Η Ζωή μας σήμερα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Νοεμβρίου 2020
  • Από τον τοίχο της Stella Bekiari
    Elena Milioti
    Από νοσηλεύτρια στο ΤΕΠ του ΑΧΕΠΑ:
    «Εφημερία. Πρωινή βάρδια. Ίσα πρόλαβα 2 γουλιές καφέ και πήρα το μπουκάλι με το νερό μαζί μου. έβαλα την στολή μου, από πάνω την απλή χειρουργική ρόμπα την μάσκα το σκουφί κ την προσωπίδα. Ο χώρος που έχει δημιουργηθεί για κόβιντ επείγοντα είναι ” κλεμμένος” από άλλα ιατρεία. Το πόστο μου σήμερα είναι στο παλιό παιδιατρικό. Ένας χώρος που είναι δεν είναι όλο μαζί 50τμ. Ένας χώρος στην μέση κ άλλοι 2 δεξιά κ αριστερά. Δεδομένου ότι υπάρχει σταθερή παροχή οξυγόνου η χρήση του την στιγμή αυτή είναι για τα βαρύτερα περιστατικά. Αν κ συχνά έχουμε αντιμετωπίσει στο χώρο αυτό μέχρι και διασωληνωσεις. Μπαίνω λοιπόν ετοιμάζω τα υλικά για τις φλεβοκεντισεις και πριν προλάβω να ολοκληρώσω τις προετοιμασίες ορμάει η γιατρός με εναν ασθενή σε καροτσάκι.” Έχει 60 κορεσμό, που να τον βάλω?” Τρέχουμε μαζί τον βάζουμε στο πρώτο φορείο. Ξεκινάω βάζω φλέβα παίρνω αίματα η γιατρός πασχίζει να ρυθμίσει το οξυγόνο που δεν ανεβαίνει. ” Θέλω βεντουρι! Βάλε σολου κορτεφ, κάνε καρδιογράφημα, πονάει λέει το στήθος του” . Τρέχω παίρνω τα φάρμακα και μπαίνει νέο φορείο. ” 40 πυρετό και κορεσμό στο 80″ . Παραταω τα φάρμακα τον βάζω στο οξυγόνο τρεχω πίσω να κάνω τα φάρμακα. Ο νέος ασθενής διεγερτικός απ’ την υποξυγοναιμια πετάει την μάσκα και φωνάζει ” δεν μπορώ να πάρω αέρα”. Του την ξαναβάζω στα γρήγορα και τρέχω να κάνω τα φάρμακα στον προηγούμενο ασθενή. τελειώνω και πάω στον επόμενο. Με χτυπάει γιατί δεν καταλαβαίνει στον πανικό της υποξυγοναιμιας ότι η μάσκα δεν τον περιορίζει αλλά τον σώζει. Αναγκάζομαι να ακινητοποιήσω το χέρι του για να του περάσω φλεβα κ να πάρω αίματα. Το οξυγόνο στο φουλ σφυρίζει στα αφτιά μου. Έρχεται ο γιατρός να τον εξετάσει. Μου φωνάζει από έξω η συνάδελφος ” έχω κι άλλον με 70-75 κορεσμό! Στον βάζω στο απέναντι δωμάτιο! Σύνδεσε τον εσύ δεν προλαβαίνω εγώ, έρχεται κι άλλο εκαβ! Θα σου φέρω κ άλλον σε λίγο”. Τρέχω παίρνω το μπολακι με τα έτοιμα σύνεργα για φλέβα. Την στιγμή εκείνη εμφανίζεται το ταίρι μου στην βάρδια. Έχει σήμερα ποστο στο θάλαμο με τα πολύ βαριά και μόλις έβγαλε για διακίνηση αυτό που είχε και ήρθε να βοηθήσει. Πήρα μια βαθιά ανάσα στην θέα της. Δεν πρόλαβα να την βγάλω όμως. Η γιατρός ουρλιάζει ” μάλλον πάμε για διάσωληνωση, πάμε στο δίπλα χώρο” . Βουτάμε όλοι μαζί το φορείο και οδηγούμε τον ασθενή στο χώρο για τα πολύ βαριά. Κλείνω την πόρτα κ με κοιτάει απολογητικά η συνάδερφος. Δεν θα μπορέσει να έρθει δίπλα σύντομα. Γυρνάω πίσω. Που είχα μείνει? Α ναι , πάω να βάλω φλέβα. Το οξυγόνο σφυρίζει. Ανεβαζει τουλάχιστον στο 90 κορεσμό τώρα. Καρδιογράφημα. Προλαβαίνω, ακόμα δεν τον έχει δει γιατρός. Βλέπω τον γιατρό να ντύνεται. Υπολογίζω έχω ακόμα 2-3 λεπτά. Προλαβαίνω να κάνω καρδιογράφημα και στον προηγούμενο. Το κατάφερα. Πριν προλάβω να βγάλω τα ηλεκτρόδια απ’ τα πόδια βλέπω μου φέρνουν κι άλλο φορείο. Που το πάτε? Δεν έχω άλλη παροχή για οξυγόνο! ” Ναι αλλά δεν μπορεί να μείνει έξω”. Τρέχω να βρω φιάλη οξυγόνου να συνδέσω. Μέχρι να τελειώσω με τον ασθενή στο πίσω θάλαμο μου βάλανε αλλα 2 καροτσια με ασθενείς στο οξυγόνο. Δεν έχω κρεβάτι ή φορείο να τους βάλω. Πώς διάολο θα τους εξετάσει ο γιατρός στο καρότσι? Διαμαρτύρεται ο ένας ότι περιμένει ώρα έξω και απαιτεί να τον δει γιατρός. δεν μπορώ να ασχοληθώ τώρα με αυτόν, προέχει ο άλλος που είναι κάτασπρος και έχουν πεταχτεί ολοι οι μύες του λαιμού του στην προσπάθεια του να αναπνεύσει. τρέχω να βρω φορείο να τον βάλω. Φωνάζω στον αέρα ότι θέλω κι άλλους γιατρούς μέσα. Τον ξαπλώνω και τον τραβάω με όλη μου την δύναμη. Είναι εξαντλημένος και χωρίς δυνάμεις. Μπαίνει η γιατρός την ώρα που του περνάω φλέβα. Ο κορεσμός στο 76. ” Τέρμα το οξυγόνο βάλε” Τέρμα είναι… Δεν δίνει παραπάνω ροή η φιάλη. Και τελειώνει κιόλας. Κοιτάω δίπλα ο άλλος ασθενής κρατάει πλέον 95 οξυγόνο. Αποσύνδεω το δικό του απ’ την σταθερή παροχή για να βάλω τον άλλο και συνδέω αυτόν στην φιάλη. Φλέβα αίματα οξυγόνο. ” Βάλε κ εδώ σολού. Ο αξονικός είναι εδώ? Επείγει αυτός” ο ασθενής δίπλα ακόμα διαμαρτύρεται. ” Κάποιος να έρθει να κάνει τα εισητηρια και να ετοιμάζει τα παραπεμπτικα.” Ο διεγερτικός ασθενής έχει πετάξει πάλι την μάσκα. Έχει βγάλει και την φλέβα. Όλα μέσα στο αίμα. Τρέχω πάλι του βάζω τη μάσκα και προσπαθώ να περάσω πάλι φλέβα. Μπαίνει κι άλλος γιατρός μέσα. ” Ποιον να δω?” Τι να σου πω? Δες κορεσμούς και ανάλογα ξεκινα. Όλοι χάλια είναι. Έχουν όλοι οξυγόνο φλέβες αίματα και σχεδόν όλοι καρδιογράφημα. Ξεκινά με όποιον βρεις και βάζω εγώ φλεβα και καρδιογράφημα στους υπόλοιπους. Από πίσω φωνάζει η γιατρός ” ο τάδε ακτίνα αξονικό εισαγωγή!! Που θα πάει?” Δεν είχα χρόνο να ασχοληθώ με τα κρεβάτια. Δεν ξέρω τι έχουμε που. Ήταν λίγα έτσι κ αλλιώς. Έρχεται μια γιατρός να βοηθήσει με τα διαδικαστικά. Εισητηρια παραπεμπτικα διακίνηση. ” Η τάδε κλινική έχει τόσα η τάδε τόσα , και η τάδε τόσα. Που τον θες?” ” Στην τάδε, να είναι κοντά αν στραβωσει”. Κοιτάω γύρω μου. Που ήμουν? Που είχα μείνει? Α ναι εκεί θέλουμε καρδιογράφημα. Ξεκινάω συνδέω. Πίσω μου βλέπω βάζουν άλλο φορείο. Τρέχω συνδέω οξυγόνο και πιεσόμετρο. Κορεσμός στο 90. Οκ κρατάει λίγο. Τρέχω να τελειώσω το καρδιογράφημα. Ο ασθενής στο καρότσι ακόμα φωνάζει και διαμαρτύρεται. Κοιτάω το κορεσμό του. Έπεσε στο 88. Γαμωτο που θα τον ξαπλώσω αυτόν? Έρχεται τραυματιοφορεας και παίρνει τους 2 ασθενείς. Έξω δεν έχει άλλο φορείο αυτή τη στιγμή να τον ξαπλώσω. Του βαζω φλεβα όρθια εκεί στο καρότσι. Πίεση κορεσμό. Καρδιογράφημα στο καρότσι. Έχω ζαλιστεί. Ο ιδρώτας τρέχει στα παπούτσια μου. Νοιώθω να πιτσιλαει νερά κάθε βήμα μου. Ακουμπάω στον τοίχο και κοιτάω τους ασθενείς γύρω μου και περνάνε όλες οι πράξεις που έχω κάνει στα γρήγορα από το μυαλό μου. Εκεί. Στην γιαγιά. Έβαλα φλεβα δεν πήρα αίματα. Τρέχω να πάρω αίματα. Ακούω την γιατρό υποδοχής. ” Ο κύριος περιμένει αποτελέσματα αλλά έχει ρίξει απότομα κορεσμό. Που να τον βάλω? ” Κοιτάω γύρω μου. 3 φορεία στο ένα δωμάτιο 2 κρεβάτια στο άλλο , ένα φορείο στην μέση και 2 καροτσια. Όλα με ασθενείς. Να περιμένει λίγο έξω μέχρι να αδειάσει κρεβάτι. ” Δεν μπορεί θέλει οξυγόνο” πίσω δεν έχει ιατρείο άδειο? ” Όχι, σε παρακαλώ βρε που θα τον βάλεις, πρέπει να πάω πάλι μπροστά”. Περνάει μπροστά μου τραυματιοφορέας με άδειο καρότσι με οξυγονο πάνω του. Πάω να το αρπάξω. ” Το θέλω για να μεταφέρω ασθενή!” Ευτυχώς δικό μου ασθενή έπαιρνε. Σηκώνεται ο ένας, τραβάω το χαρτί ξαπλώνει ο άλλος. Φλέβα αίματα καρδιογράφημα πίεση κορεσμό φάρμακα οξυγόνο οξυγόνο οξυγόνο. ” Θέλω άλλη μάσκα. Φέρε βεντουρι. Φέρε μη επανεισπνοης! Μπουσινιακ εδώ έχουμε? Αυτός να φύγει ΤΏΡΑ! Που είναι οι τραυματιοφορείς!!????” Τρέχουν και δεν φτάνουν. 6 έμειναν για όλη την εφημερία κι είναι όλοι από δω. ” Τους θέλω εδώ τώρα! Αυτός εδώ επείγει!” Μα δεν είναι στο χέρι τους! Διακινούν άλλο περιστατικό! ” Φωνάξτε τον Ανδρέα να φέρει καινούργιες φιάλες! Αυτές οι 4 εδώ μπροστά είναι όλες άδειες”! Γύρω μου 3-4 γιατροί. Όλοι με στολές ολόσωμες. Αρκετούς δεν τους αναγνωρίζω όχι απλά λόγο στολής αλλά δεν τους έχω ξαναδεί καν. Οφθαλμίατροι, γενικοί γιατροί, έκτακτες προσθήκες από κέντρα υγείας. Κοιτάω γύρω μου. Οπ , αυτός πότε μπήκε? Φλέβα αίματα πίεση κορεσμό καρδιογράφημα οξυγόνο καθετήρα. ” Για πες τι έχουμε”? Γυρνάω και κοιτάω την συνάδελφο. Απορώ γιατί είναι εδώ. Με κοιτάει κι αυτή και δεν καταλαβαίνει γιατί σκαλωσα έτσι. Κοιτάω την ώρα. 3 παρά. Σχολαω… Εδώ ο κύριος τάδε. Τον έχουν δει περιμένει διακίνηση. Θέλει μόνο καρδιογράφημα. Δεν πρόλαβα. Εκεί ο κύριος τάδε. Δεν τον έχουν δει ακόμα έχει φλεβα αίματα καρδιογράφημα και οξυγόνο στο 92 τώρα. Εκεί ο τάδε εκεί ο τάδε εκεί ο τάδε… ” Κρεβάτια έχουμε”? Δεν έχω ιδέα. Δεν πρόλαβα να ασχοληθώ. Η γιατρός τα είχε αναλάβει. ” Πόσες εισαγωγές έκανες από εδώ?” Δεν ξέρω. Δεν έχω ιδέα. Κοιτάω το χαρτί με τις εισαγωγές. 22 άτομα που έχουν ήδη διακινηθεί και άλλα 5 που τα ετοιμάζουμε…Πετάω ρόμπα σκουφί ποδοναρια , ρίχνω στη χλωρίνη την προσωπίδα. Η στολή είναι μαύρη απ τον ιδρώτα. Κολλάει πάνω μου. Παίρνω το μπουκάλι νερό που ακούμπησα στο πάγκο 8 ώρες πριν. Στα αποδυτήρια κάθομαι στη καρέκλα και δεν μπορώ να σηκωθώ. Κοιτάω το κινητό. Εφαρμογή ημερήσιων βημάτων. 16564. Σε 50τμ. Ώρα να πάω σπίτι. Λογικά θα κοιμηθώ αμέσως απ’ την κούραση. Το χρειάζομαι να κοιμηθώ αμέσως. Σε λιγότερο από 8 ώρες είναι η επόμενη βάρδια…»
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Νοεμβρίου 2020

Μία  κρίσιμη χρονική καμπή είναι και για τη ζωή μιας γυναίκας η μέση ηλικία. Η καμπή του «δεν πάει άλλο», του «τώρα ή ποτέ». Για να ακολουθήσει η επι­κίνδυνη όσο και εσφαλμένη εγκατάλειψη στο «ποτέ…»

Ολα συνηγορούν σ’ αυτά τα επώδυνα αισθήματα.

Τα παιδιά ενηλικιώνονται και αυτονομούνται.

Φεύγουν από το σπίτι για σπουδές, για τους δικούς τους έρωτες, για τις δικές τους παρέες, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις συμβουλές της, τη φροντίδα της, τα παράπονα της, τις απειλές της. Φεύγουν με τρόπο ήπιο ή με τρόπο εμπόλε­μο και εκρηκτικό, ανάλογα- όμως φεύγουν.

Οι γονείς της, νεκροί ή γερασμένοι, δεν έχουν πια την ισχύ να επη­ρεάζουν μυαλό και αισθήματα όπως παλιά. Ο σύζυγος, συχνά, δεν είναι ο άντρας που ερωτεύτηκε.

Δοσμένος τώρα στα δικά του μονοπάτια, μπερδεμένος στον δικό του ψυχολογικό χάρτη, έχει γίνει με τον καιρό ένας αδελ­φός, ένας συγκάτοικος, ένα παθητικό κουτί παραπό­νων, ένας αποφασισμένος αντίπαλος, ένας ξένος. Την εγκατέλειψε ίσως από χρόνια, είτε συναισθηματικά εί­τε και συνολικά, και τον εγκατέλειψε κι αυτή.

