Ποίηση
Henry Purcell – The Fairy Queen – If love’s a sweet passion
..Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
Κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά
Αύγουστε μήνα και Θεέ σε σέναν ορκιζόμαστε
Πάλι του χρόνου να μας βρεις στο βράχο να φιλιόμαστε
Απ΄την Παρθένο στον Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε
Κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν΄ανάψουμε
Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
Κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά…
Ξέρεις,κάθε ταξίδι ανοίγεται στα περιστέρια
όλος ο κοσμος ακουμπάει στη θάλασσα και στη στεριά
θα πιάσουμε το σύννεφο θα βγούμε από τη συμφορά του χρόνου
από την άλλη όψη της κακοτυχιάς
θα παίξουμε τον ήλιο στα δάχτυλα
στις εξοχές της ανοιχτής καρδιάς
θα δούμε να ξαναγεννιέται ο κόσμος
| ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ | |
|
Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας το 1911. Τέλειωσε το Γυμνάσιο στην Τρίπολη και φοίτησε για δύο έτη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε, ήρθε σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Το 1931 έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία με τη δημοσίευση του ποιήματος «Της μοναξιάς» στο περιοδικό Νέα Εστία. Τον επόμενο χρόνο (1932) δημοσίευσε στο ίδιο περιοδικό άλλα τέσσερα ποιήματα και το 1933 άλλο ένα με τον τίτλο «Το χιόνι» στο πειραϊκό περιοδικό Ρυθμός. Την περίοδο 1935 – 1936 ταξίδεψε στη Νότια Γαλλία και στο Παρίσι για να επισκεφθεί και να γνωρίσει τα κινηματογραφικά στούντιο. Επιστρέφοντας μπήκε στον κύκλο του περιοδικού Νέα Γράμματα, στο οποίο δημοσίευσε κριτικά σημειώματα, όπως έκανε και με άλλα λογοτεχνικά περιοδικά (Μακεδονικές Ημέρες, Ρυθμός). Την επόμενη δεκαετία συνεργάστηκε με την Αγγλοελληνική Επιθεώρηση ως μεταφραστής, ενώ το 1951 άρχισε να συνεργάζεται και με το ΕΙΡ ως μεταφραστής, διασκευαστής θεατρικών έργων και ραδιοσκηνοθέτης, Το χειμώνα του 1941-42 έγραψε την ποιητική σύνθεση «Αμοργός», η οποία εκδόθηκε το 1943. Κατά την πρώτη κυκλοφορία του το έργο προκάλεσε δυσμενείς κριτικές και αντιδράσεις, αλλά πολύ σύντομα το κλίμα αντιστράφηκε και η «Αμοργός», αποσπώντας ευμενείς ελληνικές και ξένες κριτικές, αναδείχθηκε σε κορυφαίο ποιητικό έργο, θεωρήθηκε ως ορόσημο στην ιστορία της ελληνικής υπερρεαλιστικής ποίησης και επηρέασε σύγχρονους και μεταγενέστερούς ποιητές. Από τότε ο Ν. Γκάτσος δημοσίευσε τρία ακόμη ποιήματα: το «Ελεγείο» (1946, Φιλολογικά Χρονικά), το «Ο Ιππότης και ο Θάνατος» ( 1947, Μικρό Τετράδιο), τα οποία από το 1969 εκδίδονται στο ίδιο βιβλίο με την «Αμοργό», και το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963, Ο Ταχυδρόμος), αφιερωμένο στο Γ. Σεφέρη. Η δημιουργικότητά του διοχετεύτηκε εξ ολοκλήρου στη στιχουργία και, γράφοντας τους στίχους του πότε πριν και πότε πάνω στη μελωδία, διαμόρφωσε τον κανόνα του ποιητικού τραγουδιού. Βασικός του συνεργάτης υπήρξε ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος αποπειράθηκε να μελοποιήσει και την «Αμοργό», χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει τη σύνθεση. Ασχολήθηκε επίσης με τη θεατρική μετάφραση. Μετέφρασε επίσης θεατρικά έργα των Lope de Vega, Strindberg, O’ Neill, Tennessee Williams και άλλων δραματουργών. Κυρίως, όμως, μετέφρασε με αριστοτεχνικό τρόπο έργα του Ισπανού ποιητή Federico Garcia Lorca, με πρώτο τον «Ματωμένο γάμο», που έγινε αφορμή να γραφούν σύγχρονα ελληνικά θεατρικά έργα. Ο κριτικός Δημοσθένης Κούρτοβικ σημειώνει: «Η βαθύτερη σχέση του Γκάτσου με τον Lorca είναι φανερή στην Αμοργό. Όπως και ο Ισπανός ποιητής, κατόρθωσε σ’ αυτό το έργο να συνδυάσει τον Υπερρεαλισμό με παραδοσιακές μορφές του νεοελληνικού λόγου και να του δώσει έτσι, πρώτος αυτός, ελληνική ιδιοπροσωπία». Τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων για το σύνολο του έργου του (1987) και εκλέχτηκε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας της Βαρκελώνης για τη συμβολή του (μέσω των μεταφράσεών του) στην προώθηση της ισπανικής λογοτεχνίας (1991). ΕΞΩΦΥΛΑ ΔΙΣΚΩΝ
ΑΓΑΠΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ Ένα δειλινό, μες στ’ ακροθαλάσσι, Αγάπη μέσα στην καρδιά Πάψε να ζητάς όλη την αλήθεια, Αγάπη μέσα στην καρδιά ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ Αγάπη μου κορίτσι μου Πήγα να γίνω άρχοντας Κορίτσι μου γυναίκα μου Και συ θα γίνεις άστρο μου |
ΙΘΑΚΗ
| Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι, τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις, αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος. Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους· να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά, και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις, σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους, και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής, όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά· σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας, να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη. Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου. Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου. Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει· και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί, πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο, μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι. Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν. |
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ
— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
__
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική
ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.
Η ΠΟΛΙΣ
Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Chopin – Nocturne 20 in C sharp minor.
or the arrow of carnations the fire shoots off.
I love you as certain dark things are to be loved,
in secret, between the shadow and the soul.
I love you as the plant that never blooms
but carries in itself the light of hidden flowers;
thanks to your love a certain solid fragrance,
risen from the earth, lives darkly in my body.
I love you without knowing how, or when, or from where.
I love you straightforwardly, without complexities or pride;
so I love you because I know no other way
in which there is no I or you
so intimate that your hand upon my chest is my hand
so intimate that when you fall asleep it is my eyes that close.”
Αλήθεια, σε μαύρα χρόνια ζω!
Τα λόγια που δεν κεντρίζουν είναι σημάδι χαζομάρας.
Ένα λείο μέτωπο, αναισθησίας. Εκείνος που γελάει
Δεν έχει μάθει ακόμα
Τις τρομερές ειδήσεις.
Μα τι καιροί λοιπόν ετούτοι, που
Είνʼ έγκλημα σχεδόν όταν μιλάς για δέντρα
Γιατί έτσι παρασιωπάς χιλιάδες κακουργήματα!
Αυτός εκεί πού διασχίζει ήρεμα το δρόμο
Ξέκοψε πια ολότελα απʼ τους φίλους του
Πού βρίσκονται σʼ ανάγκη.
Είναι σωστό: το ψωμί μου ακόμα το κερδίζω.
Όμως πιστέψτε με: Είναι εντελώς τυχαίο. Απʼ ό,τι κάνω,
Τίποτε δε μου δίνει το δικαίωμα να φαω ως να χορτάσω.
Έχω γλιτώσει κατά σύμπτωση. (Λίγο η τύχη να, μʼ αφήσει χάθηκα.)
Μου λένε: Φάε και πιες! Να ʽσαι ευχαριστημένος που έχεις!
Μα πως να φαω και να πιω, όταν
Το φαγητό μου τʼ αρπάζω από τον πεινασμένο, όταν
Κάποιος διψάει για το ποτήρι το νερό που έχω;
Κι ωστόσο, τρωω και πίνω.
Θα ʽθελα ακόμα να ʽμουνα σοφός.
Τʼ αρχαία βιβλίο λένε τί είναι η σοφία:
Μακριά να μένεις απʼ τις επίγειες συγκρούσεις και δίχως φόβο
Τη λιγοστή ζωή σου να περνάς.
