ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας το 1911.  Τέλειωσε το Γυμνάσιο στην Τρίπολη και φοίτησε για δύο έτη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε, ήρθε σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Το 1931 έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία με τη δημοσίευση του ποιήματος «Της μοναξιάς» στο περιοδικό Νέα Εστία. Τον επόμενο χρόνο (1932) δημοσίευσε στο ίδιο περιοδικό άλλα τέσσερα ποιήματα και το 1933 άλλο ένα με τον τίτλο «Το χιόνι» στο πειραϊκό περιοδικό Ρυθμός. Την περίοδο 1935 – 1936 ταξίδεψε στη Νότια Γαλλία και στο Παρίσι για να επισκεφθεί και να γνωρίσει τα κινηματογραφικά στούντιο. Επιστρέφοντας μπήκε στον κύκλο του περιοδικού Νέα Γράμματα, στο οποίο δημοσίευσε κριτικά σημειώματα, όπως έκανε και με άλλα λογοτεχνικά περιοδικά (Μακεδονικές Ημέρες, Ρυθμός). Την επόμενη δεκαετία συνεργάστηκε με την Αγγλοελληνική Επιθεώρηση ως μεταφραστής, ενώ το 1951 άρχισε να συνεργάζεται και με το ΕΙΡ ως μεταφραστής, διασκευαστής θεατρικών έργων και ραδιοσκηνοθέτης,
Το χειμώνα του 1941-42 έγραψε την ποιητική σύνθεση «Αμοργός», η οποία εκδόθηκε το 1943. Κατά την πρώτη κυκλοφορία του το έργο προκάλεσε δυσμενείς κριτικές και αντιδράσεις, αλλά πολύ σύντομα το κλίμα αντιστράφηκε και η «Αμοργός», αποσπώντας ευμενείς ελληνικές και ξένες κριτικές, αναδείχθηκε σε κορυφαίο ποιητικό έργο, θεωρήθηκε ως ορόσημο στην ιστορία της ελληνικής υπερρεαλιστικής ποίησης και επηρέασε σύγχρονους και μεταγενέστερούς ποιητές.
Από τότε ο Ν. Γκάτσος δημοσίευσε τρία ακόμη ποιήματα: το «Ελεγείο» (1946, Φιλολογικά Χρονικά), το «Ο Ιππότης και ο Θάνατος» ( 1947, Μικρό Τετράδιο), τα οποία από το 1969 εκδίδονται στο ίδιο βιβλίο με την «Αμοργό», και το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963, Ο Ταχυδρόμος), αφιερωμένο στο Γ. Σεφέρη.
Η δημιουργικότητά του διοχετεύτηκε εξ ολοκλήρου στη στιχουργία και, γράφοντας τους στίχους του πότε πριν και πότε πάνω στη μελωδία, διαμόρφωσε τον κανόνα του ποιητικού τραγουδιού. Βασικός του συνεργάτης υπήρξε ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος αποπειράθηκε να μελοποιήσει και την «Αμοργό», χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει τη σύνθεση.  
Ασχολήθηκε επίσης με τη θεατρική μετάφραση. Μετέφρασε επίσης θεατρικά έργα των Lope de Vega, Strindberg, O’ Neill, Tennessee Williams και άλλων δραματουργών. Κυρίως, όμως, μετέφρασε με αριστοτεχνικό τρόπο έργα του Ισπανού ποιητή Federico Garcia Lorca, με πρώτο τον «Ματωμένο γάμο», που έγινε αφορμή να γραφούν σύγχρονα ελληνικά θεατρικά έργα. Ο κριτικός Δημοσθένης Κούρτοβικ σημειώνει: «Η βαθύτερη σχέση του Γκάτσου με τον Lorca είναι φανερή στην Αμοργό. Όπως και ο Ισπανός ποιητής, κατόρθωσε σ’ αυτό το έργο να συνδυάσει τον Υπερρεαλισμό με παραδοσιακές μορφές του νεοελληνικού λόγου και να του δώσει έτσι, πρώτος αυτός, ελληνική ιδιοπροσωπία».
 Τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων για το σύνολο του έργου του (1987) και εκλέχτηκε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας της Βαρκελώνης για τη συμβολή του (μέσω των μεταφράσεών του) στην προώθηση της ισπανικής λογοτεχνίας (1991).
ΕΞΩΦΥΛΑ ΔΙΣΚΩΝ

 ΑΓΑΠΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

Ένα δειλινό, μες στ’ ακροθαλάσσι,
σαν το ναυαγό ήρθα κι εγώ.
Μου ‘δωσες νερό σ’ ασημένιο τάσι,
για να δροσισθώ, σ’ ευχαριστώ.

Αγάπη μέσα στην καρδιά
φουρτουνιασμένη λαγκαδιά
κάποια βραδιά πλημμύρισες,
και μας ξεκλήρισες.

Πάψε να ζητάς όλη την αλήθεια,
τι είναι ο έρωτας μη με ρωτάς.
Ψάξε να τη βρεις μες στα παραμύθια,
τώρα δε μπορείς, είναι νωρίς.

Αγάπη μέσα στην καρδιά
φουρτουνιασμένη λαγκαδιά
κάποια βραδιά πλημμύρισες,
και μας ξεκλήρισες.

ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Αγάπη μου κορίτσι μου
ποια νύχτα θα σε φέρει
σε τούτα τ’ άγια μέρη
να σε βρω την αυγή.

Πήγα να γίνω άρχοντας
και συ βασίλισσά μου
μα κόψαν τα φτερά μου
και χάθηκα στη γη. (δις)

Κορίτσι μου γυναίκα μου
ο χρόνος θα με πάρει,
μα δεν κάνει χάρη
στο πάθος θα χαθώ.

Και συ θα γίνεις άστρο μου
και ‘γω θα ‘μαι η σκιά σου
παντοτινή τροχιά σου
φως άγιο που αγαπώ