Οι φίλοι, είτε χαμένοι σε άλλες επιλογές είτε πληκτικά δεδομένοι, δεν μπορούν να βοηθήσουν. Ζουν τα δικά τους βάσανα. Και τότε μια γυναίκα νιώθει μόνη. Έχει μάλλον το χρόνο να το παραδεχτεί πως είναι μόνη, πως ήταν μόνη από πολύ παλιά

Εγώ θα έλεγα πως είναι ελεύθερη, όμως εκείνη νιώθει πως είναι μόνη. Και αποτυχημένη. Και άδεια. Και κουρα­σμένη. Διότι η ελευθερία που τώρα επιτέλους — θέλει δε θέλει— της προσφέρεται, την απαλλάσσει μεν από δεκαετιών ασφυκτικά και παραμορφωτικά για την ψυ­χή καθήκοντα, αλλά τη βρίσκει απροετοίμαστη, απαίδευ­τη στο να μπορεί να αναγνωρίζει τα πραγματικά της συ­ναισθήματα. Πολύ ανίκανη να τα διαχειρίζεται. Δεν έχει μάθει άλλωστε να ασχολείται με τον εαυτό της, δεν είχε χρόνο ποτέ.

Της τον λεηλάτησαν οι άλλοι κι εκείνη αυτονόητα τον παρέδωσε. Κοιτάει τώρα πίσω και βλέ­πει εκκρεμότητες. Ακρωτηριασμένες επιθυμίες. Ατρο­φικές απόπειρες. Προδοσίες. Σπανίως είναι ένας άλλος ο προδότης μας. Ο ίδιος ο εαυτός μας είναι που πρόδω­σε τον αληθινό εαυτό μας.

Και τώρα, στη μέση ηλικία, αναγκάζεται να το υποπτευτεί αυτό. Να πονέσει.

Να συντριβεί και να αποφασίσει τελειωτικά: Θα επανορ­θώσω ή θα αφεθώ στη φθορά; Θα αντλήσω από εμπειρίες, γνώση, αναγεννημένες λαχτάρες, νέα ελευθερία ή θα ακολουθήσει η καρδιά και το πνεύμα μου — τούτα τα εν δυ­νάμει αιώνια κομμάτια του είναι μου — το μαρασμό που βλέπω πάνω στο σώμα μου και μέσα στον καθρέφτη;

Θα παραδοθώ στην ηδονή της τεμπελιάς, της αδράνειας και της γκρίνιας ή θα πετάξω σε ταξίδια ζωής, συναρπαστι­κά; Θα κλείσω το ημερολόγιο μου ή θα ξεφυλλίσω το τε­ράστιο βιβλίο της ζωής σε παρακάτω κεφάλαια; Θα νι­κήσει η τωρινή ευκολία της παραίτησης ή η δύσκολη προοπτική της δράσης;

Το εύκολο που με τον καιρό θα γίνεται όλο και πιο επαχθές ή το δύσκολο που με τον καιρό γοητεύει και λυτρώνει; […..]

[……] Αν σε ηλικία ώριμη και δύσκολη, μια γυναίκα —αλλά και άντρας, γιατί, ως γνωστόν, η κλιμακτήριος αφορά και στα δύο φύλα, μόνο που οι άντρες κρύβουν πιο συ­στηματικά και πιο νοσογόνα τα αισθήματα τους και δεν τα μαθαίνουμε – συνεχίζει να υποφέρει επί χρόνια με τα κλασικά συμπτώματα της δυσθυμίας, της κατάθλι­ψης, της παραίτησης, των ψυχοσωματικών, της υστερίας, κι όλα όσα χαρακτηρίζουν την κλιμακτήριο, είναι επει­δή, ξανά, κάτι αρνείται να κάνει για τον εαυτό της σω­στά.

Θάβει ξανά τη νέα, μεγάλη της ευκαιρία. Είναι που δεν αξιοποιεί τη νέα πρόταση για ζωή αληθινή, ζωή δι­κή της, του πεπρωμένου της, και αυτοπροδίδεται πάλι. Ο εαυτός της, έστω και αργότερα, έστω και μέσα σε γκρί­ζο σκηνικό, την καλεί σπαραχτικά να συμφιλιωθούν, να συνομιλήσουν, να ενωθούν, να υπερβούν τον χρόνιο δι­χασμό που τους τυράννησε.

Είναι υπεύθυνη για το πώς θα ανταποκριθεί στην κλή­ση, πολύ περισσότερο υπεύθυνη από τότε, κατά τη φουρ­τουνιασμένη της, ερωτευμένη, άπειρη, καταπιεσμένη από γονείς, νιότη. Και το ξέρει. Γι’ αυτό θυμώνει, πικραίνε­ται, απελπίζεται και το ρίχνει στις διάφορες επιφανεια­κές φυγές: στα χαρτιά, στο φαγητό, στα ψώνια, στο άψυ­χο σεξ, στις γελοίες προσωρινές ερωτοδουλειές, στις πλαστικές εγχειρίσεις, στο κουτσομπολιό. Όμως το να φεύγεις απ’ τον εαυτό σου είναι προσπάθεια μάταιη. Όσο του φεύγεις τόσο εκείνος σε αλυσοδένει και σε τραβάει με βία πίσω. Όλο και πιο θυμωμένος.

Και πάλι εσύ αποφασίζεις. Σε όλα και για όλα αποφασίζεις εσύ.

Ακόμα και για το θάνατο σου εσύ αποφα­σίζεις, υποστηρίζουν κάποιες αρχαίες διδασκαλίες.

Και ο θάνατος είναι πολλών ειδών. Για να θυμηθούμε εκεί­νο το εύστοχο:

«Πέθανε στα είκοσι του και τον έθαψαν στα ογδόντα πέντε του».

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη «Ο Παλιάτσος και η Άνιμα», Εκδ. Ψυχογιός

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Νοεμβρίου 2020

Ο μόνος δρόμος

Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο…  Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.

Το νόημα της ελευθερίας

Πιστεύω πως το πρόβλημα της ελευθερίας του ανθρώπου ξεκινάει από το σώμα του. Άμα δεν έχεις το δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις το σώμα σου όπως σου γουστάρει, τότε μπορεί να αρνείσαι ένα ανελεύθερο σύστημα, αλλά ταυτόχρονα να αναπαραγάγεις ένα νέο σύστημα καταπίεσης.

Και η ευτυχία του ανθρώπου δε μπορεί να νοηθεί διαφορετικά, παρά μονάχα μες από την ελευθερία του σώματός του, μες από την ελευθερία της συμπεριφοράς του.

Νομίζω πως το πιο κρίσιμο πρόβλημα, για την εποχή μας τουλάχιστον, σχετικά με την ευτυχία του ανθρώπου είναι το πρόβλημα της ελευθερίας του, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, χωρίς εξαρτήσεις, όρους ή περιορισμούς. Η απελευθέρωσή του από κάθε μορφή εξουσίας, ιεραρχίας και αυθεντίας.

Οι άνθρωποι δε θα δουλεύουν από ανάγκη για να ζήσουν, αλλά από την ανάγκη της χαράς, της δημιουργίας.

Ο καθένας στο παιχνίδι του, στο άθλημά του.

Το νόημα του συστήματος

Είναι πάρα πολύ εύκολο να φτιάξεις μια ιδεολογία ή μια θεωρία για την κοινωνία και να καλέσεις τους ανθρώπους να την εφαρμόσουν. Είναι όμως τρομερά δύσκολο, ως ανυπέρβλητο, να ξεπεράσεις το εμπόδιο του εαυτού σου και της κουλτούρας που σου πότισαν από τα γεννοφάσκια σου και τα δεσμά που έχει δέσει γύρω σου το σύστημα.

Δεν υπάρχει παιδεία, σήμερα. Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία κι άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν, τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους! Να εξασφαλίσουν κάποια θέση σε κάποιο επάγγελμα.

Τη μηχανή του κέρδους! Αυτό είναι το πρόβλημα. Όσο στην κοινωνία μας η κυρίαρχη αξία του συστήματος είναι το κέρδος, από κει και πέρα μην ψάχνεις να βρεις… αυτό διαποτίζει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και διαποτίζει όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες όπως είναι η παιδεία και όλα τα πράγματα.

Τώρα, αν σκεφτεί κάποιος, πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος και μάλιστα ιδιοφυής, ένα εξαιρετικό μυαλό, που μετέχει της παιδείας του εικοστού πρώτου αιώνα, αφού αποφοιτήσει να πάει σε μια πολυεθνική και να κάνει έρευνα για μικροβιολογικούς, χημικούς ή άλλους πολέμους; Αυτό είναι ακατανόητο!

Χρειάζεται κανένα άλλο επιχείρημα για να αποδείξει ότι αυτό που συντελείται σήμερα, στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία; Διότι αν αυτός ο ιδιοφυής άνθρωπος είχε αποκτήσει πραγματικά κάποια παιδεία, δεν θα πήγαινε να διαθέσει τις γνώσεις του για να κάνει έρευνες για χημικούς πολέμους ή για το πώς η εξουσία θα υποδουλώσει π.χ. στην Αφρική για μια ακόμη φορά αυτούς τους λαούς, μέσα από τους οποίους πέρασε η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και τους κατάπνιξε!

Η “κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι”

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Η κορυφαία πολιτική μάχη

Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

“Τολμάτε ρε!”

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.

Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.

Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.

Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.

_______________________

Πηγή: Χρόνης Μίσσιος στο tvxs.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Νοεμβρίου 2020

Διεκδικώ σημαίνει σέβομαι! Διεκδικώ σημαίνει τιμώ! Διεκδικώ σημαίνει δεν επιτρέπω να παραβιάζονται τα όριά μου (προσωπικά, οικογενειακά, εθνικά…) τα οποία σέβομαι και τιμώ…

Διεκδικώ σημαίνει η εγρήγορση της συνείδησής μου, η ανάγκη μου για αυτοπροστασία και αυτοσεβασμό, η πεποίθησή μου ότι οι αξίες μου είναι σημαντικές και η ελευθερία μου αδιαπραγμάτευτη.

1. Γνωρίζω τον εαυτό μου, τις απόψεις μου, τα πιστεύω μου. Αυτό σημαίνει ότι διαμορφώνω ένα προσωπικό πλαίσιο αναφοράς που με ορίζει και με προσδιορίζει. Όχι απαραίτητα ανελαστικό, σίγουρα όμως στέρεο για να αντέχει τους κραδασμούς των χιλιάδων επιρροών της σύγχρονης κοινωνίας.

2. Βάζω τα όριά μου, όπου και όποτε αυτό χρειάζεται. Μαθαίνω να λέω (και να αντέχω!) ΟΧΙ. Γιατί αν δεν μπορώ να πω όχι, τότε οι άλλοι καταλαβαίνουν συνήθως αυτό που τους βολεύει… δηλαδή ΝΑΙ! Κι έτσι σιγα-σιγα και χωρίς να το καταλάβω η ζωή μου γεμίζει υποχρεώσεις που πρέπει εγώ να διεκπεραιώνω…

3. Μαθαίνω να εκφράζω τα θέλω μου. Χωρίς απαραίτητα κανείς να μου εγγυάται ότι επειδή εγώ θέλω κάτι θα γίνει κιόλας… Όμως είναι ωραίο κανείς να διεκδικεί το καλύτερο για τον εαυτό του, αρκεί να το κάνει χωρίς να καταπιέζει τους άλλους!

4. Να μπορώ να αναλαμβάνω τις ευθύνες των λόγων και των πράξεών μου. Διότι η ελευθερία θέλει αρετή αλλά θέλει και τόλμη…

5. Να μην φοβάμαι μήπως “τσαλακωθεί” η εικόνα μου γιατί τότε κινδυνεύω να “μείνω μισός”. Ποτέ δεν πρόκειται εξάλλου να με αποδεχτούν όλοι. Ούτε πρόκειται ποτέ να τα έχω ΟΛΑ! Αυτά είναι ουτοπίες που μας παρασύρουν στο να διατηρούμε μια αυτοεικόνα “άφθαρτη”, “ατσαλάκωτη” και εν τέλει Απάνθρωπη, με την έννοια του μη-αληθινού, του μη-κανονικού…

Από o- klooun.gr ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΗΝΤΑΡΑΣ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Νοεμβρίου 2020

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

Μούτρα. Νʼ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.

Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σʼ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.

Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει όσο κι αν το κυνηγά πάντα, πάντα θα ʽναι αργά δεύτερη ζωή δεν έχει.

(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)

Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
άλλα είναι εκείνα που αγαπώ
γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα.

Στ’ αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ’ ομολογώ.
Σαν να `μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά,
πάντα πάντα θα `ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

της Ελευθερίας Τελειώνη

Από antikleidi.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2020

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω κόντρα στην αλήθεια μου. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αυθεντικότητα.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα σε πόσο δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος με το να του επιβάλλω τις επιθυμίες μου, παρότι ήξερα ότι ούτε ήταν κατάλληλη η στιγμή ούτε ο άνθρωπος ήταν έτοιμος, ακόμα κι αν αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αυτοεκτίμηση.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ μια άλλη ζωή και μπόρεσα να δω ότι τα πάντα γύρω μου με προκαλούσαν να μεγαλώσω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Ωριμότητα.

OTΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πάντα και σε όλες τις περιστάσεις, την κατάλληλη στιγμή και στο σωστό μέρος και ότι όλα όσα γίνονται είναι σωστά. Από τότε κατάφερα να γαληνέψω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αποδοχή.

ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου και σταμάτησα να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον. Σήμερα κάνω μόνο ό,τι με ευχαριστεί και με γεμίζει χαρά, ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά, με τον δικό μου τρόπο και στους δικούς μου ρυθμούς. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Ειλικρίνεια.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιές για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και από ό,τι με τραβούσε συνεχώς μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό. Στην αρχή το ονόμαζα «υγιή εγωισμό». Αλλά σήμερα ξέρω ότι είναι Αυταγάπη.

ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να θέλω να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλλα πολύ λιγότερο. Σήμερα κατάλαβα ότι αυτό το λέμε Απλότητα.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω να ζω στο παρελθόν και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζω περισσότερο τη στιγμή όπου όλα συμβαίνουν. Έτσι σήμερα ζω την κάθε μέρα και αυτό το λέω Πληρότητα.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, συνειδητοποίησα ότι η σκέψη μου μπορεί να με κάνει μίζερο και άρρωστο. Όταν όμως επικαλέστηκα τις δυνάμεις της καρδιάς μου, η λογική απέκτησε έναν πολύτιμο σύντροφο. Αυτή τη σχέση την ονομάζω σήμερα σοφία (της καρδιάς).

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΓΟΣ ΝΑ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και τα προβλήματα με τον εαυτό μας και τους άλλους γιατί καμιά φορά ακόμα και τα άστρα εκρήγνυνται και δημιουργούνται νέοι Γαλαξίες.

Σήμερα ξέρω ότι αυτό είναι η Ζωή.

Από το βιβλίο της Kim Macmillan “όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2020

Οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμα κατανοήσει πώς εξελίχθηκε η γλώσσα. Πολλοί πιστεύουν πως τα παλαιότερα ανθρώπινα είδη, όπως ο Ηomo habilis και ο Ηomo erectus, διέθεταν πρωτόγονα συστήματα επικοινωνίας γλωσσικού ή συμβολικού τύπου. Αλλά η ανάπτυξη της γλώσσας όπως τη γνωρίζουμε πιθανότατα συνέβη μόνο μετά από την εμφάνιση των σύγχρονων ανθρώπων. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως η γλώσσα γεννήθηκε πριν από 100.000 χρόνια και άλλοι αργότερα· αλλά η ανάγκη για σύνθετη επικοινωνία σίγουρα έγινε πιο επείγουσα από τη στιγμή που εμφανίστηκαν οι «σύγχρονοι ως προς τη συμπεριφορά» κοινωνικοί άνθρωποι, πριν από 50.000 χρόνια. Έχουμε δει τη σημασία που έχουν για το είδος μας οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, οι οποίες ασφαλώς συμβαδίζουν με την ανάγκη της επικοινωνίας. Η ανάγκη αυτή είναι τόσο δυνατή ώστε ακόμη και μωρά που είναι κουφά αναπτύσσουν συστήματα χειρονομιών που μοιάζουν με γλώσσα και, αν διδαχθούν τη νοηματική γλώσσα, μιλούν «μωρουδίστικα» χρησιμοποιώντας τα χέρια τους.

