Γλώσσα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Σεπτεμβρίου 2016

Ονόματα αντρών

 

Αγαθοκλής (αγαθός+κλέος) ο έχων καλή φήμη. Αγησίλαος ( άγω+λαός) ο ικανός ηγέτης. Αθηναγόρας (Αθήναι+αγορά) ο σοφός αγορητής Αθηνόδωρος (Αθηνά+δώρο) δώρο της Αθηνάς, ο σοφός. Αλέξανδρος (αλέξω:απομακρύνω+ανήρ) ο απωθών τους άνδρες, ο ανδρείος. Αλκιβιάδης (αλκή+βία) ο τολμηρότατος. Ανδροκλής (ανήρ+κλέος) ο ένδοξος. Αριστογένης (άριστος+γένος) ο ευγενής. Αριστόβουλος (άριστος+βουλή) ο άριστος σύμβουλος. Αριστοκλής (άριστος+κλέος) ο έχων άριστη δόξα. Αριστομένης (άριστος+μένος) ο ανδρειότατος. Δημοσθένης (δήμος+σθένος) η δύναμη του λαού. Διογένης (Ζευς+γένος) ο Θεογένητος Διομήδης (Διός+μέδων:άρχων) ο άρχων με θεία δύναμη. Επαμεινώνδας (επί+άμεινον) ο προοδευτικός. Ετεοκλής (ετεός:αληθής+κλέος) ο έχων αληθινή δόξα. Ευαγόρας (ευ+αγορεύω) ο καλός ομιλητής. Ευρυβιάδης (ευρύς+βία) ο πολύ αυταρχικός. Ευρυσθένης (ευρύς+σθένος) ο καρτερικότατος. Θεμιστοκλής (θέμις+κλέος) ο ένδοξος υπερασπιστής του δικαίου. Θουκυδίδης (Θεού+κύδος:δόξα) ο δοξάζων τον θεό. Θρασύβουλος (θρασύς+βουλεύομαι) ο τολμηρά σκεπτόμενος. Ιάσων (ίασις:θεραπεία) ο θεραπευτής. Ίων (ίον:άνθος) ο μενεξεδένιος. Κίμων (χίμων:χειμών) ο θυελλώδης. Κλέαρχος (κλέος+άρχω) ο ένδοξος άρχων. Κλεόβουλος (κλέος+βουλή) ο επινοητικότατος. Κλεομένης (κλέος+μένος) ο ένδοξος για τη γενναιότητά του. Κρίτων (κρίνω) ο ευφυής. Λέανδρος (λαός+ανήρ) ο ανδρείος του λαού. Μενέλαος (μένος+λαός) η ορμή του λαού. Μιλτιάδης (μίλτος:ερυθρά βαφή) ο αιματώδης, ο ανδρείος. Νεοκλής (νέος+κλέος) η νέα δόξα. Ξενοφών : ο ανδρείος ηγέτης των ξένων Οδυσσεύς (οδύσσομαι:διώκομαι) ο διωκόμενος υπό των θεών. Ορέστης (όρος+ίσταμαι) ο ορεσίβιος. Πάτροκλος (πατρίς+κλέος) η δόξα της πατρίδος Περικλής (περί+κλέος) ο ένδοξος Πολυδεύκης (πολύ+δεύκος:γλεύκος) ο πολύ γλυκός Πύρρος (εκ του πυρρός) ο ξανθοκόκκινος Σόλων (πιθανώς από το ρ. σέλλω:σείω) ο διασείσας το παλαιό, ριζοσπάστης Σοφοκλής (σοφός+κλέος) ο έχων δόξα σοφού Σωκράτης (σώζω+κράτος) ο σωτήρ του κράτους Τηλέμαχος (τηλέ: μακριά+μάχομαι) ο αγωνιζόμενος μακράν της πατρίδος Τιμολέων (τιμή+λέων) ο ισχυρός ως λέων Φαίδων (φως) ο λαμπρός καθ όλα Φίλιππος (φιλώ+ίππος) ο αγαπών τους ίππους Φοίβος (φάος:φως) ο ακτινοβόλος Φρίξος (φρίττω) ο τρομακτικός.

 

Ονόματα γυναικών

 

Αγαθόκλεια (αγαθή+κλέος) η έχουσα καλή φήμη Αγαθονίκη (αγαθή+νίκη) η νικήτρια ένδοξης νίκης. Aλκηστις (αλκή+εστία) η χάρη της οικογενείας Αλκμήνη (αλκή+μήνη:σελήνη) η ακτινοβολούσα. Ανδρομάχη (ανήρ+μάχομαι) η πρόμαχος. Αριάδνη (άρι:πολύ+αγνή) η αγνότατη Αρσινόη (άρσις < αίρω+νους) η υψηλόφρων. Αφροδίτη (αφρός+αναδύω) η αφρογενής, η ωραιοτάτη. Δηϊδάμεια (δήϊος:εχθρός+δαμάζω) η νικήτρια των εχθρών. Διώνη (εκ του Διός) η θεϊκή. Ερατώ (ερώ:αγαπώ) η αξιολάτρευτη, Μούσα Εριφύλη (έρι:πολύ+φύλον) η έξοχη των γυναικών. Ευδοξία (ευ+δόξα) η έχουσα καλή φήμη. Ευνομία (ευ+νέμω:διανέμω) η δίκαιη χορηγός των αγαθών. Ευρυδίκη (ευρύς+δίκη) η πολύ δίκαιη. Ευρύκλεια (ευρύς+κλέος) η πολυένδοξη. Ευτέρπη (ευ+τέρπω) η πολύ ευχάριστη, Μούσα. Ήβη (ήβη:ακμή) η πάντοτε θαλερή, νέα Ηλέκτρα (ηλέκτωρ:ο ακτινοβολών ήλιος) η ακτινοβολούσα από χάρη Ηρώ (Ήρα) η προσωποποίηση της Θεάς Ήρας Θάλεια (θάλλω) η δροσερή, η ωραία, Μούσα Θέμις (τίθημι>θεσμός) η θεά του Δικαίου, η άκρως δίκαιη. Ιοκάστη (ίον+κάζω:στολίζω) η ωραία ως μενεξές. Ιππολύτη (ίππος+λύω) η αρματιλάτις. Ίρις (είρω:αγγέλω) η αγγελιοφόρος των θεών. Ιφιγένεια (ίφι:ισχυρά+γίγνομαι) η πολύ ισχυρή. Καλλιόπη (κάλλος+ωψ:οφθαλμός) η έχουσα ωραία μάτια. Καλλιρρόη ( καλώς+ρέω) η δροσερή ως καθαρό νερό. Κλειώ (κλέος) Η ένδοξη, Μούσα. Κλεονίκη (κλέος+νίκη) η ένδοξη νικήτρια. Κλεοπάτρα (κλέος+πάτρη) η δόξα της πατρίδος. Λητώ (λανθάνω) η μυστηριώδης. Μελπομένη (μέλπω) η ευφραίνουσα με το άσμα της. Μυρτώ (μύρτον) η ευχάριστη ως μυρτιά. Ναυσικά (ναυς+καίνυμαι:υμνούμαι) η υμνούμενη από τους ναυτικούς. Νεφέλη (νέφω:χύνω ύδωρ) η προσφέρουσα ζωογόνον ύδωρ. Ξανθίππη η ξανθή ιππεύτρια. Πηνελόπη (πήνη:υφάδι+λέπω:εκτυλίσσω) η καλλιτέχνις υφάντρια. Πολυξένη (πολύ+ξενία) η πολύ φιλόξενη. Πολύμνια (πολύς+ύμνος) η θεία τραγουδίστρια, Μούσα. Τερψιχόρη (τέρπω+χορός) η τέρπουσα με το χορό της, Μούσα. Φαίδρα (φαιδρός < φως) η φωτεινή, η λάμπουσα από χάρη. Φερενίκη (φέρω+νίκη) η νικηφόρος Φιλομήλα (φιλώ+μέλος) η φιλόμουσος, η φίλη της αρμονίας. Χρυσηϊς (χρυσός) η πολύτιμη, η χρυσαφένεια.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Αυγούστου 2016

Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;» αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998) πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.

 

Nομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό –κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)– έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.

 

Στην Ελλάδα ο Π. Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν.

 

Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς απάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη «αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά». Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.

 

Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη «νειάτα».

 

Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή.

 

Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη «χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία».

 

Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα».

 

Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την «αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».

 

Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη», ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις» «ΖΩΗ»!

 

Η γιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη».

 

Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933:

 

Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς προτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου.

 

Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την «ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη «πόνος».

 

Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.

 

Του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Ιουλίου 2016

 

Προφέρετε δυνατά την πρόταση «κατά την επόμενην ημέραν» και θα νιώσετε τον κραδασμό που δημιουργείται με την εκφορά του γράμματος «ν». Επιχειρήστε να ξαναπείτε την φράση χωρίς το «ν»… «Κατά την επόμενη μέρα»… Καταλαβαίνετε την διαφορά; Στην πρώτη περίπτωση, ο εγκέφαλος δονείται. Στην δεύτερη… απλά δεν συμβαίνει τίποτα. Το σίγουρο είναι ότι αυτοί που έκοψαν το «ν» από τις λέξεις της γλώσσας μας, δεν το έκαναν χάριν της «πλέριας δημοτικιάς», αλλά κάτι ήξεραν και κάπου αποσκοπούσαν. Δειλά δειλά, τελευταία επιχειρούν να κόψουν και τα τελικά σίγμα (ς) όπου αυτό βέβαια είναι δυνατόν.

 

Μήπως είχε πολύ μεγαλύτερο νόημα απ΄όσο μπορούσαμε να φανταστούμε η φράση «Μου τα είπε με το νι και με το σίγμα.

 

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ »Ν» ΚΑΙ Η ΚΑΤΆΡΓΗΣΗ ΤΟΥ

 

Ν = Νούς – Νόμος καί τά Νερά στήν φύσιν

 

Συμβολίζει το δημιούργημα, την ατομική ύπαρξη, τη Θεία αρχή που ενώνει τον ανταγωνισμό των δύο πόλων και τους ενώνει σε έναν. Ζώδιο ο Ζυγός.

 

Στο πνευματικό, η αιώνια δράση της ζωής.

 

Στο νοητικό, η συνένωση των συγκινήσεων, η αμοιβαιότητα της στοργής.

 

Στο φυσικό, η ισορροπία στη σχέση των φύλων.

 

Είναι η μετενσάρκωση, η δικαιοσύνη στον υλικό κόσμο. Η παρουσία του στις μαγικές βοές προετοιμάζει τον άνθρωπο για ένα καλλίτερο μέλλον, απομακρύνει τις αντιξοότητες, βοηθά στην αναδρομή στις προηγούμενες ζωές.

 

Κάθε γράμμα του Ελληνικού Αλφαβήτου εκπέμπει ήχο και εικόνα. Κάθε λέξη τέθηκε από τους «Ονοματοθέτες», νομοθέτες θα τους λέγαμε σήμερα, με ακρίβεια και όχι τυχαία και έχει άμεση σχέση Αιτίας και Αιτιατού, μεταξύ Σημαίνοντος και Σημαινομένου.

 

Εάν πάμε δε στις Επιστήμες, τα παραδείγματα είναι ατελείωτα και άκρως διαφωτιστικά, αλλά και διδακτικά για τις επόμενες γενεές. Σχετικά πρόσφατα (1996) στο Ιατρικό Περιοδικό MEDIZIN-JURNAL στην Γερμανία, δημοσιεύτηκε μία επιστημονική εργασία, σύμφωνα με την οποίαν:

« Η εκφορά του γράμματος «Ν» μεταφέρει οξυγόνο στον εγκέφαλο και ότι δεν ήταν τυχαίο το γεγονός της τοποθέτησης του «Ν» στο μέσον ακριβώς του Αλφαβήτου – στο πρώτο Ελληνικό Αλφάβητο με τα 27 γράμματα ».

( Εκτός αυτού στο Χάρβαρντ, από ιατρικές έρευνες διαπιστώθηκε ότι η απαγγελία των Ομηρικών Επών στο πρωτότυπο, εκτός των άλλων, κάνει καλό στην καρδιά, ως αναπνευστική άσκηση…)

 

Με αφορμή τις έρευνες αυτές των ξένων επιστημόνων θα αναρωτηθούμε και εμείς: Είναι τυχαίο πάλι το γεγονός ότι το «ους» (το αυτί) που ακούει και μαθαίνει-όπως μας διδάσκει και η Σύγχρονη Ψυχολογία- γίνεται με το «Ν» ο « Νούς » που σκέφτεται , ενεργεί και αποφασίζει;

Και δικαιούμαι να ερωτήσω: Γιατί εμείς γίναμε διώκτες του «Ν»;

Γιατί θέλομε να φτωχύνουμε τον εγκέφαλο των επομένων γενεών στην χώρα μας;

Ως μάχιμος Εκπαιδευτικός και συγγραφέας επιστημονικού συγγράμματος

( ΔΥΣΛΕΞΙΑ, Αθήνα 1994, Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 6η Έκδοση σήμερα), νομιμοποιούμαι να ερωτήσω, αλλά και να προτείνω στο τέλος:

Η Ελληνική Γλώσσα έχει πάρει πλέον μία μορφή τέτοια που δεν έχει ανάγκη από άλλες ακρότητες.

Άλλωστε και τις ακρότητες του Ψυχάρη τις απέρριψε (τοπωσιά ή ντοπιολαλιά κλπ.).

Δεν λέω να επιστρέψομε – και δεν μπορούμε άλλωστε – στην «Καθαρεύουσα», η οποία επίσης είναι μία μεγάλη παρεξήγηση.

