεννήθηκαν στον τόπο αυτό. Μετά όμως… Ε, μετά, Έλληνες θα είναι μονάχα εκείνοι που κάποτε ήταν. Όχι εκείνοι που γεννήθηκαν στον τόπο αυτό, αλλά εκείνοι που γεννήθηκαν στ’ άστρα. Εκείνοι που θα διδάξουν πάλι στην ανθρωπότητα τους Νόμους και τις Αξίες που ξεχάστηκαν.
Από agriniovoice
«Ο διάλογος εκφράζει (ρητά ή σιωπηρά) την ανάγκη σύμπραξης για την εύρεση της
αλήθειας, για τη διατύπωση της πιο σωστής γνώμης και απόφασης μέσα σε
συγκεκριμένες συνθήκες, είναι έκφραση ζωτικής λειτουργίας για την απόκτηση
περισσής βεβαιότητας και τη χάραξη προγράμματος δράσης΄ έτσι αποκτά
περιεχόμενο ο διάλογος και προβάλλεται ως αξία μεγάλη για την ατομική και
συλλογική ζωή. […] Χρήσιμη φαίνεται εδώ μια σύντομη ετυμολογική διευκρίνιση:
με τον όρο λόγος η γλώσσα μας αποδίδει και τη λογική ικανότητα του ανθρώπου και
τη λεκτική ένδυσή της΄ κατά συνέπεια, διάλογος σημαίνει διασταύρωση των
εκφραστικών μέσων (λέξεων, προτάσεων, συλλογιστικών δομών) και διαμέσου
αυτών συνάντηση της λογικής δραστηριότητας των διαλεγομένων.»
Φ. Κ. Βώρος
« Το διαλέγεσθαι είναι αρχή του σύμπαντος θεμελιωμένη στη σύσταση του κόσμου,
δηλαδή στην αμοιβαία, δυναμική σχέση των στοιχείων του. Η αντίθεση των
στοιχείων της φύσης, και της κοινωνίας ακόμη, οδηγεί στην κίνηση, στη δημιουργία.
Από τη διαπίστωση της αρχής αυτής προήλθε η διαλεκτική, η εγκυρότερη
φιλοσοφική και επιστημονική μέθοδος για την εύρεση της αλήθειας. Η μέθοδος που
δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα στατικά, αλλά δέχεται τη μορφή της ως
αποτέλεσμα εξέλιξης που ωθείται απ’ τις σχέσεις, απ’ τις αντιθέσεις των στοιχείων
της. Η μέθοδος που συνθέτει το εμπειρικό και το αφηρημένο, το ατομικό και το
καθολικό, την αιτία με το αποτέλεσμα, την κίνηση και τη μορφή.»
Χρ. Μαλεβίτσης
Επί πολλά χρόνια η ακριβής ετυμολογική ανάλυση του όρου έχει αποτελέσει πρόβλημα και στο παρελθόν διατυπώθηκαν αρκετές μη επιστημονικές (παρετυμολογικές) εικασίες.
Σύμφωνα με την πιθανότερη εκδοχή, στην οποία συγκλίνουν τα πορίσματα της ιστορικής γλωσσολογίας, η αρχαία λέξη ἄνθρωπος απαντά ήδη με τον μυκηναϊκό τύπο a-to-ro-qo, παρουσιάζοντας παραγωγικό επίθημα το οποίο εμφανίζουν λέξεις που προέρχονται από το αρχ. ὄψ «πρόσωπο».
Η ανάλυση ἄνδρ-ωπος «αυτός που έχει όψη ή πρόσωπο άνδρα» είναι αυτή που τείνει να γίνει περισσότερο αποδεκτή στη σύγχρονη γλωσσολογία. Ας σημειωθεί ότι το αρχαίο ουσιαστικό ἀνήρ, ἀνδρός σήμαινε συγχρόνως «άνδρας, άνθρωπος», πράγμα που αποτελεί κοινό τόπο για πολλές σύγχρονες γλώσσες (λ.χ. αγγλ. man, γαλ. homme, γερμ. Mann «άνδρας» – man «κάποιος (άνθρωπος)», ισπ. hombre, ιταλ. uomo κ.α.), που όλα συνδυάζουν τις σημασίες «άνδρας, άνθρωπος», αντανακλώντας έτσι το γνωσιακό σύστημα των ομιλητών.
Δημοφιλείς παραμένουν ορισμένες εσφαλμένες (παρετυμολογικές) αναγωγές, οι οποίες δεν στηρίζονται σε επιστημονικά κριτήρια. Περισσότερο γνωστή είναι η λανθασμένη αναγωγή σε ἄνω + θρώσκω («αναπηδώ») + ὄπωπα (αρχαϊκός παρακείμενος του ὁρῶ, «βλέπω»), βάσει της οποίας ο άνθρωπος είναι το ον που κοιτάζει και κινείται προς τα εμπρός, άρα είναι γεμάτος αισιοδοξία και στόχους. Η άποψη αυτή προσκρούει στους μορφολογικούς κανόνες τής Ελληνικής, διότι παρουσιάζει τονισμό που δείχνει ότι πρόκειται για παράγωγο και όχι για σύνθετο, το δε ρήμα θρώσκω δεν έχει δώσει παράγωγα επίθετα τέτοιας μορφής.
Η ονομασία Ηomo, που εμφανίστηκε τον 18ο αιώνα στους επιστημονικούς κύκλους ως επιστημονικός όρος αναφοράς στο γένος Homo, προέρχεται από το λατινικό homō «άνθρωπος».
Aπό τη Βικιπαιδεια
- Αιδώς Αργείοι: όταν θέλουμε να καταδείξουμε αισθήματα ντροπής αναφερόμενοι σε κάποιον άλλο.
- Ειπώθηκε από τον Στέντορα (σε έντονο ύφος) προς τους Αργείους κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου, με σκοπό να τους ανυψώσει το ηθικό όταν ο Αχιλλέας αποχώρησε από τη μάχη. (Ομήρου Ιλιάδα – Ε 787)
- Αντίπαλον δέος: όταν αναφερόμαστε σε ισχυρό αντίπαλο. (Θουκυδίδης – Γ 11)
- Από μηχανής θεός: μη αναμενόμενη βοήθεια – λύση – συνδρομή σε κάποιο πρόβλημα ή δύσκολη κατάσταση. Προέρχεται από θεατρικό τέχνασμα στην αρχαία Ελλάδα που χρησιμοποιούσαν οι τραγικοί ποιητές όταν ήθελαν να δώσουν διέξοδο στη πλοκή του έργου και στο οποίο κατά τη διάρκεια της παράστασης εμφανιζόταν ένας Θεός επάνω σε εναέρια κατασκευή (γερανός).
