Ποίηση
Ἀπὸ τὰ «Φωτερὰ Σκοτάδια»
Ὦ θαλασσοθεμέλιωτα καὶ ἡλιόσκεπα παλάτια,
Χτισμένα ἀπὸ τὰ σύννεφα τῆς θερινῆς βραδιᾶς,
«Δὲν θέλω τοῦ κισσοῦ τὸ πλάνο ψήλωμα
σὲ ξένα ἀναστυλώματα δεμένο
ἂς εἶμαι ἕνα καλάμι, ἕνα χαμόδεντρο,
μὰ ὅσο ἀνεβαίνω, μόνος ν᾿ ἀνεβαίνω.
Δὲν θέλω τοῦ γιαλοῦ τὸ λαμποφέγγισμα
ποὺ δείχνεται ἄσπρο μὲ τοῦ ἥλιου τὴ χάρη
θέλω νὰ δίνω φῶς ἀπὸ τὴ φλόγα μου
κι ἂς εἶμαι ἕνα ταπεινὸ λυχνάρι»
Γ.Δροσίνης
Ἐρωτικὸς Λόγος
(ἀπὸ τὴν ἔκδοση «Γιῶργος Σεφέρης, Ποιήματα», Ἴκαρος, 1989)
Ἔστι δὲ φύλον ἐν ἀνθρώποισι ματαιότατον,
ὅστις αἰσχύνων ἐπιχώρια παπταίνει τὰ πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν.
ΠΙΝΔΑΡΟΣ
Α´
Ρόδο τῆς μοίρας, γύρευες νὰ βρεῖς νὰ μᾶς πληγώσεις
μὰ ἔσκυβες σὰν τὸ μυστικὸ ποὺ πάει νὰ λυτρωθεῖ
κι ἦταν ὡραῖο τὸ πρόσταγμα ποὺ δέχτηκες νὰ δώσεις
κι ἦταν τὸ χαμογέλιο σου σὰν ἕτοιμο σπαθί.
Τοῦ κύκλου σου τὸ ἀνέβασμα ζωντάνευε τὴ χτίση
ἀπὸ τ᾿ ἀγκάθι σου ἔφευγε τὸ δρόμου ὁ στοχασμὸς
ἡ ὁρμή μας γλυκοχάραζε γυμνὴ νὰ σ᾿ ἀποχτήσει
ὁ κόσμος ἦταν εὔκολος. Ἕνας ἁπλὸς παλμός.
Β´
Τὰ μυστικὰ τῆς θάλασσας ξεχνιοῦνται στ᾿ ἀκρογιάλια
ἡ σκοτεινάγρα τοῦ βυθοῦ ξεχνιέται στὸν ἀφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρὰ τῆς μνήμης τὰ κοράλλια…
Ὦ μὴν ταράξεις… πρόσεξε ν᾿ ἀκούσεις τ᾿ ἀλαφρὸ
ξεκίνημά της… τ᾿ ἄγγιξες τὸ δέντρο μὲ τὰ μῆλα
τὸ χέρι ἁπλώθη κι ἡ κλωστὴ δείχνει καὶ σὲ ὁδηγεῖ…
Ὦ σκοτεινὸ ἀνατρίχιασμα στὴ ρίζα καὶ στὰ φύλλα
νἄ ῾σουν ἐσὺ ποὺ θἄ ῾φερνες τὴν ξεχασμένη αὐγή!
Στὸν κάμπο τοῦ ἀποχωρισμοῦ νὰ ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν᾿ ἀνοίγουνται ὥριμες, οἱ ἀγκάλες τ᾿ οὐρανοῦ,
νὰ φέγγουν στὸ ἀντηλάρισμα τὰ μάτια μόνο ἐκεῖνα
ἁγνὴ ἡ ψυχὴ νὰ γράφεται σὰν τὸ τραγούδι αὐλοῦ…
Ἡ νύχτα νἄ ῾ταν ποὺ ἔκλεισε τὰ μάτια; Μένει ἀθάλη,
σὰν ἀπὸ δοξαριοῦ νευρὰ μένει πνιχτὸ βουητό,
μιὰ στάχτη κι ἕνας ἴλιγγος στὸ μαῦρο γυρογιάλι
κι ἕνα πυκνὸ φτερούγισμα στὴν εἰκασία κλειστό.