Μερικοί ξένοι Ειδικοί έχουν γράψει για το σημαντικό έργο της Καθαρεύουσας στην Γλώσσα μας, μετά το 1821. Ίσως ακόμα σήμερα να λέγαμε «ο Μινίστρος= Υπουργός ή το Χοσπιτάλι =το Νοσοκομείο κλπ», αλλά αυτό πέρασε απαρατήρητο στον τόπο μας και το Γλωσσικό Ζήτημα δεν έπρεπε να είχε υπάρξει…

Όμως σήμερα αναρωτιέμαι:

Είναι τυχαίο άραγε που καταργήσαμε το γράμμα «Ν» στο τέλος των λέξεων και τα σχολικά μας βιβλία γράφουν το «εμβαδό» (!), αντί το εμβαδόν !!

(Στα σχολικά βοηθήματα όμως διαβάζομε « το εμβαδόΝ », δηλ. εκεί διατηρείται το Ν, ενώ το επίσημο Κράτος στα βιβλία (ΥΠΕΠΘ, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο) το έχουν καταργήσει !!

Για ποιον λόγο αυτή η ακρότητα:

Για ποιον λόγο επίσημα διδάσκομε στα σχολεία μας κανόνες που κατασκευάστηκαν αυθαίρετα, π.χ. χθες συνάντησα το Δήμαρχο (το φίλο, το Σύμβουλο κλπ. κλπ…).

Το γράμμα Ν είναι οργανικό και όταν το κόβομε πονάει. Είναι σαν να κόβομε το δακτυλάκι μας….

Εάν κάποιος αντιτείνει ότι αυτό είναι μία ασήμαντη λεπτομέρεια, θα πρέπει να του πούμε ότι « η λεπτομέρεια κρατάει τον Παρθενώνα »!

Να θυμίσω όμως εδώ και το ωραίο, ειρωνικό κείμενο του Οδ. Ελύτη τότε :

« ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΗΧΟΥ», όπου καταλήγει : « Κανένας Ηρώδης δεν θα τολμούσε να διατάξει τέτοια γενοκτονία, όπως αυτή του τελικού «Ν», εκτός κι αν του’ λειπε η οπτική του ήχου…»

Ο Γ. Ρίτσος έγραψε επίσης:

« Και οι λέξεις φλέβες είναι. Μέσα τους αίμα κυλάει…».

Δυστυχώς, όμως, διαπιστώνομε σήμερα ότι μετά το Νι, έρχεται και η σειρά του τελικού Σίγμα (Σ).

Κάποιοι δημοσιογράφοι στα κανάλια λένε κιόλας: «η μέθοδο», η «οδό» , «η πλήρη ένταξη» (!)

Καλλιεργούν έτσι αυθαίρετα ένα αρνητικό γλωσσικό πρότυπο στους νέους μας με την τεράστια δύναμη των ΜΜΕ και το σχολείο ανήμπορο να αντιδράσει, αλλά και την κοινωνία παθητικά να δέχεται ως περίπου μοιραία την εξέλιξη αυτή.

Μετά από όλα αυτά διατυπώνω την εξής άποψη και καταθέτω στο Συνέδριό σας την δική μου «Θεωρία» για το εν λόγω ζήτημα:

Διεθνώς μελετάται η μοναδική μουσικότητα της Ελληνικής Γλώσσας και ο αντίκτυπός της στην πνευματική διαύγεια του ανθρώπου. Το γράμμα «Ν» διεγείρει τον εγκέφαλο θετικά και ενεργοποιεί τον άνθρωπο να σκέφτεται σωστά.

Το τελικό Σίγμα ηρεμεί τον άνθρωπο. Αυτό το δέχεται και η σύγχρονη Ψυχιατρική.

Οι Αρχαίοι Έλληνες τα εγνώριζαν όλα αυτά και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μόνον εμείς οι Έλληνες λέμε «Τα είπα με το Νι και με το Σίγμα» και δεν λέμε με άλλα γράμματα, (παρ΄ όλο που έχομε στις καταλήξεις των λέξεων και άλλα γράμματα), διότι το Νι ενεργοποιεί το μυαλό μας να σκεφθούμε σωστά και το Σίγμα ηρεμεί την ψυχή μας, αφού μιλήσουμε δημόσια ή ιδιωτικά.

Η σύγχρονη Ψυχογλωσσολογία δέχεται ότι η Γλώσσα και η Σκέψη γεννιούνται ταυτόχρονα και εξελίσσονται παράλληλα και συνιστούν ανά πάσα στιγμή μία αξεχώριστη ενότητα.

Η Γλώσσα ενσαρκώνει την Σκέψη και η Σκέψη ουσιώνεται σε Γλώσσα. Είναι ένα νόμισμα με τις δύο όψεις του.

Δεν μπορεί να υπάρχει η μία πλευρά, χωρίς την άλλη. Δεν μπορούσε να υπάρξει Ελληνική Σκέψη χωρίς την Ελληνική Γλώσσα.

Είναι γεγονός ότι η ποιότητα και ποσότητα «καταγραφών» στην Σκέψη προσδιορίζει και το νοητικό επίπεδο κάθε λαού.

Επομένως και το νοητικό επίπεδο καθορίζει και την ικανότητα της δημιουργίας Πολιτισμού.

Το Ελληνικόν Αλφάβητον, στην πορεία των χιλιάδων ετών του ήταν αρχικά Ιδεογραφικό, στη συνέχεια επινοήθηκε το Εικονογραφικό, έπειτα φθάσαμε στο Γραμμογραφικό, κατόπιν στο Συλλαβογραφικό (Γραμμική Α και Β) και τέλος καθιερώθηκε το ισχύον σήμερα Φθογγογραφικό , που είναι αξεπέραστο και στο οποίο οφείλεται η δημιουργία της Ελληνικής Γλώσσας και του Ελληνικού Οικουμενικού Πολιτισμού.

Σπύρος Μάρκου

Διευθυντής 3ου Δημ. Σχολείου Λαρίσης-irakleitos.blogspot.gr

 

 

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Μαΐου 2016

 

H Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις είναι από την Ελληνική γλώσσα.. (βιβλίο Γκίνες)

Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σ” αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Μπιλ Γκέιτς, Microsoft)

Η Ελληνική και η Κινέζικη, είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και…..στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από τη μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική. (Francisco Adrados, γλωσσολόγος).

Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από το βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον. Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.

Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.

Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.

Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών.

Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λες, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της. Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιο φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.

Η σοφία

Στη γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε να ισχύει. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι” αυτό το λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.

Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».

Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι. Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).

Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για τη σκέψη.

Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει ως ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και την υγεία μας. Και, βέβαια, όταν αναφερόμαστε σε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει, πως το λέμε; Μα, φυσικά, «άφθονο».

Έχουμε τη λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έλθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι το φρούτο όταν είναι άγουρο ή σαπισμένο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή, σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορούμε να το απολαύσουμε. Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά… Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία!

Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε (σε αρχική φάση οι Θεοί) ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας ευχαριστείται, αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα, για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία.

Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο.

Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που μόνο Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.

Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.

«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μπορείς να μιλάς σωστά σημαίνει ότι ήδη είσαι σε θέση να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.

Η μουσικότητα

Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία αφού προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.

Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος: «Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική».

Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα: «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε ένα άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».

Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής. Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.

«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ” εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου.

Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να θαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες». Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας, του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ό,τι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως. Η Ελληνική γλώσσα επιβλήθηκε αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της. Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Φεβρουαρίου 2016

BANK = λατινικά pango από το παγιώ, πήγνυμι. Οι τράπεζες πήραν την ονομασία τους από τα πρώτα ‘τραπέζια’ (πάγκους) της αγοράς. BAR = λατινικά: barra από το μάρα = εργαλείο σιδηρουργού. BOSS = από το πόσσις = ο αφέντης του σπιτιού. BRAVO = λατινικό, από το βραβείο. BROTHER = λατινικά frater από το φράτωρ. CARE = από το καρέζω. COLONIE από το κολώνεια = αποικιακή πόλη. DAY = Οι Κρητικοί έλεγαν την ημέρα ‘δία’. Και: ευδιάθετος = είναι σε καλή μέρα. DISASTER = από το δυσοίωνος + αστήρ DOLLAR = από το τάλλαρον = καλάθι που χρησίμευε ως μονάδα μέτρησης στις ανταλλαγές. π.χ. «δώσε μου 5 τάλλαρα σιτάρι». Παράγωγο είναι το τάλληρο, αλλά και το τελλάρo! DOUBLE = από το διπλούς – διπλός. EXIST = λατινικά ex+sisto από το έξ+ίστημι= εξέχω, προέχω. EXIT = από το έξιτε = εξέλθετε EXCELLENT = Εξ Ελληνων (;) EYES = από το φάεα = μάτια. FATHER = από το πάτερ (πατήρ). FLOWER = λατινικά flos από το φλόος. FOX=Αλεπου απο το Φοξος μακρυκεφαλος! FRAPPER = από το φραγκικό hrappan που προέρχεται από το (F)ραπίζω = κτυπώ ( F= δίγαμμα). GLAMO UR = λατινικό gramo ur από το γραμμάριο. Οι μάγοι παρασκεύαζαν τις συνταγές τους με συστατικά μετρημένα σε γραμμάρια και επειδή η όλη διαδικασία ήταν γοητευτική και με κύρος, το gramou r – glamou r, πήρε την σημερινή έννοια. HEART, CORE = από το κέαρ = καρδιά. HUMOR = από το χυμόρ = χυμός (Στην ευβοϊκή διάλεκτο, όπως αναφέρεται και στον Κρατύλο του Πλάτωνος, το τελικό ‘ ς’ προφέρεται ως ‘ρ’. Π.χ. σκληρότηρ αντί σκληρότης). I = από το εγώ ή ίω, όπως είναι στην βοιωτική διάλεκτο. ILLUSION = από το λίζει = παίζει. ΙS = από το είς. KARAT = εκ του κεράτιον, (μικρό κέρας για τη στάθμιση βάρους). KISS ME = εκ του κύσον με = φίλησέ με (…είπε ο Οδυσσέας στην Πηνελόπη). LORD = εκ του λάρς. Οι Πελασγικές Ακροπόλεις ονομάζονταν Λάρισσες και ο διοικητής τους λάρς ή λαέρτης. Όπως: Λαέρτης – πατέρας του Οδυσσέα). LOVE = λατινικό: love από το ‘λάFω’. Το δίγαμμα (F) γίνεται ‘αυ’ και ‘ λάF ω’ σημαίνει ”θέλω πολύ”. MARMELADE = λατινικά melimelum από το μελίμηλον = κυδώνι. MATRIX = από το μήτρα. MATURITY = λατινικά: maturus από το μαδαρός= υγρός. MAXIMUM = λατινικά: maximum από το μέγιστος. MAYONNAISE = από την πόλη Mayon, που πήρε το όνομά της από το Μάχων = ελληνικό όνομα και αδελφός του Αννίβα. ME = από το με. MEDICINE = λατινικά :medeor από το μέδομαι, μήδομαι = σκέπτομαι, πράττω επιδέξια. Και μέδω = φροντίζω, μεδέων = προστάτης. MENACE = από το μήνις. MENTOR = από το μέντωρ. MINE = από το Μινώαι (= λιμάνια του Μίνωα, όπου γινόταν εμπόριο μεταλλευμάτων. «Κρητών λιμένες, Μίνωαι καλούμεναι». MINOR = λατινικά: minor από το μινύς = μικρός. Στα επίσημα γεύματα είχαν το μινύθες γραμμάτιον, ένα μικρό κείμενο στο οποίο αναγραφόταν τι περιελάμβανε το γεύμα. Παράγωγο το… menu! MODEL = από το μήδος= σχέδιο (η ίδια ρίζα με τη μόδα (= moda). MOKE = από το μώκος = αυτός που χλευάζει. MONEY = λατινικό: moneta από το μονία = μόνη επωνυμία της Θεάς Ήρας: Ηραμονία. Στο προαύλιο του ναού της Θεάς στη Ρώμη ήταν το νομισματοκοπείο και τα νομίσματα έφεραν την παράστασή της, (monetae). MOTHER = από το μήτερ, μάτηρ, μήτηρ. MOVE = από το ομηρικό αμείβου = κουνήσου! MOW = από το αμάω = θερίζω. NIGHT = από το νύχτα. NO = λατινικό: non, ne εκ του εκ του νη: αρνητικό μόριο ( ”νέ τρώει, νέ πίνει”), ή (νηπενθής = απενθής, νηνεμία = έλλειψη ανέμου. PAUSE = από το παύση. RESISTANCE = από το ρά + ίστημι. RESTAURANT = από το ρά + ίσταμαι = έφαγα και στηλώθηκα. RESTORATION = λατινικά restauro από το ρά+ίστημι, όπου το ρά δείχνει συνάρτηση, ακολουθία, π.χ . ρά-θυμος, και ίστημι = στήνομαι. SERPENT = λατινικά serpo από το έρπω (ερπετό). H δασεία ( ‘) προφέρεται ως σ = σερπετό. SEX = από το έξις. Η λέξη δασύνεται και η δασεία μετατρέπεται σε σίγμα και = s + έξις. SIMPLE = από το απλούς (η λέξη δασύνεται). SPACE = από το σπίζω = εκτείνω διαρκώς. SPONSOR από το σπένδω = προσφέρω (σπονδή). TRANSFER από το τρύω (διαπερνώ) + φέρω. Transatlantic = διαπερνώ τον Ατλαντικό. TURBO = από το τύρβη = κυκλική ταραχώδης κίνηση. YES = από το γέ = βεβαίως. WATER = από το Ύδωρ ΥΔΩΡ (νερό), με το δ να μετατρέπεται σε τ .