Θεωρούν σοφό ακόμα
Το δρόμο σου να τραβάς αποφεύγοντας τη βία
Στο κακό νʼ ανταποδίνεις το καλό
Να μη χορταίνεις τις επιθυμίες σου, αλλά να τις ξεχνάς.
Μου είναι αδύνατο να πράξω όλα τούτα:
Αλήθεια, σε μαύρα χρόνιο ζω!
Ήρθα στις πόλεις την εποχή της αναστάτωσης
Όταν εκεί βασίλευε η πείνα.
Ήρθα μες στους ανθρώπους στην εποχή της ανταρσίας
Και ξεσηκώθηκα μαζί τους.
Έτσι κύλησε ο χρόνος
Που πάνω στη γη μου δόθηκε.
Το ψωμί μου το ʽτρωγα ανάμεσα στις μάχες.
Για να κοιμηθώ πλάγιαζα ανάμεσα στους δολοφόνους.
Αφρόντιστα δινόμουνα στον έρωτα
Κι αντίκριζα τη φύση δίχως υπομονή.
Έτσι κύλησε ο χρόνος
Που πάνω στη γη μου δόθηκε
Στον καιρό μου οι δρόμοι φέρνανε στη λάσπη.
Η μιλιά μου με κατέδιδε στο δήμιο.
Λίγα περνούσαν απʼ το χέρι μου. Όμως αν δεν υπήρχα
Οι αφέντες θα στέκονταν πιο σίγουρα, αυτό έλπιζα τουλάχιστον.
Έτσι κύλησε ο χρόνος
Που πάνω στη γη μου δόθηκε.
Οι δυνάμεις ήτανε μετρημένες. Ο στόχος
Βρισκότανε πολύ μακριά.
Φαινόταν ολοκάθαρα, αν και για μένα
Ήταν σχεδόν απρόσιτος.
Έτσι κύλησε ο χρόνος
Που πάνω στη γη μου δόθηκε.
Εσείς, που θʼ αναδυθείτε μέσʼ απʼ τον κατακλυσμό
Που εμάς, μας έπνιξε,
Όταν για τις αδυναμίες μας μιλάτε
Σκεφτείτε
Και τα μαύρα χρόνια
Που εσείς γλυτώσατε
Εμείς περνάγαμε, αλλάζοντας χώρες πιο συχνά από παπούτσια,
Μέσα από ταξικούς πολέμους, απελπισμένοι σα βλέπαμε,
Την αδικία να κυριαρχεί και να μην υπάρχει εξέγερση.
Κι όμως το ξέραμε:
Ακόμα και το μίσος ενάντια στην ευτέλεια
Παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά.
Ακόμα κʼ η οργή ενάντια στην αδικία
Βραχνιάζει τη φωνή. Αλλοίμονο, εμείς
Που θέλαμε να ετοιμάσουμε το δρόμο στη φιλία
Δεν καταφέρναμε να ʽμαστε φίλοι ανάμεσά μας.
Όμως εσείς, όταν θα ʽρθει ο καιρός
Ο άνθρωπος να βοηθάει τον άνθρωπο
Να μας θυμάστε
Με κάποιαν επιείκεια
Μπ. Μπρεχτ
Τα παιδιά μαθαίνουν αυτό που ζουν
Oταν τα παιδιά ζουν μέσα στην επίκριση, μαθαίνουν να αποδοκιμάζουν.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στην εχθρότητα, μαθαίνουν να είναι επιθετικά.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στον φόβο, μαθαίνουν να φοβούνται.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στον οίκτο, μαθαίνουν να λυπούνται τον εαυτό τους.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στον χλευασμό, μαθαίνουν να είναι συνεσταλμένα.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στην ζήλια, μαθαίνουν να ζηλεύουν.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στη ντροπή, μαθαίνουν να νιώθουν ένοχα.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στην ενθάρρυνση, μαθαίνουν να έχουν αυτοπεποίθηση.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στη ανεκτικότητα, μαθαίνουν να έχουν υπομονή.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στον έπαινο, μαθαίνουν να εκτιμούν.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στην αποδοχή, μαθαίνουν να αγαπούν.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στην επιδοκιμασία, μαθαίνουν να αγαπούν τον εαυτό τους.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στην αναγνώριση, μαθαίνουν ότι είναι καλό να έχουν στόχους.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στην προσφορά, μαθαίνουν να είναι γενναιόδωρα.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στην ειλικρίνια, μαθαίνουν να είναι φιλαλήθη.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στην δικαιοσύνη, μαθαίνουν να είναι δίκαια.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στην καλοσύνη και το ενδιαφέρον, μαθαίνουν να δείχνουν σεβασμό.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα στην ασφάλεια, μαθαίνουν να έχουν πίστη στον εαυτό τους και τους γύρω τους.