Αλλά γιατί ανέπτυξαν οι άνθρωποι τη μη λεκτική επικοινωνία; Μεταξύ των πρώτων που μελέτησαν σοβαρά το θέμα ήταν ένας Άγγλος που παρακινήθηκε από το ενδιαφέρον του για τη θεωρία της εξέλιξης. Κατά τη δική του εκτίμηση, ο ίδιος δεν ήταν καμιά ιδιοφυία. Δεν είχε «ιδιαίτερα γρήγορη αντίληψη ή πνεύμα», ή «τη δύναμη να ακολουθεί μια μακρά και καθαρά αφηρημένη αλληλουχία σκέψεων». Στις συχνές περιπτώσεις που αισθάνομαι κι εγώ το ίδιο, παίρνω κουράγιο ανατρέχοντας στα λόγια αυτά, μια και ο συγκεκριμένος Άγγλος δεν τα κατάφερε και τόσο άσχημα στη ζωή του – ήταν ο Κάρολος Δαρβίνος. Δεκατρία χρόνια μετά την έκδοση της Καταγωγής των ειδών, ο Δαρβίνος εξέδωσε άλλο ένα ριζοσπαστικό βιβλίο με τίτλο Η έκφραση των συγκινήσεων στον άνθρωπο και τα ζώα. Εκεί υποστήριζε ότι τα συναισθήματα -και οι τρόποι με τους οποίους εκφράζονται- συνιστούν ένα πλεονέκτημα για την επιβίωση και δεν είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου, αλλά εμφανίζονται σε πολλά είδη. Επομένως, μπορούμε να εντοπίσουμε στοιχεία για τον ρόλο των συναισθημάτων εξετάζοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές της μη λεκτικής συναισθηματικής έκφρασης σε πολλά διαφορετικά είδη.

Αν και ο Δαρβίνος δεν θεωρούσε τον εαυτό του ιδιοφυία, πίστευε ωστόσο πως διέθετε μια μεγάλη πνευματική δύναμη: την ικανότητα για προσεκτική και λεπτομερή παρατήρηση. Και πράγματι, μολονότι δεν ήταν ο πρώτος που διατύπωσε την ιδέα για την καθολικότητα των συναισθημάτων και της έκφρασής τους, πέρασε πολλές δεκαετίες μελετώντας σχολαστικά τις σωματικές εκδηλώσεις των διάφορων νοητικών καταστάσεων. Παρακολουθούσε τόσο τους συμπατριώτες του όσο και τους ξένους, ψάχνοντας για πολιτισμικές ομοιότητες και διαφορές. Μελέτησε ακόμη και κατοικίδια ζώα, καθώς και τα ζώα του ζωολογικού κήπου του Λονδίνου. Στο βιβλίο του, ο Δαρβίνος ταξινόμησε σε κατηγορίες πολλές ανθρώπινες εκφράσεις και χειρονομίες που εξέφραζαν συναισθήματα, και διατύπωσε υποθέσεις για την προέλευσή τους.

Παρατήρησε επίσης πώς εκδηλώνουν τα κατώτερα ζώα τις προθέσεις και τα συναισθήματά τους μέσα από τις εκφράσεις του προσώπου, τη στάση του σώματος και τις χειρονομίες τους. Ο Δαρβίνος υπέθεσε ότι μεγάλο μέρος της μη λεκτικής επικοινωνίας μας μπορεί να είναι ένα εγγενές και αυτόματο κατάλοιπο από προηγούμενες φάσεις της βιολογικής μας εξέλιξης. Για παράδειγμα, μερικές φορές χρησιμοποιούμε το δάγκωμα για να εκφράσουμε τρυφερότητα, όπως κάνουν και άλλα ζώα. Επίσης, χλευάζουμε και εμείς, όπως άλλα πρωτεύοντα, διαστέλλοντας τα ρουθούνια και αποκαλύπτοντας τα δόντια μας.

Μια άλλη έκφραση που μοιραζόμαστε με τα κατώτερα πρωτεύοντα είναι το χαμόγελο. Φανταστείτε πως κάθεστε σε κάποιο δημόσιο χώρο και καταλαβαίνετε ότι κάποιος σας κοιτάζει. Αν ανταποδώσετε το βλέμμα και το άλλο άτομο χαμογελάσει, μάλλον θα νιώσετε καλά για αυτή την ανταλλαγή των βλεμμάτων. Αν όμως το άλλο άτομο εξακολουθήσει να κοιτάζει χωρίς κανένα ίχνος χαμόγελου, θα νιώσετε μάλλον αμήχανα.

Από πού προέρχονται αυτές οι ενστικτώδεις αντιδράσεις; Ανταλλάσσοντας μεταξύ μας το νόμισμα του χαμόγελου, μοιραζόμαστε ένα συναίσθημα που βιώνουν πολλά από τα πρωτεύοντα ξαδέλφια μας. Στις κοινωνίες των άλλων πρωτευόντων εκτός του ανθρώπου, ένα άμεσο βλέμμα είναι επιθετικό σήμα. Συχνά προηγείται μιας επίθεσης και μπορεί, επομένως, και να την προκαλέσει Έτσι, αν μια υποτακτική μαϊμού θελήσει να ελέγξει τις διαθέσεις μιας κυρίαρχης μαϊμούς, θα αποκαλύψει τα δόντια της σε ένδειξη ειρηνικής πρόθεσης. Στη γλώσσα των μαϊμούδων τα γυμνά δόντια σημαίνουν Συγγνώμη για το βλέμμα μου. Ναι, σε κοιτάζω, αλλά δεν σκοπεύω να επιτεθώ, γι ’ αυτό σε ΠΑΡΑΚΑΛΩ, μη μου επιτεθείς εσύ πρώτος. Στους χιμπατζήδες, το χαμόγελο μπορεί επίσης να λειτουργήσει αντίστροφα: ένα κυρίαρχο άτομο μπορεί να χαμογελάσει σε ένα υποτακτικό, λέγοντας αντίστοιχα “Μην ανησυχείς, δεν θα σου επιτεθώ”. Οπότε, όταν περνάτε δίπλα από έναν άγνωστο σε κάποιο διάδρομο και εκείνος σας χαμογελάει στιγμιαία, βιώνετε μια ανταλλαγή που έχει βαθιές ρίζες στην κληρονομιά μας ως πρωτευόντων. Υπάρχουν μάλιστα κάποιες ενδείξεις ότι στους χιμπατζήδες, όπως και στους ανθρώπους, η ανταλλαγή ενός χαμόγελου μπορεί να είναι σημάδι φιλίας.

Μπορεί να νομίζετε ότι ένα χαμόγελο είναι μάλλον ανακριβές βαρόμετρο των αληθινών συναισθημάτων, αφού μπορεί κάλλιστα να είναι προσποιητό. Είναι αλήθεια ότι μπορούμε να επιδείξουμε συνειδητά ένα χαμόγελο ή οποιαδήποτε άλλη έκφραση, χρησιμοποιώντας τους μυς του προσώπου μας με τρόπους στους οποίους έχουμε εξασκηθεί. Σκεφτείτε πώς φέρεστε όταν προσπαθείτε να κάνετε καλή εντύπωση σε ένα κοκτέιλ πάρτυ, ακόμη και αν δεν διασκεδάζετε καθόλου εκεί. Αλλά οι εκφράσεις του προσώπου μας καθορίζονται επίσης υποκατωφλικά, από μυς που δεν τους ελέγχουμε συνειδητά. Κατά συνέπεια, οι αληθινές εκφράσεις μας δεν μπορούν να «πλαστογραφηθούν».

Ο καθένας μπορεί βέβαια να σχηματίσει ένα ψεύτικο χαμόγελο συσπώντας τους μείζονες ζυγωματικούς μυς, που τραβάνε τις γωνίες του στόματος προς τα πάνω, στα μάγουλα. Αλλά το αυθεντικό χαμόγελο απαιτεί και τη σύσπαση ενός πρόσθετου ζεύγους μυών, των σφιγκτήρων των βλεφάρων, που τραβάνε το δέρμα γύρω από το μάτι προς τον οφθαλμικό βολβό, προκαλώντας ένα αποτέλεσμα που μοιάζει με το πόδι της χήνας, αλλά μπορεί να είναι εξαιρετικά ανεπαίσθητο. Το γεγονός αυτό επισημάνθηκε για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα από τον Ντυσέν ντε Μπουλόν, έναν Γάλλο νευρολόγο που επηρέασε τον Δαρβίνο και συγκέντρωσε μια μεγάλη συλλογή από φωτογραφίες ανθρώπων που χαμογελούσαν. Για αυτούς τους μυς του χαμόγελου υπάρχουν δυο διαφορετικές νευρικές οδοί: μια εκούσια για τον μείζονα ζυγωματικό μυ και μια ακούσια για τον σφιγκτήρα των βλεφάρων. Συνεπώς, ένας φωτογράφος μπορεί να σας παρακαλέσει να πείτε «cheese» για να ωθήσετε το στόμα σας στη θέση του χαμόγελου, αλλά αν δεν ανήκετε στην κατηγορία των ανθρώπων που πραγματικά ενθουσιάζονται όταν τους ζητούν να πουν τη λέξη «cheese», το χαμόγελό σας δεν θα δείχνει αυθεντικό.

Κοιτάζοντας φωτογραφίες των δύο τύπων χαμόγελου που του είχε δώσει ο Ντυσέν ντε Μπουλόν, ο Δαρβίνος παρατήρησε ότι μολονότι οι άνθρωποι μπορούσαν να αισθανθούν τη διαφορά, για τον ίδιο ήταν πολύ δύσκολο να προσδιορίσει συνειδητά ποια ήταν αυτή, αναφέροντας ότι

«Συχνά με παραξενεύει το γεγονός ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε αμέσως τόσες πολλές αποχρώσεις εκφράσεων χωρίς καμία συνειδητή αναλυτική επεξεργασία από μέρους μας».

Αν και μέχρι πρόσφατα κανείς δεν είχε δώσει ιδιαίτερη προσοχή σε αυτά τα ζητήματα, νεότερες μελέτες δείχνουν ότι, όπως παρατήρησε ο Δαρβίνος, ακόμη και άνθρωποι που δεν είναι εκπαιδευμένοι στην ανάλυση του χαμόγελου έχουν τη διαίσθηση να διακρίνουν ένα πραγματικό από ένα ψεύτικο χαμόγελο όταν τους δοθεί η δυνατότητα να παρατηρήσουν και τις δύο εκδοχές στο ίδιο πρόσωπο. Τα χαμόγελα που αναγνωρίζουμε ενστικτωδώς ως προσποιητά είναι ένας από τους λόγους που οι πωλητές μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, οι πολιτικοί και άλλοι άνθρωποι που χαμογελούν χωρίς να το εννοούν χαρακτηρίζονται συχνά γλοιώδεις. Οι ηθοποιοί της σχολής της «Μεθόδου» προσπαθούν να ξεπεράσουν αυτό το πρόβλημα ασκώντας τον εαυτό τους να βιώνει πραγματικά το συναίσθημα που πρέπει να εκφράσει, ενώ πολλοί επιτυχημένοι πολιτικοί λέγεται πως έχουν την ικανότητα να ανακαλούν στο μυαλό τους αυθεντικά συναισθήματα φιλίας και ενσυναίσθησης όταν μιλούν σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν.

Ο Δαρβίνος συνειδητοποίησε ότι αν οι εκφράσεις μας εξελίχθηκαν παράλληλα με το είδος μας, τότε πολλοί από τους τρόπους με τους οποίους εκφράζουμε τα βασικά συναισθήματα -χαρά, φόβο, θυμό, αηδία, λύπη και έκπληξη-πρέπει να είναι κοινοί ανάμεσα σε ανθρώπους που προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμούς. Και έτσι, το 1867 ετοίμασε ένα ερωτηματολόγιο που κυκλοφόρησε σε ιθαγενείς λαούς και των πέντε ηπείρων, ορισμένοι από τους οποίους είχαν πολύ μικρή επαφή με τους Ευρωπαίους.

Η έρευνα περιλάμβανε ερωτήσεις όπως: «Εκφράζετε την έκπληξη ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια και το στόμα και σηκώνοντας τα φρύδια;». Με βάση τις απαντήσεις που πήρε, ο Δαρβίνος συμπέρανε πως «η ίδια νοητική κατάσταση εκφράζεται με αξιοσημείωτη ομοιομορφία σε όλο τον κόσμο». Αλλά η μελέτη του ήταν μεροληπτική, καθώς περιείχε ερωτήσεις όπως η προηγούμενη, που υπέβαλλαν στους ερωτώμενους συγκεκριμένες απαντήσεις. Έτσι, όπως πολλές από τις πρώιμες έρευνες στον τομέα της ψυχολογίας, υποσκελίστηκε από κάποια άλλη ιδέα: ότι οι εκφράσεις του προσώπου είναι επίκτητες συμπεριφορές, που μαθαίνονται στη νηπιακή ηλικία, καθώς το μωρό μιμείται τα άτομα που το φροντίζουν και άλλους από το άμεσο περιβάλλον του. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, ένας σημαντικός αριθμός διαπολιτισμικών ερευνών έχει φέρει στο φως στοιχεία που δείχνουν ότι τελικά ο Δαρβίνος είχε δίκιο.

Στην πρώτη από μια σειρά διάσημων μελετών, ο ψυχολόγος Πωλ Έκμαν ξεκίνησε να δείχνει φωτογραφίες με ανθρώπινες εκφράσεις σε συμμετέχοντες από τη Χιλή, την Αργεντινή, τη Βραζιλία, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Μέσα σε λίγα χρόνια ο Έκμαν και ένας συνεργάτης του κατάφεραν να δείξουν τέτοιες φωτογραφίες σε ανθρώπους από είκοσι μία χώρες. Τα ευρήματά τους ήταν ίδια με του Δαρβίνου, αποδεικνύοντας ότι άνθρωποι από διαφορετικούς πολιτισμούς αντιλαμβάνονταν με παρόμοιο τρόπο το συναισθηματικό νόημα μιας γκάμας εκφράσεων του προσώπου. Από μόνες τους, όμως, τέτοιου είδους μελέτες δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι οι συγκεκριμένες εκφράσεις είναι έμφυτες, ή έστω παγκόσμιες.

Οι οπαδοί της θεωρίας των «επίκτητων εκφράσεων» υποστήριζαν πως τα πορίσματα του Έκμαν δεν αποκάλυπταν τίποτα παραπάνω από το γεγονός ότι οι άνθρωποι στις εν λόγω κοινωνίες είχαν όλοι τους παρακολουθήσει την αμερικανική τηλεοπτική σειρά της δεκαετίας του 1960 Gilligan’s Island, ή άλλες ταινίες και τηλεοπτικές εκπομπές. Και έτσι ο Έκμαν αποφάσισε να ταξιδέψει στη Νέα Γουινέα, όπου μόλις είχε ανακαλυφθεί ένας απομονωμένος πληθυσμός με νεολιθικό πολιτισμό. Οι εκεί ιθαγενείς δεν διέθεταν γραπτή γλώσσα και χρησιμοποιούσαν ακόμη λίθινα εργαλεία. Πολύ λίγοι είχαν δει κάποια φωτογραφία, πόσω μάλλον ταινία ή τηλεοπτική εκπομπή. Ο Έκμαν συγκέντρωσε εκατοντάδες συμμετέχοντες από αυτό τον πληθυσμό, που δεν είχαν εκτεθεί ποτέ πριν σε άλλους πολιτισμούς, και με τη βοήθεια ενός μεταφραστή τους έδειξε φωτογραφίες με πρόσωπα Αμερικανών που εξέφραζαν τα βασικά συναισθήματα.