 

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 22 Ιανουαρίου 2016

(απο την Σταυρούλα)

Κάποτε, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν το Υπουργείο Παιδείας στεγαζόταν στην Μητροπόλεως, επισκέφθηκα ένα σύμβουλο του Υπουργού και καθώς καθυστερούσε – κατά τα συνήθη – η συνάντηση, για να «σκοτώσω» τον χρόνο μου στον προθάλαμο όπου καθόμουν, άρχισα να μετρώ στην απέναντί μου τεράστια εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα, τους διατελέσαντες υπουργούς Παιδείας από την σύσταση του ελληνικού κράτους μέχρι τότε:

Στα 170 χρόνια συνέχειας ελληνικού κράτους είχαν διατελέσει υπουργοί Παιδείας, 180 περίπου ψυχές. Έχει υπάρξει μάλιστα και ημερήσιος Υπουργός Παιδείας…

Θυμάμαι καλά αυτό το περιστατικό κάθε φορά που ακούω πως ο κάθε νέος Υπουργός ανακοινώνει την έναρξη ενός διαλόγου ή τις προθέσεις του για μεταρρυθμίσεις:συνήθως η επιφυλακτικότητα, ορισμένες φορές η καχυποψία, και ένα μειδίαμα στο άκουσμά τους, περιγράφουν το τι εισπράττω από τις ανακοινώσεις του εκάστοτε κ. Υπουργού Παιδείας.

Παρ’ όλα αυτά η πρόσφατη έναρξη του διαλόγου για την Παιδεία, μ’ έχει οπλίσει με μια σχετική αισιοδοξία:

Τόσο η ποιότητα των μελών της επιτροπής (πως μπορείς να μην εμπιστευθείς κάποια τουλάχιστον από τα μέλη μιας – τόσο σημαντικής- επιτροπής όταν μάλιστα είσαι φίλιος αναγνώστης των γραπτών και των βιβλίων τους;), όσο και η δομή του (μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες καινοτομίες εντοπίζεται στο γεγονός ότι δεν θα υπάρχει μόνο οριζόντια αλλά και κάθετη δομή με ευκταίο αποτέλεσμα την αποφυγή στεγανών μεταξύ των βαθμίδων εκπαίδευσης), αποτελούν ένα αξιόπιστο εχέγγυο.

Βέβαια από την καλή δομή ενός εθνικού διαλόγου και την ποιότητα των μελών μιας επιτροπής μέχρι το δια ταύτα, υπάρχει μεγάλη διαδρομή.

Άλλωστε το γεγονός της ύπαρξης 180 (και βάλε) διατελεσάντων υπουργών Παιδείας, σχετικοποιεί την αισιοδοξία: Το πολλάκις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού…

Τις ίδιες πάνω-κάτω μέρες με την έναρξη του διαλόγου στην Παιδεία σε μια 4η τάξη ενός Δημοτικού σχολίου η δασκάλα ή ο δάσκαλος έβαλε σαν θέμα έκθεσης το «Πού βρίσκεται η ποίηση;»

Η απάντηση ενός παιδιού 9 μόλις ετών ήταν ακριβώς η παρακάτω:

zografia1

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ώστε εκεί βρίσκεται η ποίηση. Και η ποίηση στην Παιδεία, που βρίσκεται;

Υπάρχει μια πλατεία στο Παρίσι, η Place Maubert, που λέγεται ότι πήρε το όνομά της από τον Αλβέρτο τον Μέγα.

Ανάμεσα στην «καρολίγγεια αναγέννηση» και την ανάπτυξη των πανεπιστημίων του 13ου αιώνα, η μετάδοση της της γνώσης στην Ευρώπη εξασφαλίσθηκε κυρίως μέσω των μοναστηριακών και κατόπιν εκκλησιαστικών σχολών.

Καθηγητές και μαθητές είναι περιπλανώμενοι: οι δεύτεροι ακολουθούν τους πρώτους στις μετακινήσεις σ’ όλη την Ευρώπη, ταξιδεύοντας από πόλη σε πόλη στο ρυθμό μιας ζήτησης που αυξάνεται όσο μεγαλύτερη είναι η φήμη του δασκάλου (1).

Ο Αλβέρτος για παράδειγμα είχε χρηματίσει καθηγητής στο Ράτισμπον, κατόπιν στο Στρασβούργο και την Κολωνία προτού διδάξει στο Παρίσι όπου τα μαθήματά του γνωρίζουν τέτοια επιτυχία ώστε αναγκάζεται να τα παραδίδει σε ανοιχτό χώρο, σε μια πλατεία που διατηρεί το όνομά του : την πλατεία Μωμπέρ.

Αναρωτιέμαι πόσοι αλήθεια ήταν τυχεροί στην ζωή τους να συναντήσουν τέτοιους δασκάλους;

Θα μπορούσε άραγε να υπάρξει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε τα αμφιθέατρα να μην επαρκούν να χωρέσουν τους φοιτητές εξ αιτίας της ρητορικής γοητείας των της πλειοψηφίας των δασκάλων τους;

Στα χρόνια που σπούδασα στο Παρίσι, θυμάμαι πως φοιτητές διαφόρων Πανεπιστημίων και ειδικοτήτων συσσωρεύονταν στους υπαίθριους χώρους του Πανεπιστημίου της Βενσέν για να παρακολουθήσουν την εκφορά του λόγου του Ντελέζ, τα μαθήματά του δηλαδή. Τόσο ήταν το πλήθος.

Στα χρόνια που κύλησαν, είχα την τύχη να διαβάσω στο «Βήμα» το παρακάτω κείμενο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά με τίτλο «Μνήμη Αθανασίου Κανελλόπουλου»:

«Είχα πολλούς δασκάλους στην ζωή μου. Άκουσα και πάσχισα να παρακολουθήσω σοφούς ή λιγότερους σοφούς καθηγητές. Πολλές φορές γοητεύτηκα και συγκλονίστηκα, και ποιο πολλές ακόμη έπηξα θανάσιμα. Οι γνώσεις, οι εντυπώσεις και οι αναμνήσεις σωρεύτηκαν, παγιώθηκαν, ανακατεύτηκαν και με τον καιρό ξεθώριασαν. Και, στο τέλος, μέσα από διεργασίες απρόβλεπτες και εν πολλοίς αθέλητες, έγινα δάσκαλος και ο ίδιος. Δεν ήρθε βέβαια ο καιρός του απολογισμού. Δεν έχω επιχειρήσει ποτέ να σταθμίσω τις επιρροές που δέχθηκα και δέχομαι ακόμη. Επιρροές που γλιστρούν η μία πίσω από την άλλη, επιρροές ρητές ή αφανείς, που η καθεμιά τους ακολουθεί τη δική της άδηλη πορεία.

Οι μνήμες όμως παραμένουν. Και αναμοχλεύοντάς τες ότι την πιο συγκροτημένη διδασκαλία δεν την απήλαυσα ούτε στο Αθήνησι ούτε στη Χαϊδελβέργη ούτε στη Σορβόννη ούτε στο Yale, αλλά στο ετοιμόρροπο, σκονισμένο, κακοφωτισμένο και αθέρμαστο νομικό φροντιστήριο της οδού Καπλανών, στη μουντή και ασφυκτική ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Αθήνας. Εκεί όπου, έχοντας επιστρέψει από την εξορία, ο Θανάσης Κανελλόπουλος δίδασκε, αργά πάντα το βράδυ αστικό δίκαιο.

Είναι βέβαια δύσκολο, μετά από τόσα χρόνια, να εντοπίσω με ακρίβεια τους λόγους για τους οποίους η διδασκαλία του μένει πάντα ζωντανή στη θύμησή μου. Η αυστηρότητα στην έκφραση και η ακριβολογία δεν ήταν αποκλειστικά δικό του προνόμιο. Αλλά και η ευρυμάθεια, το χιούμορ, η ευρηματικότητα και η ευστοχία των παραδειγμάτων και ανεκδότων με τα οποία διάνθιζε την ομιλία του είναι στοιχεία που τα συνάντησα και σε άλλους.

Ο Θανάσης Κανελλόπουλος γεννούσε λόγο ρέοντα, πειστικό και γοητευτικό, χωρίς κενά, αλλά και δίχως επιτήδευση ή στόμφο. Σ’ αυτό όμως δεν διέφερε από άλλους προικισμένους δασκάλους που έχουν την έκτη εκείνη αίσθηση που επιτρέπει την άμεση κατάκτηση του ακροατηρίου.

Αυτό που θυμάμαι απ’ αυτόν ξεπερνάει τόσο το περιεχόμενο του λόγου του όσο και το ύφος του. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ο Θανάσης Κανελλόπουλος μετέδιδε τη χαρά της αποδεικτικής επιχειρηματολογίας, την ομορφιά του αυστηρού συλλογισμού, την αισθητική και αισθαντική αυταξία της αφαιρετικής σκέψης.

Οι νομικές κατηγορίες και έννοιες δεν εμφανίζονταν σαν ψυχρά αντικείμενα μάθησης και γνώσης, αλλά ζωντάνευαν σαν στοιχεία ενός λογικού παιγνίου, ενός αινίγματος ή γρίφου που καλούμαστε να επιλύσουμε, να αναστρέψουμε και να απολαύσουμε.

Σωκρατικά, διασκέδαζε κατασκευάζοντας σοφιστικά οικοδομήματα με στόχο να τα ανατρέψει, μας ενέπλεκε σε λογικούς μαιάνδρους, αφήνοντάς μας να επινοήσουμε δικές μας εξόδους από τον λαβύρινθο, μας έκανε να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο έξυπνοι από ό,τι ήμαστε και να θέλουμε να γίνουμε ακόμη εξυπνότεροι. Μας δίδαξε πολύ περισσότερα από το να αγαπήσουμε το αστικό δίκαιο και τη νομική επιστήμη.Μας εμφύσησε την απόλαυση της σκέψης.»

Αλήθεια, είναι εφικτό, η εμφύσηση της απόλαυσης της σκέψης να μην αποτελεί χαρισματικό προνόμιο μιας χούφτας διδασκόντων αλλά να μπορεί να υιοθετηθεί ως όραμα μιας εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής;

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η διαμόρφωση των πολιτών του 21ου αιώνα αποτέλεσε το θέμα ευρείας συζήτησης στους εκπαιδευτικούς κύκλους της Γαλλίας την οποία ξεκίνησε το Υπουργείο Παιδείας με την συνεργασία του γαλλικού Κοινοβουλίου.

Οργανώθηκαν «Ημερίδες περισυλλογής» με στόχο την ανανέωση ενός ουμανιστικού και λαϊκού πολιτισμού, παρέχοντας στοιχεία πληροφόρησης και σκέψης.

Ο πρόεδρος του γαλλικού Επιστημονικού Συμβουλίου Εθνικής ΓνωμοδότησηςΕντγκάρ Μορέν προσδιόρισε τον στόχο του διαλόγου σαν μια απελευθέρωση της γνώσης και σαν μια αναγκαιότητα μεταρρύθμισης της σκέψης, δηλαδή κάτι πολύ περισσότερο από την εκπόνηση νέων πολύ συγκεκριμένων προγραμμάτων (που και αυτά θα διαμορφωθούν με την σειρά τους), αλλά σαν προώθηση νέων τρόπων σκέψης(2):

«Κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα εμφανίστηκε ένας αριθμός επιστημών, οι οποίες συνδύαζαν πολλά γνωστικά αντικείμενα, γεγονός που επέτρεψε την απελευθέρωσή τους και τα κατέστησε περισσότερο γόνιμα. Ο διαχωρισμός των γνώσεων σε κατηγορίες είναι επιζήμιος στη διαμόρφωση της σκέψης. Κι εδώ έχουμε μια πραγματική πρόκληση.

Οι γνώσεις είναι όλο και πιο διαιρεμένες και τα προς επίλυση προβλήματα όλο και πιο σύνθετα και γενικά. Γνωρίζω πως είναι τεράστιες οι αντιστάσεις στις συνήθειες της σκέψης και των θεσμών.

Οι οικονομικές επιστήμες και η Κοινωνιολογία για παράδειγμα, μαθήματα που στο Λύκειο μελετώνται παράλληλα, στο Πανεπιστήμιο χωρίζουν απότομα. Πως θα αντιμετωπισθούν τέτοιου είδους δυσκολίες;

Αυτό που πρέπει να επιδιώξουμε είναι η διάνοιξη νέου τρόπου σκέψης. Υπάρχουν «φυσικά αντικείμενα», π.χ. ο κόσμος, η Γη, η βιόσφαιρα, που έχουμε κατανοήσει μέσα από πολυεπιστημονικά γνωστικά αντικείμενα που αναπτύχθηκαν εδώ και πενήντα χρόνια.

Αν πάρουμε ως παράδειγμα την οικολογία, είναι προφανές πως καθηγητές Φυσικής, Χημείας ή Βιολογίας ακόμη και Ιστορίας ή Οικονομίας θα συναντώνται και θα εργάζονται από κοινού πάνω σε αυτά τα θέματα. Μήπως όμως αυτό σημαίνει πως πρέπει να διαμορφώσουμε έναν πολυδύναμο καθηγητή για όλα αυτά; Καθόλου.

Θα ήθελα να τους δείξω πως υπάρχουν κοινές θεματικές, ώστε να μπορούν οι ίδιοι στην συνέχεια να θεμελιώσουν τις ανάλογες σχέσεις. Θα ήταν ευχής έργο αν μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ένα Κέντρο για εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπου θα περνούν εκεί κάποιο χρόνο μελετώντας προβλήματα που άπτονται της επιστημονικότητας, του ορθολογισμού, των σχέσεων μεταξύ ανθρωπιστικών και φυσικών επιστημών και, γιατί όχι, ανθρωπιστικών επιστημών και λογοτεχνίας.

Η λογοτεχνία είναι επίσης πολύ σημαντική. Διαθέτει αυτή την ανωτερότητα επί της Ιστορίας και της Κοινωνιολογίας, καθώς θεωρεί τα άτομα ενταγμένα σε ένα περιβάλλον, σε μια κοινωνία, σε μια προσωπική υπόθεση. Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος είναι σχολεία ζωής για τους εφήβους, όπου μαθαίνουν να αναγνωρίζονται μεταξύ τους.»