Οταν τα παιδιά ζουν μέσα σε φιλική ατμόσφαιρα, μαθαίνουν ότι ο κόσμος είναι φιλικό και ευχάριστο μέρος για να ζουν.
ΓΙΑ ΕΣΕΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ (σε ελεύθερη μετάφραση)
Πήγα στην αγορά με τα πουλιά
Και αγόρασα πουλιά
Για εσένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια
Και αγόρασα λουλούδια
Για εσένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα σιδηρικά
Και αγόρασα αλυσίδες
Βαρδιές αλυσίδες
Για εσένα
αγάπη μου
Και μετα πήγα στην αγορά με τους σκλάβους
Και σε έψαξα
Αλλά δεν σε βρήκα
αγάπη μου
Μετά από λίγο μαθαίνεις
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια
Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΕΠΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ: erwtokritos
Απoσπάσματα:
που ο κύρης σου μ’ εξόρισε σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα;
και πώς να σ’ αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου στο ξορισμόν εκείνο;
κι ουδ’ όλπιζα, ουδ’ ανίμενα τ’ αφτιά μου σ’ό,τι ακούσαν.
Και πώς μπορώ να σ’ αρνηθώ; Kι α’ θέλω, δε μ’ αφήνει
τούτ’ η καρδιά που εσύ’βαλες σ’ τσ’ αγάπης το καμίνι.
Kαι πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλ’ άνθη,
μέσα τση πλιό να ριζωθούν, που το κλειδίν εχάθη;
και γρήγορα μισεύγω σου, μακραίνω από τη χώρα.
Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ’ είδα ποτέ μου,
μα ένα κερίν αφτούμενον εκράτουν, κ’ ήσβησέ μου.
Όπου κι αν πάω, κι αν βρεθώ, και ότι καιρόν κι αν ζήσω,
τάσσω σου άλλη να μη δω, μηδένα ν’ αντρανίσω.
και δεν μπορώ άλλη να δω παρά την εδική σου.
Eγώ, δεν σ’ εζωγράφισα, ήβγαλα απ’ την καρδιά μου
αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η ζωγραφιά μου.
κι ουδ’ όλπιζα κι ανίμενα τ’ αυτιά μου ό,τι σ’ ακούσα.
Και πώς μπορώ να σ’ αρνηθώ κι α θέλω δε μ’ αφήνει
τούτη η καρδιά που εσύ ‘βαλες σ’ τς’ αγάπης το καμίνι.
Κι αμνόγω σου στον ουρανό, στον ήλιο, στο φεγγάρι,
άλλος ογιά γυναίκα του ποτέ να μη με πάρει.
με δάκρυα κι αναστεναγμούς του Ρώκριτου το δίδει.
Λέει του: “Να και βάλε το εις το δεξό σου χέρι,
σημάδι πως ώστε να ζω είσαι δικό μου ταίρι
και μην το βγάλεις από κει ώστε να ζεις και να ‘σαι,
φόριε το κι όποια στο ‘δωκε κάμε να της θυμάσαι.
Καλλιά θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει,
παρά άλλος μόν’ ο Ρώκριτος γυναίκα να με πάρει”.
Ως την αυγή εμιλούσανε, ως την αυγή εκλαίγα
κι ως την αυγή τα πάθη τως και πόνους τως ελέγα.
Ήστραψεν η ανατολή κι εβρόντηξεν η δύση
όντε τα χείλη του ήνοιξε για ν’ αποχαιρετήσει.