Οι πρωτόγονοι τροφοσυλλέκτες αποδείχθηκαν εξίσου ικανοί με τους εθελοντές από τις είκοσι μία εγγράμματες χώρες στο να αναγνωρίσουν τη χαρά, τον φόβο, τον θυμό, την αηδία, τη λύπη και την έκπληξη στις εκφράσεις του προσώπου ενός Αμερικανού. Οι επιστήμονες έκαναν επίσης μια αντίστροφη έρευνα. Φωτογράφισαν τους γηγενείς της Νέας Γουινέας να παριστάνουν πώς θα αντιδρούσαν αν έβλεπαν το παιδί τους νεκρό ή αν έβρισκαν το κουφάρι ενός γουρουνιού που είχε πεθάνει πριν από πολλές μέρες. Οι εκφράσεις που καταγράφηκαν από τον Έκμαν ήταν σαφέστατα αναγνωρίσιμες.

Αυτή η καθολική ικανότητα των ανθρώπων να δημιουργούν και να αναγνωρίζουν εκφράσεις του προσώπου αρχίζει ταυτόχρονα με τη γέννηση ή λίγο μετά. Έχει παρατηρηθεί πως τα νεαρά βρέφη κάνουν σχεδόν όλες τις μυϊκές κινήσεις του προσώπου που χρησιμοποιούν και οι ενήλικες για να δηλώσουν τα συναισθήματα. Τα βρέφη μπορούν επίσης να ξεχωρίσουν τις διάφορες εκφράσεις σε άλλα πρόσωπα και, όπως οι ενήλικες, να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με ό,τι βλέπουν.

Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τέτοιες συμπεριφορές είναι επίκτητες. Μάλιστα, μικρά παιδιά που έχουν γεννηθεί τυφλά και δεν έχουν δει ποτέ τους ένα κατσούφιασμα ή ένα χαμόγελο εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους με μια γκάμα αυθόρμητων εκφράσεων του προσώπου που είναι σχεδόν ίδιες με των παιδιών με φυσιολογική όραση. Ο κατάλογος με τις εκφράσεις του προσώπου φαίνεται πως ανήκει στον βασικό εργοστασιακό εξοπλισμό των ανθρώπων. Και επειδή είναι σε μεγάλο βαθμό ένα έμφυτο, ασυνείδητο κομμάτι της ύπαρξής μας, η εκδήλωση των συναισθημάτων μας είναι κάτι που μας έρχεται φυσικά, ενώ η απόκρυψή τους απαιτεί μεγάλη προσπάθεια.

Aπό antikleidi.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Οκτωβρίου 2020

Από τον Πέτρο

 

Αφθονία νερού επιβεβαιώνεται από τη NASA στη Σελήνη.

Πολυάριθμοι κρατήρες στις πολικές περιοχές δεν βλέπουν ποτέ το φως του Ήλιου (NASA)

Δύο ανεξάρτητες μελέτες που παρουσίασε η NASA σε συνέντευξη Τύπου την Δευτέρα επιβεβαιώνουν τις υποψίες για παρουσία μεγάλων ποσοτήτων νερού στη Σελήνη, ακόμα και σε περιοχές που κανείς δεν θα είχε φανταστεί πριν από λίγα χρόνια.

Αν και η ύπαρξη νερού στη Σελήνη είναι γνωστή εδώ και 11 χρόνια, τα νέα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι υδατικοί πόροι του φεγγαριού είναι μεγάλοι και θα μπορούσαν να  αξιοποιηθούν από μελλοντικές αποστολές για την παραγωγή οξυγόνου και καυσίμων.

Η πρώτη  από τις δύο μελέτες που δημοσιεύονται στο Nature Astronomy επιβεβαιώνει την ύπαρξη μορίων νερού στην ερημική επιφάνεια της Σελήνης. Προηγούμενες παρατηρήσεις είχαν δημιουργήσει υποψίες για νερό στη σεληνιακή επιφάνεια, δεν ήταν όμως απόλυτα πειστικές επειδή δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν το νερό (H2O) από έναν μοριακό του ξάδελφο, τις υδροξυλομάδες (-ΟΗ).

Η νέα μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από το παρατηρητήριο Sophia –ένα Boeing 747 τροποποιημένο ώστε να μεταφέρει ένα τηλεσκόπιο- και χρησιμοποιεί νέα μέθοδο ανίχνευσης η οποία εκτιμάται ότι δίνει οριστικά αποτελέσματα.

Τα μόρια νερού εκτιμάται ότι κρύβονται παγιδευμένα μέσα στα πετρώματα, προστατευμένα από την κοσμική και ηλιακή ακτινοβολία που βομβαρδίζει αδιάκοπα το φεγγάρι.

«Πολλοί φαντάζονται ότι αυτό που ανιχνεύσαμε είναι πάγος νερού, κάτι που δεν ευσταθεί» ξεκαθάρισε σύμφωνα με το Reuters η Κέισι Χόνιμπαλ του Κέντρου Διαστημικής Πτήσης Goddard της NASA, επικεφαλής της μελέτης. «Ανιχνεύσαμε μόνο μόρια νερού. Επειδή είναι διάσπαρτα δεν αλληλεπιδρούν το ένα με το άλλο για να σχηματίσουν πάγο ή υγρό νερό» εξήγησε στη συνέντευξη Τύπου.

Αιώνιο σκοτάδι

Η δεύτερη μελέτη εστιάζει στους πυθμένες κρατήρων όπου το φως του Ήλιου δεν φτάνει ποτέ. Κρυμμένο στη σκιά εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια, το νερό εδώ μένει πάντα κατεψυγμένο στους -163 βαθμούς Κελσίου.

Οι κρατήρες που παραμένουν αιώνια βυθισμένοι στο σκοτάδι βρίσκονται κυρίως κοντά στους πόλους, εκεί όπου το φως του Ήλιου πέφτει υπό μικρή γωνία και δημιουργεί βαθιές σκιές. Ωστόσο η νέα μελέτη ανίχνευσε δισεκατομμύρια μικρές σκιές, ορισμένες σε μέγεθος νομίσματος, που κρύβονταν ακόμα και σε περιοχές σχετικά μακριά από τους πολους.

Οι μόνιμα σκιασμένες περιοχές αποδεικνύονται πολύ πιο εκτεταμένες από ό,τι νομίζαμε, καθώς εκτιμάται ότι καλύπτουν συνολική έκταση 40.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, περίπου το ένα τρίτο της έκτασης της Ελλάδας.

«Η έρευνά μας δείχνει ότι μια πληθώρα άγνωστων μέχρι σήμερα περιοχών θα μπορούσε να περιέχει πάγο νερού» ανέφερε ο Πολ Χέιν του Πανεπιστημίου του Κολοράντο στο Μπόλντερ, επικεφαλής της δημοσίευσης.

«Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι το νερό ίσως είναι πολύ πιο άφθονο από ό,τι νομίζαμε στις πολικές περιοχές της Σελήνης, κάτι που θα διευκόλυνε την πρόσβαση, απομόνωση και ανάλυσή του» πρόσθεσε.

Το πρόγραμμα «Άρτεμις» της κυβέρνησης Τραμπ προβλέπει ότι Αμερικανοί αστροναύτες θα ξαναπατήσουν στη Σελήνη το 2024 με στόχο τη δημιουργία μόνιμης σεληνιακής βάσης έως τα τέλη της δεκαετίας.

Στο μέλλον, η διάσπαση του νερού με ηλεκτρόλυση θα μπορούσε να προσφέρει καύσιμο υδρογόνο για διαστημικά σκάφη και οξυγόνο για τη συντήρηση των αστροναυτών.

Μυστήριο συνεχίζει ωστόσο να καλύπτει την προέλευση του νερού της Σελήνης. Η επικρατέστερη θεωρία θέλει το μόριο της ζωής να μεταφέρθηκε από αστεροειδείς που προσέκρουσαν στον δορυφόρο, αν και δεν έχει αποκλειστεί η απελευθέρωσή του από πετρώματα στο εσωτερικό του φεγγαριού.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Οκτωβρίου 2020

Aπό τον Μανώλη Μπαρδάνη

Το σαλόνι του σπιτιού μας, ήταν και η κρεβατοκάμαρά μας. Ένας καναπές για τον μικρό μου αδελφό, ένα μπαουλοντίβανο κολλητά στο παράθυρο για μένα κι ένα ντιβάνι στον απέναντι τοίχο για την αδελφή μου, σχηματίζανε ένα μεγάλο Π. Στην βάση του μια ξύλινη ντουλάπα με καθρέφτη και κολλητά της μια συρταριέρα. Εκεί, πάνω στη συρταριέρα, έμελλε να τοποθετηθεί μία από τις πρώτες τηλεοράσεις που ήρθαν στο χωριό. Εκείνη την εποχή ένας θείος του πατέρα μου και αδελφός της γιαγιάς μου, στρατηγός ε.α. ήταν πρόεδρος του ΟΠΑΠ και μέσω αυτής του της ιδιότητας είχαμε την τύχη ν αποκτήσουμε το μαγικό κουτί σαν δώρο. Όλες οι γυναίκες της γειτονιάς και όχι μόνο μαζευόταν στη σάλα μας το βράδυ για να δουν πότε τον «Άγνωστο πόλεμο» και πότε τους «Εμπόρους των εθνών». Εμείς τα παιδιά είχαμε πέσει ήδη για ύπνο. Οι καρέκλες που είχαμε φυσικά δεν έφθαναν για να εξυπηρετήσουν τις γειτόνισσες και έτσι τα κρεβάτια μας γινόταν και καθίσματά τους. Εμένα το κρεβάτι μου χωρούσε πέντε, με την μία να κάθεται η μισή πάνω στο μαξιλάρι μου. Φυσικά δεν μπορούσα να δω τίποτα στην τηλεόραση καθότι κότσοι, πλάτες, πισινοί μου έκρυβαν τη θέα. Δυστυχώς όμως δεν μπορούσα και να κοιμηθώ. Οι μισές απ τις γειτόνισσες ήταν και κουφές και έπρεπε ο ήχος να είναι στη διαπασών. Συγχρόνως δεν σταματούσαν να μιλάνε δυνατά, περιγράφοντας τις σκηνές που έβλεπαν:
– Μωρή λες οι Γερμαναράδες να σκοτώσουνε το γιό του Ψάχου;
– Μπα. Ο θείος του ο Βαρτάνης να δεις που θα τόνε σώσει.
Εκεί ακούγεται η φωνή της γιαγιάς μου, της αδελφής του δωρητή της τηλεόρασης.
– Να ξέρετε πως το όνομα Βαρτάνης του το δώκανε για τον αδελφό μου το στρατηγό Βαρδάνη.
Δεν δίνουν σημασία στο κόρδωμα της, γιατί η σκηνή έχει μεγάλη αγωνία και οι γειτόνισσες χτυπάνε άλλες τα γόνατα και άλλες τα μάγουλά τους, παρακαλώντας συγχρόνως την Παναγία να σώσει το παλληκάρι. Όταν δε τύχαινε ν ακουστεί και κανένας πυροβολισμός, μαζί με τις κραυγές τρόμου και αγωνίας τα σώματά τους τινάζονταν πάνω στο κρεβάτι μου. Εννοείται πως η γειτόνισσα που κάθεται στο μαξιλάρι μου, μου έχει ρίξει αρκετές σφαλιάρες και αγκωνιές ακούσιες με το αριστερό της χέρι, μέχρι το τέλος του επεισοδίου.
Στην άλλη σειρά, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το σκηνικό είναι διαφορετικό. Τα επεισόδια εμπεριέχουν έρωτα, πάθος, μοιχεία και η αντίδραση των τηλεθεατών αλλάζει.
– Ω που να τσ έρθει το γλυκύ τζη μα ήντα ομορφιά είναι που την έχει η Αυγούστα!
– Ια να δεις που θα την κλέψει ο Ενετός!
– Ναι. Κλέψιμο χρειάζεται! Δε θωρείς πως λιώνει η καμοχείλα;
– Και θ αφήσει τον Αξώτη για το Μάρκο;
– Άμα το νιτερέσο ντου δε δουλεύγει ήντα να κάμει η καλότυχη;
Ξαφνικά τα γέλια που ακολούθησαν την τελευταία φράση σταματούν απότομα. Απόλυτη σιωπή στη σάλα. Μόνο η μουσική ακούγεται από την τηλεόραση. Εγώ έχω κλείσει τα μάτια πιστεύοντας πως τελειώνει το επεισόδιο και ότι επιτέλους θα κοιμηθώ. Η γειτόνισσα όμως που κάθεται στο προσκεφάλι μου είναι αρκετά ανήσυχη. Κουνάει συνεχώς το αριστερό της πόδι σείοντας ελαφρώς το κρεβάτι μου. Αντιλαμβάνομαι όμως πως το στρώμα μου κουνιέται από παντού. Ναι. Όλες οι γειτόνισσες που κάθονταν στο κρεβάτι μου είχαν την ίδια ανησυχία. Υπήρχε μια παράξενη κινητικότητα. Ανασηκώνομαι λίγο προσπαθώντας να καταλάβω τι βλέπουν τόσην ώρα και δεν μιλάνε. Ωωωωω!!! Ο Σανούδος φιλιέται παθιασμένα με την Αυγούστα. Σκηνή πρωτόγνωρη για τα ήθη του χωριού την εποχή εκείνη, αλλά σαφώς άκρως ερεθιστική για τις γειτόνισσες.
Κάπου εκεί ακούστηκε και η φωνή του Ξυλούρη –λυτρωτική για μένα- να τραγουδάει και να σηματοδοτεί το τέλος του επεισοδίου.