Αν όλα τα παραπάνω ισχύουν κάπου εκεί θα πρέπει να βρίσκεται το όραμα στην Παιδεία. Δεν έχουμε παρά να προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε και να εφαρμόσουμε μια νέα μορφή διδασκαλίας που στο επίκεντρό της θα βρίσκεται η πολυεπιστημονική προσέγγιση και μετάδοση της γνώσης, με δεσπόζουσα την θέση της λογοτεχνίας στην εκπαιδευτική διαδικασία ασχέτως διδασκόμενου γνωστικού αντικειμένου.

Αυτά, ίσως θα ήταν επαρκή πριν είκοσι χρόνια ώστε να διαμορφώσουμε μια τέτοια μορφή εκπαιδευτικού μοντέλου. Όμως η αλματώδης εισβολή των νέων τεχνολογιών στις ζωές όλων μας, μας έχει σταδιακά μετατρέψει από αναγνώστες του κόσμου σε θεατές του.

O Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ σε μια συνέντευξή του, το 1996 που αναδημοσιεύθηκε στον ελληνικό Τύπο (3) απάντησε ως εξής στην ερώτηση «Τι σημαίνει να διαβάζουμε ένα κείμενο, καθηγητή Γκάνταμερ;»:

«Είναι ένα από τα πιο δύσκολα και πιο επίκαιρα ερωτήματα σήμερα, δεδομένου ότι ζούμε το τέλος της εποχής του Γουτεμβέργιου. Οι θρίαμβοι της τεχνολογίας καθόρισαν τον αιώνα μας και το μέλλον μας. Ή καλύτερα ίσως την έλλειψη του μέλλοντος μας. Γι’ αυτό και σπρώχνουμε όλο και περισσότερο στο περιθώριο την εμπειρία της ανάγνωσης. Το δίκτυο ηλεκτρονικών πληροφοριών αναπτύσσεται όλο και περισσότερο επενδύοντας ήδη μέχρι την καρδιά κάθε οικογένειας. Όλες οι αποστάσεις έχουν χαθεί και ο καθένας μας μπορεί να βλέπει σε κάθε γωνιά τη Γης.Δεν είμαστε πλέον αναγνώστες του κόσμου, είμαστε θεατές του».

Έχοντας κατασταλάξει λοιπόν σε μια μορφή νέα διδασκαλίας και έχοντας υπόψη μας ότι οι γενιές που πρόκειται να εκπαιδευθούν δεν είναι πλέον αναγνώστες του κόσμου, αλλά θεατές του, θα πρέπει να αναζητηθούν τα αναγκαία εκείνα τεχνικά εργαλεία που προσφέρει η άνθιση των νέων τεχνολογιών, να υιοθετηθούν και να τύχουν εφαρμογής στην εκπαιδευτική κλίμακα όλων των βαθμίδων:

Από τα Μαζικά Ελεύθερα Διαδικτυακά Μαθήματα και την Παιχνιδοποίηση (Gamification) ως τα διεθνικά διαδικτυακά δίκτυα που προσφέρουν την δυνατότητα οι φοιτητές συνεργαζόμενων Πανεπιστημίων να ασκούνται στην συζήτηση και επίλυση κοινών προβλημάτων και ως το Moodle και γιατί όχι το Facebook.

Όμως εδώ ελλοχεύει ο μεγάλος κίνδυνος όπως τον επισημαίνει ο Φερνάντο Σαβατέρσε μια πρόσφατη συνέντευξή του: «Το εκπαιδευτικό σύστημα εγκαταλείπει τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία και εκχωρεί τις οδηγίες χρήσης του στο iPhone».

Και συμπληρώνει: «Δεν υφίσταται καμία τεχνολογία που να σου λέει τι πρέπει να κάνεις και πού να πας. Είναι μόνο ένα μέσον, ο ανθρωπισμός είναι ο στόχος. Ο κόσμος διαβάζει, το ζήτημα είναι να θέλει να διαβάζει βιβλία.»

Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει κάποιος να του εμφυσήσει την απόλαυση της σκέψης και να τον αναστρέψει: από θεατή του κόσμου σε αναγνώστη του.

Κάπου εκεί θα βρίσκεται η ποίηση στην Παιδεία.

Νομίζω.

*************

(1) Berstein Serge, Milza Pierre, «Ιστορία της Ευρώπης», 1ος Τόμος, Από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα ευρωπαϊκά κράτη (5ος – 18ος αιώνας), Εκδόσεις Αλεξάνδρεια,

(2) Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»,10-3-1998

(3) Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»,10-11-1996

Συντάκτης: Μιχάλης Κονιόρδος – Καθηγητής ΤΕΙ Πειραιά – Πηγήefsyn

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Σεπτεμβρίου 2015

Το πιο κοινό επώνυμο στη Βρετανία είναι το «Σμιθ», στην Ρωσία το «Κουζνέτσοφ», στη Γαλλία το «Λεφέβρ» και στη Σερβία το «Κοβάσεβιτς». Έχετε σκεφτεί ποτέ πως και τα τέσσερα αυτά επώνυμα σημαίνουν το ίδιο στην χώρα τους; Και μάλιστα, δεν δηλώνουν ένα όνομα, αλλά ένα επάγγελμα που είναι κοινό: το «σιδεράς»;

 

Ο Μάρτσιν Τσιούρα, ένας 48χρονος μηχανικός από την Πολωνία, έφτιαξε έναν χάρτη όταν συνειδητοποίησε ότι τα αγγλικά, τα πολωνικά, τα ολλανδικά, τα ρωσικά, αλλά και πολλά ακόμη γνωστά επώνυμα προέρχονται, ετυμολογικά ή μη, από το ίδιο επάγγελμα.

 

Μερικά από τα πιο κοινά επώνυμα που προέρχονται από επαγγέλματα είναι κατά σειρά εμφανίσεως στις ευρωπαϊκές χώρες  τα: Μυλωνάς (το όνομα Μίλερ σε διάφορες εκδοχές), Σιδεράς (το Κόβακς ή Κόβατς ή Κοβάσεβιτς ή απλώς… Σμιθ) και το Παπάς (Ποπόφ, Ποπέσκου, Πόπα ή Παπαδόπουλος).

 

Ας τα πάρουμε όμως αναλυτικά, πάντα με τη βοήθεια ενός συνοπτικού χάρτη:

 

Στην Αλβανία εκτός από το Χότζα που σημαίνει… «χότζας» δηλαδή ιμάμης, εξίσου κοινό είναι και το Πρίφτι (και Πρίφτης στα ελληνικά) που σημαίνει «ιερέας».

 

Στην Αυστρία τα δυο πιο κοινά επώνυμα που προέρχονται από επαγγέλματα είναι τα Γκρούμπερ (μεταλλωρύχος) και Χούμπερ (γαιοκτήμονας).

 

Στη Βόσνια το πιο κοινό επώνυμο είναι το Χότζιτς (=γιος του ιμάμη, κάτι σαν το δικό μας Παπαδόπουλος), ενώ στη Σερβία το Κοβάσεβιτς (=γιος του σιδηρουργού, σιδεράς) και το Πόποβιτς (=γιος του ιερέα). Το Κοβάσεβιτς (ή και Κόβασιτς) είναι το πιο κοινό επώνυμο και στην Κροατία.

 

Το Κόβακς ή Κοβάσεβιτς, στα λιθουανικά μεταφράζεται Καβαλιάουσκας και σημαίνει το ίδιο: ο γιος του σιδηρουργού. Είναι ένα από τα πιο κοινά επώνυμα στην Λιθουανία.

 

Αντίστοιχα, το συχνό επώνυμο Κοβάλσκι στην Πολωνία σημαίνει ακριβώς το ίδιο, όπως και σε συγγενικές χώρες όπως η Λετονία (με το επώνυμο Καλέις) και η Ρωσία (Κουζνέτσοφ = ο γιος του σιδηρουργού).

 

Οι Τσέχοι έχουν πολύ κοινό το επώνυμο Ντβόρακ (όπως, λόγου χάρη, ο μουσουργός του 19ου αιώνα Αντονίν Ντβόρακ) που σημαίνει γαιοκτήμονας, ενώ στην Εσθονία απαντάται συχνά το επώνυμο Σεπ που επίσης σημαίνει σιδηρουργός.

 

Το πιο συχνό φινλανδικό επώνυμο που προέρχεται από επάγγελμα είναι το Κινούνεν που σημαίνει «δερματέμπορος».

mobile.in.gr

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Σεπτεμβρίου 2015

 

Τις πρώτες ενδείξεις για την εμφάνιση βιβλιοθηκών στον ευρύτερο ελληνικό χώρο συνάγουμε από πήλινες πινακίδες της Μινωικής και της Μυκηναϊκής εποχής, που βρέθηκαν σε ανασκαφές. Οι πρώτες αναφορές σε βιβλιοθήκες εμφανίστηκαν στη Μεσοποταμία γύρω στο 3.000 π.Χ. Πρώτες αναφορές σε βιβλιοθήκες

Η έννοια της βιβλιοθήκης ήταν αντιληπτή ως συλλογή εγγράφων θρησκευτικού, εμπορικού, ιδιωτικού, κυβερνητικού, διοικητικού περιεχομένου στα ανάκτορα των βασιλέων, σε σφηνοειδή γραφή. Στην αρχαία Elba της Συρίας ανακαλύφθηκε το κύριο αρχείο του βασιλικού παλατιού (2.300-2.250 π.Χ.) με διοικητικά έγγραφα, καταγραφές και καταλόγους ζώων, καρπών, αγροτικής γης, ονόματα επαγγελμάτων και γεωγραφικών περιοχών. Στη Nippur της Νότιας Μεσοποταμίας βρέθηκαν πινακίδες του 2.000 π.Χ. με κατάλογο λογοτεχνικών έργων των Σουμερίων, οι οποίοι εφηύραν τη σφηνοειδή γραφή.

Στην εποχή των Χετταίων (17ος –13ος αι. π.Χ.) ανακαλύφθηκαν πινακίδες που υποδήλωναν την κυβερνητική δραστηριότητα. Οι κατάλογοι αυτών των βιβλιοθηκών / αρχείων ήταν πιο σύνθετοι από την απλή καταγραφή που έκαναν οι Σουμέριοι στη Nippur. Κατά τον 9ο αι. π.Χ. ο βασιλιάς της Ασσυρίας Ασουρμπανιπάλ (Ashurbanipal) στη Νινευί ιδρύει βιβλιοθήκη με την πρώτη συστηματική συλλογή εγγράφων στη Μέση Ανατολή. Εκεί ανακαλύφθηκε το έπος του Gilgamesh και το Έπος της Δημιουργίας σε σφηνοειδή γραφή, από τα πιο σημαντικά λογοτεχνικά έργα της Μέσης Ανατολής. Από την περιοχή αυτή διασώζονται 20.000 πήλινες πινακίδες.

Την ίδια εποχή στην Αίγυπτο δεν έχουμε ιδιαίτερες αναφορές σε βιβλιοθήκες. Μόνον ο Διόδωρος ο Σικελός τον 1ο αι. π.Χ. αναφέρει ότι επί βασιλείας του Ραμσή Β’ (1.279-1.213 π.Χ.) υπήρχε σε κτήριο μια «ιερή βιβλιοθήκη» που είχε την επιγραφή ψυχής ιατρείον, ένδειξη ότι αποτελούσε τμήμα ναού ή θρησκευτικού κέντρου.

 

Από τις πινακίδες της Κνωσού στην κλασική Ελλάδα

 

Στον ελληνικό κόσμο τα πρώτα δείγματα ύπαρξης βιβλιοθηκών ανάγονται στη Μινωική και Μυκηναϊκή περίοδο (1400-1100 π.Χ.). Πήλινες πινακίδες και λίθινες επιγραφές βρέθηκαν στις ανασκαφές της Κνωσού από το 1950, γραμμένες στη γραμμική Β γραφή, την παλαιότερη ελληνική γραφή.

Στις Μυκήνες και στην Πύλο βρέθηκαν πήλινες πινακίδες σωριασμένες σε δωμάτια των ανακτόρων και άλλες μέσα σε πιθάρια τοποθετημένα σε ράφια. Αντίθετα στην Κνωσό βρέθηκαν διάσπαρτες οι πινακίδες, γεγονός που συμπίπτει με τη θεωρία της καταστροφής του Μινωικού πολιτισμού από σεισμό και επακόλουθη πυρκαϊά.

 

Οι βιβλιοθήκες μέχρι την κλασική περίοδο στην Ελλάδα

Γύρω στα μέσα του 8ου αι. π.Χ. συντελέστηκε στον ελληνικό χώρο ένα σημαντικό γεγονός. Οι Έλληνες δανείστηκαν από τους Φοίνικες το αλφάβητο και το προσάρμοσαν στις ανάγκες τους. Έπρεπε όμως να υπάρξουν σχολεία, δάσκαλοι, βιβλία για την εκμάθηση της γραφής και τη διάδοση της γνώσης. Τα πρώτα δείγματα ύπαρξης συλλογών βιβλίων ήταν οι ιδιωτικές μικρές συλλογές.

 

Οι βιβλιοθήκες στην Αθήνα

 

Ερείπια από κτήρια βιβλιοθηκών δεν έχουμε στην Αθήνα για να αποδείξουμε την ύπαρξή τους. Η εικόνα για τις βιβλιοθήκες βασίζεται στην έρευνα των πηγών από την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία. Έτσι κατά τον 6ο αι. π.Χ. είχε προετοιμαστεί το έδαφος για να υποδεχθεί μια βιβλιοθήκη. Το πιο παλιό ελληνικό βιβλίο βρέθηκε στον τάφο του Αμπουκίρ στην Αίγυπτο, περιείχε τους Πέρσες του Τιμοθέου και χρονολογείται το 2ο μισό του 4ου αι. π.Χ. Ο αρχαιότερος ελληνικός πάπυρος είναι του Δερβενίου έξω από τη Θεσσαλονίκη που βρέθηκε το 1960 (4ος αι).