Κι ένα μεγάλο θαύμασμα στο παραθύρι εγίνη,
οι πέτρες και τα σίδερα κλαίσι την ώρα εκείνη.
Εμίσεψ’ ο Ρωτόκριτος και βιάζει τον η ώρα,
μ’ ένα πρικύ αναστεναγμό που σείστηκεν η χώρα.
Τα βάσανά του τα πολλά στα δάση τα εδηγάτο
και το λαγκάδι και βουνί συχνιά του πιλογάτο.
Ουρανέ ρίξε φωτιά ο κόσμος ν’ αναλάβει
κι όλοι ας λαβού κι όλοι ας καού κι η Αρετή μη λάβει.
Στην άδικη απόφαση που δόθηκε σε ‘μένα,
ν’ απαρνηθώ τον τόπο μου, να περπατώ στα ξένα.
Άστρη μην το βαστάξετε, ήλιε σημάδι δείξε
και σ’ έτοιου αφέντη αλύπητου αστροπελέκι ρίξε
“Η ΔολοΦονία του ΙούΔα”
Κι όταν ναυάγησαν οι αφετηρίες
τα θύματα ξεβράστηκαν απ’
τo στόμα μου
κι οι προσευχές μου λησμόνησαν –
ν’ αναστηθούν, θέλω να πω
λησμόνησαν
Γύρισαν πλευρό στον
τάφο τους κι
αιώνια η μνήμη τους
Όμως εγώ
γιατί να
τις θυμάμαι
ενώ εκείνες αδιαφορούν -;-
Λοιπόν, γυρίζω κι εγώ –
πλάτη και φεύγω
Εεε! Μην ξεχνάς
εσύ που με
διαβάζεις μην ξεχνάς
να με κοιτάς στο
πρόσωπο όταν διαβάζεις με -!-..
..Όχι παπαγαλία και
τα συναφή τα
επακόλουθα και άλλα,
κράτησε για τους δείπνους σου με
τα πολλά τα λόγια
για την πίστη την επιστήθια
Εγώ Ιούδας φεύγω
Πάντα αέρα λαχταρούσα και
βροχή να
δέρνει αιωρούμενο το κορμί μου
Κι εγώ
δεν ήπια αναισθητικό και
με κρασί, μόλις που
άγγιξε τα χείλη μου τα
διψασμένα για
Το Φιλί.. που
όταν άγγιξαν τα
χείλη του απείρου
κτίστηκεν όλη η ομορφιά -!-
και
την παράδοση
την κράτησα δυο τώρα
χίλια χρόνια κι
ένδεκα στάχτες –
καμένων εποχών
Την κράτησα μέσα στις
τσέπες μου,
εκεί βαθιά που
που μου ΄σπρωξαν τα
τριάκοντα τα κέρματα με
το σταυρό
Κι όλα τα φύλαξα
Ακόμη και το σάλιο τους
στο πρόσωπο επάνω –
Ξεράθηκε απ’ τους αγέρηδες
και
πιο αλαφρύς..
Ανάλαφρος παλινδρομίζομαι
μέσα στης μάνας μου την
κοιλιά
Και νανουρίζομαι
Και ξέχασα να κλάψω
Όμως η Πέτρα δεν το ξέχασε
κι έκλαψε πολύ -!-
Κι ήταν που πέθανε η πίστη
Κι ανάποδα στήθηκεν η σειρά
Και αλλοιωθήκαν τα λόγια κι
η μορφή
και είπαν
στο χτύπημα
Χτύπο μη δώσεις κι
άλλονε δέξου..
Εγώ τα
είδα όλα από ψηλά –
χτύπο μεγάλο έδωσε
άλλον δεν πήρε
Χτύπο που βόγκηξεν η γης
καθώς, απ’ το σταυρό
επήδηξε
και
βρόντηξε τα κάτω
Και…νάνι νάνι η μάνα μου –
Δε νοιάζει τ’ όνομά της –
Να ΄ρθει βροχή να
Ξεπλυθώ -!-..