Την επομένη η μάνα μου είχε αναλάβει να βράσει κόλλυβα για το μνημόσυνο του πεθερού της. Του πάππου μου. Ήταν πρώτη φορά απ’ όσο θυμάμαι που θα γινόταν κάτι τέτοιο στο σπίτι μας.
Τα μνημόσυνα στο χωριό μου είναι μια ιεροτελεστία. Την παραμονή της τελετουργίας, στο σπίτι του μνημονευόμενου η γυναίκα βράζει το σιτάρι. Το κόλλυβο. Στη συνέχεια μαζεύονται οι γυναίκες της γειτονιάς και με μια τρυπητή κουτάλα μεταφέρουν λίγα βρασμένα κόλλυβα από τον τέντζερη στο μέρος που θα στεγνώσουν, ψιθυρίζοντας λόγια συγχώρεσης και για τον δικό τους πεθαμένο. Όλη η διαδικασία αυτή λέγεται «το χύσιμο του κόλλυβου», αλλά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πώς μαθαίνουν οι γειτόνισσες για τον τόπο και την ώρα του χυσίματος και ακόμα μεγαλύτερο για κάποιον –όπως εγώ- που δεν το γνωρίζει.
Η μάνα βγαίνει στην αυλή και φωνάζει στη θεία μας
– Ω Βδοκιά θα ‘ρθεις να χύσεις;
– Μα ήντα ώρα χύνεται;
– Κατά το μεσημέρι. Πες το και τση Βούλας.
– Ω Βούλα. Το μεσημέρι χύνομε στς Αννέζας. Θα ‘ρθεις να χύσεις λέει και συ;

Για αρκετή ώρα το παραπάνω ρήμα ακούγεται από τα στόματα των γυναικών σε όλους τους χρόνους, τις φωνές, τις εγκλίσεις και τα πρόσωπα.
Παναγιά μου! Τι θα γίνει το μεσημέρι στο σπίτι μας; Αμέσως στη σκέψη μου έρχεται η χθεσινοβραδινή σκηνή με το φιλί στην τηλεόραση και το τρεμούλιασμα των γυναικών. Η φαντασία μου καλπάζει ασταμάτητα, πλέκοντας συγχρόνως σατανικά σενάρια. Μεσημέρι επιτέλους και κάθομαι στο σετζάκι της αυλής μας. Πρώτη έρχεται η θεία μου η Βδοκιά με τη μάνα της τη Μαρκούλα. Είχε χάσει πρόσφατα τον αδελφό της και συνεχώς τα μάτια της ήταν δακρυσμένα, ενώ η μάνα της αναφωνούσε με πόνο «Ώχου υιέ μου». Στη συνέχεια έρχεται η Βδοκιά του Σμανωλάκη, η Βούλα του Νικόλαου, η γριά Θανασία, η Βδοκιά του Χορευτή, η Πετρινιά, η Μπαστώνα, η Σοφία του παπά Στεφάνου, η Κατερίνα τση Παρασκουνιάς, η Τσαϊνοσοφκιά, η Πασκού, η Καλλή και η Σοφκιά του Φλωράκη, η Βδοκιά του Γλεζοιώργη, η Κική του Μαρθαίου, η Μαϊδανορήνη και άλλες πολλές. Προφανώς άρχισε να γίνεται το αδιαχώρητο στο μαερειό μας και οι γειτόνισσες σιγά-σιγά αποχωρούσαν. Όλες ήταν κλαμένες με τα μάτια τους κόκκινα και πρησμένα. Μα τόσο πόνο και θρήνο προκαλεί πια αυτό το χύσιμο; Κάποιες στιγμές συναντιόταν αυτές που έβγαιναν μ αυτές έμπαιναν και οι διάλογοι που άκουγα στ αυτιά μου εμπλούτιζαν τα σενάριά μου με σκηνές απείρου κάλους:
– Ω Μαριά μα ήχυσες;
– Ναι ω Ρήνη, για τον Πέτρο και το Ιάννη κι εξέχασα να χύσω ια το Νικόλα και να χαρείς τα παιδιά σου χύσε μια κουταλιά ια πάρτη ντου.
Πάνω που προσπαθώ να αναπροσαρμόσω τα σενάριά μου με τα νέα δεδομένα από τον διάλογο που άκουσα, προβαίνει στην πόρτα της αυλής ο Μαστροδημήτρης κρατώντας την μαγκούρα του. Γείτονας ηλικιωμένος, ασπρομάλλης, σεβάσμιος και με σοβαρό πρόβλημα στην ακοή του. Με χαιρετάει και κατευθύνεται προς την πόρτα του μαερειού μας. Εκεί τον σταματάνε οι δύο γειτόνισσες που κουβέντιαζαν πριν.
Με δυνατή φωνή του απευθύνεται η Μαριά:
– Καλώς το Μαστροδημήτρη. Μα ια που το ‘βαλες;
– Ψάχνω τη υναίκα μου ια να μου δώσει τα κλειδιά του κατωϊού να ταίσω τη σκρόφα με τα ουρνάκια ιατί έχουνε να φάνε από χτες και θα φάει το ‘να τ’ άλλο.
– Πρέπει να χύνει εουτή την ώρα
– Εεεεεε;
Με πολύ πιο δυνατή φωνή:
– Πρέπει λέω να χύνει, μόνου άστηνε να ‘χει το μυαλό τζη εκεί. Σε πέντε λεφτά θα ‘χει τελειώσει και θα ‘ρθει.
– Ας μου δώσει εμένα τα κλειδιά κι ύστερα ας κάτσει να χύνει όσην ώρα θέλει.
Με τα τελευταία του λόγια σπρώχνει την πόρτα του μαερειού και εισέρχεται. Ακούγεται η δυνατή φωνή της μάνας μου να τον καλωσορίζει και κατόπιν ακούγεται η γυναίκα του η Βδοκιά, με εκκωφαντική φωνή να του λέει:
– Πενήντα χρόνια κοιμούμεστα στο ίδιο κρεβάτι και δεν ήμαθες ακόμα πως….
Ξαφνικά ακούγονται όλες οι γυναίκες που βρίσκονται μέσα να συμπληρώνουν τη φράση, φωνάζοντας δυνατά:
– Οι άντρες δεν χύνουσι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Σεπτεμβρίου 2020

Από την Κυριακή

“Αν ο Χριστός χτυπήσει την πόρτα σας, θα τον αναγνωρίσετε;.

Θα έλθει ίσως σαν άλλοτε φτωχός.

Κι αποδιωγμένος.

Σαν ένας εργάτης,

Σαν ένας άεργος

Η ένας απεργός που αγωνίζεται σε δίκαιη απεργία.

Μπορεί να είναι ασφαλιστής

Κι ακόμη πωλητής ανεμιστήρων…

Θ’ ανεβαίνει, αδιάκοπα σκαλοπάτια,

Θα σταματά σε κεφαλόσκαλα

Μ΄ ένα χαμόγελο γλυκό

Στο θλιμμένο του πρόσωπο…

Μα το κατώφλι σας είναι τόσο σκοτεινό…

Άλλωστε, πως να δεις το χαμόγελο αυτών που διώχνεις!

«Δεν μ’ ενδιαφέρει…», θα πείτε,

πριν ακόμη τον ακούσετε.

Κι αν βγει η μικρή σας υπηρέτρια, θα επαναλάβει το μάθημά της:

«Η κυρία έχει τους φτωχούς της»

και θα βροντήξει την πόρτα

καταπρόσωπο στον Φτωχό

που είναι ο ίδιος ο Σωτήρας.

Μπορεί ακόμη να είναι πρόσφυγας,

Ένας από τα δεκαπέντε εκατομμύρια προσφύγων,

Με κάποιο διαβατήριο του Ο.Η.Ε. στο χέρι,

Ένας από αυτούς που κανείς δεν τους θέλει

Και που περιπλανιούνται σ’ αυτή την έρημο,

Τον Κόσμο,

Ένας από εκείνους που πρέπει να πεθάνουν,

«γιατί κανείς δεν ξέρει από που έρχονται
άνθρωποι σαν κι αυτούς…».

Μπορεί να είναι κάποιος μαύρος,

Στην Αμερική,

Ένας νέγρος, όπως τον λεν,

Που κατάκοπος ζητιανεύει άσυλο μες στα ξενοδοχεία της Νέας Υόρκη,

Σαν άλλοτε, στην Ναζαρέτ,

Η Παναγία.

Αν ο Χριστός χτυπήσει αύριο την πόρτα σας, θα τον αναγνωρίσετε;

Θα έχει όψη κουρασμένη,

Καθώς είναι εξαντλημένος,

Συντριμμένος,

Αφού πρέπει να βαστάζει

Όλα τα βάσανα της γης…

Πρόσεξε!…Κανείς δεν δίνει δουλειά

Σ’ έναν τόσο κουρασμένο…

Καθώς μάλιστα αν Τον ρωτήσεις:

«Τι ξέρεις να κάνης;»

Δεν μπορεί ν’ απαντήσει: όλα.

«Από που έρχεσαι;»

Δεν μπορεί να σου πει: από παντού.

«Τι θέλεις να κερδίσεις:»

Δεν μπορεί να πει: εσάς!

Έτσι, θα ξαναφύγει,

πιο κουρασμένος και συντριμμένος,

παίρνοντας μαζί Του, μες στα γυμνά Του χέρια,

την Ειρήνη.”

  1. Ραούλ Φολλερώ,Αν ο Χριστός αύριο χτυπήσει την πόρτα σας…θα τον αναγνωρίσετε;
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Σεπτεμβρίου 2020

Aπό τον Μανώλη Μπαρδάνη

  • Ο Καρκός ήταν η εξοχή μας. Η άνοιξη και το φθινόπωρό μας. Αχ εκείνα τα Σάββατα του Μάη του Ιούνη και του Σεπτέμβρη! Ήταν τα μόνα που δεν δυσφορούσα απ το πρωϊνό ξύπνημα. 6:30’ εγερτήριο. Ο πάππος σαμαρώνει τον γάϊδαρό του και η μάνα ετοιμάζει κολατσιό και μεσημεριανό για να τα πάρουμε μαζί. Ο πάππος καβαλικεύει βρακοφόρος με την μαγκούρα του παραμάσχαλα κάνοντας τον σταυρό του και ξεκινάει. Εγώ ακολουθώ. Η Μάνα, μας σταυρώνει ψιθυρίζοντας διάφορες προσευχές και στο τέλος πιο δυνατά ακούγεται η φράση «η ευκή του Χριστού αμπρουστά σας κι από πίσω σας». Εγώ καμαρώνω τον πάππο πάνω στον γάιδαρο. Αγέρωχος, λεβέντης και προσηλωμένος στο μονοπάτι της διαδρομής. Έτσι όπως τον είχα ηρωοποιήσει στο μυαλό μου, νόμιζα πως ήταν κάτι μεταξύ του Δον Κιχώτη και του Ανδρέα Μιαούλη.
    Καρκό λέγαμε μια έκταση καμιά ογδονταριά στρεμμάτων στο πέρα χωριό, στο νοτιοδυτικό κομμάτι του βουνού «Κορακιά» και σε απόσταση περίπου μιας ώρας. Ο πάππος μου είχε ένα σπιτάκι με δύο δωμάτια, με χαρακτηριστικό του την τεράστια σε ύψος καμινάδα που είχε και η οποία φαινόταν από το χωριό. Το κυρίως δωμάτιο είχε το κρεβάτι που ξεκουραζόταν το μεσημέρι, το τζάκι και το τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο. Το άλλο δωμάτιο όμως είχε το μεγάλο ενδιαφέρον για μένα. Ήταν γεμάτο με εργαλεία απ ότι μου είχε πει ο πάππος, αλλά και γεμάτο με μυστήριο, όπως εγώ πίστευα.
    Μόλις φθάσαμε φρόντισε για τον γάιδαρο και αμέσως άρχισε να ασχολείται με τα περιβόλια που ήταν κάτω από το σπιτάκι. Τρεις μακρόστενες ανισόπεδες επιφάνειες, χωρισμένες με αναβαθμίδες από ξερολιθιά. Εγώ κάθισα κάτω απ τη μεγάλη συκαμιά που ήταν στην αυλή. Όλα τα είδη των πουλιών κοίταζαν πάνω της και γεύονταν τα άσπρα νόστιμα συκάμινα. Σπουργίτια, συκοφαδάκια, τρυπολόγοι, κοκκινολαίμηδες, κοτσύφια, κιτρινόπουλα συνέθεταν μια μελωδία όμορφη στ αυτιά μου. Νυσταγμένος από το πρωϊνό ξύπνημα αποκοιμήθηκα στη ρίζα της συκαμιάς μέχρι που ένας συνεχής, δυνατός, παράξενος θόρυβος με οδήγησε να κυττάξω και να δω το μαγγανοπήγαδο του πάππου σε λειτουργία. Τα κουβαδάκια που ανέβαιναν γεμάτα, να αδειάζουν ένα-ένα σ ένα μεγάλο και φαρδύ τσίγκινο αγωγό, που λεπταίνοντας μετά κατέληγε στην χτιστή στέρνα. Την κίνηση στη φτερωτή του πηγαδιού την έδινε ο γάιδαρος. Ο πάππος του μιλούσε γλυκά σαν να ήταν παιδί κι αυτός γύριζε γύρω απ το πηγάδι με σταθερό βήμα. Χωρίς να αγκομαχεί, χωρίς να φαίνεται πως κουράζεται. Καθόμουν και απολάμβανα τη σκηνή για αρκετή ώρα. Μόλις γέμισε η στέρνα, ξεζεύει το γάιδαρο του, τον χαϊδεύει στη χαίτη, του μιλάει τρυφερά και τον αφήνει να βοσκήσει. Μου φωνάζει να πάω κοντά του. Μ ανεβάζει στο χείλος της στέρνας και εντυπωσιασμένος κοιτάζω μέσα. Στην άκρη της ένα ξύλινο παλούκι καρφωμένο στον πάτο της, που προφανώς χρησίμευε για να κρατάει το νερό στη στέρνα.
    – Ετούτος είναι ο «καλόγερος». Μόλις σου πω, να βάλεις και τα δύο σου χέρια μέσα στο νερό και να τονε πιάσεις λίγο πιο πάνω απ τη μέση. Να τονε βαστάς γερά γιατί το νερό έχει μεγάλη πίεση και θα στον πάρει. Να βάλεις προσεχτικά δύναμη να τονε τραβήξεις για να μη χτυπήσεις, κι όταν σου πω, να τονε ξανακαρφώσεις στην τρύπα. Εντάξει;
    Γεμάτος χαρά και υπευθυνότητα για το ρόλο που μόλις μου είχε επιδώσει ο πάππος, χώνω τα χέρια στο νερό και κρατάω τον «καλόγερο» όπως μου είπε. Το κεφάλι μου σχεδόν εφάπτεται στην επιφάνεια και ένας ξεχωριστός υδρόβιος κόσμος αποκαλύπτεται στα μάτια μου. Βατράχια, γυρίνοι, βδέλλες, κάτι μαύρα πολύποδα σαν ακρίδες που τινάζονται με ταχύτητα και νομίζω πως είδα κι ένα νερόφιδο.
    Στην εντολή «τράβα» του πάππου, με αρκετή δύναμη και περίσσια προσοχή, τον βγάζω απ την τρύπα και τον κρατάω σφιχτά στα χέρια μου.
    Αμέσως το νερό άρχισε να φεύγει με ορμή, γεμίζοντας τον «κατεβάτη», τον αγωγό που επιμελώς είχε φτιάξει ο πάππος γύρω απ τις σφύρες. Οι σφύρες ήταν παραλληλόγραμμες επιφάνειες μέσα στο περιβόλι, το ποτιστικό όπως το λένε, που χωριζόταν μεταξύ τους από τον αρμό. Μέσα σε κάθε σφύρα ήταν φυτεμένα και από ένα είδος μπαξεβανικών. Φρέσκα κρεμμυδάκια, ντομάτες, πιπεριές, κολοκύθια, παντζάρια, γλιστρίδες, μελιτζάνες και ότι άλλο μπορούσε να ευδοκιμήσει στον τόπο. Στα δύο από κάτω χαλιά ήταν τα ποτιστικά με τις πατάτες και τις γλυκοπατάτες. Πιο κάτω απλωνόταν τα αμπέλια και γύρω τους καρποφόρα δέντρα: αχλαδιές, δαμασκηνιές, τζανεριές, καρυδιές, συκιές, βατομουριές.
    Ο πάππος όρθιος, με μια τσάπα στο χέρι περίμενε να φθάσει το νερό. Μόλις πλησίαζε στην πρώτη σφύρα, άνοιγε με την τσάπα λίγο το χωμάτινο φράγμα και το νερό εισερχόταν να ποτίσει το χώμα της. Μόλις καταλάβαινε πως είχε ποτιστεί επαρκώς την έφραζε με το ίδιο χώμα που είχε παραμερίσει δίπλα και αμέσως άνοιγε τον αρμό της διπλανής σφύρας. Μαγεμένος παρακολουθούσα τη διαδικασία του ποτίσματος, αλλά συγχρόνως με αγωνία κοιτούσα τα ζωντανά της στέρνας τι θα κάνουν μόλις το νερό τελειώσει. Έπαιζα με τον καλόγερο και με την πίεση του νερού όσο τον πλησίαζα στην τρύπα, μέχρι που σφηνώθηκε άθελά μου ξανά, σταματώντας τη ροή του νερού. Φοβισμένος απ τις φωνές του πάππου έβαλα πολύ δύναμη για να τον τραβήξω. Ο καλόγερος τραβήχτηκε βίαια και μοιραία το κεφάλι του χτύπησε με σφοδρότητα τα μούτρα μου. Αποτέλεσμα: εγώ να πέσω στην στέρνα και το νερό ν αρχίσει να φεύγει πάλι με ορμή. Εκτός απ τον δυνατό πόνο που ένιωθα, φοβόμουν το νερόφιδο και τα υπόλοιπα ζωντανά. Τα ουρλιαχτά μου έκαναν τον πάππο να τρέξει να με σώσει. Η μύτη μου αιμορραγούσε και στο μέτωπό μου είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται ένα μεγάλο καρούμπαλο. Ο πάππος, αφού με τράβηξε έξω, άρχισε να ψάχνει τον καλόγερο για να κλείσει τη ροή του νερού. Δυστυχώς όμως η στέρνα είχε σχεδόν αδειάσει. Εγώ έκλαιγα για τον πόνο που ένιωθα και την τρομάρα που πέρασα, αλλά περισσότερο για την καταστροφή που είχε συντελεστεί εξ αιτίας μου. Το νερό είχε παρασύρει τους αρμούς απ τις σφύρες και τα ποτιστικά είχαν γίνει μικρές λίμνες. 0 πάππος αντικρίζοντας την καταστροφή, το μόνο που έκανε ήταν να βαράει τα χέρια του πάνω στα πόδια του δυο – τρεις φορές, με αργές κινήσεις. Περιμένω ν ακούσω εκείνα τα λόγια που θα με βαφτίσουν γι άλλη μια φορά άχρηστο. Να αναθεματίσει την ώρα που με γέννησε η θυγατέρα του. Κι όμως. Γυρίζει και μ αγκαλιάζει, μου σκουπίζει με την άκρη του πουκαμίσου του τα δάκρυα και τα αίματα και μου προφέρει τη φράση «μη σε νοιάζει παιδί μου. Πάμε να πλυθείς και να στεγνώσεις και σε καμιά ώρα που θα
    ‘ρθω για να φάμε, θα τα έχω όλα στη θέση τους πάλι».
    Ήρθε η ώρα του γεύματος λοιπόν. Φρεσκοκομμένες ντομάτες και κρεμμυδάκια απ το ποτιστικό, ελιές, ένα κομμάτι τυρί και μισό καρβέλι ψωμί. Αααα. Και τα αγαπημένα του κονσερβάκια με σαρδέλες. Ένα με πιπεριά καυτερή κόκκινη για τον πάππο, ένα χωρίς καυτερό για μένα. Το κρασοπότηρο με το μπρούσκο δίπλα. Πάντα έπινε ένα ποτήρι το μεσημέρι και ένα το βράδυ. Πίστευε πως του δίνει υγεία το κρασί. Εγώ νόμιζα πως είναι το ελιξίριο που θα του δώσει την αθανασία, γιατί πίστευα πως αυτός ο γίγαντας δεν θα πεθάνει ποτέ. Έτρωγε πολύ αργά. Ούτε ένα ψίχουλο πάνω στο τραπέζι, ούτε ένας λεκές. Μετά ξάπλωνε ανάσκελα στο κρεβάτι με τα ρούχα. Έβγαζε μόνο τα παπούτσια και το φέσι. Το κάτασπρο σγουρό του μαλλί κάλυπτε το κεφάλι του και ενωνόταν με την γενειάδα του. Ήταν ίδιος με τον Μωυσή, αλλά εγώ νόμιζα πως ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο Θεός μου.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Αυγούστου 2020