Σύμφωνα με τον Aulus Gelius, η Αθήνα είχε δημόσια βιβλιοθήκη γύρω στο 560 π.Χ. Ο τύραννος Πεισίστρατος (605-527 π.Χ.) φέρεται ότι είχε συγκεντρώσει μια συλλογή βιβλίων που αργότερα δώρισε στην Αθήνα και λειτούργησε ως δημόσια βιβλιοθήκη. Ο Gelius αναφέρει επίσης ότι η βιβλιοθήκη αυτή λειτουργούσε μέχρι το 480 π.Χ. όταν ο Ξέρξης κατέλαβε την Αθήνα και μετέφερε τη βιβλιοθήκη ως λάφυρο στην Περσία. Η χώρα αυτή κατακτήθηκε αργότερα από τον βασιλιά Σέλευκο, ο οποίος επανέφερε τα βιβλία στην Αθήνα.

Ο Αθηναίος στο έργο του Δειπνοσοφιστές αναφέρει ότι τον 6ο αι. π.Χ. ο τύραννος Πολυκράτης ο Σάμιος φέρεται να ίδρυσε δημόσια βιβλιοθήκη στη Σάμο με έργα ίσως των φιλοσόφων της Ελεατικής Σχολής, που γράφτηκαν σε παπύρινους κυλίνδρους. Ο Αθήναιος αναφέρει τον αρχαιότερο κατάλογο με ιδρυτές ιδιωτικών και βασιλικών βιβλιοθηκών στον ελληνικό κόσμο, όπου περιλαμβάνονται ονόματα όπως ο Πολυκράτης ο Σάμιος, ο Πεισίστρατος ο τύραννος των Αθηνών, ο Ευκλείδης ο Αθηναίος, ο Νικοκράτης ο Κύπριος, οι βασιλείς της Περγάμου, ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης, ο Αριστοτέλης, ο μαθητής του Θεόφραστος και ο Νηλέας. Από τον 5ο αι. π.Χ. εμφανίζονται αρκετές ιδιωτικές βιβλιοθήκες: Πλάτων, Ισοκράτης (436 π.Χ.), αργότερα ο Δημοσθένης (384 π.Χ.), Ζήνων (333 π.Χ.). Κατά τον 5ο αι. π.Χ. οι ενδείξεις για ύπαρξη βιβλιοθηκών εξακολουθούν να είναι ασαφείς.

Ο Πλάτων (427-347 π.Χ.), φιλόσοφος και δάσκαλος του Αριστοτέλη, είχε ιδιωτική βιβλιοθήκη για να τη χρησιμοποιούν οι μαθητές του στην Ακαδημία.

 

Η Βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη

 

Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης ίδρυσε στην άλλη άκρη της Αθήνας το 325 π.Χ. (έμεινε ανοικτή μέχρι το 425 μ.Χ.) τη σχολή του που αρχικά ονομάστηκε Λύκειον και από τα χρόνια του Θεόφραστου, μαθητή και διαδόχου του στη διεύθυνση της σχολής, ονομάστηκε Περίπατος. Το Λύκειον λειτουργούσε παράλληλα με την Ακαδημία. Στις σχολές αυτές διασώζονται πολλά έργα και παραδόσεις των ίδιων των ιδρυτών τους, αλλά και της παλαιότερης ελληνικής γραμματείας. Έτσι ο Αριστοτέλης κατά τον Στράβωνα δημιούργησε τη μεγαλύτερη ιδιωτική βιβλιοθήκη για την υποστήριξη του διδακτικού προγράμματος του Λυκείου. Ο Αριστοτέλης την ταξινόμησε βασιζόμενος στις δικές του στοχαστικές αρχές. Η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη αποτελούνταν από 400 βιβλία χωρισμένα σε εξωτερικά συγγράμματα, που απευθύνονταν στο ευρύ κοινό, από εσωτερικά ή διδακτικά που περιλάμβαναν τις παραδόσεις του στο Λύκειο (π.χ. Αναλυτικά, Φυσικά, Ηθικά, Όργανον) και από τα ξένα βιβλία που αγόρασε ή απόκτησε από δωρεές για να υποβοηθήσουν το έργο του και της σχολής του.

Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου ο Αριστοτέλης μετακόμισε στη Χαλκίδα, όπου μάλλον θα πήρε κάποια από τα βιβλία της βιβλιοθήκης του. Τα υπόλοιπα κληρονόμησαν οι μαθητές του Θεόφραστος από τη Λέσβο που συνέχισε τη διδασκαλία στον Περίπατο και Εύδημος που πήγε στη Ρόδο. Ο Θεόφραστος με διαθήκη του κληροδοτεί τη βιβλιοθήκη στον Νηλέα, συμμαθητή του Αριστοτέλη στην Ακαδημία, άτομο χωρίς επιστημονική δραστηριότητα και μεγάλο στην ηλικία. Οι απόγονοι του Νηλέα, φοβούμενοι μήπως ο βασιλιάς της Περγάμου Ευμένης Β’ έπαιρνε κάποια χειρόγραφα όταν έκτιζε τη βιβλιοθήκη του, τα έκρυψαν σε σπηλιά όπου καταστράφηκαν από την υγρασία.

Όταν η Πέργαμος έγινε ρωμαϊκή επαρχία, οι απόγονοι του Νηλέα ξέθαψαν όσα βιβλία του Αριστοτέλη είχαν περισωθεί και τα πούλησαν στον Απελλικώνα από την Τέω (πόλη της Ιωνίας) τον 1ο αι. π.Χ. Εκείνος φρόντισε να γίνουν αντίγραφα για να περισωθούν και να καταστούν προσιτά ξανά στους κύκλους της Ακαδημίας και του Περιπάτου. Όταν το 81 π.Χ. ο Σύλλας κατέλαβε την Αθήνα, ο Απελλικών σκοτώθηκε και ο Σύλλας μετέφερε ως λάφυρο τη συλλογή του στη Ρώμη, που είχε τμήμα των αυθεντικών χειρογράφων του Αριστοτέλη. Στη Ρώμη η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη έπεσε πάλι σε ελληνικά χέρια, στον Τυραννίωνα, μαθητή του Διονυσίου του Θρακός. Ο Φαύστος, γιός του Σύλλα, κληρονόμησε τα βιβλία του Αριστοτέλη και η βιβλιοθήκη του έγινε κέντρο της ρωμαϊκής διανόησης. Ο Φαύστος αργότερα χρεοκόπησε, δημοπρατήθηκαν τα βιβλία και χάθηκαν.

Ο Αθήναιος αναφέρει ότι ο Πτολεμαίος Β’ ο Φιλάδελφος (309-246 π.Χ.) αγόρασε από τον Νηλέα τα βιβλία του Αριστοτέλη και τα έφερε στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Σε κάθε περίπτωση όμως ο Αριστοτέλης εμφανίζεται στην ιστορία ως δημιουργός και ιδιοκτήτης μιας από τις πιο αξιόλογες ιδιωτικές βιβλιοθήκες της εποχής.

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Μαρτίου 2015

Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Βερμόντ στις ΗΠΑ συνέλεξαν δισεκατομμύρια λέξεις από δέκα διαφορετικές γλώσσες, από υπότιτλους ταινιών στα αραβικά, αναρτήσεις στο Twitter στα κορεατικά, βιβλία της ρωσικής λογοτεχνίας, δικτυακούς τόπους στα κινεζικά και στίχους τραγουδιών στα αγγλικά.

Δέκα γλώσσες στο μικροσκόπιο

«Εξετάσαμε δέκα γλώσσες και διαπιστώσαμε ότι σε όλες τις περιπτώσεις οι άνθρωποι χρησιμοποιούν περισσότερες θετικές λέξεις παρά αρνητικές» λέει ο Πίτερ Ντοντς, μέλος της ερευνητικής ομάδας που υπογράφει τη δημοσίευση στην επιθεώρηση PNAS.

Σε καθεμία από τις δέκα γλώσσες που εξετάστηκαν (αγγλικά, ισπανικά, γαλλικά, γερμανικά, βραζιλιάνικα πορτογαλικά, κορεατικά, κινέζικα, ρωσικά, ινδονησιακά και αραβικά) οι ερευνητές αναγνώρισαν τις δέκα χιλιάδες λέξεις που χρησιμοποιούνται πιο συχνά.

Στη συνέχεια, πλήρωσαν εθελοντές να βαθμολογήσουν το συναισθηματικό περιεχόμενο των λέξεων αυτών στη μητρική τους γλώσσα, σε μια κλίμακα από το ένα έως το εννέα. Στην περίπτωση των αγγλικών, για παράδειγμα, η λέξη «γέλιο» βαθμολογήθηκε με 8,50, ενώ η λέξη «τρομοκράτης» με 1,30.

Αν οι άνθρωποι δεν είχαν καμία μεροληψία στη χρήση θετικών και αρνητικών λέξεων, η μέση βαθμολογία των λέξεων θα έπρεπε να βρίσκεται κοντά στη μέση τιμή του 5.

Αυτό όμως δεν ίσχυε σε καμία περίπτωση: και στις δέκα γλώσσες, η μέση βαθμολογία κυμάνθηκε αρκετά πάνω από το 5.

Όταν μάλιστα οι ερευνητές μετέφρασαν αυτές τις λέξεις σε άλλες γλώσσες, η βαθμολογία τους παρέμεινε σταθερή, ένδειξη ότι «το εκτιμώμενο συναισθηματικό περιεχόμενο των λέξεων είναι σταθερό ανάμεσα στις γλώσσες»

Υπήρχαν όμως και διαφοροποιήσεις: τα ισπανικά βρέθηκαν να είναι μακράν η πιο «ευτυχισμένη» γλώσσα, ενώ τη μικρότερη απόκλιση προς τις θετικές λέξεις παρουσιάζουν τα κινέζικα.

Από ΤΟ ΒΗΜΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Δεκεμβρίου 2014

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ

Συνηθισμένες εκφράσεις του παρελθόντος που σιγά σιγά χάνονται παραχωρώντας τη θέση τους σε νέες που έχουν κι αυτές τη δική
τους ιστορία, χωρίς, όμως, των παλιών εκφράσεων τη χάρη και τη φαντασία.

Είσαι μια… τρελοκαμπέρω!

Εδώ έχουμε μια λέξη που προέρχεται από κύριο όνομα πραγματικού προσώπου -χωρίς καν να το γνωρίζουν ακόμα και πολλοί από όσους την έχουν
χρησιμοποιήσει. Μιλάμε για τον χαρακτηρισμό «τρελοκαμπέρω» που έχει την έννοια της απερίσκεπτης,της γυναίκας που κάνει «τρέλες»
χωρίς δεύτερη σκέψη. Από πού βγήκε; Από το όνομα ενός εξαιρετικού ανδρός, ο οποίος έμεινε στην ιστορία για την τόλμη, την  επιδεξιότητα και τη γενναιότητά
του.Ο γεννημένος το 1883 Δημήτρης Καμπέρος έγινε το 1912 ο πιλότος που πραγματοποίησε  την πρώτη πτήση με στρατιωτικό αεροπλάνο στην Ελλάδα. Απέκτησε φήμη για τις 
παράτολμες επιδείξεις του και για τις ριψοκίνδυνες αποστολές του. Οι συνάδελφοί  του τον φώναζαν «Τρελοκαμπέρο». Πέθανε στην κατοχή το 1942 από
διαρροή αερίου στο σπίτι του. Η φήμη από τις «τρέλες» του, όμως, παρέμεινε ζωντανή. Στο πέρασμα των χρόνων, η ιστορία ξεθώριασε και η κλητική σταδιακά
παρερμηνεύτηκε σε ονομαστική θηλυκού, οπότε και προέκυψε η  «τρελοκαμπέρω».
            
Μια άλλη περίπτωση κύριου ονόματος που πια χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό -εδώ όμως σίγουρα περισσότεροι γνωρίζουν την ιστορία- είναι η λέξη 
«τόφαλος». Τη χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε κάτι το τεραστίων διαστάσεων, προέρχεται όμως από το όνομα του θρυλικού Πατρινού πρωταθλητή
της άρσης βαρών, Δημήτρη Τόφαλου.

Υπάρχουν κάποιες λέξεις που τις χρησιμοποιούμε κι ας γνωρίζουμε στο περίπου -ή στο… καθόλου- τι ακριβώς σημαίνουν.
Υπάρχει όμως μια απολύτως λογική μεταφορά πίσω τους. Μια ζεστή μέρα του Αυγούστου, για παράδειγμα, ο καθένας μας μπορεί  να «βγάλει την
μπέμπελη». Ποια είναι η μπέμπελη; Κάτι καθόλου τροπικό. Η -πεζή- έννοια της λέξης είναι η ιλαρά, όσο για τη φράση στηρίζεται σε
γιατροσόφια που έλεγαν ότι για να θεραπευτείς από την μπέμπελη – ιλαρά, πρέπει να  ιδρώσεις.

  Μια άλλη  περίπτωση είναι η μαρμάγκα, η οποία εμφανίζεται στη φράση «τον έφαγε η μαρμάγκα», που σημαίνει εξαφανίστηκε χωρίς να
αφήσει ίχνη. Μαρμάγκα είναι ένα είδος δηλητηριώδους αράχνης, η οποία αιχμαλωτίζει και εξαφανίζει τα θύματά της  χωρίς να αφήνουν πίσω τους
κανένα σημάδι…

Ποιος είναι ο αγλέορας;Αρχαιοπρεπής είναι η προέλευση του «αγλέουρα» ή «αγλέορα» -όσο κι αν δεν  του φαίνεται. Ετυμολογικά αποτελεί παραφθορά του αρχαιοελληνικού «ελλέβορος»  (αλλέβουρας – αλλέουρας -αγλέουρας), που είναι το όνομα ενός δηλητηριώδους φυτού με όμορφα κιτρινοπράσινα λουλούδια. Το χρησιμοποιούσαν ως φάρμακο στην  επιληψία μέχρι και στην κατάθλιψη, όμως μια άλλη
ιδιότητά του ήταν αυτή που το έκανε γνωστό και στη γλώσσα του σήμερα: η πικρή και στυφή γεύση
και οσμή του, που προκαλούσε ναυτία και δυσφορία. Αίσθηση ανάλογη με αυτή που μπορεί να έχει 
κανείς ύστερα από την υπερβολική κατανάλωση φαγητού ή αλλιώς έτσι και φάει τον 
αγλέορα.