Πώς βάστηξα θεέ μου
Τον παλμό σου -;-
Πώς το σκοινί μου άντεξε –
Άκτιστο τ’ Άπειρο
τ’ Απείρου-;-
Στις τσέπες μου μέσα
ψίχουλα γίνηκε
για τα περαστικά πουλιά –
στις τσέπες που κρεμάσανε
απ’ τα τριάκοντα και
Τρία κάπου χρόνια…
Και τρύπησεν το ρούχο μου
Και είμαι βρώση
Και μόνος είμαι..
Κάπου δειλά
Χαράζει ο άκτιστος
Τέλος δεν έχει να
σημάνει… Μόνο αρχή -!-
Ξανά αρχή…ξανά…
…Και…
Νάνι…Όνειρο -!-
Κι ας γνώριζαν όλοι
τι πράττουν ..
Είναι που
το κράτος πάντα
δολοφονεί -!-..
Κι ο
όχλος να ουρλιάζει:
“Κρέμασον!
Κρέμασον Αυτόν!”
Το ποίημα ανήκει στην Ευαγγελία Πατεράκη
( Προμηθεύς Πυρφόρος )
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ / συνεύντεξη της ,στην Ήρα Κουτούδη στη Lifo
Ένα πρόσωπο μάλλον αφανές που έχει γράψει λίγους, αλλά εξαιρετικούς στίχους, και έχει μεταφράσει αριστοτεχνικά Ντύλαν Τόμας, Πλαθ και Μπέκετ (το «Γαλατόδασος» του πρώτου μοιάζει να γράφτηκε ελληνικά), η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ μίλησε στην Ήρα Κουτούδη για τη μοναχική άσκηση που είναι το να γράφεις και να ζεις! Η έλλειψη στόμφου που χαρακτηρίζει τα λόγια της είναι μία από τις πολλές αρετές της ποίησής της.
Το ποτήρι το πλησίασε στην ανθεκτική της μύτη, αναζητώντας το άρωμα του κρασιού, και της ξέφυγε μια υπερβολική αντιδραση ευχαρίστησης, έκφραση εκτιμησης, αναγνώρισης της φιλοξενίας.
Είναι η πρώτη μας συνάντηση, θα ακολουθήσουν κι άλλες, με το πρόσχημα της μικρής συνέντευξης. Η Κατερίνα Ρουκ ξέρει περισσότερα απ’ όσα σ’ αφήνει να καταλάβεις. Ειναι το ίδιον των σοφών ανθρώπων: να μη σου κάνουν καμία επίδειξη γνώσεων, απλά σου λένε τα απολύτως αναγκαία.
«Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί αυτή η χάρη»
Το διαμέρισμά της, γεμάτο βιβλία, πίνακες που έπρεπε να ξεσκονίζονται, και παλιά φωτιστικά που έπρεπε να μπαίνουν στην πρίζα. Κάθεται στο γραφείο της, ακριβώς μπροστά της μια φωτογραφια του Ρόντνεϊ Ρουκ -του άντρα της- εκτελεί χρέη φυλακτού, αλλά και έμπνευσης υποπτεύομαι!
Μοναδικά προσηλωμένη στην τελειότητα των λέξεων, θέτει τα εξαίσια ελληνικά της στην υπηρεσία του Μπέκετ, της Σίλβια Πλαθ και όσων άλλων μετέφρασε αριστουργηματικά κατά καιρούς…
Στα 17 της θα γράψει το ποίημα για το οποίο ο Νίκος Καζαντζάκης -που είναι νονός της- θα στείλει ένα γράμμα στον Γουδέλη, τον διευθυντή της «Καινούργιας Εποχής», γράφοντάς του: «Παρακαλώ, δημοσιεύστε αυτό το ποίημα, το έχει γράψει μία κοπέλα που δεν έχει βγάλει ακόμα το γυμνάσιο. Είναι το ωραιότερο ποίημα που διάβασα ποτέ!».
Ήταν μια σπουδαία σύσταση για την καριέρα που ακολούθησε… Ναι, άνοιξαν οι πόρτες να δημοσιεύω, να βγάζω βιβλία… δεν είχα κανένα πρόβλημα. Μεγάλη είσοδος.
Λες κάπου «ό,τι μου λείπει με προστατεύει από εκείνο που θα χάσω». Η Τζένη Χόλτζερ -εικαστικός- έγραψε με νέον: «Protect me from what I want». Καλά! Είναι καταπληκτική σύμπτωση! Όταν βρίσκω τέτοιες συμπτώσεις συγχρόνων μου και μη, αισθάνομαι μία αγαλλίαση, γιατί είναι σαν να πίνουμε όλοι νερό από την ίδια πηγή.