Ρόδο τοῦ ἀνέμου, γνώριζες μὰ ἀνέγνωρους μᾶς πῆρες
τὴν ὥρα ποὺ θεμέλιωνε γιοφύρια ὁ λογισμὸς
νὰ πλέξουνε τὰ δάχτυλα καὶ νὰ διαβοῦν δυὸ μοῖρες
καὶ νὰ χυθοῦν στὸ χαμηλὸ κι ἀναπαμένο φῶς.
Γ´
Ὦ σκοτεινὸ ἀνατρίχιασμα στὴ ρίζα καὶ στὰ φύλλα!
Πρόβαλε ἀνάστημα ἄγρυπνο στὸ πλῆθος τῆς σιωπῆς
σήκωσε τὸ κεφάλι σου ἀπὸ τὰ χέρια τὰ καμπύλα
τὸ θέλημά σου νὰ γενεῖ καὶ νὰ μοῦ ξαναπεῖς
τὰ λόγια ποὺ ἄγγιζαν καὶ σμίγαν τὸ αἷμα σὰν ἀγκάλη
κι ἂς γείρει ὁ πόθος σου βαθὺς σὰν ἴσκιος καρυδιᾶς
καὶ νὰ μᾶς πλημμυράει μὲ τῶν μαλλιῶν σου τὴ σπατάλη
ἀπὸ τὸ χνούδι τοῦ φιλιοῦ στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς.
Χαμήλωναν τὰ μάτια σου κι εἶχες τὸ χαμογέλιο
ποὺ ἀνιστοροῦσαν ταπεινὰ ζωγράφοι ἀλλοτινοί.
Λησμονημένο ἀνάγνωσμα σ᾿ ἕνα παλιὸ εὐαγγέλιο
τὸ μίλημά σου ἀνάσαινε κι ἡ ἀνάλαφρη φωνή:
«Εἶναι τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου σιγαλὸ κι ἀπόκοσμο
κι ὁ πόνος ἀπαλὰ μὲς στὴν ψυχή μου λάμνει
χαράζει ἡ αὐγὴ τὸν οὐρανό, τ᾿ ὄνειρο μένει ἀπόντιστο
κι εἶναι σὰν νὰ διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.
Μὲ τοῦ ματιοῦ τ᾿ ἀλάφιασμα, μὲ τοῦ κορμιοῦ τὸ ρόδισμα
ξυπνοῦν καὶ κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
μὲ περιπλέκει χαμηλὸ τὸ κυκλωτὸ φτερούγισμα
ἀνθρώπινο ἄγγιγμα στὸ κόρφο μου τ᾿ ἀστέρια.
Τὴν ἀκοή μου ὡς νὰ ῾σμιξε κοχύλι βουίζει ὁ ἀντίδικος
μακρινὸς κι ἀξεδιάλυτος τοῦ κόσμου ὁ θρῆνος
μὰ εἶναι στιγμὲς καὶ σβήνουνται καὶ βασιλεύει δίκλωνος
ὁ λογισμὸς τοῦ πόθου μου, μόνος ἐκεῖνος.
Λὲς κι εἶχα ἀναστηθεῖ γυμνή σε μία παρμένη θύμηση
σὰν ἦρθες γνώριμος καὶ ξένος, ἀκριβέ μου
νὰ μοῦ χαρίσεις γέρνοντας τὴν ἀπέραντη λύτρωση
ποὺ γύρευα ἀπὸ τὰ γοργὰ σεῖστρα τοῦ ἀνέμου…»
Τὸ ραγισμένο ἡλιόγερμα λιγόστεψε κι ἐχάθη
κι ἔμοιαζε πλάνη νὰ ζητᾶς τὰ δῶρα τ᾿ οὐρανοῦ.
Χαμήλωναν τὰ μάτια σου. Τοῦ φεγγαριοῦ τ᾿ ἀγκάθι
βλάστησε καὶ φοβήθηκες τοὺς ἴσκιους τοῦ βουνοῦ.