Η  Μιχαλού και ο Παντελής

Αν αναζητήσουμε κάποια από τα πρόσωπα που πιθανόν κι οι ίδιοι έχουμε χρησιμοποιήσει στο λόγο μας προκύπτουν πολλές απορίες: ποια είναι η  Μιχαλού και γιατί είναι τόσο κακό να της χρωστάει κανείς
ή ποιος είναι ο Παντελής – Παντελάκης μου, που λέει όλο τα ίδια και τα ίδια; Και στις δύο περιπτώσεις, ο μύθος λέει πως υπήρξαν πραγματικά πρόσωπα.
Για την ιστορία της Μιχαλούς, ωστόσο, υπάρχουν επιφυλάξεις. Η δημοφιλέστερη εκδοχή λέει πως
πρόκειται για μια άκαρδη και ανελέητη ταβερνιάρισσα στο Ναύπλιο  τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους, η οποία εξευτέλιζε όσους  αδυνατούσαν να εκπληρώσουν τα χρέη τους και είχε μονίμως
γραμμένα τα ονόματά τους στον τοίχο του μαγαζιού της ώστε να τα βλέπουν όλοι. Γι’ 
αυτό και η φράση «χρωστάει της Μιχαλούς”

Είσαι μια… τρελοκαμπέρω!

Εδώ έχουμε μια λέξη που προέρχεται από κύριο όνομα πραγματικού προσώπου  -χωρίς καν να το γνωρίζουν ακόμα και πολλοί από όσους την έχουν χρησιμοποιήσει. Μιλάμε για τον χαρακτηρισμό
«τρελοκαμπέρω» που έχει την έννοια της απερίσκεπτης, της γυναίκας που κάνει «τρέλες» χωρίς δεύτερη σκέψη. Από πού βγήκε; Από το όνομα ενός εξαιρετικού ανδρός, ο οποίος έμεινε στην ιστορία για
την τόλμη, την επιδεξιότητα και τη γενναιότητά του. Ο γεννημένος το 1883 Δημήτρης Καμπέρος έγινε το 1912 ο πιλότος που πραγματοποίησε  την πρώτη πτήση με στρατιωτικό αεροπλάνο στην Ελλάδα. Απέκτησε φήμη για τις παράτολμες επιδείξεις του και για τις ριψοκίνδυνες αποστολές
του. Οι συνάδελφοί του τον φώναζαν «Τρελοκαμπέρο».Πέθανε στην κατοχή το 1942 από διαρροή αερίου 
στο σπίτι του. Η φήμη από τις «τρέλες» του, όμως, παρέμεινε ζωντανή. Στο πέρασμα των χρόνων, η ιστορία ξεθώριασε και η κλητική σταδιακά παρερμηνεύτηκε σε ονομαστική θηλυκού, οπότε καιπροέκυψε η «τρελοκαμπέρω» 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Οκτωβρίου 2014

Στη γλώσσα μας είναι εμφυτευμένη όλη η γνώση που κατέκτησε ο άνθρωπος, έως την παρούσα στιγμή. Κάθε ελληνική λέξη-όρος φέρει ένα βαρύ φορτίο νόησης, φορτίο που οι προγενέστεροι ‘εξόδευσαν’, για να κατακτήσουν γνωστικά τη συγκεκριμένη έννοια και να την ‘βαπτίσουν’ με το συγκεκριμένο όνομα-λέξη». 

Παραδείγματα:
AFTER = Από το ομηρικό αυτάρ= μετά. Ο Όμηρος λέει: ”θα σας διηγηθώ τι έγινε αυτάρ”.
AMEN = λατινικά: amen. Το γνωστό αμήν προέρχεται από το αρχαιότατο ή μήν = αληθώς, (Ιλιάδα Ομήρου β291-301), ημέν. Η εξέλιξη του ημέν είναι το σημερινό αμέ!
BANK = λατινικά pango από το παγιώ, πήγνυμι. Οι τράπεζες πήραν την ονομασία τους από τα πρώτα ‘τραπέζια’ (πάγκους) της αγοράς.
BAR = λατινικά: barra από το μάρα = εργαλείο σιδηρουργού.
BOSS = από το πόσσις = ο αφέντης του σπιτιού.
BRAVO = λατινικό, από το βραβείο.
BROTHER = λατινικά frater από το φράτωρ.
CARE = από το καρέζω.
COLONIE από το κολώνεια = αποικιακή πόλη.
DAY = Οι Κρητικοί έλεγαν την ημέρα ‘δία’. Και: ευδιάθετος = είναι σε καλή μέρα.
DISASTER = από το δυσοίωνος + αστήρ
DOLLAR = από το τάλλαρον = καλάθι που χρησίμευε ως μονάδα μέτρησης στις ανταλλαγές. π.χ. «δώσε μου 5 τάλλαρα σιτάρι». Παράγωγο είναι το τάλληρο, αλλά και το τελλάρo!
DOUBLE = από το διπλούς – διπλός.
EXIST = λατινικά ex+sisto από το έξ+ίστημι= εξέχω, προέχω.
EXIT = από το έξιτε = εξέλθετε
EYES = από το φάεα = μάτια.
FATHER = από το πάτερ (πατήρ).
FLOWER = λατινικά flos από το φλόος.
FRAPPER = από το φραγκικό hrappan που προέρχεται από το (F)ραπίζω = κτυπώ (F= δίγαμμα).
GLAMO UR = λατινικό gramo ur από το γραμμάριο. Οι μάγοι παρασκεύαζαν τις συνταγές τους με συστατικά μετρημένα σε γραμμάρια και επειδή η όλη διαδικασία ήταν γοητευτική και με κύρος, το gramo ur -glamou r , πήρε την σημερινή έννοια.
HEART, CORE = από το κέαρ = καρδιά.
HUMOR = από το χυμόρ = χυμός (Στην ευβοϊκή διάλεκτο, όπως αναφέρεται και στον Κρατύλο του Πλάτωνος, το τελικό ‘ς’ προφέρεται ως ‘ρ’. Π.χ. σκληρότηρ αντί σκληρότης).
I = από το εγώ ή ίω, όπως είναι στην βοιωτική διάλεκτο.
ILLUSION = από το λίζει = παίζει.
ΙS = από το είς.
KARAT = εκ του κεράτιον, (μικρό κέρας για τη στάθμιση βάρους).
KISS ME = εκ του κύσον με = φίλησέ με (…είπε ο Οδυσσέας στην Πηνελόπη).
LORD = εκ του λάρς. Οι Πελασγικές Ακροπόλεις ονομάζονταν Λάρισσες και ο διοικητής τους λάρς ή λαέρτης. Όπως: Λαέρτης – πατέρας του Οδυσσέα).
LOVE = λατινικό: love από το ‘λάFω’. Το δίγαμμα (F) γίνεται ‘αυ’ και ‘λάF ω ‘ σημαίνει ”θέλω πολύ”.
MARMELADE = λατινικά melimelum από το μελίμηλον = κυδώνι.
MATRIX = από το μήτρα.
MATURITY = λατινικά: maturus από το μαδαρός= υγρός.
MAXIMUM = λατινικά: maximum από το μέγιστος.
MAYONNAISE = από την πόλη Mayon, που πήρε το όνομά της από το Μάχων = ελληνικό όνομα και αδελφός του Αννίβα.
ME = από το με.
MEDICINE = λατινικά :medeor από το μέδομαι, μήδομαι = σκέπτομαι, πράττω επιδέξια. Και μέδω = φροντίζω, μεδέων = προστάτης.
MENACE = από το μήνις.
MENTOR = από το μέντωρ.
MINE = από το Μινώαι (= λιμάνια του Μίνωα, όπου γινόταν εμπόριο μεταλλευμάτων. «Κρητών λιμένες, Μίνωαι καλούμεναι». (Διοδ.Σικελ.Ε’84,2).
MINOR = λατινικά: minor από το μινύς = μικρός. Στα επίσημα γεύματα είχαν το μινύθες γραμμάτιον, ένα μικρό κείμενο στο οποίο αναγραφόταν τι περιελάμβανε το γεύμα. Παράγωγο το… menu!
MODEL = από το μήδος= σχέδιο (η ίδια ρίζα με τη μόδα (= moda ).
MOKE = από το μώκος = αυτός που χλευάζει.
MONEY = λατινικό: moneta από το μονία = μόνη επωνυμία της Θεάς Ήρας: Ηραμονία. Στο προαύλιο του ναού της Θεάς στη Ρώμη ήταν το νομισματοκοπείο και τα νομίσματα έφεραν την παράστασή της, (monetae).
MOTHER = από το μάτηρ, μήτηρ.
MOVE = από το ομηρικό αμείβου = κουνήσου!
MOW = από το αμάω = θερίζω.
NIGHT = από το νύχτα.
NO = λατινικό: non, ne εκ του εκ του νη: αρνητικό μόριο (”νέ τρώει, νέ πίνει”), ή ( νηπενθής = απενθής, νηνεμία = έλλειψη ανέμου.
PAUSE = από το παύση.
RESISTANCE = από το ρά + ίστημι.
RESTAURANT = από το ρά + ίσταμαι = έφαγα και στηλώθηκα.
RESTORATION = λατινικά restauro από το ρά+ίστημι, όπου το ρά δείχνει συνάρτηση, ακολουθία, π.χ. ρά-θυμος, και ίστημι = στήνομαι.
SERPENT = λατινικά serpo από το έρπω (ερπετό). H δασεία (‘) προφέρεται ως σ = σερπετό.
SEX = από το έξις. Η λέξη δασύνεται και η δασεία μετατρέπεται σε σίγμα και = s + έξις.
SIMPLE = από το απλούς (η λέξη δασύνεται).
SPACE = από το σπίζω = εκτείνω διαρκώς.
SPONSOR από το σπένδω = προσφέρω ( σπονδή).
TRANSFER από το τρύω (διαπερνώ) + φέρω. Transatlantic = διαπερνώ τον Ατλαντικό.
TURBO = από το τύρβη = κυκλική ταραχώδης κίνηση.
YES = από το γέ = βεβαίως.
WATER = από το Ύδωρ (νερό), με το δ να μετατρέπεται σε τ.

ΑΠΟ DROMEAS-ZOIS

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Σεπτεμβρίου 2014

Από τις 7.000 διαφορετικές γλώσσες που έχουν αναγνωριστεί σε όλο τον πλανήτη, πολλές κινδυνεύουν να χαθούν για πάντα λόγω της οικονομικής ανάπτυξης, υποστηρίζει διεθνής ομάδα ερευνητών. Εν μέσω της παγκοσμιοποίησης, μια γλώσσα εκτιμάται ότι εξαφανίζεται κάθε δύο εβδομάδες. Ελάχιστοι άνθρωποι γνωρίζουν για μειονοτικές γλώσσες όπως η έγιακ στην Αλάσκα, της οποίας ο τελευταίος ομιλητής πέθανε το 2008, ή τα ουμπίκ στην Τουρκία, που εξαφανίστηκαν οριστικά το 1992, λέει η Τατσούγια Αμάνο του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, πρώτη συγγραφέας της δημοσίευσης στην επιθεώρηση «Proceedings of the Royal Society B». Η Αμάνο είναι ζωολόγος που μελετά την εξαφάνιση ειδών σε παγκόσμιο επίπεδο, και είχε την περιέργεια να μάθει αν οι μεθοδολογίες που χρησιμοποιεί στο ερευνητικό πεδίο της μπορούν να εφαρμοστούν και στη γλωσσολογία.

 

Η ομάδα της Αμάνο αξιοποίησε δεδομένα από το Ethnologue, την πληρέστερη βάση δεδομένων για τις αναγνωρισμένες γλώσσες όλου του κόσμου, και εξέτασε πιθανούς συσχετισμούς ανάμεσα στην απώλεια γλωσσών και διάφορους παράγοντες όπως η γεωγραφία κάθε περιοχής και το ακαθάριστο εθνικό προϊόν κάθε χώρας. Από όλες τις παραμέτρους που εξετάστηκαν, η οικονομική ανάπτυξη παρουσίαζε τη στενότερη σχέση με την απώλεια γλωσσών. Το φαινόμενο αφορά όλο τον κόσμο, φαίνεται όμως ότι είναι εντονότερο στη Βόρεια Αμερική, την Αυστραλία και ορισμένες αναπτυσσόμενες περιοχές όπως η περιοχή των Ιμαλαΐων.

 

Η μελέτη δεν εξέτασε το μηχανισμό μέσω του οποίου η ανάπτυξη επηρεάζει την πολυφωνία, ωστόσο η Δρ Αμάνο έχει μια ιδέα για το τι μπορεί να συμβαίνει: «Καθώς οι οικονομίες αναπτύσσονται, η πολιτική και εκπαιδευτική σφαίρα συχνά καταλήγουν να κυριαρχούνται από μία μόνο γλώσσα. Οι άνθρωποι αναγκάζονται να υιοθετήσουν την κυρίαρχη γλώσσα, αλλιώς κινδυνεύουν να μείνουν στο περιθώριο από οικονομική και πολιτική άποψη». Για παράδειγμα, οικονομικοί λόγοι ανάγκασαν τους ιθαγενείς της Αμερικής να εγκαταλείψουν τις μητρικές τους γλώσσες για χάρη των αγγλικών, ενώ για τον ίδιο λόγο εκατομμύρια Κινέζοι αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν τη διάλεκτο των μανδαρίνων. Πολλές ακόμα γλώσσες είναι αναπόφευκτο να εξαφανιστούν, σύμφωνα όμως με τη Δρ Αμάνο υπάρχει δυνατότητα παρέμβασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι επιτυχημένες προσπάθειες της Βρετανίας να διατηρήσει τη γλώσσα της Ουαλίας.