- – Αρχή άνδρα δείκνυσι: όταν οι πράξεις – έργα χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο στον οποίο αναφερόμαστε. (Βίας ο Πριηνεύς – Σοφοκλής…. Αντιγόνη 62)
- Ασκός του Αιόλου: σε περιπτώσεις επικείμενων δεινών – καταστροφών. Ο Αίολος έδωσε έναν ασκό στον Οδυσσέα ο οποίος περιείχε ανέμους. Όταν λοιπόν οι σύντροφοι του Οδυσσέα άνοιξαν τον ασκό, απελευθερώθηκαν οι άνεμοι και παρέσυραν το πλοίο στο νησί των Λαιστρυγόνων. (Ομήρου Οδύσσεια Κ 1-56)
- Αχίλλειος πτέρνα: αδύνατο σημείο. Η φράση προέρχεται από το μύθο του Αχιλλέα, σύμφωνα με τον οποίο, όταν τον βύθιζε στο αθάνατο νερό η μητέρα του, επειδή τον κρατούσε από τη φτέρνα, στο συγκεκριμένο σημείο του σώματός του παρέμεινε θνητός.
- Βίος αβίωτος : ζωή ανυπόφορη. (Χίλων Ο Λακεδαιμόνιος)
- Γαία πυρί μειχθήτω: σε περιπτώσεις καταστροφής, όταν θέλουμε να δώσουμε έμφαση.
- Γη και ύδωρ: υποδηλώνει περιπτώσεις υποταγής , πλήρους υποχώρησης, παράδοσης άνευ όρων. Η φράση προέρχεται από τον Ηρόδοτο, σύμφωνα με τον οποίο οι Πέρσες απεσταλμένοι ζήτησαν από τους Σπαρτιάτες γη και ύδωρ σε ένδειξη υποταγής. (Ηροδότου Ιστορία V 17-18)
- Γόρδιος δεσμός: αναφέρεται σε περιπτώσεις δύσκολων προβλημάτων (άλυτων). Η φράση λέγεται σε περιπτώσεις δύσκολων καταστάσεων, όπως αυτή που αντιμετώπισε ο Μέγας Αλέξανδρος, όταν προσπάθησε να λύσει ένα πολύπλοκο κόμπο, το «γόρδιο δεσμό» τον οποίον σύμφωνα με τον χρησμό όποιος τον έλυνε θα γινόταν κυρίαρχος της Ασίας. (Αρριαννού 11 3)
- Δαμόκλειος σπάθη: απειλητικές καταστάσεις Η φράση προέρχεται από επεισόδιο που συνέβη μεταξύ του τυράννου των Συρακουσών Διονυσίου και του Δαμοκλή, ενός αυλικού κόλακα , όταν ο πρώτος θέλοντας να δείξει στο Δαμοκλή πόσο επικίνδυνο ήταν το αξίωμα του τυράννου τον έβαλε να καθίσει στο θρόνο, ενώ από πάνω του κρεμόταν ξίφος σε μια τρίχα αλόγου.
- Διέβην τον Ρουβίκωνα : σε περιπτώσεις που λαμβάνεται μία παράτολμη απόφαση. Η φράση αποδίδεται στον Ιούλιο Καίσαρα ο οποίος όταν το 49 π.Χ. αποφάσισε να κηρύξει εμφύλιο πόλεμο στην Ιταλία, πέρασε με το στρατό του τον ποταμό Ρουβίκωνα κατευθυνόμενος προς την Ρώμη.
- Δούρειος Ίππος: αναφέρεται σε περιπτώσεις δολιότητας, ή δώρων τα οποία υποκρύπτουν δόλο. Η φράση προέρχεται από τον Όμηρο και αναφέρεται κατά την περίοδο των Τρωικών πολέμων τότε που οι Έλληνες ενώ χάρισαν στους Τρώες ξύλινο άλογο μεγάλων διαστάσεων ως αφιέρωμα στους Θεούς, στο εσωτερικό του ήταν κρυμμένοι ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του, οι οποίοι άνοιξαν τις πύλες της Τροίας στους υπόλοιπους Έλληνες (Ομήρου Οδύσσεια λ 529)
- Δρακόντεια μέτρα: αναφέρεται σε περιπτώσεις λήψης αυστηρών – σκληρών μέτρων Η φράση προέρχεται από τον Δράκοντα (7ος αιώνας π.Χ) αρχαίο νομοθέτη των Αθηνών, ο οποίος ήταν γνωστός για τους αυστηρούς και σκληρούς νόμους που επέβαλε.
- Eξ απαλών ονύχων: αναφέρεται στην νηπιακή ηλικία κυριολεκτικά, ή σε παλαιότερη χρονική περίοδο μεταφορικά. Η φράση χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τη νηπιακή ηλικία κατά την οποία ο άνθρωπος έχει μαλακά νύχια.
- Έπεα πτερόεντα: αερολογίες, αβάσιμα επιχειρήματα. Ομηρική έκφραση βασισμένη στην αντίληψη ότι τα λόγια όταν εκστομίζονται τα παίρνει ο αέρας. (Ομήρου Ιλιάδα Α 201)
- Επί ξυρού ακμής : στην κόψη του ξυραφιού, σε πολύ κρίσιμη κατάσταση, σε κρίσιμο σημείο. Ομηρική φράση η οποία ειπώθηκε από το Νέστορα στο Διομήδη στην προσπάθειά του να τον παροτρύνει για συμμετοχή στον πόλεμο εναντίον των Τρώων. (Ομήρου Ιλιάδα Κ 173)
- Εκατόμβη: Θυσία με πολλά θύματα, μεγάλη απώλεια. Εκατόμβη στην αρχαία Ελλάδα ονόμαζαν την θυσία κατά την οποία γινόταν προσφορά από εκατό βόδια στους θεούς. (Ομήρου Ιλιάδα Α 65)
- Ες αύριον τα σπουδαία: Αργότερα θα ασχοληθούμε με τα σοβαρά ζητήματα – θέματα, αναβολή. Τη φράση είπε ο Θηβαίος Αρχίας, όταν έλαβε το γράμμα που τον προειδοποιούσε ότι κινδυνεύει από τον Πελοπίδα. (Πλουτάρχου Πελοπ. 10)
- Ή ταν ή επί τας : Ή θα την φέρεις νικητής (ασπίδα) ή θα σε φέρουν επάνω της νεκρό……………..ή θα επιτύχουμε, ή θα αποτύχουμε. Τη φράση έλεγαν οι Σπαρτιάτισσες μητέρες στα παιδιά τους, όταν τους έδιναν την ασπίδα για τον πόλεμο. (Πλουτάρχου Λακεδαιμ. Αποφθ.16)
- Ήξεις αφήξεις: Λέγεται όταν κάποιος αλλάζει συνεχώς γνώμη. Η φράση προέρχεται από το χρησμό του μαντείου των Δελφών « ήξεις αφήξεις ου θνήξεις εν πολέμω». Η θέση του κόμματος πριν ή μετά το αρνητικό μόριο ου, καθορίζει και τη σημασία του χρησμού.