… Μὲς στὸν καθρέφτη ἡ ἀγάπη μας, πῶς πάει καὶ λιγοστεύει
μέσα στὸν ὕπνο τὰ ὄνειρα, σκολειὸ τῆς λησμονιᾶς
μέσα στὰ βάθη τοῦ καιροῦ, πῶς ἡ καρδιὰ στενεύει
καὶ χάνεται στὸ λίκνισμα μιᾶς ξένης ἀγκαλιᾶς…
Δ´
Δυὸ φίδια ὡραῖα κι ἀλαργινά, τοῦ χωρισμοῦ πλοκάμια
σέρνουνται καὶ γυρεύουνται στὴ νύχτα τῶν δεντρῶν,
γιὰ μίαν ἀγάπη μυστικὴ σ᾿ ἀνεύρετα θολάμια
ἀκοίμητα γυρεύουνται δὲν πίνουν καὶ δὲν τρῶν.
Μὲ γύρους καὶ λυγίσματα κι ἡ ἀχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, ἁπλώνει κρίκους στὸ κορμὶ
ποὺ κυβερνοῦν ἀμίλητοι τοῦ ἔναστρου θόλου οἱ νόμοι
καὶ τοῦ ἀναδεύουν τὴν πυρὴ κι ἀσίγαστη ἀφορμή.
Τὸ δάσος στέκει ριγηλὸ τῆς νύχτας ἀντιστύλι
κι εἶναι ἡ σιγὴ τάσι ἀργυρὸ ὅπου πέφτουν οἱ στιγμὲς
ἀντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ὁλόκληροι, μιὰ σμίλη
προσεχτικὴ ποὺ δέχουνται πελεκητὲς γραμμές…
Αὐγάζει ξάφνου τὸ ἄγαλμα. Μὰ τὰ κορμιὰ ἔχουν σβήσει
στὴ θάλασσα στὸν ἄνεμο στὸν ἥλιο στὴ βροχή.
Ἔτσι γεννιοῦνται οἱ ὀμορφιὲς ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ φύση
μὰ ποιὸς ξέρει ἂν πέθανε στὸν κόσμο μία ψυχή.
Στὴ φαντασία θὰ γύριζαν τὰ χωρισμένα φίδια
(Τὸ δάσος λάμπει μὲ πουλιὰ βλαστοὺς καὶ ροδαμούς)
μένουν ἀκόμη τὰ σγουρὰ γυρέματά τους, ἴδια
τοῦ κύκλου τὰ γυρίσματα ποὺ φέρνουν τοὺς καημούς.
Ε´
Ποῦ πῆγε ἡ μέρα ἡ δίκοπη ποὺ εἶχε τὰ πάντα ἀλλάξει;
Δὲ θὰ βρεθεῖ ἕνας ποταμὸς νἆ᾿ ναι γιὰ μᾶς πλωτός;
Δὲ θὰ βρεθεῖ ἕνας οὐρανὸς τὴ δρόσο νὰ σταλάξει
γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ νάρκωσε κι ἀνάθρεψε ὁ λωτός;
Στὴν πέτρα τῆς ὑπομονῆς προσμένουμε τὸ θάμα
ποὺ ἀνοίγει τὰ ἐπουράνια κι εἶν᾿ ὅλα βολετὰ
προσμένουμε τὸν ἄγγελο σὰν τὸ πανάρχαιο δράμα
τὴν ὥρα ποὺ τοῦ δειλινοῦ χάνουνται τ᾿ ἀνοιχτὰ
τριαντάφυλλα… Ρόδο ἄλικο τοῦ ἀνέμου καὶ τῆς μοίρας,
μόνο στὴ μνήμη ἀπέμεινες, ἕνας βαρὺς ρυθμὸς
ρόδο τῆς νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα τῆς θάλασσας… Ὁ κόσμος εἶναι ἁπλός.
Ἀθήνα, Ὀχτώβρης ῾29 – Δεκέμβρης ῾30
Γ. Σεφέρης
Aυτό το αστέρι είναι για όλους μας (1952)
δός μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.
