Ποίηση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Μαρτίου 2013
Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.
 
Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.
 
Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
 
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από΄κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από΄δω, έχασα κι από΄κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ΄λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.
 

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Μαρτίου 2013

Εμπρός εμπρός με ακούτε; Εμπρός
Από μακριά τηλεφωνώ.
Δεν ακούγομαι τι,
ξεφορτίστηκε η απόσταση;
Από κινητό διάστημα μιλάτε;
Να ξαναπατήσω το μηδέν;
Κι άλλο;
Με ακούτε τώρα;
Ναι μου δίνετε σας παρακαλώ τη μαμά μου;
Τι αριθμό πήρα;
Τον ουρανό αυτόν μου έχουν δώσει.
Δεν είναι κει;
Μπορώ να της ουρλιάξω ένα μήνυμα;
Είναι μεγάλη ανάγκη πείτε της,
είδα στον ύπνο μου ότι πέθανε
κι εγώμικρό παιδί, κατουρημένο γοερά,
μούσκεμα ο φόβος ως απάνω
κι ακόμα να στεγνώσει.

Ν’ αρθει να τον αλλάξει.
Αν δεν μπορέσει,
της λέτε ότι ωρίμασε εκείνη η παλιά φοβέρα της,
πως θα με φάει ο γέρος αν δεν τελειώσω το φαγητό μου.
Ωρίμασε,
έγινα γεύμα γήρατος,
όχι σε ταβερνάκι ονείρου.
Σε κάποιο λαϊκό μαγέρικο
που άνοιξε
ο καθρέφτης.

Κυριακή Ψαρρού στις 20 Μαρτίου 2013

 

Το ποίημα της Τζένης Μαστοράκη ανήκει στη συλλογή Διόδια (1972), που εκδόθηκε όταν η ποιήτρια ήταν 23 ετών. Κεντρικός άξονας του ποιήματος είναι η σχέση των νέων της γενιάς του ’70 με τους νέους της προηγούμενης γενιάς, που έζησε τη νεότητά της στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ’40.

Oι μεγάλοι
κουβαλούν πάντα μέσα τους
το παιδί που υπήρξαν
στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο
το κορίτσι που δεν πρόφτασαν να φιλήσουν
έναν αγιάτρευτο καημό λαχανίδας*.
Το πρώτο χνούδι στο πανωχείλι τους
τους Βαρβάρους του Καβάφη*
και μια παλιά φυματίωση.
Τις μέρες τους
καταχωρισμένες σε δελτία τροφίμων.
Ένα καρφί στον τοίχο
μπορούσε να σημαδέψει μια εποχή
– τα καλοκαίρια ξυριζόντουσαν
με τον καθρέφτη κρεμασμένο στο παράθυρο.
Όνειρα συνοικιακά
σα μια μοτοσυκλέτα με καρότσα
για πολυμελείς οικογένειες.
Εμείς
κουβαλάμε, απλούστατα, μέσα μας
τους μεγάλους.

Τ. Μαστοράκη, Διόδια, Κέδρος

http://digitalschool.minedu.gov.gr/

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Μαρτίου 2013

ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ

Είσαι νέος – το ξέρω – και δεν υπάρχει τίποτε.
Λαοί, έθνη, ελευθερίες, τίποτε.
Όμως ε ί σ α ι. Και την ώρα που
Φεύγεις με το ‘να πόδι σου έρχεσαι με τ’ άλλο
Ερωτοφωτόσχιστος
Περνάς θέλεις – δε θέλεις
Αυλητής φυτών και συναγείρεις τα είδωλα
Εναντίον μας. Όσο η φωνή σου αντέχει.

Πώς της παρθένας το τζιτζίκι όταν το πιάνεις
Πάλλονται κάτω απ’ το δέρμα σου οι μυώνες
Ή τα ζώα που πίνουν κι ύστερα κοιτούν
Πώς σβήνουν την αθλιότητα: ίδια εσύ
Παραλαμβάνεις απ’ τους Δίες τον κεραυνό
Και ο κόσμος σού υπακούει. Εμπρός λοιπόν
Από σένα εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή
Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

 

Κυριακή Ψαρρού στις 20 Μαρτίου 2013

Ὁ βυθός

Ἕνας ναύτης ψηλὰ
στὰ κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μέσ᾿ στὸ φεγγάρι