- Κέρβερος: Σκληρός, ανυποχώρητος. Προέρχεται από το ομώνυμο τέρας που φύλαγε τον Άδη και δεν επέτρεπε την είσοδο.
- Κέρας Αμαλθείας: Παραπέμπει σε πλούτο – αφθονία υλικών αγαθών. Η φράση προέρχεται από περιστατικό όπου η Αμάλθεια έτρεφε το μικρό Δία με κέρατο κατσίκας γεμάτο γάλα και μέλι.
- Και συ τέκνον Βρούτε: Φράση που απευθύνεται σε πρόσωπα που προδίδουν την εμπιστοσύνη μας.Την είπε ο Καίσαρας, όταν αναγνώρισε τον Βρούτο ανάμεσα στους δολοφόνους του.
- Κόπρος του Αυγείου: Συγκεντρωμένες ατασθαλίες – καταστάσεις οι οποίες δύσκολα διορθώνονται. Η φράση προέρχεται από άθλο του Ηρακλή, κατά τον οποίο καθάρισε την κοπριά από τους στάβλους του Αυγείου.
- Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα: Λέγεται για όσους υπερηφανεύονται και καυχώνται για ανεπιβεβαίωτα κατορθώματα και καλούνται να αποδείξουν ότι λένε την αλήθεια. Η φράση προέρχεται από Αισώπειο μύθο σύμφωνα με τον οποίο κάποιος ισχυριζόταν ότι κάποτε στη Ρόδο έκανε ένα πολύ μεγάλο άλμα και του ζήτησαν να το επαναλάβει λέγοντάς του την παραπάνω φράση. (Αισώπου Μύθοι «Ανήρ Κομπαστής»)
- Mηδένα προ του τέλους μακάριζε : Μην βιάζεσαι να μακαρίσεις κάποιον πριν το τέλος. Με αυτή τη φράση σχολίασε ο Σόλωνας τους θησαυρούς του Κροίσου, όταν ο τελευταίος τους έδειξε με υπερηφάνεια. (Ηροδότου Ι 32 7)
- Κύκνειο άσμα: Η τελευταία ενέργεια – πράξη – έργο κάποιου. Προέρχεται από το τελευταίο τραγούδι του κύκνου πριν το θάνατό του. (Πλάτωνος Φαίδων 84 Ε)
- Ιστός της Πηνελόπης : Λέγεται για έργο που δεν τελειώνει. Η φράση είναι από τον Όμηρο όπου στην Οδύσσεια αναφέρεται στην Πηνελόπη η οποία ύφαινε ένα ύφασμα την ημέρα και το ξήλωνε τη νύχτα, θέλοντας να ξεγελάσει τους μνηστήρες μέχρι να γυρίσει ο Οδυσσέας από την Τροία. (Ομήρου Οδύσσεια τ 149)
- Κουτί της Πανδώρας : Εμφάνιση πολλών δεινών ταυτόχρονα. Η φράση προέρχεται από τη μυθολογία, σύμφωνα με την οποία ο Δίας για να τιμωρήσει τους ανθρώπους έδωσε στην Πανδώρα ως δώρο ένα κιβώτιο γεμάτο με όλες τις συμφορές, με αποτέλεσμα μόλις το άνοιξε να βγουν όλα τα δεινά, εκτός από την ελπίδα.
- Ο κύβος ερρίφθη: Η απόφαση έχει ληφθεί. Τη φάση είπε ο Καίσαρας όταν αποφάσισε να κηρύξει εμφύλιο πόλεμο. Οι λατινομαθείς ευρωπαίοι το λένε στα λατινικά alea jacta est.
- Προκρούστειος Κλίνη: Προσαρμογή κάποιας κατάστασης βάσει συμφέροντος. Προέρχεται από τον μυθικό κακούργο Προκρούστη ο οποίος έδενε τα θύματά του σε κρεβάτι κι έπειτα τους έκοβε ή εξάρθρωνε τα πόδια, προκειμένου να τους φέρει σε ίσο μήκος με το κρεβάτι.
- Μέμνησο των Αθηναίων : Μην ξεχνάς αυτόν που πρόκειται να εκδικηθείς.Τη φράση έλεγε καθημερινά ένας υπηρέτης στο Δαρείο (κατόπιν εντολής του) υπενθυμίζοντας ότι έπρεπε να τιμωρήσει τους Αθηναίους, διότι συμμετείχαν στην πυρπόληση των Σάρδεων. (Ηροδότου V 105)
- Μερίς του λέοντος : Το μεγαλύτερο μερίδιο. (Αισώπου μύθοι «Λέων και αλώπηξ»)
- Κομίζω γλαύκα εις Αθήνας : Όταν λέγονται ήδη γνωστά πράγματα. Η φράση λέγεται διότι στην Αθήνα η γλαύκα, η κουκουβάγια, ήταν γνωστή, σαν σύμβολο της Αθήνας και εικονιζόταν παντού, όπως στις στροφές των σπιτιών, στα νομίσματα κ.λ.π. (Αριστοφάνη, Όρνιθες, 301)
Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις… είναι από την Ελληνική γλώσσα.. (Bιβλίο Γκίνες) Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σ’ αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Μπιλ Γκέιτς, Microsoft)
Η Ελληνική και η Κινέζικη… είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και… στον ίδιο τόπο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από την μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική. (Francisco Adrados, γλωσσολόγος).
Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.
Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πως να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.
Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.
Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.
Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών.
Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λές, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της. Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιον φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.