Σ’ όλους τους τοίχους απόψε ντουφεκίζεται η ζωή.
Aνάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.
Tί θα απογίνουμε, αγαπημένη;
…μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πως να την αγγίξω;
Πως θάνοιγα μια πόρτα όταν δε θάτανε για να σε συναντήσω
πως να διαβώ ενα κατώφλι αφού δε θάναι για να σε βρώ.
Hταν σα νάχε πεθάνει κι η τελευταία ανάμνηση πάνω στη γή.
Που είναι λοιπόν ένα χαμόγελο να μας βεβαιώσει πως υπάρχουμε…
…ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι
και να σφίγγει το δικό σου χέρι.
Kι ηταν σα νάχε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γή.
…έτσι λέει ο Hλίας: “εγώ θα βρώ τον τρόπο να παίζω φυσαρμόνικα”
κι ας τούχουν κόψει και τα δυό του χέρια.
Kι έτσι κάθε βράδι η λάμπα έσβυνε τη μέρα μας.
Kι όταν ήτανε να πεθάνουμε αυτοί μας μίλησαν για τη ζωή.
Tότε κι εμείς μπορέσαμε να πεθάνουμε.
Σ’ εύρισκα, αγαπημένη, στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.
Mα και τί να πεί κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου
τόσο μεγάλα.
Yστερα έρχόταν η βροχή.
Mα έγραφα σ’ όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ’ όνομα σου
κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας. Kράταγα τα χέρια σου
κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.Tα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα,
στο στόμα σου ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη…
Oλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου
τότε που μου χαμογελούσες.
Στην πιό μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.
Hξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.
Tο παιδί μας, Mαρία, θα πρέπει να μοιάζει με όλους τους
ανθρώπους
που δικαιώνουν τη ζωή.
Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι του
παιδιού μας
φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν ν’ αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά…
Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
Kαι τότε
όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια
θάναι δικά μας.
Θάθελα να φωνάξω τ’ όνομά σου, αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη.
Nα το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πιά να μήν πεθάνει.
Aφού κάθε στιγμή οι άνθρωποι θα μας βρίσκουν
στο ήρεμο ψωμί,
στα δίκαια χέρια,
στην αιώνια ελπίδα,
πως θα μπορούσαμε, αγαπημένη μου,
νάχουμε πεθάνει…
“Πίστη”
Δεν έχεις πίστη όταν τα στάχυα σου
προσμένεις να γενούν σιτάρι
κι απ’ τ’ άκαρπο δεντρί που κέντρωσες
προσμένεις καρπερό βλαστάρι.
Πίστη έχεις όταν απ’ το χέρσωμα
κι απ’ τ’ αστραποκαμένα ξύλα
προσμένεις τους καρπούς ολόδροσους
και καταπράσινα τα φύλλα.
Δεν έχεις πίστη όταν τ’ απόβραδο
προσμένεις να προβάλλουν τ’ άστρα
και με του πετεινού το λάλημα
να φέξει η αυγή ροδογελάστρα.
Πίστη έχεις όταν όσο αλόγιστο
και πλάνο ο νους σου κι αν το ξέρει
προσμένεις ήλιο τα μεσάνυχτα
κι αστροφεγγιά το μεσημέρι.
Δεν έχεις πίστη όταν πιστεύοντας
ρωτάς την κρίση και τη γνώση
Δεν έχεις πίστη όταν την πίστη σου
στο λογικό έχεις θεμελιώσει.
Πίστη έχεις όταν κάθε σου όνειρο
τ’ ανάφτεις στο βωμό της τάμα
κι αν κάποιο τάμα σου είν’ αδύνατο
προσμένεις να γενεί το ΘΑΜΑ.
ΧV
Τα παιδικά μου χρόνια ειναι γεμάτα καλαμιές.Ξόδεψα πολύν άνεμο για να μεγαλώσω.Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς,ν’ακριβολογώ μες στα μυστήρια.
