Ποίηση

Κυριακή Ψαρρού στις 25 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ είναι το τρίτο στη σειρά Ελεγεία και κλείνει τη μοναδική συλλογή του Γρυπάρη Σκαραβαίοι και Τερρακότες. Σ’ αυτό ο ποιητής εκμεταλλεύεται τη ρωμαϊκή παράδοση για το αμάρτημα των Εστιάδων που από αβουλία άφησαν και έσβησε η ιερή φλόγα, την οποία τάχτηκαν να κρατούν άσβηστη στο βωμό της θεάς.

Βαθιά άκραχτα μεσάνυχτα, τρισκότεινοι ουρανοί
πάν’ απ’ την πολιτεία την κοιμισμένη·
κι άξαφνα σέρνει του Κακού το Πνεύμα μια φωνή,
τρόμου φωνή – κι όλοι πετιούνται αλαλιασμένοι.

 

«Έσβησε η άσβηστη φωτιά!» κι όλοι δρομούν φορά
τυφλοί μέσα στη νύχτα να προφτάσουν,
όχι μ’ ελπίδα πως μπορεί να ‘ν ψεύτρα η συμφορά,
παρά να δουν τα μάτια τους και τη χορτάσουν.

 

Θαρρείς νεκροί κι απάριασαν τα μνήματ’ αραχνά,
σύγκαιρα ορθοί για τη στερνή την κρίση,
κι ενώ οι ανέγνωμοι σπαρνούν μες σε κακό βραχνά,
μην τύχει τρέμουνε κανείς και τους ξυπνήσει.

 

Μ’ ένα πνιχτό μονόχνωτο αναφιλητό σκυφτοί
προς της Εστίας το Ναό τραβούνε,
και μπρος στην Πύλη διάπλατα τη χάλκινη ανοιχτή
ένα τα μύρια γίνουνται μάτια να ιδούνε.

 

Και βλέπουν: με της γνώριμης αρχαίας των αρετής
το σχήμα τ’ ανωφέλευτο ντυμένες,
στον προδομένο το Βωμόν εμπρός γονυπετείς
τις Εστιάδες, τις σεμνές, μα κολασμένες.

 

Το κρίμα τους εστάθηκε μια άβουλη αναμελιά
κι αραθυμιά -σαν της δικής μας νιότης!
μα η Άγια Φωτιά, μια πόσβησε, δεν την ανάβει πλια
ανθρώπινο προσάναμμα ή πυροδότης.

 

Κι όσο κι αν με τις φούχτες των σκορπίζουν στα μαλλιά
με συντριβή και με ταπεινοσύνη,
του κάκου! στη χλια χόβολη και μες στη στάχτη πλια
σπίθας ιδέα ούδ’ έλπιση δεν έχει μείνει.

 

Κι είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία· εχτός
αν, πρι ο καινούριος ο ήλιος ανατείλει,
κάμει το θάμα του ο ουρανός, και στ’ άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλει.

 

Κι αν είν’ και πέσει απάνω τους, ας πέσει! όπως ζητά
το δίκιο κι οι Παρθένες το ζητούνε,
που ιδού τις με τα χέρια τους στα ουράνια σηκωτά
και την ψυχή στα μάτια τους τον προσκαλούνε. ……………………………………………………………………
Τάχα το θάμα κι έγινε; Πες μου το να σ’ το πω,
γνώμη άβουλη, γνώμη άδικη μιας νιότης
σαν τη δικιά μας, πόσβησεν έτσι χωρίς σκοπό
κι ακόμα ζει και ζένεται – με το σκοπό της!

 

 


 

άκραχτος: σιωπηλός, που δεν έχει κράξει (λαλήσει) ο πετεινός.
αλαλιασμένος
: ξέφρενος, αναστατωμένος.
δρομώ φορά
: τρέχω ορμητικά.
απαριάζω
: αφήνω, παρατώ.
αραχνός
: αραχνιασμένος.
σπαρνώ
: σπαράζω, αναταράζομαι από φόβο.
Εστιάδες
: ιέρειες στο ναό της Εστίας στην αρχαία Ρώμη. Ανήκαν σε ευυπόληπτες οικογένειες της Ρώμης. Μπαίνοντας στην υπηρεσία της θεάς αναλάμβαναν την υποχρέωση να μείνουν αγνές σε όλη τους τη ζωή και να φυλάγουν να μη σβήσει η ιερή φωτιά στο ναό. Αν παραμελούσαν το χρέος τους, τις έθαβαν ζωντανές, γιατί πίστευαν ότι το σβήσιμο της φωτιάς προμηνούσε συμφορές για την πόλη.
αραθυμιά: αδράνεια, αβουλία.
ζένομαι: βράζω.