Η Χόλτζερ έχει πει επίσης: «Everything that’s interesting is new». Το νέο εσύ πώς το καταλαβαίνεις στην ποίηση; Άμα διαβάσεις έναν μεγάλο ποιητή, είτε παλιό είτε νεότερο -κι όταν αυτός φθάνει στα ύψη-, λες, «μα… αυτό! Αυτό πώς το πρόβλεψε, πως το κατάλαβε, πώς… Ένας μεγάλος ποιητής εκφράζει συγχρόνως -κι αυτή νομίζω είναι η δουλειά του ποιητή- το παλιό και το καινούργιο. Έτσι βγαίνει το κλασικό. Γιατί τι είναι το κλασικό; Η ζυγαριά και των δύο.
Η δουλειά σου έχει «διαβαστεί » σωστά; Α, δεν ξέρω, εγώ δεν είμαι αυταρχική… Όποιος θέλει καταλαβαίνει αυτό που θέλει… (Εγώ, βέβαια, εννοώ άλλο, αν το έργο της έχει εκτιμηθεί όσο του αξίζει, αλλά την αφήνω την ερώτηση γιατί η απάντηση βγαίνει από μόνη της: στην κορυφαία αυτή ποιήτρια έχει δοθεί μόνο ένα δεύτερο Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το 1984, για τους «Μνηστήρες»).
Μίλησέ μου για ποιητές που σου αρέσουν. Ο θεός μου ο μεγάλος ήταν, είναι και θα είναι ο Καβάφης. Ηταν σαν να μου υπαγόρευε τη φιλοσοφία της ζωής μου. «Κι αν πτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε . Ετσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες Ιθάκες τι σημαίνουν». Ναι, αυτό είναι το ευαγγέλιό μου! Από τους νεότερους, ο Καρούζος, τι ποιητής… Συνδυάζει το σουρεαλιστικό, το μεταφυσικό και βέβαια το καθημερινό! Μια άλλη απίθανη ποιήτρια είναι η Μαρία Σερβάκη. Ο Καρούζος τη λάτρευε! Τι μου θυμίζεις… τον Σαχτούρη… την παλιά παρέα στο Μπραζίλιαν, στου Λουμίδη…
Τη θέλεις πίσω τη νεότητά σου; Α, θα τα έδινα όλα… τη φήμη, το μπλα μπλα, αν μπορούσα να πάρω τη νεότητά μου πίσω. Δεν θα την έκανα τίποτε καλύτερο και τίποτα χειρότερο απο εκείνο που την έκανα, αλλά η αίσθηση της νεότητας… όχι μόνο σωματικά ή εμφανισιακα, αλλά σαν εσωτερική κατάσταση. Τι ωραίο πράγμα…
Για το μέλλον του πλανήτη; Για την προστασία του; Καλύτερα ζωντανοί παρά πλούσιοι… Τι έχεις να πεις; Εγώ δεν είμαι καταναλώτρια, δεν μ’ ενδιαφέρει το χρήμα, αλλά και το νερό το σκέπτομαι πώς το χρησιμοποιώ.
Αν έγραφες όμως κάτι… Η ποίηση δεν γράφεται με οδηγίες.
Ωραία, κατά τα άλλα τι υπερασπίζεσαι; Υπερασπίζομαι το δικαίωμα να ζεις ελεύθερα, όχι κάτω από κοινωνικές επιταγές, κάτω από τη δικτατορία των δυνατών, των ισχυρών, των πλουσίων. Υπερασπίζομαι το δικαίωμα να ζεις με τους όρους που εσυ επέλεξες, που δεν έχουν απαραίτητα σχέση με χρήμα και ισχύ.
