Aπό τον Μανόλη Μπαρδάνη

Στο χωριό δεν γιορτάζαμε τα γενέθλια. Ποτέ δεν ξέραμε την ακριβή ημερομηνία που γεννήθηκαν οι φίλοι μας και οι συγγενείς μας για να τους ευχηθούμε. Εδώ καλά – καλά δεν γνωρίζαμε τη δική μας. Η ίδια η μάνα μας δεν ήταν σίγουρη: «Μανώλη μου από νωρίς το βράδυ με πιάσανε οι πόνοι, αλλά δε θυμούμαι αν είχε ξημερώσει όντε σ έκαμα». Την ονομαστική μας γιορτή όμως δεν την ξεχνούσαμε ποτέ. Ήταν η δική μας μέρα. Θα εισπράτταμε τις ευχές απ όλους τους συγχωριανούς και τα δώρα απ τους συγγενείς. Τα δώρα βέβαια θα ήταν ένα τυρί, ή ένα υφαντό, ή ένα μπουκάλι ρακή. Τυχεροί όσοι είχαν συγγενείς που έμεναν στην Αθήνα και ακόμα πιο τυχεροί όσων τα ονόματα συμπίπτανε με τις γιορτές. Το γιορτινό αποδοσίδι που θα ερχόταν θα περιείχε και το προσωπικό δώρο του εορτάζοντος.
Το πολυπόθητο δώρο για μένα ήταν το ποδήλατο. Θυμάμαι κάποιους φίλους να το έχουν αποκτήσει. Τους ζήλευα. Ξεροστάλιαζα όσο τους έβλεπα να κάνουν ευτυχισμένοι τις βόλτες τους και περίμενα μήπως φιλοτιμηθούν και μου δώσουν να κάνω και γω έναν μικρό γύρο.
Τελευταία τάξη δημοτικού ήμουν. Άριστος σαν μαθητής. Εκεί παραμονές Χριστουγέννων ο πατέρας μιλάει στο τηλέφωνο με τα αδέλφια του στην Αθήνα. Ανταλλάσσουν τις καθιερωμένες ευχές και περιγράφουν το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αποδοσιδιών. Αποδοσίδια λέγαμε αυτά που στέλναμε απ το χωριό και αυτά που παίρναμε απ τους Αθηναίους συγγενείς σαν ανταπόδοση. Τα δικά μας με κρέας, τυριά, υφαντά, καρύδια, χόρτα, κρασί, ρακή. Τα δικά τους ρούχα, παπούτσια, γλυκά. Τη μεταφορά την είχαν αναλάβει οι ταχυδρόμοι του χωριού. Θυμάμαι τρείς. Τον Αντάμη, το Μιχελέκο και το Νικόλα του Νανούρη. Συμπαθέστατοι σε μας τα παιδιά, λόγω και του επαγγέλματός τους.
Τελειώνει το τηλέφωνο ο πατέρας μου και με χαρά μου ανακοινώνει πως ο ένας μου θείος θα μου κάνει δώρο ένα ποδήλατο. Φυσικά δεν πίστευα στ αυτιά μου. Τα ουρλιαχτά της χαράς μου ακούστηκαν μέχρι την Πλάτσα. Δεν έδωσα σημασία εκείνη τη στιγμή στο ανήσυχο βλέμμα της μάνας και τα νοήματα προς τον πατέρα μου. Ευτυχισμένος κατεβαίνω στην Παναγία, στον αμαξωτό, να αγναντέψω τους δρόμους που σε λίγο θα διαβώ εποχούμενος στο δώρο μου.
Η Μάνα όμως κατάφερε να με πείσει πως αυτή την περίοδο το ποδήλατο είναι άχρηστο. Πως λόγω χειμώνα δεν θα το χαρώ. Πως είναι καλύτερα τώρα να ζητήσω σαν δώρο μια εγκυκλοπαίδεια για να πάω πιο μορφωμένος στο Γυμνάσιο. Πως το ποδήλατο θα μου το κάνουν δώρο το Πάσχα. Πως … πως …. Πως.
Πάντα όταν περιμέναμε αποδοσίδι, συγκεντρωνόμαστε εκεί που θα ερχόταν ο ταχυδρόμος, από νωρίς. Κάτω στου Ντεμπέλη το καφενείο. Πηγαίναμε μέχρι την άκρη του δρόμου, στο πέταλο να δούμε τα φώτα του φορτηγού που θα ξεπρόβαινε στον Άι Γιάννη. Αυτή την φορά θα ερχόταν και το προσωπικό μου δώρο. Βαρύ το κουτί. Μου το άνοιξε με χαρά η μάνα στο σπίτι. «ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ». 24 τόμοι. Άνοιξα τον πρώτο τόμο. Τον φυλλομέτρησα λίγο. Ένα δάκρυ μου κύλισε πάνω. Ακόμα το λήμμα «ΒΛΑΚΑΣ» φαίνεται μισοσβησμένο, για να μου θυμίζει το χαμένο μου δώρο. Ακόμα το όνομα Χάρης το απεχθάνομαι, όπως και την μυρωδιά του καινούργιου βιβλίου.