Το ρήμα “τρώω” είναι μαζί μας από την αρχαιότητα, αν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι όταν έτρωγαν συνήθως δεν έτρωγαν. Θέλω να πω, το κατ’ εξοχήν ρήμα που χρησιμοποιούσαν ήταν το εσθίω, που από τον επικό του τύπο έδω έχουν επιβιώσει λέξεις όπως εδώδιμος. Το ρήμα τρώγω σήμαινε “μασουλάω, τραγανίζω, ροκανίζω” και τραγήματα ή τρωγάλια ήταν οι διάφοροι ξηροί καρποί που πολύ τους αγαπούσαν οι αρχαίοι σαν επιδόρπιο ή σαν συνοδεία του κρασιού. Τα τραγήματα τα έπαιρναν μαζί τους στο θέατρο, και μάλιστα ο Αριστοτέλης λέει στα “Ηθικά Νικομάχεια” πως όταν ήταν καλοί οι ηθοποιοί, οι θεατές αρκούνταν στην απόλαυση από το έργο, ενώ όταν το έργο ήταν βαρετό, τότε κυρίως οι θεατές μασουλούσαν τραγήματα (και, φαντάζομαι, θα τα εκσφενδόνιζαν κιόλας εναντίον των ατζαμήδων).

Ο αόριστος του τρώγω ήταν έφαγον και αυτό το θέμα αποδείχτηκε πανίσχυρο, διότι αποτέλεσε τον αόριστο του εσθίω, με αποτέλεσμα τελικά να υποκαταστήσει  ολόκληρο το ρήμα. Το απαρέμφατο είναι φαγείν και από εκεί στα μεσαιωνικά χρόνια έχουμε και το φαγί (όπως και φιλείν > το φιλί, και άλλο ένα που δεν το γράφω) και μετά το φαΐ, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει ένα λεξικό που έχω υπόψη μου να γράψει “το φαεί” (αλλά ας σταματήσω, για να μην τους δίνω ιδέες). Από εκεί και το ρηματικό επίθετο, φαγητόν.

Κάτι ανάλογο με τα νέα ελληνικά έγινε και στα γαλλικά και τα ιταλικά, όπου το manger/mangiare προέρχεται από το λατινικό manducare, που σήμαινε αρχικώς “μασουλάω, καταβροχθίζω” και το χρησιμοποιούσαν ή για τα ζώα ή στη σάτιρα, αλλά τελικά επικράτησε και εκτόπισε το κλασικό edere (που όμως επιβιώνει στις ιβηρικές γλώσσες μέσω του συνθέτου comedere > comer).

Tι τρώμε όμως; Γλωσσικά και λαογραφικά αν το δει κανείς, το κατ’ εξοχήν φαγητό είναι το ψωμί. Στα αρχαία ψωμός είναι η μπουκιά, και στην ελληνιστική εποχή η σημασία εξειδικεύτηκε, και σήμαινε κυρίως τη μπουκιά ψωμί. Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, χρησιμοποιείται πάντοτε για το ψωμί η λέξη άρτος (πέντε άρτοι κρίθινοι, στο θαύμα του πολλαπλασιασμού) όταν όμως στον μυστικό δείπνο ο Ιησούς θέλει να υποδείξει τον μαθητή που θα τον παραδώσει, παίρνει μια μπουκιά ψωμί και λέει “εγώ βάψω το ψωμίον και δώσω αυτώ” και βουτάει το ψωμί στο κρασί και το δίνει στον Ιούδα. Με τον καιρό, το ψωμίον δεν σήμαινε πια τη μπουκιά ψωμί αλλά το ψωμί γενικώς· αλλά ο άρτος, σαν λέξη, επέζησε βέβαια· “αυτό δεν είναι ψωμί, είναι άρτος” μας έλεγε η γιαγιά όποτε έφερνε αντίδωρο από την εκκλησία.

Για πολύ καιρό και για πολύ κόσμο, το ψωμί ήταν σχεδόν η μοναδική ουσιαστική τροφή· σήμερα όταν λέμε “δεν έχουμε ψωμί”, ο συνομιλητής μας ίσως καταλαβαίνει ότι δεν προλάβαμε να περάσουμε από το φούρνο, αλλά παλιότερα μια τέτοια φράση (ή κραυγή) σήμαινε ότι πεθαίνουν της πείνας, γι’ αυτό κι έμεινε παροιμιώδης η αφελής απορία της Μαρίας Αντουανέτας (αν όντως συνέβη) “γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι” οι φτωχοί που κραύγαζαν ότι δεν έχουν ψωμί να φάνε. Αλλά και όταν είχαμε ψωμί να φάμε, λέγαμε ‘ψωμί’ εννοώντας ‘φαγητό’, από την Κυριακή Προσευχή και τον άρτον ημών τον επιούσιον, μέχρι τον Μακρυγιάννη που γράφει επανειλημμένα ότι κάλεσε τον τάδε σπίτι του και “έφαγαν ψωμί” –ασφαλώς δεν έφαγαν μόνο ψωμί ούτε κυρίως ψωμί· κανονικά θα γευμάτισαν. Άλλωστε “βγάζω το ψωμί μου” σημαίνει κερδίζω τα προς το ζην· ξέρουμε βέβαια από τον Καζαντζίδη ότι το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό, αν και στο Λουξεμβούργο ίσως είναι πολύσπορο (χωρίς αυτό να αποκλείει την πικράδα).

Όμως,ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος. Το ψωμί συνοδεύεται από τυρί, εξ ου και η έκφραση το έχει ψωμοτύρι για κάτι που γίνεται πολύ εύκολα και πολύ συχνά, ή ίσως από ελιές, με το δίδυμο ψωμί κι ελιά να δηλώνει εμβληματικά τη λιτή διαβίωση. Αλλά όταν θέλουμε να πούμε  ότι με κάποιον μας συνδέουν παλαιότατοι δεσμοί φιλίας, και έχουμε υποχρεώσεις ο ένας  απέναντι στον άλλο, που δεν πρέπει να λησμονήσουμε, τότε λέμε ότι έχουμε φάει μαζί ψωμί κι αλάτι. Εδώ το ψωμί και το αλάτι δηλώνουν το κοινό δείπνο, και το κοινό τραπέζι ως δεσμός φιλίας είναι πανάρχαια ιδέα. “Άλας και τράπεζαν μη παραβαίνειν” ήταν μια αρχαία παροιμία, ενώ σε μεσαιωνική διήγηση δίνεται όρκος “εις το ψωμί και εις τ’ άλαν”.  Η ιδέα υπάρχει και σε άλλους λαούς, έστω κι αν οι δυτικοί προτιμούσαν περισσότερο να δηλώνουν το ομοτράπεζο με ψωμί και κρασί και να ορκίζονται super panem et vinum, στο ψωμί και στο κρασί δηλαδή. Στο αλάτι από γλωσσική και φρασεολογική σκοπιά θα μπορούσα να αφιερώσω ξεχωριστό σημείωμα· να σημειώσω μόνο στα πεταχτά ότι ο μισθός στα αγγλικά και τα γαλλικά, το salary και το salaire δηλαδή, ανάγονται στο salarium, το χρηματικό επίδομα δηλαδή που έπαιρνε ο ρωμαίος λεγεωνάριος κάθε μήνα για να αγοράσει το απαραίτητο αλάτι.

Αλλά να γυρίσουμε στο κοινό τραπέζι. Δεν έχω εδώ το χώρο να επεκταθώ στα συμπόσια των αρχαίων (ο Πλούταρχος μόνο έχει γράψει εννιά τόμους για Συμποσιακά ζητήματα, που συνιστώ να τους διαβάσετε αν έχετε καιρό) να πω όμως ότι το νεότερο ελληνικό τσιμπούσι, που δηλώνει το φαγοπότι με πλούσια φαγητά και ποτά και χορό και τραγούδι, δηλαδή ό,τι και τα αρχαία συμπόσια περίπου (έστω και χωρίς τη φιλοσοφική συζήτηση) παρά την εκπληκτική ηχητική και σημασιολογική ομοιότητα δεν έχει ετυμολογική συγγένεια με το αρχαίο συμπόσιο, όπως θέλουν μερικά παλιότερα λεξικά. Είναι δάνειο από τα τουρκικά (çümbüs) και η τουρκική λέξη προέρχεται από τα περσικά και δεν έχει καμιά (ετυμολογική ξαναλέω) σχέση με το συμπόσιο.

Πάντως, είτε στα συμπόσια είτε στα τσιμπούσια, τρώμε και πίνουμε πολύ. Λέμε ότι τρώμε (ή πίνουμε) μέχρι σκασμού, ότι φάγαμε τον αγλέουρα, τον περίδρομο, το καταπέτασμα, τον άμπακο. Σκέφτομαι να κλείσω το σημείωμα εξερευνώντας λίγο αυτές τις τέσσερις φράσεις της κραιπάλης. Ο αγλέουρας λοιπόν δεν είναι άλλος από τον αρχαίο ελλέβορο, φυτό δηλητηριώδες ή ίσως πικρό, που οι αρχαίοι το έδιναν στους τρελούς (ελλεβόρου δείσθαι ήταν το ισοδύναμο του σημερινού είναι για δέσιμο). Όμως γιατί να το τρώμε αυτό το πικρό βότανο εμείς που δεν είμαστε παράφρονες αλλά απλώς λαίμαργοι; Καμιά πειστική εξήγηση δεν έχει δοθεί (απ’ όσο ξέρω), σημειώνω όμως τη φράση “βγάλε τον αγλέουρα” που σημαίνει “βγάλε το σκασμό”. Αβεβαιότητα επικρατεί και ως προς την προέλευση της δεύτερης φράσης, έφαγε τον περίδρομο. Κατά την επικρατέστερη  εκδοχή, περίδρομος είναι στην ιατρική ορολογία ο κολικόπονος, άρα έφαγε τόσο που τον έπιασε κολικόπονος. Ωστόσο, στην αλιευτική ορολογία “περίδρομος” είναι το σχοινί που περιβάλλει τα δίχτυα, οπότε φράση θα μπορούσε να ξεκινάει από εκεί: έφαγε όχι μόνο ολόκληρη την ψαριά, αλλά και το σκοινί! Παρόμοια πιθανώς είναι και η προέλευση της τρίτης φράσης, “έφαγε το καταπέτασμα”. Όπου καταπέτασμα στα αρχαία ήταν το κάλυμμα του τραπεζιού, άρα έφαγε όχι μόνο τα φαγητά αλλά και το τραπεζομάντιλο. Ωστόσο, εδώ σαφώς έπαιξε ρόλο και η ακολουθία των Παθών της Μεγάλης Πέμπτης, όπου ακούγεται το χωρίο “και ιδού το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη  εις δύο από άνωθεν έως κάτω”. (Το καταπέτασμα ήταν ένα παραπέτασμα, το οποίο στο ναό του Σολομώντος στην Ιερουσαλήμ χώριζε τα λεγόμενα ‘Αγια των Αγίων από τον κυρίως ναό. Η επιβλητική  λέξη “καταπέτασμα” σε συνδυασμό με το “άνωθεν έως κάτω” εννοήθηκε ότι σημαίνει κάτι το τεράστιο.)

Πιο σαφή είναι τα πράγματα με την τελευταία φράση της τετράδας, “έφαγε τον άμπακο”. Άβαξ ήταν η πινακίδα που είχαν οι αρχαίοι για να κάνουν μαθηματικές πράξεις και πρόχειρους υπολογισμούς. Η αρχαία λέξη περνάει από παλιά στα λατινικά και όπως συχνά συμβαίνει περνάει με τη γενική της πτώση (άβαξ-άβακος) ως abacus. Από εκεί στα ιταλικά, abbaco, αλλά η σημασία έχει πλέον διευρυνθεί. Δεν σημαίνει μόνο την πινακίδα για πρόχειρες αριθμητικές πράξεις, αλλά και το αριθμητήριο, και (επέκταση) την ίδια την τέχνη των αριθμητικών υπολογισμών, την πρακτική αριθμητική που λέγαμε παλιά, και σημαίνει επίσης και τα βιβλία πρακτικής αριθμητικής που κυκλοφορούσαν. Βρισκόμαστε τώρα στον 16ο με 17ο αιώνα.