Οι ποιητές είναι προνομιούχοι; Όταν όλα σ’εγκαταλείπουν, τότε παίρνεις το μολύβι και το χαρτί και γράφεις και αισθάνεσαι κάτι ελαφρύτερο μέσα σου – απ’ αυτή την αποψη είναι προνόμιο! Αλλά από την άποψη του πώς σε βλέπουν, αν σε ευνοούν, αν δεν σ’ ευνοούν, αυτά δεν τα ξέρω…
«Πιάνεις τότε την πέννα
και νομίζεις πως γίνεσαι ένα
με την ωραιότητα και την αθανασία.
Όμως η ποίηση ποια σου ζητάει θυσία;
Τι θέλει για αντάλαγμα;
Μονάχα ένα πράγμα.
Απ’ τη Γη που κατοικείς
τίποτα μην απαιτείς».
(Στροφή από το ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ «Τι δίνει η ποίηση και τι παίρνει».)
Από την τελευταία σου ποιητική συλλογή «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα» έχει περάσει καιρός (με την ευκαιρία να σου πω πως ένας φίλος μου ίδρωσε για να τη βρει, μήπως αυτό σημαίνει πως χρειάζονται κι άλλες εκδόσεις;). Τι ετοιμάζεις τώρα; Ξαναλέω το περίφημο, του νονού μου Νίκου Καζαντζάκη: Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερη.
Αλλά όνειρα; Όνειρα τώρα… Όχι, σ’ αυτήν τη φάση δεν κάνω σπουδαία όνειρα.
Δεν σκέφτεσαι να γράψεις κάτι ακόμα; Θα γράψω ένα δύο βιβλία το πολύ ακόμα, γιατί, ξέρεις, έχω έμμονες ιδέες να μην πέσω στο λάκκο που έχουν πέσει πολλοί συνάδελφοί μου, γνωστοί ποιητές, που εξακολουθούν να γράφουν, να δημοσιεύουν, ενώ έχει στερέψει το ντεπόζιτο· δεν έχει άλλο. Τελειώνει κάποτε το νερό. Για να γράψεις κάτι πρέπει να είσαι μέσα στη ζωή, να συζείς με το μέλλον, όχι να συζείς με το παρελθόν.
Η σοφία όμως δεν είναι μεγαλύτερη τότε; Η ποίηση είναι σαν την κυρία με το σκυλάκι. Το σκυλάκι είναι η ποίηση. Η κυρία η νιότη. Τις πιο πολλές φορές εξακολουθούμε και γράφουμε γιατί δεν μπορούμε να φανταστούμε τη ζωή μας χωρίς αυτό το μπαστούνι.
Η ποίηση γεννιέται από την απουσία; Πολλές φορές έχω πει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που λες, ότι δηλαδή η ρίζα ενός ποιήματος είναι μια πληγή, και το ποίημα η ουλή. Αν έχεις την ευλογία να μπορείς να γράφεις ποίηση, αυτό είναι το φάρμακο για την πληγή.
Υπάρχει ένας στόχος; Εκεί θέλω να φτάσω… Μήπως εκεί βρίσκεται η γέννηση του ποιήματος; Όχι, στόχος στην ποίηση δεν υπάρχει. Υπάρχει ερέθισμα, υπάρχει αυτό που λέγεται έμπνευση.
Θρηνώντας για την πίστη μου
Γροικώντας τη φωνή μου
Τετράπλευρα τα καρφιά
Θε νά΄ναι [. . . ]
Σας ικετεύω
Στην
Ψυχή μου –
Μικρό υπόλοιπο ζωής
Του νου και της καρδιάς
Σάρκας λυγμούς σμιλεύω –
Του γολγοθά
Της γης το σκαλοπάτι
Ανθρώπων νά΄ναι
Επιθυμιά –
Μικρό υπόλοιπο ζωής
Του νου και της καρδιάς
Άπλωσε το χέρι σου
Μύρο να με ποτίσεις –
Πάθος ζωής . . το δίκιο
Νά’ ναι σου το λέω -!-
Γιατί
Έτσι μας θέλει
Η φρόνηση
Με νεύρο του Αργαλέος,
Κι Αρήιους
Πολεμήια έργα –
βλέπεις – ; –
Είναι γυναίκα η φρόνηση
Και μόνο πολεμιστή
Μπορεί να αγαπήσει –
© A. V. F
( Arizon V Flight )
Μικρό υπόλοιπο ζωής
Art by ,
jenny liz ”Life’s Little Balance”