Η ΣΟΦΙΑ
Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε και εμπρός να είναι έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.
Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».
Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή +έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι.
Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).
Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για την σκέψη. Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει σαν ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και τη υγεία μας. Και φυσικά όταν θέλουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πως το λέμε; Μα φυσικά «άφθονο».
Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο, και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε.
Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά . Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις την δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία…
Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και ιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με την σωματική μας υγεία.
Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο…
Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που άλλο από Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε σαν λέξη, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.
Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με την σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.
«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.
Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ
Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία, προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.
Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος: «Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική».
Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα: «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε έναν άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».
Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής.
Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.
«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου.
Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να αποθαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες». Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ότι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως. Η Ελληνική γλώσσα επεβλήθη αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της.
Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».
[Πηγή ellinikoarxeio.com]
|
Oι Κινέζοι προσπάθησαν να αποδώσουν στη γλώσσα τους τη λέξη Hellas. Για να τη γράψουν, χρησιμοποίησαν δύο ιδεογράμματα (希臘) τα οποία επέλεξαν με βάση την προφορά. Δηλαδή πήραν ένα ιδεόγραμμα που προφέρεται «σι», άλλο ένα που προφέρεται «λα», τα ένωσαν για να φτιάξουν τη λέξη «Σι-Λα» με την οποία προσδιορίζουν την Ελλάδα. Το πρώτο ιδεόγραμμα σημαίνει «ελπίδα»και το δεύτερο αντιστοιχεί στον μήνα Δεκέμβριο του αραδοσιακού κινεζικού ημερολογίου. Και τα δύο όμως μαζί, όταν ενωθούν, σημαίνουν «ο άλλος μεγάλος πολιτισμός». Αυτό για να δείτε με πόσο σεβασμό αντιμετωπίζουν τη χώρα μας. Δεν είναι καθόλου άσχημος αυτός ο συμβολισμός για μια χώρα, όπως λένε, τόσο ταλαιπωρημένη και παράλληλα τόσο πλούσια σε Ιστορία και πολιτισμό, όπως η δική μας. Οι Κινέζοι άλλωστε είναι ίσως ο μοναδικός λαός στον κόσμο που δεν αποκαλεί την Ελλάδα «Greece» ή κάτι παρόμοιο. Περίπου το 1/5 του παγκόσμιου πληθυσμού που ομιλεί κινεζικά αποκαλεί την Ελλάδα «Σι-Λα». |
| Ξένοι γενετιστές εκτιμούν ότι η «Ιλιάδα» γράφηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. | |||
Αμερικανοί και Βρετανοί βιολόγοι, οι οποίοι συνήθως αποκωδικοποιούν την αρχαία γενετική ιστορία των ανθρώπων, αναλύοντας τον τρόπο που τα γονίδια μεταλλάσσονται με το πέρασμα του χρόνου, εφάρμοσαν μία παρεμφερή τεχνική σε κάτι τελείως διαφορετικό από την ειδικότητά τους: στην χρονολόγηση της συγγραφής ενός από τα αρχαιότερα και διασημότερα κείμενα του Δυτικού πολιτισμού: την «Ιλιάδα» του Ομήρου. Το βασικό συμπέρασμά τους είναι, ότι γράφτηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. Δίνουν μάλιστα ως πιθανότερη κάποια ημερομηνία μεταξύ του 710 και του 760 π.Χ. Αυτή η χρονολόγηση σε γενικές γραμμές συμφωνεί με τις εκτιμήσεις των κλασσικών μελετητών, που προέρχονται από ιστορικές και αρχαιολογικές πηγές. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό βιολογίας «Bioessays», έγινε από τους Mark Pagel, Andreea Calude και Andrew Meade της Σχολής Βιολογικών Επιστημών του βρετανικού πανεπιστημίου του Ρέντινγκ και τον γενετιστή Eric Altschuler του Ιατρικού Πανεπιστημίου του Νιου Τζέρσι. Ο Pagel, που ήταν επικεφαλής, ειδικεύεται σε στατιστικά μοντέλα που εξετάζουν τις εξελικτικές διαδικασίες στην ανθρώπινη συμπεριφορά σε κάθε πολύπλοκο σύστημα, ακόμα και στο πεδίο της κουλτούρας (εξ ου και το ενδιαφέρον για την «Ιλιάδα»). Ασχολείται ιδιαίτερα με την παράλληλη πορεία της βιολογικής και της γλωσσολογικής εξέλιξης, θεωρώντας ότι η γλώσσα ως πολιτισμικό φαινόμενο εξελίσσεται όπως περίπου και τα γονίδια. «Οι γλώσσες συμπεριφέρονται τόσο εκπληκτικά όσο και τα γονίδια.