Με όλες αυτές τις σημασίες, η λέξη επανακάμπτει στα ελληνικά, ως άμπακος ή άμπακας και αποτελεί αντιδάνειο. Λοιπόν, είπαμε ότι η λέξη άμπακος σήμαινε διάφορα βιβλία πρακτικής αριθμητικής. Το πρώτο ελληνικό βιβλίο πρακτικής αριθμητικής, του Εμμ. Γλυνζωνίου, κυκλοφόρησε στη Βενετία το 1568 με τίτλο “Βιβλίον πρόχειρον τοις πάσι περιέχον την τε πρακτικήν Αριθμητικήν, ή μάλλον ειπείν την λογαριαστικήν, και πώς ευρίσκει έκαστος το άγιον Πάσχα”. Το βιβλίο γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις στους επόμενους αιώνες και έγινε γνωστό στον πολύ κόσμο με το όνομα “Ο άμπακος”. Μέσα στην αμορφωσιά της εποχής, το να ξέρει κανείς ανάγνωση ήταν ήδη κάτι σοβαρό. Το να έχει επιπλέον μελετήσει ένα τόσο χοντρό βιβλίο, εθεωρείτο το άπαν της σοφίας. Ο Μοισιόδαξ αφηγείται ένα διασκεδαστικό επεισόδιο: κάποτε στην Πόλη, ένας μπακάλης λογομάχησε με τον λόγιο Ευγένιο Βούλγαρι και τον προσκάλεσε σε “μονομαχία” περί μαθηματικών και φιλοσοφίας. Κατέφθασε λοιπόν κραδαίνοντας τον “Άμπακο”, το βιβλίο του Γλυνζωνίου, βέβαιος ότι με το όπλο αυτό θα κατατροπώσει τον αντίπαλό του!

Από εκεί προκύπτει η φράση “ξέρει τον άμπακο”, δηλ. ξέρει πάρα πολλά, την οποία αποδελτιώνει ο Πολίτης στις Παροιμίες του. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις Παροιμίες του Ν. Πολίτου, που οι τέσσερις πρώτοι τόμοι τους κυκλοφόρησαν το 1901  και οι επόμενοι 20 παραμένουν ανέκδοτοι επί έναν αιώνα προς δόξαν του αθάνατου ελληνικού πολιτισμού και του ελληνικού κράτους που δεν μπορεί να διαθέσει το κόστος των ετήσιων μισθών ενός  καρεκλοκένταυρου για να τυπώσει το έργο που μένει να το τρώει ο σκώρος, ο Πολίτης λοιπόν δεν περιλαμβάνει στη συλλογή του την έκφραση “έφαγε/ήπιε τον άμπακο”, και για να μην την περιλαμβάνει ο Πολίτης σημαίνει σχεδόν ασφαλώς ότι η έκφραση δεν λεγόταν τότε.

Αρχικά λοιπόν έχουμε “ξέρει τον άμπακο”. Στη συνέχεια η λέξη άμπακος μετέπεσε στη σημασία του μεγάλου πλήθους, έτσι ο Πολίτης αποδελτιώνει επίσης την έκφραση “του έψαλε τον άμπακο” η οποία είναι συχνή στη λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα –τη βρίσκουμε επανειλημμένα στον Σουρή, π.χ. “Καταλαλούν τον Κόντη μας, τον άμπακο του ψάλλουν”. Από εκεί δεν είναι παρά ένα βηματάκι για να πει κάποιος “έφαγε τον άμπακο” και “ήπιε τον άμπακο” δηλαδή “πάρα πολύ” και αυτή η χρήση έμεινε, ενώ οι πρώτες, οι αρχικές ξεχάστηκαν.

Από www.sarantakos.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Αυγούστου 2020

«Εις τους τόπους της Τουρκίας, διά το να συμβαίνη συνεχέστερον το θανατικόν, δεν είναι άλλο κοινότερον από το να βλέπη τις πολλούς ριψοκινδύνους· οι οποίοι χωρίς συνείδησιν βάλλουσιν εις κίνδυνον όχι μόνον την ιδίαν ζωήν, αλλά και εκείνην του πλησίον. Αν το “ό συ μισείς, ετέρω μη ποιήσης” ήναι φυσικός νόμος, τετυπωμένος εις την καρδίαν εκάστου, ο κανών, τον οποίον χρεωστεί να φυλάττη ο άνθρωπος εις τοιαύτας δυστυχείς περιστάσεις, είναι το, αφού λάβη την ελαχίστην υποψίαν της ολεθρίου ταύτης ασθενείας εις εαυτόν, ή εις άλλον τινά της οικίας αυτού, μήτε αυτός να εξέλθη από τον οίκον μήτε εις άλλον να συγχωρήση να εμβή εις τον οίκον του, πάρεξ με την αναγκαίαν προφυλακήν. Οστις άλλως ήθελε πράξη, είναι μισάδελφος και φονεύς…».

Οι αυστηρές αυτές υγειονομικές συστάσεις απευθυνόμενες στους Ελληνες χριστιανούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1782 και η ανελέητη καταδικαστική κρίση για όσους ριψοκίνδυνους και ασυνείδητους αψηφούσαν τους περιοριστικούς κανόνες σε περιόδους «θανατικού», δηλαδή επιδημίας πανώλης, θέτοντας σε κίνδυνο τόσο την ίδια τους τη ζωή όσο και των άλλων, δεν εκπορεύονταν από κάποια τοπική εξουσία που προνοούσε για την υγεία των χριστιανών της επαρχίας της ή έστω από το ανθρωπιστικό καθήκον κάποιου Ελληνα γιατρού προκειμένου να σωθούν ζωές ομογενών του.

Εντάσσονταν στην πρώιμη διαφωτιστική δράση ενός νεαρού πολίτη της ελληνικής κοινότητας της Σμύρνης, που μικρό παιδί είχε και αυτός βιώσει την απειλή του θανατικού όταν η οικογένειά του αναγκαζόταν να παίρνει προφυλάξεις καταφεύγοντας στην εξοχή.

Μιλάμε για τον Αδαμάντιο (Διαμαντή ακόμη τότε) Κοραή. Το 1782 έκλειναν τέσσερα χρόνια αφότου είχε επιστρέψει από το Αμστερνταμ, χρεοκοπημένος διαχειριστής της εμπορικής συντροφίας του πατέρα του, αλλά διαμορφωμένος καθολικά άνθρωπος. Ετοιμαζόταν σε λίγο να ταξιδέψει στη Γαλλία όχι πια ως έμπορος αλλά ως υποψήφιος σπουδαστής της Ιατρικής Σχολής του Μονπελιέ, κι ας ήταν 34 ετών, για να εμβαθύνει στα μυστικά μιας επιστήμης, στοιχειώδεις γνώσεις της οποίας είχε αποκομίσει ήδη από την παρακολούθηση μαθημάτων σε μορφωτικούς κύκλους του Αμστερνταμ.

Η μετάφραση

Ενόψει, λοιπόν, του ταξιδιού της Γαλλίας προείχε να εξασφαλίσει τα έξοδα των σπουδών και της διαβίωσης στην ξένη χώρα, αφού οι γονείς του, αρνητικοί στη νέα αποδημία του γιου τους ύστερα μάλιστα από το ναυάγιο της Ολλανδίας, αδυνατούσαν να τον στηρίξουν οικονομικά.

Ετσι αναγκαστικά η εξασφάλιση βιοπορισμού βρέθηκε στο κέντρο των άμεσων κινήσεών του και ήταν αυτή που δρομολόγησε την έναρξη του μακρού συγγραφικού του σταδίου που εγκαινιάστηκε τότε με τη μετάφραση ενός έργου της σύγχρονης εκκλησιαστικής γραμματείας, της «Ορθοδόξου Διδασκαλίας» (Ο.Δ.) του φωτισμένου Ρώσου θεολόγου και αρχιεπισκόπου Μόσχας Πλάτωνος. Τη μετέφερε στα ελληνικά ο γλωσσομαθής Κοραής από τη γερμανική μετάφρασή της που είχε προηγηθεί.

Ανεξαρτήτως από το αν τελικά η δική του έκδοση, τυπωμένη στη Λειψία το 1782, ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του ως προς την εμπορική διακίνησή της, η επιλογή του παραπάνω έργου βασιζόταν στη γνώση των θρησκευτικών αναγκών των ορθόδοξων ελληνικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας και της διασποράς. Μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος προερχόταν από θρησκευόμενο οικογενειακό περιβάλλον που είχε δώσει στην Εκκλησία κατώτερους και μεγαλόσχημους κληρικούς και ότι συνδεόταν με σπουδαίες εκκλησιαστικές προσωπικότητες του καιρού, δεδομένα που ασφαλώς θα έπαιξαν τον ρόλο τους στη συγκεκριμένη επιλογή.

Το έργο του Πλάτωνος Μόσχας δεν ήταν μια απλή κατήχηση, εκλαϊκευτική θεολογικών εννοιών και δογματικών ερμηνειών. Επεκτεινόταν και σε θέματα αντιλήψεων και συμπεριφορών των ανθρώπων προβάλλοντας σε αυτές τις θέσεις της χριστιανικής πίστης και ομολογίας. Ενα παράδειγμα: επεξηγώντας ο συγγραφέας το νόημα της έκτης εντολής («Ου φονεύσεις») το διεύρυνε πέρα από τα στενά του όρια, εστιάζοντας στο χρέος κάθε μέλους της κοινωνίας να περιβάλλει με αγάπη τον συμπολίτη του χωρίς να τον βλάπτει με τις πράξεις του, συνεισφέροντας με αυτό τον τρόπο στην ευδαιμονία τόσο εκείνου όσο και του ίδιου του εαυτού του. Ετσι παραβάτες της θείας προσταγής δεν ήταν μόνο οι δράστες φόνου, ακόμη και όποιοι διανοούνταν να τον διαπράξουν, αλλά και όσοι υπάγονταν στον ευρύ κύκλο της κοινωνικής παραβατικότητας έχοντας βλάψει τον συνάνθρωπο: ηθικοί αυτουργοί αδικημάτων, κλέφτες, ληστές, εμπρηστές, δικαστές προδότες του δικαίου, πολίτες αδρανείς και φυγόμαχοι ενώπιον της αδικίας, αφεντικά σκληρά προς το υπηρετικό προσωπικό τους, άτομα εριστικά και φιλέκδικα όντας ευεπίφορα στον φόνο.

Οι αυτόχειρες

Τέλος, μια ιδιαίτερη κατηγορία παραβατών της εντολής ήταν κατά τον συγγραφέα οι αυτόχειρες. Η εθελουσία αφαίρεση της ίδιας τους της ζωής χαρακτηριζόταν «ένας θρασύς σφετερισμός της εξουσίας του Θεού» και το όλο σκεπτικό κατέληγε με τα εξής συμπληρωματικά: «Συναριθμούνται με τους αυτόχειρας και όσοι εθελουσίως επιρρίπτονται εις κινδύνους ζωής: οίον οπόταν τις κολυμβά εις το ύδωρ με φανερόν κίνδυνον πνιγμού· ή υπάγει χωρίς ανάγκης εις τόπους, όπου κυριεύει το θανατικόν, κ.τ.λ.».

Ο Κοραής ξεκινώντας τη μετάφραση της «Ο.Δ.» δεν ήθελε η συμβολή του να περιοριστεί μόνο στη μεταφραστική διαδικασία, αλλά να αποτυπωθεί με σχολιαστικές παρεμβάσεις ώστε να καταστεί αποτελεσματικότερη η διδαχή του βιβλίου απευθυνόμενη στο ελληνικό χριστιανικό κοινό. Η μέχρι τότε γνωστική περιουσία του και η ενδυνάμωση της πνευματικής του καλλιέργειας μετά την επιστροφή στη Σμύρνη με διαβάσματα που τον ενδιέφεραν, η εντρύφηση σε αγιογραφικές και πατερικές πηγές ενόψει της μετάφρασης της «Ο.Δ.», του εξασφάλιζαν τα αναγκαία εφόδια για την πραγμάτωση του σχεδίου του.

Ετσι, εκτός από την εισαγωγή που πρόταξε για την παρουσία της κατήχησης στη χριστιανική παράδοση, φανερώνοντας τον θεολογικό του οπλισμό, πεδίο των ουσιαστικών του παρεμβάσεων θα αποτελέσουν οι σημειώσεις του κειμένου.

Εκεί ακριβώς, με σημείο αφετηρίας τα ερεθίσματα που του πρόσφερε κάθε φορά ο συγγραφέας, θα παρέμβαινε για να διαφωτίσει τους αναγνώστες πάνω σε ζητήματα και καταστάσεις σύμφυτες με τις αντιλήψεις, νοοτροπίες και συνήθειες των υπόδουλων και με ελλειμματική παιδεία Ελλήνων, οι οποίες έπρεπε να αλλάξουν.

Μία από αυτές ήταν και οι ριψοκίνδυνες επισκέψεις σε μέρη ευάλωτα στην επιδημία της πανώλης (με αυτοχειρία τις παρομοίαζε, όπως είδαμε, ο συγγραφέας της «Ο.Δ.»), οι ολέθριες επιπτώσεις των οποίων στις ζωές όχι μόνο των ίδιων των επισκεπτών αλλά και των μελών της τοπικής τους κοινωνίας υπογραμμίζονταν εμφατικά από τον Κοραή με τριπλό σκοπό: πρώτον, να συνειδητοποιηθεί η ανάγκη αποφυγής της έκθεσης στον κίνδυνο της επιδημίας, δεύτερον, να εμφυτευθεί το αίσθημα της ατομικής και κοινωνικής ευθύνης σε όσους μάλιστα είχαν ακόμη και την παραμικρή υποψία ότι νοσούσαν, ώστε να τηρούν αυστηρά τον αυτοπεριορισμό στο σπίτι παίρνοντας και εκεί τις αναγκαίες προφυλάξεις, και τρίτον, να κατανοήσουν οι παραβάτες αυτού του χρέους ότι ήταν παραβάτες της έκτης εντολής: «Μισάδελφοι και φονείς». Στη χριστιανική συνείδησή τους ο φόβος για τις συνέπειες της παρακοής θα αρκούσε ίσως για να οδηγήσει στον συνετισμό τους.

Δεν γνωρίζω αν έλαβαν το μήνυμα του συμπατριώτη τους οι αναγνώστες της «Ο.Δ.», ούτε αν τον 18ο αιώνα είχαν εκπέμψει ανάλογες εκκλήσεις και άλλα άτομα ή συλλογικοί φορείς και μάλιστα από τον κύκλο των Ελλήνων γιατρών των εκπαιδευμένων στις ιατρικές σχολές της Δύσης (στον αρχόμενο πάντως 19ο αιώνα Ελληνες λοιμολόγοι θα συγγράψουν συστηματικά εγχειρίδια για τη φύση και τους τρόπους αντιμετώπισης της πανώλης).

Στην περίπτωση που μας απασχόλησε το μήνυμα εκπέμφθηκε μέσα από ένα βιβλίο θρησκευτικής διδαχής, είδος κατά τεκμήριο ευρείας απήχησης στον τουρκοκρατούμενο χώρο, από την πένα ενός λογίου που δεν διέθετε ακόμη επιστημονικές περγαμηνές, ενστερνισμένου όμως τα νεωτερικά φώτα της Ευρώπης αλλά και διακατεχόμενου από το πατριωτικό αίσθημα προσφοράς στο γένος του. Το κείμενο βέβαια της «Ο.Δ.» θα του παρείχε εναύσματα για να παρέμβει συμβουλευτικά και σε άλλα φαινόμενα ριζωμένων νοοτροπιών και πρακτικών ενός λαού που βρισκόταν σε μακραίωνη αιχμαλωσία.