Κι ἡ κοπέλα ἀπ᾿ τὴ γῆς
μὲ τὰ κόκκινα μάτια
λέει ἕνα τραγούδι
ποὺ δὲ φτάνει ὡς τὸ ναύτη

Φτάνει ὡς τὸ λιμάνι
φτάνει ὡς τὸ καράβι
φτάνει ὡς τὰ κατάρτια

Μὰ δὲ φτάνει ψηλὰ στὸ φεγγάρι

Κυριακή Ψαρρού στις 17 Μαρτίου 2013

 

Μὲ γυμνὸ πόδι στὰ πλούσια τὰ λουλούδια,

μὲ ξέπλεγα στὶς αὖρες τὰ μαλλιά της,

πετᾷ ἡ τρελὴ Χαρὰ μὲ τὰ τραγούδια,

παιδούλα δροσερὴ σὰ μοσχομπάτης.

Σὰν πεταλούδα βελουδένια χνούδια

τινάζει ἀπ᾿ τὰ πολύχρωμα φτερά της

καὶ στὰ τετράξανθά της τὰ πλεξούδια

κάτι ἀντιφέγγει σὰ μεσημεριάτης.

Καὶ τὴ χαρά της δὲν κρατάει στὰ στήθια,

μὰ ἐκεῖ ποὺ τρελὰ κράζει: τί μοῦ λείπει;

νὰ σου πετιέται ἀπὸ τὰ κουφολίθια

ἡ γριὰ ἡ Ἠχὼ καὶ τῆς φωνάζει: ἡ λύπη!

εἶμαι γριὰ καὶ ξέρω· μόνον ἂν πάθῃς,

μπορεῖς καὶ τὶ ’ναι ἡ χαρὰ νὰ μάθῃς.

Κυριακή Ψαρρού στις 16 Μαρτίου 2013

 

Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας

ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε

ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ

ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο

μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι

ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε

νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.

Ἡ ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε

σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν

νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε

μὲ τόσο πάθος.

Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε

μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες

κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα

ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου

κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη

μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε

μέσα στὴ φυγή.

Μαρία Ανδρεάδου στις 6 Μαρτίου 2013

…Φεύγω με μια ματιά
Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται
Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς…

απόσπασμα / Πίνοντας Ήλιο Κορινθιακό / Οδυσσέας Ελύτης

Μαρία Ανδρεάδου στις 1 Μαρτίου 2013

Είναι επίσης και η άνοιξη… που τη θυμήθηκα απο τη μυρωδιά ενός μικρού λουλουδιού που άνθισε κάτω απο το παραθύρι του γραφείου μας και μας έκανε όλους να σκύψουμε το κεφάλι έξω για να το δούμε!

Τί υπέροχο που είναι όταν ανακαλύπτεις ξαφνικά χαμένες ευαισθησίες που μόνο έτσι γίνονται αντιληπτές, μέσα στη λαίλαπα του σύγχρονου-αστικού τρόπου ζωής μας!

Αυτό το μικρό λουλουδάκι λοιπόν που φύτρωσε κάτω απο το γραφείο μας αντιδρώντας κι εκείνο πεισματικά στο τσιμέντο, έγινε η αφορμή να θυμηθώ τα παιδικά μου χρόνια… την Μ. Εβδομάδα που περνούσα σα παιδί στο χωριό με τη γιαγιά μου.

Όπου μας άφηναν οι γονείς και η γιαγιά μας πήγαινε απο νωρίς στην εκκλησία, σχεδόν μεσημέρι πηγαίναμε, αργά βράδυ γυρνούσαμε.

Για κείνη το άκουσμα της καμπάνας σήμαινε την αργοπορία μας και φώναζε «αϊντε χτύπησε η καμπάνα κι εμείς ακόμα να πάμε!».

Ανεβαίναμε στον γυναικωνίτη η γιαγιά έπιανε θέση κι εμείς τα παιδιά καθόμασταν στα σκαλιά και όταν θέλαμε κρεμιόμασταν απο το μπαλκονάκι και όλα φάνταζαν μαγικά κάτω απο το ημίφως.