Υπάρχει μια άμεση αναλογία», δήλωσε ο Pagel. «Προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε τα πρότυπα στη γλωσσολογική εξέλιξη και να μελετήσουμε το λεξιλόγιο του Ομήρου ως μέσο για να διαπιστώσουμε κατά πόσο η γλώσσα εξελίσσεται με τον τρόπο που νομίζουμε. Αν αυτό όντως συμβαίνει, τότε πράγματι μπορούμε να βρούμε μια συγκεκριμένη ημερομηνία για τον Όμηρο (ως συγγραφέα)». Οι ερευνητές αποδέχονται την ορθόδοξη άποψη, ότι ο Τρωικός πόλεμος όντως έλαβε χώρα και ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, ο Όμηρος, έγραψε ένα σχετικό έπος. Πάντως είναι μάλλον απίθανο, ότι υπήρξε μόνο ένας συγγραφέας που έγραψε την Ιλιάδα. Αρκετοί ερευνητές θεωρούν ότι πρόκειται για μια συνθετική συλλογή της προϋπάρχουσας προφορικής παράδοσης, που ανάγεται ίσως έως τον 13ο αιώνα π.Χ. Αυτό το αμάλγαμα ιστοριών κάποια στιγμή υπέστη επεξεργασία και εστιάστηκε στον πόλεμο της Τροίας, που πιθανώς συνέβη κατά τον 12ο αιώνα π.Χ., ενώ το ίδιο το έπος συνετέθη πολύ αργότερα, σύμφωνα με τον καθηγητή κλασσικών σπουδών του πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, Μπράιαν Ρόουζ. Ο Pagel και οι συνεργάτες του αντιμετώπισαν τις λέξεις της «Ιλιάδας» ως γονίδια σε ένα γονιδίωμα. Χρησιμοποίησαν μια συγκεκριμένη τεχνική γλωσσικής ανάλυσης που εστιάζει σε περίπου 200 έννοιες κοινές σε κάθε γλώσσα (τις λέξεις για τον πατέρα, τη μητέρα, τα όργανα του σώματος, τα χρώματα κ.α.). Οι ερευνητές εντόπισαν 173 τέτοιες λέξεις (λέγονται «Swadesh» από το όνομα του αμερικανού γλωσσολόγου Morris Swadesh που συνέταξε τον σχετικό κατάλογο στις δεκαετίες του ΄40 και του ΄50) και, στη συνέχεια, μελέτησαν τον τρόπο που αυτές οι 173 λέξεις-κλειδιά μεταβλήθηκαν («μεταλλάχτηκαν») διαχρονικά. Για αυτό το σκοπό, εντόπισαν αρχικά τις εν λόγω λέξεις στη γλώσσα των Χετταίων (ενός πολιτισμού που υπήρχε στη διάρκεια του Τρωικού πολέμου) και στη συνέχεια, ανέλυσαν τις κατοπινές διαφορές που υπέστησαν οι ίδιες λέξεις στην Ομηρική γλώσσα, καθώς και στη σύγχρονη ελληνική. Δηλαδή εφάρμοσαν στη γλωσσολογία, μια μέθοδο που μοιάζει με την γενετική ανάλυση των γονιδίων με το πέρασμα του χρόνου. Η μέθοδός τους αυτή αποκαλείται εξελικτική-γλωσσολογική φυλογενετική στατιστική ανάλυση
Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ |
“Κάθε γλώσσα κουβαλάει ιστορική μνήμη και γι’ αυτό είναι συναισθηματικά φορτισμένη. Είναι σαν ο κάθε φθόγγος, το κάθε γράμμα να ξεκλειδώνει συρτάρια της προσωπικής ή συλλογικής μας ιστορίας και να ξαναθυμίζει στο σώμα και στην ψυχή… αισθήματα και συναισθήματα του παρελθόντος” Οδυσσέας Ελύτης
Έλληνας μαθητής της Β’ Γυμνασίου, από τα Γιαννιτσά ήταν ο νικητής του διεθνούς διαγωνισμού έκθεσης της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ένωσης (UPU). Το θέμα του φετινού διαγωνισμού ήταν «Γράψτε μια επιστολή σε έναν αθλητή ή μια μορφή του αθλητισμού που θαυμάζετε, για να εξηγήσετε τι σημαίνουν για εσάς οι Ολυμπιακοί Αγώνες». Στο διαγωνισμό πήραν μέρος πάνω από 1 εκατομμύριο νέοι από 55 χώρες, μέσω των ταχυδρομείων τους και νικητής αναδείχτηκε ο 14χρονος Έλληνας.
Ο νικητής βραβεύτηκε την Παγκόσμια Ημέρα Ταχυδρομείου, στις 9 Οκτωβρίου 2012, στην Ντόχα του Κατάρ, με τη συμμετοχή 149 χωρών.
Η έκθεση του Μάριου Χατζηδήμου:
«Γιαννιτσά, 25/01/12
Κύριο Ρότζερ Φέντερερ,
Tennis sport club of Bussel,
Switzerland.
Αγαπητέ Ρότζερ Φέντερερ,
Είμαι ο Μάριος, ένας από τους χιλιάδες, φαντάζομαι θαυμαστές σου. Ένας μικρός, ασήμαντος Μάριος, μπροστά σ’ έναν γίγαντα του αθλητισμού. Κι ο λόγος που σου γράφω; Για να σ’ ευχαριστήσω… να σ’ ευχαριστήσω, που ξύπνησες μέσα μου την αγάπη για τον αθλητισμό και το τένις!
Χρόνια παρακολουθώ τους αγώνες και τις προσπάθειές σου στα γήπεδα, χειροκροτώ τις νίκες σου και θαυμάζω την επιμονή σου στις δύσκολες στιγμές. Το ανέβασμα σου όμως στο βάθρο του νικητή στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, ήταν το «σερβίς», για την δική μου είσοδο στο άθλημα.
Άρπαξα την παρατημένη ρακέτα του αδελφού μου και αποφασιστικά μπήκα στο γήπεδο, έτοιμος να νικήσω. Τότε συνειδητοποίησα πόσο διαφορετικό είναι, να βλέπεις την ρακέτα στα χέρια του Φέντερερ από το να προσπαθείς να την κουμαντάρεις στα δικά σου χέρια. Παιδεύτηκα, ίδρωσα, άκουσα δικαιολογημένα τις φωνές του προπονητή μου, όμως δεν τα παράτησα. Η μορφή σου στο βάθρο του Ολυμπιονίκη, με κρατούσε εκεί και συνέχιζα…
Συνέχιζα και ονειρευόμουνα… Κάποια μέρα, κτυπώντας το μπαλάκι, εκ σφενδονίστηκε μαζί και η φαντασία μου, μακριά, πολύ μακριά στον χρόνο και στον τόπο. Βρέθηκα, λέει, εκεί, στην Αρχαία Ολυμπία, στην μεγάλη γιορτή του αθλητισμού, στους πρώτους επίσημους Ολυμπιακούς Αγώνες. 776 π.Χ.- οι κήρυκες γυρνούν όλη την Ελλάδα και αναγγέλλουν το γεγονός. Οι πόλεμοι σταματούν, γιατί ο αθλητισμός ενώνει και συμφιλιώνει τους ανθρώπους, έτσι τουλάχιστον ήταν τότε! Νέοι από κάθε άκρη της χώρας, καταφθάνουν εκεί με λεβέντικη ψυχή και σώμα, για ν’ αγωνισθούν τον «καλόν αγώνα», το «Ευ αγωνίζεσθαι». Τι υπέροχες λέξεις, τι φανταστική ατμόσφαιρα!
Ήσουν κι εσύ, λέει, εκεί. Οι ιστορικές μου γνώσεις σε απορρίπτουν, όμως η φαντασία μου σε θέλει εκεί. Ν’ αγωνίζεσαι και να στεφανώνεσαι με την αγριελιά. Να ποτίζεις με τον ιδρώτα σου, το χώμα της αρχαίας Ολυμπίας και να δοξάζεσαι μαζί με τον Διαγόρα της Ρόδου, τον Πολυδάμα, τον Θεαγένη.