* Ο κ. Εμμ. Ν. Φραγκίσκος είναι oμ. διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Αυγούστου 2020

 

Πώς τα κατάφερε ο Τούρτσιν; Μαθηματικός και εξελικτικός βιολόγος ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κονέκτικατ είναι κεντρική φυσιογνωμία σε έναν νέο κλάδο της Ιστορίας που λέγεται «Κλειωδυναμική» (Cliodynamics). Ναι, το πρώτο συνθετικό προέρχεται από την Κλειώ, τη Μούσα της Ιστορίας στην ελληνική μυθολογία. Πρόκειται για έναν νέο ερευνητικό τομέα που συνδυάζει πολλές επιστήμες και εξετάζει την Ιστορία μέσω μιας ποσοτικής προσέγγισης.

Οι επιστήμονες αυτοί συχνά εκμεταλλεύονται ιστορικές πληροφορίες που πλέον βρίσκονται σε ψηφιακή μορφή, δημιουργώντας και δοκιμάζοντας μαθηματικά μοντέλα τα οποία έχουν στόχο να εξηγήσουν μεγάλα ερωτήματα για το παρελθόν, όπως τα αίτια για την άνοδο και την πτώση αυτοκρατοριών. «Στην ουσία, στόχος μας είναι να αποδείξουμε πως η Ιστορία δεν είναι απλά ένα συμβάν έπειτα από ένα άλλο» εξηγεί ο Τούρτσιν. Και προσθέτει: «Αντιμετωπίζουμε τα ιστορικά αρχεία όπως, ας πούμε, οι εξελικτικοί βιολόγοι αντιμετωπίζουν το παλαιοντολογικό αρχείο. Οι θεωρίες κατασκευάζονται και βασίζονται σε γενικές αρχές και δοκιμάζονται εμπειρικά με ολοκληρωμένες βάσεις δεδομένων. Εν ολίγοις, χρησιμοποιούμε την τυπική επιστημονική μέθοδο που έχει λειτουργήσει τόσο καλά στη φυσική, στη βιολογία και σε πολλές κοινωνικές επιστήμες».

Πώς κατέληξε λοιπόν στο τόσο ακριβές συμπέρασμά του για τα όσα συμβαίνουν σήμερα, πίσω στο 2012; Σε εκείνη την έρευνα εξέτασε την ιστορία της κοινωνικοπολιτικής αστάθειας στις ΗΠΑ από το 1780 έως το 2010. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποίησε στοιχεία που αφορούσαν περίπου 1.600 βίαια πολιτικά γεγονότα της αμερικανικής ιστορίας, όπως λιντσαρίσματα, εξεγέρσεις και τρομοκρατικές επιθέσεις. Συνδύασε αυτά τα στοιχεία με ένα μοντέλο που έλαβε υπ’ όψιν ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις, όπως μείωση των μισθών, ανισότητες στην κατανομή πλούτου, αλλαγές στον πληθυσμό και αυξημένο ανταγωνισμό για τις καλές θέσεις εργασίας.

Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν ότι η αμερικανική πολιτική βία τείνει να ξεσπά σε τακτικούς κύκλους, με περιόδους ειρήνης διάτρητες από εκρήξεις βίας και αναταραχών.

O ένας κύκλος, ο πιο σύντομος, επαναλαμβάνεται κάθε περίπου 50 χρόνια, με κορυφώσεις το 1870, το 1920 και το 1970. Ο Τούρτσιν αποκαλεί αυτή την ταλάντωση κύκλο «πατέρα-γιου»: ο πατέρας διαπιστώνει κοινωνικές αδικίες και εξεγείρεται ενώ η γενιά του γιου αντιμετωπίζει τις επιπτώσεις και απέχει από την επανάσταση. Κατόπιν, η τρίτη γενιά επαναλαμβάνει τον κύκλο.

Ο δεύτερος κύκλος έχει μεγαλύτερη διάρκεια και κορύφωση κάθε δύο-τρεις αιώνες. Ξεκινά με μια κοινωνία όπου επικρατεί, σε γενικές γραμμές, ισοτιμία, αλλά στην πορεία ο πληθυσμός αυξάνεται, η παροχή εργασίας ξεπερνά τη ζήτηση και η ανισότητα στην κατανομή του πλούτου γίνεται όλο και λιγότερο ανεκτή. Τελικά, οι κοινωνίες τείνουν να καταρρέουν ή να υπόκεινται σε εκτεταμένη πολιτική αστάθεια.

Το μοντέλο του Τούρτσιν βασίζεται σε δομική-δημογραφική θεωρία, που αποπειράται να κατανοήσει τις ευρείες υποκείμενες δυνάμεις οι οποίες προκαλούν αστάθεια στις κοινωνίες. Η θεωρία αυτή έχει αποκαλύψει ότι τακτικοί κύκλοι πολιτικής αστάθειας δεν παρατηρήθηκαν μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στην Αίγυπτο, στην Κίνα και στη Ρωσία. Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη θεωρία, μας προτρέπουν ο Τούρτσιν και ο οικονομικός ιστορικός Αντρέι Κοροτάγεφ, ας σκεφθούμε τα αίτια των επαναστάσεων όπως τις τεκτονικές διαδικασίες που προκαλούν σεισμούς.

Οσον αφορά τις ΗΠΑ, λοιπόν, το μοντέλο δείχνει πως τρεις δομικοί παράγοντες της αστάθειας – όπως τα ξερά ξύλα για μια πυρκαγιά – συσσωρεύθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες: ανισότητες στην κατανομή του πλούτου, αυξημένος ανταγωνισμός για τις «καλές» θέσεις εργασίας και αύξηση του εθνικού χρέους. Καθένας από τους παράγοντες αυτούς δεν αναπτύχθηκε μόνος του. Στην πραγματικότητα είναι αλληλένδετοι στο βασικό επίπεδο. Ο Τούρτσιν τονίζει πως η ιστορική έρευνα δείχνει ότι ο συνδυασμός αυτών των τάσεων είναι χαρακτηριστικό των κοινωνιών που βρίσκονται σε μια προ κρίσης φάση.

Ετσι, ενώ οι ΗΠΑ περνάνε μια περίοδο έντασης, μπορεί να πρόκειται απλά για την αρχή μιας μεγαλύτερης κρίσης. Μάλιστα ο καθηγητής σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Time» δήλωσε πως θεωρεί πιθανό αυτές οι εντάσεις «να κλιμακωθούν έως εμφύλιο πόλεμο».

Η κατάρρευση είναι αναπόφευκτη; Οχι. Καθώς οι ερευνητές συνεχίζουν να κατανοούν καλύτερα τις βαθύτερες δυνάμεις που δημιουργούν πολιτική αστάθεια, η κοινωνία βρίσκεται σε μοναδική θέση να απομακρυνθεί από τον γκρεμό. «Η δική μας», έγραψε ο καθηγητής Τούρτσιν, «είναι η πρώτη κοινωνία που μπορεί να διαπιστώσει πώς λειτουργούν αυτές οι δυνάμεις, έστω και αχνά. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να αποφύγουμε το χειρότερο – ίσως καταφέρνοντας να αλλάξουμε τους όρους και τις επιπτώσεις της έντασης, και άρα της κρίσης που φαίνεται να απειλεί το μέλλον μας».

Από ΤΑ ΝΕΑ

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2020

Ο Μαρσέλ Προυστ έλεγε πως δεν υπάρχει τίποτα πιο τρυφερό από την αλληλογραφία φίλων που δεν επιδιώκουν να συναντηθούν. Αν ζούσε φυσικά στην εποχή των σόσιαλ μίντια ίσως να ισχυριζόταν το ακριβώς αντίθετο.

Η φιλία, την εποχή του Διαδικτύου, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που εννοούσαμε παλιά. Ο ενσώματος εαυτός αντικαθίσταται από τον ψηφιακό, ο οποίος είναι μια κατασκευή, μια σκηνοθετημένη επιλογή τού τι θέλουμε κάθε φορά να προβάλλουμε. Είναι ένας πλασματικός εαυτός, αποτέλεσμα σύνθεσης αποκρύψεων και προσθηκών, ένα υβριδικό ον που αφήνει ίχνη μέσα από τα οποία η ανασύσταση της προσωπικότητας είναι ιδιαίτερα επίπονη εργασία. Τι φιλίες μπορεί να συνάψει αυτός ο ψηφιακός εαυτός; Κι ακόμη σε περιόδους «σοσιαλμιντιακής» κρίσης, μακροχρόνιες φιλίες (ηλεκτρονικές ή μη) μπορεί να διαταραχτούν για ένα αιμοβόρο post ή ένα «λάθος» like. Αυτά ακούγονται κωμικοτραγικά, αλλά είναι η θλιβερή πραγματικότητα που ανέτρεψε την έννοια της φιλίας.

Η αξία της φιλίας ήταν πολύ σημαντικό ζήτημα τα αρχαία χρόνια. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι υπάρχουν τρία είδη φιλίας: Το πρώτο, η ωφελιμιστική φιλία, που απορρέει από το συμφέρον, είναι συμπτωματική, δεν πηγάζει από ειλικρινά συναισθήματα, είναι ρευστή και παροδική και αφορά μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα. Το δεύτερο, η απολαυστική φιλία, χαρακτηρίζει τα νιάτα. Αναπτύσσεται ανάμεσα σε εφήβους, σε συμφοιτητές και συμμαθητές, είναι συμπτωματική κι αυτή. Πηγάζει από αυθόρμητα συναισθήματα, διαφοροποιείται και η απόλαυσή της φθίνει καθώς διαφοροποιούνται τα κοινά ενδιαφέροντα.      Ισχυρότερο, δίχως αμφισβήτηση, είναι το τρίτο είδος φιλίας που θεμελιώνεται κατά τον Αριστοτέλη στον αλληλοσεβασμό και την αλληλοεκτίμηση των αρετών, των αξιών και των ιδανικών δύο προσωπικοτήτων, οι οποίες ανοίγονται αμφίδρομα δίχως αναστολές. Ο ψυχικός αυτός δεσμός εξυπακούεται ότι προϋποθέτει και απαιτεί χρόνο, έχει χαρακτήρα άφθαρτο, στηρίζεται στην καλοσύνη, την εμπιστοσύνη και τη στέρεα αγάπη και ενσυναίσθηση. Είναι μακροχρόνιος και δοκιμάζεται στη χαρά και στη θλίψη, «εν πόνοις και κινδύνοις», χωρίς κλυδωνισμούς στις καλές και κακές φάσεις της διαδρομής της ζωής. Και σίγουρα εμπεριέχει και το ωφέλιμο και την απόλαυση.

Ο φίλος σου είναι ο καθρέφτης σου. «Δείξε μου τον φίλο σου να σου πως ποιος είσαι» λέει η παροιμία. Κάτι που ισχύει βέβαια και στις περιπτώσεις κοινών συμφερόντων όπου βλέπεις περίεργους συνδυασμούς ανθρώπων άλλων που θεωρούνται ηθικοί, άλλων που έχουν τη φήμη του μπαγαπόντη, ενωμένους για έναν κοινό σκοπό.

Φιλία σημαίνει να αποδέχεσαι τον άλλον. Να του εκχωρείς τον εαυτό σου, να μπορείς να μπαίνεις στη θέση του. Και φυσικά να μη τον φθονείς. O Αισχύλος είπε: «Λίγοι άνθρωποι το έχουν στη φύση τους αυτό: να τιμούν χωρίς φθόνο τον ευτυχισμένο φίλο τους».

Δεν είναι τυχαίο ότι όσο μεγαλώνουμε, μένουμε με δυο-τρία άτομα που θεωρούμε ουσιαστικά φίλους μας. Συνήθως είναι με άτομα που έχουμε γνωρίσει στην εφηβική ή μετεφηβική ηλικία και για κάποιον λόγο, ο οποίος ίσως να είναι η ανάμνηση της καθαρότητας του αισθήματος, έχουν παραμείνει στη ζωή μας.

Θυμάμαι κάποτε κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, όποιος φίλος περνούσε κάτω από το σπίτι μου, χτυπούσε απροειδοποίητα το κουδούνι και ανέβαινε. Μπορεί η επόμενη μέρα να μας έβρισκε σε ένα άλλο σπίτι ή και σε άλλη πόλη ή νησί. Σήμερα κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Κανονίζουμε συναντήσεις μία βδομάδα πριν και ορίζουμε μάλιστα και τη διάρκεια. Το να καλλιεργήσεις μια φιλία ακούγεται πλέον ουτοπικό.

Ζούμε λοιπόν στην εποχή της αντανακλαστικής φιλίας, όπου η έννοια παραποιείται. Σχεδόν γνωστοί, ακόλουθοι, προσθήκες «φίλων» και «φίλοι» «φίλων» προσμετρώνται στους «φίλους» που δεν είναι φίλοι αφού ούτε την πραγματική εικόνα τους έχουμε. Σαν παιχνίδι προφίλ που σε καλεί να μαντέψεις ποιος είναι ο εκάστοτε «φίλος» και βέβαια είναι αυτός που νομίζεις ότι θέλει να είναι. Ζούμε στην εποχή των γνωριμιών. Της αμοιβαιότητας, της ανταλλαγής. Της φιλίας του Διαδικτύου.

Πόσω μάλλον εάν συζητήσουμε για αξίες και αντίστοιχες συμπεριφορές. Υπάρχουν «φίλοι» που την ίδια στιγμή μπορούν να κάνουν like σε μια ανάρτηση που στρέφεται εναντίον σου αλλά ταυτόχρονα να επαινούν και μια δική σου. Τι γίνεται άμα σε δουν στον δρόμο; Ευτυχώς που τώρα υπάρχουν και με τη βούλα οι μάσκες. Και άμα έχεις τέτοιους φίλους όπως λένε, τι τους θέλεις τους εχθρούς.

Επιστρέφοντας στο πόσο δύσκολο και απαιτητικό είναι το αίσθημα της φιλίας είναι γεγονός ότι οι αληθινές φιλίες χαρακτηρίζονται από μια σταθερή δοκιμασία. Δεν είναι δυνατόν να είναι όλα ρόδινα. Η σχέση για να είναι νοηματοδοτημένη θα δοκιμαστεί. Θα τσεκαριστεί στη σιωπή, θα ακονιστεί στη διαφωνία, θα σφυρηλατηθεί στη διεκδίκηση. Θα βιωθεί στη βιωμένη πνευματικότητα και την προσωπική αναζήτηση, στο άνοιγμα της ψυχής. Η επικράτησή της έναντι όλων των δοκιμασιών θα είναι και η τελική σφραγίδα της.

Από τον «Αμλετ» του Σαίξπηρ ουσιαστικά ένας χαρακτήρας επιβιώνει: ο Οράτιος. Ο μοναδικός φίλος του Αμλετ, ο μόνος στον οποίον εμπιστεύεται το γεγονός ότι θα υποδυθεί τον τρελό. Ο φίλος, ο Οράτιος, εκείνος που θα ανεχτεί όλες τις παραξενιές και τις αλλοκοτιές του πρίγκιπα, θα είναι εκείνος που θα ζήσει για να πει την ιστορία.

Πόσο πολυτελή ακούγονται αυτά τα αισθήματα στην εποχή μας. Η συμπίεση του χρόνου οδηγεί στην αλλοίωση της επικοινωνίας, στη συμπίεση των αισθημάτων. Το νέφος του politically correct απαλείφει την ελεύθερη άδολη επικοινωνία. Η ατζέντα – κυριολεκτικά και μεταφορικά – υπερισχύει της αυθόρμητης ανάγκης για τον άλλον.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν είχαν στιγμή αλτρουισμού στη ζωή τους. Πάντοτε υπήρχε ένα κρυφό χαρτί ή μια (ξανά αυτή η λέξη) κρυφή ατζέντα. Για να δημιουργείς φιλικές σχέσεις πρέπει να είσαι ψυχικά ευρύχωρος. Και αυτός ο ταλαίπωρος μυς, η καρδιά, δεν χωράει και πολλά, όταν δεν τον εξασκείς.

Από ΤΟ ΒΗΜΑ   Αλέξης Σταμάτης