 

Από ΤΟ ΒΗΜΑ

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Αυγούστου 2014

 

Το να µιλήσεις για τη θάλασσα στη γλώσσα ενός λαού, όπως οι Έλληνες, που έχουν συνδέσει διαχρονικά τη ζωή τους µε τη θάλασσα, το να µιλήσεις για τη θάλασσα στη γλώσσα µιας χώρας που η θάλασσα αποτελεί µέρος τής βιολογικής, εθνικής, οικονοµικής και ψυχολογικής ύπαρξης των κατοίκων της, είναι πραγµατικά και πρακτικά ριψοκίνδυνο. Κινδυνεύεις ν’ αφήσεις έξω από τη γλωσσική πραγµάτευσή σου κοµµάτια τής γλωσσικής υπόστασης αυτού τού λαού, πολύτιµα δηλαδή πετράδια τής έκφρασής του, που είναι στην πραγµατικότητα οι λέξεις. Γιατί οι λέξεις είναι πολύτιµοι λίθοι τής γλωσσικής παρακαταθήκης ενός ολόκληρου λαού. Είναι κειµήλια τής πολιτισµικής κληρονοµιάς ενός έθνους. Είναι αναντικατάστατα συστατικά τής ταυτότητάς του.

Σ’ αυτό το ριψοκίνδυνο έργο θα αποδυθώ, ζητώντας την κατανόησή σας, απόψε και θα σάς ξεναγήσω σ’ ένα ταξίδι στον µαγικό κόσµο των λέξεων και ειδικότερα των λέξεων τής γλώσσας µας που συνδέονται µε τη θάλασσα. Άλλωστε, οι ίδιες οι λέξεις είναι µια θάλασσα. Θάλασσα οι λέξεις στον κόσµο τής γλώσσας ενός λαού, θάλασσα που διασχίζουµε µε επικοινωνιακή ασφάλεια µέσα στα γερά σκαριά που µάς εξασφαλίζει η στέρεη και δοκιµασµένη αρµατωσιά τής ελληνικής γλώσσας.

***

Λένε πως η γλώσσα τού ανθρώπου ξεκίνησε από τέσσερεις λέξεις, τις λέξεις ουρανός – γη – θάλασσα – αέρας. Αυτές πρωτόπλασε ο άνθρωπος. ∆εν θα σάς παρασύρω στους ανεξερεύνητους αντικειµενικά για την επιστήµη χώρους τής γλωσσογονίας που οι γλωσσολόγοι θεωρούµε εξαιρετικά ανασφαλείς, πλάσµατα µιας µυθικής φαντασίας. Θα ήµουν όµως έτοιµος να δεχθώ µαζί σας ότι µία από τις λέξεις που χρειάστηκαν πολλοί λαοί, µεταξύ των οποίων οι Έλληνες, περνώντας από την κοινωνία στην επι-κοινωνία, ήταν η ανάγκη να δηλώσουν το υγρό στοιχείο που τους περιέβαλλε. Γι’ αυτό το υγρό στοιχείο, οι Έλληνες χρησιµοποίησαν πέντε λέξεις: τις λέξεις θάλασσα, ἅλς (η), πόντος, πέλαγος και ωκεανός. Μέσα απ’ αυτές και γύρω απ’ αυτές πλάστηκαν πλήθος άλλων λέξεων για να δηλώσουν ποικίλες άλλες συναφείς έννοιες, καθώς και σύνθετες και λεπτές διαφοροποιήσεις, χρησιµοποιώντας τους δύο κύριους λεκτικούς µηχανισµούς τής γλώσσας µας: την παραγωγή και τη σύνθεση. Από αυτόν τον τεράστιο πλούτο θα ξεχωρίσουµε –µε τους περιορισµούς τού χρόνου που έχουµε– µερικές ενδεικτικές λέξεις, για να τις σχολιάσουµε εν συντοµία.

 

θάλασσα Και πρώτα-πρώτα η πιο αρχαία λέξη που χρησιµοποιήθηκε στην Ελληνική (από τον Όµηρο µέχρι σήµερα), για να δηλώσει «τη µεγάλη υδάτινη επιφάνεια µε αλµυρό νερό», η λέξη θάλασσα. Η λέξη αυτή δεν απαντά σε καµιά άλλη γλώσσα τής οικογένειας των γλωσσών στην οποία ανήκει η Ελληνική –ούτε σε άλλη γλωσσική οικογένεια ή µεµονωµένη γλώσσα. Είναι µια προελληνική λέξη, που όπως τόσες άλλες (πβ. δάφνη, πύργος, µέγαρον, χαλκός, ασπίς, τύρρανος, ξίφος, Αθηνά, Κόρινθος, Ιλισός, Υµηττός, Ρέθυµνο, Κρήτη κ.ά.) υιοθέτησαν οι Έλληνες από τους Προέλληνες. Πρόκειται δηλ. γλωσσολογικά για λέξη που δεν ετυµολογείται από τα Ελληνικά, µολονότι παραδίδονται πολλές παρετυµολογίες («λαϊκές ετυµολογίες») τής λέξης:

 

1. < «θοῶς ἀλλασσομένη καὶ σαλευομένη».

 

2. < «ἐκ τοῦ θῶ τοῦ σημαίνοντος τὸ ‘τρέχω’ καὶ τοῦ λὰ τὸ ἁλμυρόν, ἤγουν τὸ ἅλας».

 

3. < «ἐκ τοῦ ἄσσα τοῦ τινάσσεσθαι, τοῦτ’ ἔστι θεόν ἅλα τινασσόμενον».

 

4. < «παρά τὸ σάλον σάλασσα καὶ θάλασσα».

 

5. < «παρὰ τὸ ἆσσον (‘εγγύτερον’) εἶναι θανάτου τοὺς πλέοντας ἐν

 

αὐτῷ».

 

Είναι, λοιπόν, χαρακτηριστική η πεισµατική όσο και απεγνωσµένη και ανεπιτυχής επιστηµονική προσπάθεια των αρχαίων γραµµατικών να ετυµολογήσουν τη λέξη, η οποία –σηµειωτέον– δεν παραδίδεται στα Μυκηναϊκά (πινακίδες γραµµικής γραφής Β΄), ενώ φαίνεται να συνδέεται µορφικά µε τη λέξη δαλάγχα που παραδίδει ο Ησύχιος ως λέξη τής αρχαίας µακεδονικής διαλέκτου. Επίσης, ας σηµειωθεί ότι στις άλλες γλώσσες τής ινδοευρωπαϊκής οικογένειας οι λέξεις για τη θάλασσα ανάγονται στη ρίζα “mar-, που έδωσε λατ. mare, απ’ όπου ιταλ. mare, γαλλ. mer, ισπ. mar, ρουµ. mare, ιρλ. muir, λιθ. mares, σλαβ. morje, γερµ. Meer. Η ρίζα αυτή φαίνεται να συνδέεται µε το αρχ. ελλην. µαρµαίρω «λάµπω, ακτινοβολώ» (απ’ όπου και οι λ. µάρµαρο, η αρχική σηµ. ήταν «η στιλπνή επιφάνεια που ακτινοβολεί», και µαρµαρυγή «λαµπύρισµα»), τού οποίου αρχική σηµασία ήταν «η στιλπνότητα τής επιφάνειας τής θάλασσας που ακτινοβολεί, όταν πέφτουν επάνω της οι ακτίνες τού ηλίου».

 

Αν κρίνει κανείς από το πλήθος των συνθέτων και των παραγώγων που πλάστηκαν µε αναφορά στη θάλασσα καθ’ όλη τη διαδροµή τής ελληνικής γλώσσας (αρχαία – µεσαιωνική – νέα), µένει κατάπληκτος πόσο έντονα έχει περάσει διαχρονικά η θάλασσα στη ζωή των Ελλήνων, κατ’ εξοχήν θαλασσινού λαού. Άλλοτε για να περιγράψει τον φυσικό κόσµο που τον περιβάλλει (ζώα, φυτά, γεωλογικά µορφώµατα): θαλασσο-πούλι, θαλασσ-αετός, θαλασσο-κόρακας, θαλασσο-µάννα (η τσούχτρα), θαλασσο-σαύρια, θαλασσο-χελώνα, θαλασσό-χελυς, θαλασσο-σφαιρίδαι ― θαλασσ-άγκαθο, θαλασσό-γαµπρος, θαλασσ-αίγλη (αρχ.), θαλασσοκράµβη, θαλασσό-πρασο, θαλασσό-χορτο, θαλασσία (αρχ.) ― θαλασσό- βραχος, θαλασσο-σπηλιά, θαλασσο-θραύστης, λιµνο-θάλασσα, ακρο-θαλασσιά, ακρο- θαλάσσι. Άλλοτε, πάλι, για να περιγράψει τη σχέση τού Έλληνα µε τη θάλασσα, είτε ως χώρο επικοινωνίας, είτε ως ζωτικό χώρο διαβίωσης, είτε ως πηγή εξουσίας, είτε ως καλλιτεχνική έµπνευση, είτε ως πηγή δυσκολιών, συγκινήσεων αλλά και πίκρας που ήταν για τον Έλληνα η θάλασσα. Παραδείγµατα. Χώρος επικοινωνίας: θαλασσο-πλόος/πλοΐα, θαλασσο-πόρος/-ία, θαλασσο-βάτης (αρχ.), θαλασσοδοµέτρης (αρχ.), θαλασσοπόνος (πβ. γεωπόνος), θαλασσουργώ/-ός/-ία (αρχ.), θαλασσοαυλώ (αρχ.), θαλασσοδρόµος. Χώρος-µέσα ζωής: θαλασσόβιος (αρχ.), θαλασσοβίωτος, θαλασσοδίαιτος, θαλασσονόµος. Καλλιτεχνική ενασχόληση: θαλασσογραφία/-ος/- ώ. Πηγή βιωµάτων, συγκινήσεων, µόχθων, πικρίας: πικροθάλασσα, θαλασσοδέρνοµαι/-δαρµένος, θαλασσοµαχώ/-ία/-ος, θαλασσοπνίγοµαι, θαλασσοπνίχτης, θαλασσοπαλεύω, θαλασσογέννητος, θαλασσογέννηµα, θαλασσόθρεφτος, θαλασσόκλυστος, θαλασσοκοπώ, θαλασσόπλαγκτος (αρχ.), θαλασσόπληκτος, θαλασσόµοχθος, θαλασσοπλάνητος (αρχ.), θαλασσόλυκος. Πηγή εξουσίας: θαλασσοκράτωρ/-κρατορία, θαλασσοκρατώ/-ία (αρχ.), θαλασσοµέδων (αρχ. «κύριος τής θάλασσας»). Θαλασσινοί χαρακτηρισµοί: θαλασσόζωστος, θαλασσόλουστος, θαλασσοπέλαγος, θαλασσοτείχιστος, θαλασσόχρωµος, θαλασσοπόρφυρος, θαλασσοβραχής, θαλασσοβάφω/-ής, θαλασσοταραχή, θαλασσοφοβία, θαλασσαιµία (µεσογειακή αναιµία), θαλασσοθεραπεία, θαλασσασφάλεια, θαλασσοδάνειο (δάνειο που θα πληρωνόταν αν έφτανε το πλοίο στο λιµάνι!!), ανθρωποθάλασσα, λαοθάλασσα, φουσκοθαλασσιά, υποθαλάσσιος, επιθαλάσσιος, παραθαλάσσιος (οι αρχαίοι έλεγαν και ενθαλάσσιος και υπερθαλάσσιος)…………………. ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Αυγούστου 2014