Ναι, είμαι περήφανος, που η δική μου πατρίδα, η Ελλάδα, έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου αθλητισμού. Το αθλητικό πνεύμα, σαρκώθηκε και μορφοποιήθηκε στους αγώνες της αρχαιότητας. Η Ολυμπιακή φλόγα, λαμπρυνόμενη με τις άξιες του Ελληνικού πολιτισμού, φώτισε την οικουμένη. Η αγωνιστικότητα, η ευγενής άμιλλα, ο αυτοέλεγχος, η συνεργασία, μέσ’ από τον αθλητισμό, εμπλούτισαν και όλη την στάση του ανθρώπου απέναντι στην ζωή…
…Στεκόσουν εκεί, στεφανωμένος, ακτινοβολώντας την χαρά της νίκης, όταν σε πλησίασα ντροπαλά, σου έπιασα το χέρι, σε κοίταξα στα μάτια και σε ρώτησα:
– Πως νοιώθεις, Ρότζερ; Τι σημαίνουν για σένα όλα αυτά;
– Άκου μικρέ μου, μου απάντησες με μια φωνή κρυστάλλινη, που ακόμα αντηχεί στ’ αυτιά μου. «Αγωνίζομαι» σημαίνει «νικώ», να το θυμάσαι αυτό. Η συμμετοχή, ο αγώνας, είναι ήδη μια μεγάλη νίκη, ανεξάρτητα απ’ το τρόπαιο. Νίκη ενάντια στους φόβους, τις ανασφάλειες και τις δυσκολίες του εαυτού σου, ενάντια στον εγωισμό και την φιλαυτία σου. Νίκη υπέρβασης του εαυτού σου. Και κάτι ακόμα: «Νικώ» σημαίνει «Αγαπώ». Αγαπώ τον συναγωνιστή μου, που μου έδωσε την ευκαιρία ν’ αγωνιστώ, τον προπονητή μου, που μου έμαθε τον τρόπω ν’ αγωνίζομαι και να νικώ, τον κόσμο που με στηρίζει στην προσπάθεια και στον δρόμο προς τη νίκη, τον Θεό, που μου χαρίζει την δυνατότητα ν’ αγωνίζομαι και να νικώ!
– Άουτ! Μάριε, συγκεντρώσου επιτέλους στο παιχνίδι! Ήταν η φωνή του προπονητή μου, που με έβγαλε ξαφνικά από την ονειροπόλησή μου. Όμως όχι, εκείνη την ημέρα, δεν ήταν δυνατόν να συγκεντρωθώ σε κανένα παιχνίδι. Ήθελα να διηγηθώ, όλα αυτά που έζησα, στους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες. Όλοι μαζί, ο προπονητής και οι συμπαίκτες μου, γίναμε μια συντροφιά κι αναβαπτισθήκαμε στο πνεύμα των Ολυμπιακών αγώνων. Μιλήσαμε για το περίφημο «Ευ αγωνίζεσθαι», αυτό που οι σύγχρονοι άνθρωποι, μπορούν τέλεια να ερμηνεύσουν ετυμολογικά, όσον όμως αφορά την πράξη, δυσκολεύονται απ ό λίγο έως τραγικά! Στοχεύοντας αποκλειστικά στον πρωταθλητισμό, λούζονται στα βρώμικα κι επικίνδυνα νερά των αναβολικών, θυσιάζοντας στον βωμό της εφήμερης δόξας, την καθαρότητα της ψυχής και του σώματος. Η εξόντωση του αθλητή και η δυσφήμιση των αγώνων, είναι το μόνο αντίτιμο που εισπράττει κανείς από τέτοιες ενέργειες.
Ε, λοιπόν για μένα οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν σημαίνουν, ούτε αναβολικά, ούτε πρωταθλητισμό, ούτε οικονομικά συμφέροντα, οικονομική κρίση, αντιζηλίες και μίση. Σημαίνουν χαρά για την συμμετοχή, «ευ αγωνίζεσθαι», φιλία, ειρήνη και σ’ αυτό το πνεύμα εύχομαι να σταθούν οι φετινοί Ολυμπιακοί Αγώνες.
Σταματώ εδώ την φλυαρία μου, που ίσως σε κούρασε και σου εύχομαι μέσα απ’ την ψυχή μου, σε όλη σου την ζωή, ν’ αγωνίζεσαι, να νικάς και ν’ αγαπάς, όπως ακριβώς εσύ μου δίδαξες. Σ’ ευχαριστώ για άλλη μια φορά και σε περιμένω, εκεί που πρωτοσυναντηθήκαμε… Στην αρχαία Ολυμπία, στην Ελλάδα, στην πατρίδα του πολιτισμού και του αθλητισμού. Στην πανέμορφη και πολυαγαπημένη μου πατρίδα, που όσες δυσκολίες και τρικυμίες κι αν περνά τώρα, « δεν την σκιάζει φοβέρα καμιά», γιατ’ «έχει στο κατάρτι της βιγλάτορα, παντοτινό, τον Ήλιο, τον Ηλιάτορα»!
Με αγάπη και θαυμασμό,
Μάριος Α. Χατζηδήμου»
Ι.Θ. Κακριδής
Γιατί αλήθεια διδάσκουμε τα αρχαία ελληνικά στα παιδιά που θέλουμε να μορφώσουμε, σε τόσο πολλές ώρες μάλιστα; Τρεις είναι οι κύριοι λόγοι που μας υποχρεώνουν να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να επικοινωνήσουν όσο γίνεται περισσότερο με τον αρχαίο κόσμο.
Πρώτα απ’ όλα, γιατί είμαστε κι εμείς Έλληνες. Από τον καιρό του Ομήρου ως σήμερα έχουν περάσει κάπου δυο χιλιάδες εφτακόσια χρόνια. Στους αιώνες που κύλησαν οι Έλληνες βρεθήκαμε συχνά στο απόγειο τηςδόξας, άλλοτε πάλι στα χείλια μιας καταστροφής ανεπανόρθωτης∙ νικήσαμε και νικηθήκαμε αμέτρητες φορές∙ δοκιμάσαμε επιδρομές και σκλαβιές∙ αλλάξαμε θρησκεία∙ στους τελευταίους αιώνες η τεχνική επιστήμη μετασχημάτισε βασικά τη μορφή της ζωής μας∙ και όμως κρατηθήκαμε Έλληνες, με την ίδια γλώσσα‐φυσικά εξελιγμένη‐, με τα ίδια ιδανικά, τον ίδιο σε πολλά χαραχτήρα και με ένα πλήθος στοιχεία του πολιτισμού κληρονομημένα από τα προχριστιανικά χρόνια.