Απαραίτητοι θαμμώνες της εκκλησιάς κάθε απόγευμα εμείς και η ξαδέλφη μου, κύρια πρωταγωνίστρια σε όλες μου τις παιδικές αναμνήσεις… συνοδοιπόρισσα στο ταξίδι προς την ενηλικίωση.

Τότε που η άνοιξη είχε μυρωδιές…

Τα παιδιά αντιλαμβάνονται αλλιώς τα πράγματα, κρατούν μέσα τους τα καλά στοιχεία σαν θησαυρό και στις δύσκολες στιγμές μας σαν ενήλικες οφείλουμε να τα ανασύρουμε, να τα αξιοποιούμε.

Εκείνα μας κρατούν και μας στηρίζουν.

Αυτή για μένα είναι η άνοιξη… η αναγέννηση και η δημιουργία

Οδυσσέας Ελύτης / πίνακας : Vincent-Willem-van-GoghAlmond_tree-1890 /

Vincent-Willem-van-GoghAlmond_tree-1890

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Φεβρουαρίου 2013

ΝΑ ΠΕΣΟΥΝ ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ. Να πέσουν οι μάσκες επιτέλους. Τώρα που οι μάσκες και τα ψιμύθια έχουν την τιμητική τους. Αρχής γενομένης από τη δική μου.

ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΚΑΘΡΕΦΤΗ τον μεγεθυμένο εαυτό μου να δω, σε εκείνον που βγάζω τα φρύδια μου, να ανάψω και τις λάμπες φθορίου να μη μου ξεφύγει τίποτα. Έτσι, γυμνό το πρόσωπο, αποστεωμένο, χλωμό. Με τους πόρους ορθάνοιχτους, ουλές από εφηβική ακμή και τις ρυτίδες που τις ονοματίζουμε ρυτίδες εκφράσεις για να πονούν λιγότερο.

ΠΡΟΒΑΡΩ ΧΑΜΟΓΕΛΑ. Αινιγματικά, πολλά υποσχόμενα, σίγουρα, φωτεινά. Και τα βράδια τα ξεκουμπώνω και τα φυλάω στην ειδική τους θήκη. Και βλέμματα. Ζευγάρια μάτια με βλέμμα καλά εκπαιδευμένο, μπαινοβγαίνουν στις κόχες μου. Χρόνια με συντροφεύει πολλά το ίδιο πρόσωπο και σαν εύπλαστο υλικό δικό μου, έμαθα να το ελέγχω, να το μεταπλάθω, για να κρύβει…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ. Κάποτε ίσως το πρόσωπο ήταν σπαθί. Μετά από περίεργες συναντήσεις με άλλα πρόσωπα που είχαν συναντηθεί και κείνα με τη σειρά τους με άλλα πρόσωπα, τα βρήκε μπαστούνια. Και άρχισε να οπισθοχωρεί. Και να επαγρυπνά.

ΣΙΓΟΥΡΑ ΠΡΟΣΩΠΑ, ΔΥΝΑΜΙΚΑ, ΠΟΛΥΑΣΧΟΛΑ, ΣΚΛΗΡΑ ΚΑΙ ΑΝΕΤΑ. Το ίδιο πρόσωπο που σου ανοίγει διάπλατα μία πόρτα, την επόμενη στιγμή μπορεί να σου την κλείσει στα μούτρα με φόρα. Από φόβο… ανέκφραστα. Μην τυχόν και φανερωθεί εκείνο το μικρό παιδί, το ευάλωτο που δεν είναι όμορφο πολύ, που μόνο να ζητάει ξέρει, και να κλαίει, που πεισμώνει και παίζει μόνο του σε μια γωνίτσα, που κάνει σκανταλιές γιατί είναι στη φύση του, που δεν αξίζει προσοχή. Δε θα πάρει αγάπη.

ΝΑ ΠΕΣΟΥΝ ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ. Να μείνει το πρόσωπο γυμνό, καθαρό και απαλλαγμένο. Αυτό είναι το δικό μου. Κουρασμένο, στραβωμένο, οργισμένο, φοβισμένο, άσχημο, πανέμορφο, χαμογελαστό, λαμπερό, ήρεμο. Βγάλε και συ τη μάσκα σου και σου υπόσχομαι πως κάθε φορά που οι άκρες των χειλιών σου θα οδεύουν προς τα κάτω εγώ θα καθρεφτίζομαι ανάποδα για να σε παρασύρω στο πιο πλατύ χαμόγελο.

ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΑΠΕΙΡΕΣ και οι συνδυασμοί μας ασύλληπτοι. Και τίποτα δεν είναι πιο συναρπαστικό από το να ανακαλύπτω ξανά και ξανά το πρόσωπό μου και να ξαφνιάζομαι από το δικό σου. Μαγική η συνάντηση τότε. Κι ας με φόβιζαν από μικρή οι κλόουν.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΑΤΖΗΜΑΓΙΟΓΛΟΥ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Φεβρουαρίου 2013

Λουδιβίκος Ανωγείων

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει

Να “ναι κόκκινο σαν ήλιος
θα καίει σαν φωτιά
Κίτρινο σαν το φεγγάρι
θα “χει μοναξιά

Να “χει τ” ουρανού το χρώμα
θα “ναι μακρινή
Να “ναι μαύρο σαν τη νύχτα
θα “ναι πονηρή

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει

Να “ναι άσπρο συννεφάκι
φεύγει και περνά
Να “ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά

Να “ναι το ουράνιο τόξο
που δεν πιάνεται
Όλο φαίνεται πως φτάνω
κι όλο χάνεται

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει

Μαρία Ανδρεάδου στις 17 Φεβρουαρίου 2013
Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω και να τα μοιραστώ μαζί σου.
Δεν μπορώ ν’ αλλάξω το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου να κρατηθείς
και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιός είσαι ούτε ποιός πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ να σ’ αγαπώ όπως είσαι και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν τους φίλους μου και τις φίλες μου.
Δεν ήσουν πάνω ή κάτω ή στη μέση.
Δεν ήσουν πρώτος ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος. Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες. Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.
Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο. Ευχαριστώ που είμαι.
από http://iliaskourakos.blogspot.gr/2011/10/blog-post.html
Κυριακή Ψαρρού στις 10 Φεβρουαρίου 2013

 

Τὸ σπίτι γέμισε τριζόνια

χτυποῦν σὰν ἄρρυθμα ρολόγια

λαχανιασμένα. Καὶ τὰ χρόνια

 

ποὺ ζοῦμε σὰν αὐτὰ χτυποῦν

καθὼς οἱ δίκαιοι σιωποῦν

σὰ νὰ μὴν εἶχαν τί νὰ ποῦν.

 

Κάποτε τ᾿ ἄκουσα στὸ Πήλιο

νὰ σκάβουνε γοργὰ ἕνα σπήλαιο

μέσα στὴ νύχτα. Ἀλλὰ τὸ φύλλο

 

τῆς μοίρας τώρα τὸ γυρίσαμε

καὶ μᾶς γνωρίσατε καὶ σᾶς γνωρίσαμε

ἀπὸ τοὺς ὑπερβόρειους ἴσαμε

 

τοὺς νέγρους τοῦ ἰσημερινοῦ

ποὺ ἔχουνε σῶμα χωρὶς νοῦ

καὶ ποὺ φωνάζουν σὰν πονοῦν.

 

Κι ἐγὼ πονῶ κι ἐσεῖς πονεῖτε

μὰ δὲ φωνάζουμε καὶ μήτε

κἂν ψιθυρίζουμε, γιατί

 

ἡ μηχανὴ εἶναι βιαστικὴ

στὴ φρίκη καὶ στὴν καταφρόνια

στὸ θάνατο καὶ στὴ ζωή,

 

τὸ σπίτι γέμισε τριζόνια.

 

Πρετόρια, 16 Γενάρη ’42

 

Κυριακή Ψαρρού στις 3 Φεβρουαρίου 2013
Εδώ, σ΄αυτό το μνήμα κείται κάποιος
που ο φόβος οι άλλοι τι θα πούν, κι η ματαιοδοξία ν’ αρέσει
τόσο του κλέψανε ό,τι είχε πιο δικό του
ώστε, σχεδόν, δεν κείται εδώ, κανείς.
Κυριακή Ψαρρού στις 3 Φεβρουαρίου 2013

Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν’ εκείνα που αγαπώ
γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα.

Στ’ αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ’ ομολογώ
Σαν να ‘μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν τα κυνηγά
Πάντα πάντα θα ‘ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.