ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΕΠΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ:  erwtokritos

 

Απoσπάσματα:

Τάμαθες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα,
που ο κύρης σου μ’ εξόρισε σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα;
και πώς να σ’ αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου στο ξορισμόν εκείνο;
Tα λόγια σου, Pωτόκριτε, φαρμάκιν εβαστούσαν,
κι ουδ’ όλπιζα, ουδ’ ανίμενα τ’ αφτιά μου σ’ό,τι ακούσαν.
Και πώς μπορώ να σ’ αρνηθώ; Kι α’ θέλω, δε μ’ αφήνει
τούτ’ η καρδιά που εσύ’βαλες σ’ τσ’ αγάπης το καμίνι.
Kαι πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλ’ άνθη,
μέσα τση πλιό να ριζωθούν, που το κλειδίν εχάθη;
Παρακαλώ, θυμού καλά, ό,τι σου λέω τώρα,
και γρήγορα μισεύγω σου, μακραίνω από τη χώρα.
Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ’ είδα ποτέ μου,
μα ένα κερίν αφτούμενον εκράτουν, κ’ ήσβησέ μου.
Όπου κι αν πάω, κι αν βρεθώ, και ότι καιρόν κι αν ζήσω,
τάσσω σου άλλη να μη δω, μηδένα ν’ αντρανίσω.
Ζωγραφιστή σ’ όλον το νουν έχω τη στόρησή σου,
και δεν μπορώ άλλη να δω παρά την εδική σου.
Eγώ, δεν σ’ εζωγράφισα, ήβγαλα απ’ την καρδιά μου
αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η ζωγραφιά μου.
 
  

  

 Τα λόγια σου Ρωτόκριτε, φαρμάκιν εβαστούσα
κι ουδ’ όλπιζα κι ανίμενα τ’ αυτιά μου ό,τι σ’ ακούσα.
Και πώς μπορώ να σ’ αρνηθώ κι α θέλω δε μ’ αφήνει
τούτη η καρδιά που εσύ ‘βαλες σ’ τς’ αγάπης το καμίνι.
Κι αμνόγω σου στον ουρανό, στον ήλιο, στο φεγγάρι,
άλλος ογιά γυναίκα του ποτέ να μη με πάρει.
Και βγάνει από το δαχτύλι της όμορφο δακτυλίδι,
με δάκρυα κι αναστεναγμούς του Ρώκριτου το δίδει.
Λέει του: “Να και βάλε το εις το δεξό σου χέρι,
σημάδι πως ώστε να ζω είσαι δικό μου ταίρι
και μην το βγάλεις από κει ώστε να ζεις και να ‘σαι,
φόριε το κι όποια στο ‘δωκε κάμε να της θυμάσαι.
Καλλιά θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει,
παρά άλλος μόν’ ο Ρώκριτος γυναίκα να με πάρει”.

 

  

  

Ως την αυγή εμιλούσανε, ως την αυγή εκλαίγα
κι ως την αυγή τα πάθη τως και πόνους τως ελέγα.
Ήστραψεν η ανατολή κι εβρόντηξεν η δύση
όντε τα χείλη του ήνοιξε για ν’ αποχαιρετήσει.

Κι ένα μεγάλο θαύμασμα στο παραθύρι εγίνη,
οι πέτρες και τα σίδερα κλαίσι την ώρα εκείνη.
Εμίσεψ’ ο Ρωτόκριτος και βιάζει τον η ώρα,
μ’ ένα πρικύ αναστεναγμό που σείστηκεν η χώρα.

Τα βάσανά του τα πολλά στα δάση τα εδηγάτο
και το λαγκάδι και βουνί συχνιά του πιλογάτο.
Ουρανέ ρίξε φωτιά ο κόσμος ν’ αναλάβει
κι όλοι ας λαβού κι όλοι ας καού κι η Αρετή μη λάβει.

Στην άδικη απόφαση που δόθηκε σε ‘μένα,
ν’ απαρνηθώ τον τόπο μου, να περπατώ στα ξένα.
Άστρη μην το βαστάξετε, ήλιε σημάδι δείξε
και σ’ έτοιου αφέντη αλύπητου αστροπελέκι ρίξε