Στον πνευματικό τομέα κανένας λαός δεν μπορεί να προκόψει, αν αγνοεί την ιστορία του, γιατί άγνοια της ιστορίας θα πει άγνοια του ίδιου του ίδιου του εαυτού του. Είμαι Έλληνας, συνειδητός Έλληνας, αυτό θα πει, έχω αφομοιώσει μέσα μου την πνευματική ιστορία των Ελλήνων από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα.
Ο δεύτερος λόγος που μας επιβάλλει να γνωρίσουμε την αρχαία πνευματική Ελλάδα είναι ότι είμαστε κι εμείς Ευρωπαίοι. Ολόκληρος ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίζεται στον αρχαίο Ελληνικό, με συνδετικό κρίκο τον ρωμαϊκό. Με τους άλλους Ευρωπαίους μας δένει βέβαια και ο Χριστιανισμός, όσο και να μας χωρίζουν ορισμένα δόγματα. Μα και ο Χριστιανισμός έπρεπε να δουλευτεί πρώτα με την Ελληνική σκέψη, για να μπορέσει ν’ απλώσει έπειτα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η ρίζα του πολιτισμού των Ευρωπαίων όλων είναι ο αρχαίος ελληνικός στοχασμός και η τέχνη, γι’ αυτό δεν μπορεί να τα αγνοεί κανείς, αν θέλει να αισθάνεται πως πνευματικά ανήκει στην Ευρώπη.
Μα ο κυριότερος λόγος που δεν επιτρέπεται οι νέοι μας ν’ αγνοούν την αρχαίαν Ελλάδα είναι άλλος: στην Ελλάδα για πρώτη φορά στα χρονικά του κόσμου ανακαλύφτηκε ο άνθρωπος ως αξία αυτόνομη, ο άνθρωπος που θέλει να κρατιέται ελεύθερος από κάθε λογής σκλαβιά, και υλική και πνευματική. Μέσα στους λαούς που περιβάλλουν τον ελληνικό χώρο στα παλιά εκείνα χρόνια υπάρχουν πολλοί με μεγάλο πολιτισμό, πάνω απ’ όλους οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες. Οι λαοί όμως αυτοί ούτε γνωρίζουν ούτε θέλουν τον ελεύθερο άνθρωπο. Το απολυταρχικό τους σύστημα επιβάλλει στα άτομα να σκύβουν αδιαμαρτύρητα το κεφάλι μπροστά στο βασιλέα και στους θρησκευτικούς αρχηγούς.
Η ελεύθερη πράξη και η ελεύθερη σκέψη είναι άγνωστα στον εξωελληνικό κόσμο. Και οι Έλληνες; Πρώτοι αυτοί, σπρωγμένοι από μια δύναμη που βγαίνει από μέσα τους και μόνο, την δεσποτεία θα την μεταλλάξουν σε δημοκρατία, και από την άβουλη, ανεύθυνη μάζα του λαού θα πλάσουν μια κοινωνία από πολίτες ελεύθερους, που καθένας τους να νιώθει τον εαυτό του υπεύθυνο και για τη δική του και για των άλλων την προκοπή. Ο στοχασμός είναι κι αυτός ελεύθερος για τα πιο τολμηρά πετάματα του νου και της φαντασίας.
Ο Έλληνας είναι ο πρώτος, που ενώ ξέρει πως δεν μπορεί ατιμώρητα να ξεπεράσει τα σύνορα του ανθρώπου και να γίνει θεός, όμως κατέχεται από μια βαθιά αισιοδοξία για τις ανθρώπινες ικανότητες και είναι γεμάτος αγάπη για τον άνθρωπο, που τον πιστεύει ικανό να περάσει τις ατέλειές του και να γίνει αυτό που πρέπει να είναι−ο τέλειος άνθρωπος. Αυτή η πίστη στον τέλειον άνθρωπο, συνδυασμένη με το βαθύ καλλιτεχνικό αίσθημα που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή, δίνει στον αρχαίον Έλληνα τον πόθο και την ικανότητα να πλάσει πλήθος ιδανικές μορφές σε ό,τι καταπιάνεται με το νου, με τη φαντασία και με το χέρι:
στις απέριττες μορφές που σχεδιάζουν οι τεχνίτες στα αγγεία της καθημερινής χρήσης, στη μεγάλη ζωγραφική, στην πλαστική του χαλκού και του μαρμάρου, πάνω απ’ όλα στο λόγο τους, και τον πεζό και τον ποιητικό. Αυτόν τον κόσμο θέλουμε να δώσουμε στα παιδιά μας, για να μορφωθούν∙ για να καλλιεργήσουν τη σκέψη τους αναλύοντας τη σκέψη των παλιών Ελλήνων∙ για να καλλιεργήσουν το καλλιτεχνικό τους αίσθημα μελετώντας ό,τι ωραίο έπλασε το χέρι και η φαντασία των προγόνων τους∙ για να μπορέσουν κι αυτοί να νιώσουν τον εαυτό τους αισιόδοξο, ελεύθερο και υπεύθυνο για τη μοίρα του ανθρώπου πάνω στη γη∙ προπαντός για να φουντώσει μέσα τους ο πόθος για τον τέλειον άνθρωπο.
AΠΟ YAHOO.GR
Τα κάλαντα ψάλλονται κυρίως από παιδιά μέχρι ορισμένου ορίου ηλικίας (14-15 ετών) αλλά και από ώριμους άνδρες, είτε μεμονωμένα είτε κατά ομάδες που περιέρχονται οικίες, καταστήματα, δημόσιους χώρους κλπ με τη συνοδεία του πατροπαράδοτου σιδερένιου τριγώνου αλλά ενίοτε και άλλων μουσικών οργάνων (φυσαρμόνικας, ακορντεόν, τύμπανου κλπ).
Κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι μετά τις αποδιδόμενες ευχές τα “Χρόνια Πολλά” το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα (σήμερα) είτε σε προϊόντα (παλαιότερα). Σχετική με αυτό είναι και η παρασκευή “κουλούρας” ονομαζόμενη “κολλίκι” (Βέροια) ή “κουλιαντίνα” (Σιάτιστα) και εξ αυτών οι φέροντες αυτά ονομάζονται “Κουλουράδες” ή “Φωτάδες”.