Μιά γλώσσα όπως η ελληνική όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη και άλλο πράγμα ο έρωτας,άλλο η επιθυμία και άλλο η λαχτάρα,άλλο η πίκρα και άλλο το μαράζι,άλλο τα σπλάχνα και άλλο τα σωθικά.Με καθαρούς τόνους ,θέλω να πώ,που-αλίμονο-τους αντιλαμβάνονται ολοένα λιγότερο αυτοί που ολοένα περισσότερο απομακρύνονται από το νόημα ενός ουράνιου σώματος που το φώς του είναι ο αφομοιωμένος μας μόχθος,έτσι καθώς δεν παύει να επαναστρέφεται κάθε μέρα όλος θάμβος για να μας ανταμείψει.
Θέλουμε-δεθέλουμε,αποτελούμε το υλικό μαζί και το όργανο μιάς αέναης ανταλλαγής ανάμεσα σ’αυτό που μας συντηρεί και σ’αυτό που του δίνουμε για να μας συντηρεί;το μαύρο, πού δίνουμε,για να μας αποδοθεί λευκό ,το θνησιμαίο,αείζωο.
Και χρωστάμε στην διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας.
XVI
Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό που εάν σηκωθεί μέσα μας αέρας,αλίμονο..Οι ορμές χτυπάνε στα παράθυρα,τα τζάμια θρυμματίζονται.Λίγοι ξέρουν ότι ο υπερθετικός στα αισθήματα σχηματίζεται με το φώς ,όχι με την δύναμη .Και οτι χρειάζεται χάδι εκεί που βάζουν μαχαίρι.Ότι ένας κοιτώνας με την πιθανή συνεννόηση των σωμάτων μας παρακολουθεί παντού και μας παραπέμπει στην αγιότητα χωρίς συγκατάβαση.
‘Α,όταν η στιγμή φτάσει να καθίσουμε κι εμείς πάνω στο πεζούλι κάποιας Αγίας Πρέκλας εν μέσω αγριοσυκών,μορεών με ερυθρούς καρπούς,εις έρημον τόπον,απόκρημνον ακτήν,τότε η μικρή Κουμπώ μ’ ένα κερί στο χέρι θα σηκωθεί στις μύτες των ποδιών να φτάσει εκεί ψηλά,μέσα στον αναστεναγμό μας,όλα τα εύφλεκτα:πάθη,πείσματα,φωνές οργής,μυριάδες έντομα χρωματιστούλια που να λαμπαδιάσει ο τόπος!
ΧΙV
Τ’ ΑΝΩΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΜΟΥ τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας.Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:
(1) Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα,στο τέλος θα δείς να σου απομένουν μια ελιά,ένα αμπέλι και ένα καράβι.Που σημαίνει:με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.
(2)Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επίτην αθωότητα δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.
(3)Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις(σχήματα )και στα αισθήματα (χρώματα).Η ζωή μας κόβεται,και οφείλει να κόβεται,στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.
(4)’Οπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα.Οπου προεξέχει το βουνό απ’ τη λέξη του υπάρχει ποιητής.Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.
(5)’Ενα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρα η αλήθεια.
(6)Κάθε πρόοδος στο ηθικό επιπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.
(7) Ένας “Αναχωρητής” για τους μισούς είναι,αναγκαστικά,για τους άλλους μισούς,ένας “Ερχόμενος”.
Με την ευκαιρία της Παγκόσμιας ημέρας Ποίησης στις 21/3 θα γίνουν διάφορες εκδηλώσεις ,όπως το Αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη στο Public ,από το Εθνικό Κέντρο βιβλίου και την Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων. Θα διαβαστούν ποιήματά του από συγγραφείς και από την σύντροφο του ποιητή.
.
φεγγαρόλουστη νύχτα
σπάσαν τα σύννεφα
σκορπιστήκαν
μία ίρις
πιο λευκή το σούρουπο
την άνοιξη
γη κι ουρανός τον ντύνουν
για καλοκαίρι.
περιμένω αρχίζει
πάλι η βροχή.
τα πυροτεχνήματα
τέλος, σκοτάδι.
οι μέρες που μου απομένουνείναι μετρημένεςσύντομη νύχταλίμνη – καθρέφτης
ξάφνου μια καταιγίδα
την αυλακώνει