Αγγελόκτιστος, Αγία Σκέπη, Αγιάσσου, Αγιοδεκτινή, Αγιοηλιώτισσα, Αγιολούσαινα, Αγίου όρους, Αγριδιώτισσα, Αγριλιώτισσα, Αειμεσιτεύουσα, Αθηνιώτισσα, Αιγύπτια, Αιματούσα, Αιμίαλου, Αιρκώτισσα, Ακαθή, Ακατάβλητος, Ακατάφλεκτη, Ακήραση, Ακρωτηριανή, Αλανιώτισσα, Αλεξανδριανή, Αλεξίου Κομνηνού, Αλεπινή, Αληθινή, Αλλοιώτισσα, Αλόχη, Αματίτση, Αμεμπτος,Αμετάθετος, Αμολιανή, Αμόλυντος, Αμπελακίων, Αμπελοκήπισσα, Αμωμη, Αναφωνήτρια, Αντινίτισσα, Αντιφωνήτρια, Ανωμερίτισσα, Απειρόγαμος, Απρόσιτος, Αρακιώτισσα, Αράπισσα, Αρβανίτισσα, Αρειας, Αρμενοκρατούσα, Αρσανά, Αρτάκης, Αρχαγγελιώτισσα, Αρχισπορίτισσα, Ασπραγγέλου, Ασπροβουνιώτισσα, Ασπροπαναγιά, Ασύγκριτη, Αυγουστιανή, Αφέντρικα, Αφθορος, Αφροδίτισσα, Αχειροποίητος, Αψιδιώτισσα, Βαλουκλιώτισσα, Βανιώτισσα, Βαραγγιώτισσα, Βαρδιανιώτισσα, Βαρκού, Βασιληγενέτειρα, Βατοπεδινή, Βατούσαινα, Βελανιδιά, Βελεστίνου, Βελλά, Βεργουπουλιανή, Βιγλιώτισσα, Βιδιανή, Βιργιωμένη, Βλασαρού,  Βλαχέρνα, Βλέπουσα, Βλυχιόρικα, Βοήθεια, Βορεινή, Βούλιστα, Βουναρκώτισσα, Βουνογιάτρισσα, Βουνού, Βουρνιώτισσα, Βράχου, Βρεσθενίτισσα, Βρεφοκομούσα, Βρεφουργήσασα, Βρεχούσα, Βροντιανή, Βρόντου, Βροχής, Βρυσιανή, Γαλακτίνης, Γαλακτοτροφούσα, Γαλανή, Γαλανούσα, Γαλατιανή, Γαλατούσα, Γαλαχτοτροφία, Γαλαχτοφορούσα, Γαλουχιότισσα, Γενεσίου Θεοτόκου Σαβαθιανών, Γέννας, Γεσθημανίτισσα, Γηνατού, Γηρομεριού, Γιαλούσα, Γιάτρισσα, Γκαβή, Γκιζιλκιζιώτισσα, Γκουβερνιώτισσα, Γλυκιώτισσα, Γλυκοκυματούσα, Γλωσσά, Γοιρδελάκη, Γοργόνα, Γουμένισσα, Γουμερά, Γουνιώτισσα, Γούντα, Γουρλομάτα, Γραφιώτισσα, Γρηγορίτσα, Γρηγορούσα, Γύψενη, Γωνιά, Δαδιού, Δαδιώτισσα, Δακρυρροούσα, Δέηση, Δεκαπεντούσα, Δένδρου, Δεξιοκρατούσα, Δεόμενη, Δερμάτα, Δημοκράνια, Διακονούσα, Διασώζουσα, Δικαιόκριτος, Δικαιότατη, Διότισσα, Δόβρα, Δομνιανίτισσας, Δοξάρισσα, Δουβέργαινα, Δακρύβρεχτος, Εγγυήτρια, Εκατονταπυλιανή, Εκκλησιάρχουσα, Εικονίστρια, Ελεημονήτρια, Ελαία, Ελειμονήτρια, Ελεοβρύτης, Ελέους, Ελευθερώτρια, Ελπιδοφόρα, Ελπίς Πιστών, Έλωνα, Ένθρονη, Εξακουστή, Εξοχική, Επακούουσα, Επανωχωριανή, Επισκοπιανή, Επουράνιος, Επουράνιος Πύλη, Επταβηματούσα, Ερυπιανή, Ευαγγελίστρα, Ευρετή, Εύσπλαχνος, Ζαλακιώτισσα, Ζεραχιώτισσα, Ζεριχιώτισσα, Ζερμπτίτσης, Ζυλή, Ζωάρκεια, Ζωήρρυτος, Ζωηφόρος, Ζωοδότειρα, Ζωοδότρα, Ζωοπηγή, Ζωοπόρος, Ζωοτόκος, Ηγήτρια, Ηγουμένη, Ηδύπνους, Ηλιόκαλη, Ηλιοτόκος, Θαλασσινή, Θαλασσίτρα, Θαλασσομάχισσα, Θαλασσομαχούσα, Θαρεινή, Θεάλεχτη, Θεοδίδαχτη, Θεοδόξαστη, Θεόκλητη, Θεοκνήτωρ, Θεοκόσμητη, Θεόληπτος, Θεομάνα, Θεομητροπρεπεστέρα, Θεοσκέπαστη, Θεοτίμητη, Θεουργία, Θεόφραστος, Θεόφρων, Θερμιανή, Θευαγέστατη, Θρηνούσα, Θρηνωδούσα, Θωμιανή, Ίαμα, Ίαση, Ιερόβλαστος, Ιερομύτης, Ιεροσολυμιτική, Ιεροσολυμίτισσα, Ιλαρώτατη, Ιμερόεσσα, Ισηγορία, Καγιά, Καθαριώτισσα, Καθαρών, Καθρέπτης, Κακαβιώτισσα, Καλαθή, Καλαμιώτισσα, Καλάμου, Καλιγού, Καλλίτοκος, Καλού Νερού, Καλυβιανή, Καμακάρι, Καματερός, Καμένη, Καμπιώτισσα, Κάμπου, Κανάλα, Κανδήξη, Κανταριώτισσα, Καπνικαραία, Καρδιοβαστάζουσα, Καρδιώτισσα, Καρποφορούσα, Καρύπη, Καστριανή, Κάστρου, Καστρουλέρου, Κατάκαρπος, Καταλωνική, Κατάπαυση, Καταπολιανή, Καψοδερματούσα, Κερά, Κέρνιτσα, Κεχρινιώτισσα, Κηπουραίων, Κισσιώτισσα, Κιτιού, Κλειδί του Παραδείσου, Κλεισούρας, Κλεφτοπαναγιά, Κοιμητηρίων, Κόκκινη, Κολοκυθιώτισσα, Κολυβιανή, Κορκοδειλιά, Κορυφή, Κορφιάτισσα, Κοσμοσωτείρα, Κοσυφοίνισσα, Κότσικα, Κουκουζέλισσα, Κουμπελίδικη, Κουνοπιώτισσα, Κουρίου, Κουροτρόφος, Κουτσουρώ, Κουφή, Κουφή Πέτρας, Κοφινή, Κρομμυδιώτισσα, Κτιστή, Κτιτόρισσα, Κυκκώτισσα, Κυπαιότισσα, Κυρά Ξένη και κυρία των Αγγέλων, Κώμη, Λαγουδιανή, Λαμπρότατη, Λαμπροφορία, Λαοδηγήτρια, Λαού, Λαρνιώτισσα, Λαυριώτισσα, Λάχνη, Λεσινιώτισσα, Λεφένα, Λεχούσα, Λιβαδιώτισσα, Λιόσα, Λιόσα, Λογκοβάρδα, Λοιμιώτισσα, Λουβαρά, Λυκοδήμου, Λυκούρεσι, Μαγαζιώτισσα, Μαγδαληνή, Μαδύτου, Μακελάρια, Μανδαλάκη, Μανεδή, Μαντιλούσα, Μαραθούντα, Μαστών, Μαύρη, Μαυριώτισσα, Μαυρομμάτα, Μαχαιρωμένη, Με τους κρίνους, Μεγαλομάρτυρος, Μεγαλόχαρη, Μεσοσπορίτισσα, Μητέρα, Μητέρα Θεού επί τον θρόνο, Μικρά, Μογρονήσι, Μολυβδοσκέβαστη, Μοναρκά, Μυροβλύτισσα, Μυρτενή, Μυρτιδιώτισσα, Μυφελαιώτισσα, Νάπα, Νάσσα, Νέα, Νέγρων, Νεοφάνεισσα, Νεροφορούσα, Νικητάτου, Νικοποιός, Νταλλιανή, Νυμφοτόκος, Ξενοβλήτης, Ξένων, Ξεσκλαβώτρα, Ξεσπορίτισσα, Ξηροκαμπίτισσα, Ξηρορείτισσα, Ξυνήγορος, Οικειώτατη, Οικονόμισσα, Ολβιόδωρος, Ομόθεος, Ομονοούσα, Ορθοκωστά, Οσιώτατη, Ουρανού και Γης, Παγγαιότισσα, Πάθους, Παιδεύσασα, Παλαιοκαστρίτισσα, Παλαιολογίνα, Παλατιανή, Παλίνου, Παναγιόχορτο, Πανάχραντος, Παντευλόγητη, Πάντιμος, Παντόχαρα, Πάντων χαρά, Παμμακάριστος, Παυσολύπη, Πειραιώτισσα, Πελαγονίτισσα, Πεπελινίτσης, Περίβλεπττος, Περλιγού, Πετραϊδα, Πλαγιά, Πλατανιώτισσα, Πολίτισσα, Πολυσπορίτισσα, Πονολύτρια, Πόνου, Πορτιανή, Πουλάτη, Πρέσβειρα, Προαναγγελλομένη, Προπύλη, Προσηγορία, Προσίστισσα, Προστάτρια, Προσφυγιά, Προυσιώτισσα, Πυριότισσα, Ραγίου, Ραχοπήδη, Ρόδο το Αμάραντο, Ρόμβη, Ρουβαλιώτισσα, Ρουμελιώτισσα, Σαμακιώτισσα, Σεπτεμβριανή, Σημάου, Σκάλα του Ουρανού, Σκαλωτή, Σκιαδενή, Σκοπιότισσα, Σοίριζα, Σοτομβριανή, Σουμελά, Στεφάνα, Σώματα, Σωτήρα, Ταξιδιάρα, Ταταρνώτισσα, Τήνου, Tης Βάτου, Τίμια Σκέπη, Τοπλoύ, Του Χάρου, Τουρλιανή, Τροβάτου, Τρουλή, Τρυπητή, Τρυφερούσα, Τσαμπίκα, Τσυκκώτισσα, Υπέρμαχος, Υψηλή, Φανερουλιώτισσα, Φαρμακολύτρα, Φιδιότισσα, Φιδοττοταμιανή, Φίδωσα, Φλεβαριανή, Φοβερά Προστασία, Χαιρετισμών, Χαλκοπρατειών, Χελιδονού, Χιλιονοματούσα, Χρυσαφίτισσα, Χρυσοβαλάντη, Χρυσογαλούσα, Χρυσοδαφνιώτισσα, Χρυσοκαστριώτισσα, Χρυσοκελλαριά, Χρυσοπηγή, Χρυσοσκαλίτισσα, Χρυσοσπιλιώτισσα, Ψυχοσώστα, Ψυχοσώτρια

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Αυγούστου 2014

Ενας ιδιαίτερος γίββωνας που ζει στην Ινδονησία ίσως αποτελεί τον «μεσάζοντα» που πέρασε στον άνθρωπο τις βάσεις της ομιλίας που είχαν τεθεί από τα πουλιά έτσι ώστε, συνδυάζοντάς τες με τους τρόπους επικοινωνίας των πρωτευόντων, το είδος μας να αναπτύξει τη μοναδική ανθρώπινη γλώσσα. Ετσι τουλάχιστον θεωρεί ότι έγιναν τα πράγματα μια ομάδα ιαπώνων και αμερικανών γλωσσολόγων – αν και ο εμπνευστής της ιδέας αναγνωρίζει ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό προς συζήτηση και μελέτη.

 

Το τραγούδι του γίββωνα

Hylobates moloch), οι οποίοι ζουν στα τροπικά δάση και έχουν κηρυχθεί α

Με μια μελέτη τους που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Frontiers in Psychology» δύο καθηγητές του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) υποστηρίζουν ότι το τραγούδι του ασημένιου γίββωνα «κρύβει» μέσα του ενδείξεις που μας αποκαλύπτουν την εξέλιξη της ανθρώπινης γλώσσας και συγκεκριμένα το πώς αυτή αναπτύχθηκε χρησιμοποιώντας ως βάσεις τους αρχαιότερους τρόπους επικοινωνίας των άλλων πρωτευόντων θηλαστικών αλλά και των πτηνών. Από τα πτηνά, λένε οι επιστήμονες, πήραμε τη μελωδική πλευρά της ομιλίας μας, ενώ από τα άλλα πρωτεύοντα πήραμε την πιο «πραγματιστική» πλευρά του λεκτικού νοήματος του περιεχομένου της. Κάποια στιγμή μέσα στα τελευταία 100 εκατομμύρια χρόνια το είδος μας ένωσε τις δύο αυτές πλευρές σε μία δημιουργώντας τη μοναδική, πλούσια και απείρως εξελισσόμενη ανθρώπινη γλώσσα.

Απειρες δυνατότητες

«Πώς προέκυψε η ανθρώπινη γλώσσα; Αυτό έγινε τόσο μακριά στο παρελθόν ώστε δεν μπορούμε απλώς να πάμε προς τα πίσω και να εξαγάγουμε άμεσα συμπεράσματα»εξήγησε σε δελτίο Τύπου ο Σιγκέρου Μιγιαγκάουα

Ο κ. Μιγιαγκάουα και οι συνάδελφοί του θεωρούν ότι το «κλειδί» βρίσκεται ακριβώς στις «απεριόριστες» δυνατότητες της ανθρώπινης γλώσσας, οι οποίες τελικά, όπως υποστηρίζουν, είναι μόνο φαινομενικά «άπειρες»: ορισμένες από αυτές αν αναλυθούν επιδεικνύουν τις πεπερασμένες ιδιότητες των γλωσσών των άλλων ζώων. Αυτό κατά τη γνώμη τους σημαίνει ότι η ανθρώπινη γλώσσα έχει πολύ περισσότερες ομοιότητες απ’ ό,τι νομίζαμε με τις άλλες γλώσσες του ζωικού βασιλείου. «Ναι, η ανθρώπινη γλώσσα είναι μοναδική, αν όμως τη διαχωρίσουμε με τον σωστό τρόπο τα δύο μέρη που εντοπίζουμε έχουν στην ουσία πεπερασμένο χαρακτήρα» λέει ο καθηγητής «και έχουν προηγούμενα στον κόσμο των ζώων. Σύμφωνα με την υπόθεσή μας ενώθηκαν με μοναδικό τρόπο στην ανθρώπινη γλώσσα»

Τα συμπεράσματα της νέας μελέτης – την οποία υπογράφουν επίσης ο Ρόμπερτ Μπέργουικ από το ΜΙΤ και οι Σίρο Οτζιμα και Καζούο Οκανόγια από το Πανεπιστήμιο του Τόκιο – βασίζονται σε προηγούμενη ερευνητική εργασία του κ. Μιγιαγκάουα, η οποία υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη γλώσσα αποτελείται από δύο διαφορετικά «επίπεδα»: το εκφραστικό, το οποίο σχετίζεται με τη μεταλλασσόμενη δομή των προτάσεων, και το λεκτικό, το οποίο ενσωματώνει τον πυρήνα του περιεχομένου των προτάσεων (η ιδέα αυτή βασίζεται με τη σειρά της στο προηγούμενο έργο άλλων γλωσσολόγων, μεταξύ των οποίων ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Κένεθ Χέιλ και οΣάμιουελ Τζέι Κέιζερ

ΑΠΟ “ΤΟ ΒΗΜΑ”