Τα κάλαντα ξεκινούν κυρίως με χαιρετισμό στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Χαρακτηριστικό σημείο είναι η γλώσσα στην οποία αυτά ψάλλονται, στη καθαρεύουσα, καταδηλούντα την άμεση καταγωγή τους από τους Βυζαντινούς χρόνους τις Καλένδες του Ιανουαρίου που γιορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα.
Ο μεγάλος αριθμός των διαφόρων παραλλαγών εξανάγκασε να διακρίνονται αυτά σε εθνικά ή αστικά και στα τοπικά ή παραδοσιακά (κατά περιοχή). Στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα έχουν καταμετρηθεί περισσότερες από τριάντα παραλλαγές μόνο στον Ελλαδικό χώρο. Σήμερα εκτός των παραπάνω έχουν εισαχθεί και διάφορα αγγλοσαξωνικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια, μερικά των οποίων έχουν και μεταγλωττιστεί στην ελληνική που δυστυχώς τείνουν να υπερκαλύψουν τα παραδοσιακά.
Επίσης και η ημέρα που ψάλλονται τα κάλαντα σε ορισμένες περιοχές ονομάζονται “Κάλαντα” (Κόλιντα, Κόλεντας, Κόλιαντας) με εξαίρεση τη νήσο Μήλο που ψέλνονταν μόνο τη παραμονή της Πρωτοχρονιάς, συντασσόμενα κάθε φορά νέα κάλαντα, με τα οποία όμως ζητούσαν οικονομική συνδρομή για κάποιο κοινωνικό σκοπό (πχ ανέγερση ή επιδιόρθωση ναού) δίδοντας και συμβουλές προς τους άρχοντες η παρατηρήσεις με σκωπτικό χαρακτήρα. Τέτοιες είναι και οι σχετικές “μαντινάδες” της Κρήτης ή “κοτσάκια” της Νάξου με σκωπτικό επίσης χαρακτήρα που ψάλλονται ως “κάλαντα”.
Πολλές φορές όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές τότε τα παιδιά συνέχιζαν με πολύ δυνατή φωνή έξω από την οικία δίστιχα σκωπτικά, επαναλαμβανόμενα:
«Αφέντη μου στη κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες,
άλλες γεννούν, άλλες κλωσούν κι άλλες αυγά μαζώνουν!»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
ΕΙΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ
Εις αυτό το νέον έτος, εις την πρώτη του μηνός
ήρθα να σας χαιρετήσω, δούλος σας ο ταπεινός.
Ο Βασίλειος ο Μέγας είναι πάντα θαυμαστός
και στην οικογένειά σας, να ’ναι πάντα βοηθός.
Τα παιδιά σας στο σχολείο να τα στέλνετε συχνά
να μαθαίνουν ιστορίες, της Ελλάδος τα καλά.
Έχω κι άλλα να σας πω, μα δεν έχω πια καιρό,
σας αφήνω καληνύχτα κι αύριο με το καλό.
Και του χρόνου.
ΑΡΧΙΝ,ΑΡΧΙΝ ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ
Άρχιν, άρχιν τα κάλαντα κι άρχιν καλά χρόνια
τα πουλιά λαλούν και χερολόνια πάλι κράζνε.
Άγιον Βασίλειον καλόν ζευγάρι λάμνει
καλόν εν’ αφέντη, καλόν κι ευλο(γ)ημένον.
Έχει και τα βόδια του, παραδείσου πουλίτσι
έχει και το τσίφτσι του πανώριον παλικάρι.
Έχει και τ’ αλέτιρι τ’ σ’ άγχου βουτημένο
έχει και το γύνι του σ’ ασήμι κονωμένο
έχει και το βέρκενι τ’ κιπριγιού καλέμι
έχει και τα ζεύγολα τ’ κουκιά μαργαριτάρια
έχει και τα ζεύγολα τ’ ξανά κλωστιά μετάξια
καλόν εν’ αφέντη, καλόν κι ευλο(γ)ημένον.
Σον ξερόν τον πέτρα έσπειρα πολύ φακουδίτσι
δώκεν ο Θεός κι εγένεν, εγένεν παρουρίτσι
ήρθεν ‘να πουλίτισι το ‘κα τσακωσα το κ(ου)ίτσι τ’
ήρθεν μαυρομάνα, κλαίγ’ και καμουρίτσει
ήρθεν μαυροκάκα, κλαίγ’ και καμουρίτσει.
Άκου τα μανίτσα μ’ αν κείσαι κι αν κοιμάσαι
άρι το καλέρι σου και σέβα στο κελάρι
σέβα στο κελάρι σ’ και φώτ΄σε το φενέρι σ’
φώτ’σε το φενέρ μας κι όλην τη γενιά μας,
φώτ’σε το φενέρ μας κι ας ‘σε φωτισταίος.
Και του χρόνου.
ΑΡΧΙΜΗΝΙΑ ΚΙ ΑΡΧΙΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ
Παινέματα για τον αφέντη
Μα σένα πρέπει αφέντη μου καρέκλα καρυδένια
για ν’ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια.
Και πάλι ξαναπρέπει σου τρικούβερτο καράβι
να ’ναι η πλώρη μάλαμα κι η πρύμνη του λουβάρι
και τα πανιά και τα σκοινιά να ’ναι μαργαριτάρι.
Παινέματα για την κυρά
Επό ’παμε τ’αφέντη σας να πούμε τσι κερά σας
κερά ψηλή, κερά λιγνή και καστανομαλλούσα
π’ όταν σε γέννα η μάνα σου όλα τα δέντρ’ ανθούσαν
κι όταν σε κοιλοπόνησε ήταν ημέρα σχόλη
και δώκανέ σου την ευχή οι δώδεκ’ αποστόλοι.
Παινέματα για τον γιό και την κόρη
Έχετε το γιό στα γράμματα και σέρνει το κοντύλι
να του τ’αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι.
Επόπαμε τα και του γιου να πούμε και τση κόρης
έχετε κόρη όμορφη γραμματικός τη θέλει
μα αν είναι και γραμματικός πολλά προυκιά γυρεύει
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα αμπέλια τρυγημένα
γυρεύει μύλους δώδεκα και μέσα οι μυλωνάδες
γυρεύγει και τη θάλασσα μ’ όλα τζι τα καράβια
γυρεύγει και τον κυρ Βοριά να τα καλαρμενίζει.