ΑΠΟ ΤΟ minedu.gov.gr

Μαρία Ανδρεάδου στις 13 Ιουλίου 2013

Παραθαλάσσιο κέντρο/ καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο

μουσική χειροκροτήματα/ ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά/τα παιδιά τρέχουν

στη θάλασσα σέρνονται φώτα/ τραγούδια/ (Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)

Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια/ βραδιάζει/ οι εκδρομείς επιστρέφουν

με λουλούδια/ με λιοκαμένα πρόσωπα/ χαρούμενοι

(θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)

Άγγλοι αντιπαθητικοί/ ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες

μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο/ Άλλος και φεύγουμε!

Λάμπες ασετυλίνης/ οι δρόμοι αδειάζουν

κορμιά κολλημένα στους τοίχους

λαχανιασμένοι ψίθυροι/ (νιώθουμε ξένοι, μόνοι πολύ μόνοι)

Ποιος θα μας σώσει/ ποιος θα μας ξεκουράσει

κατά πού να γυρίσουμε

(είμαστε νικημένοι

και τόσες Κυριακές μπροστά μας)

 

Κλείτος Κύρου, Κυριακή απόγευμα (Εν όλω συγκομιδή, εκδ. Άγρα)

Κυριακή Ψαρρού στις 7 Ιουλίου 2013

 

Ἕνας βράχος στὰ βουνὰ

συλλογιέται μοναχός του.

Ἕνα ρυάκι, ποὺ περνᾷ,

κάτι τραγουδάει ἐμπρός του.

Μία ἀνεμώνη, ποὺ ἀνθεῖ

εἰς τὸν βράχο στηριγμένη,

νὰ νοήσῃ προσπαθεῖ

τὸ τραγούδι τί σημαίνει.

Κι᾿ ὅλο σκύφτει πιὸ πολύ,

καὶ ξεχνᾷ τὸ στήριγμά της.

Τί τραγούδι νὰ λαλῇ

ὁ τρεχάμενος διαβάτης;

Τραγουδεῖ γιὰ μία ἀγκαλιά,

ποὺ μὲ πόθον ἀνοιγμένη

στὴν χρυσὴν ἀκρογιαλιὰ

μέρα νύχτα τὸν προσμένει.

-Ἄχ, κι᾿ ἂς ἤμουν, λέγ᾿, ἐγὼ

κείνη ποὺ θὰ τ᾿ ἀγκαλιάσῃ!

Καὶ τὰ ρεῦμα τὸ γοργὸ

σκύβ᾿ ἡ λουλουδιὰ νὰ φθάσῃ,

Μά, σὰν ἔσκυβ᾿ ἔτσι δὰ

τὸ νερὸ μὲ τὴν ὁρμή του

τὰ φυλλάκια της μαδᾷ

τὰ κατρακυλᾷ μαζύ του.

Τώρα στέκει μαδητή,

στέκει στέλεχος μονάχο!

Διατί, ἄχ! διατὶ

ξεστηρίχθηκ᾿ ἀπ᾿ τὸν βράχο!

Κυριακή Ψαρρού στις 17 Ιουνίου 2013
Yπὲρ ἢ κατά;
Ἔστω ἀπαντεῖστε μ᾿ ἕνα ναὶ ἢ μ᾿ ἕνα ὄχι.
Τὸ ἔχετε τὸ πρόβλημα σκεφτεῖ
Πιστεύω ἀσφαλῶς πὼς σᾶς βασάνισε
Τὰ πάντα βασανίζουν στὴ ζωὴ
Παιδιὰ γυναῖκες ἔντομα
Βλαβερὰ φυτὰ χαμένες ὦρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φίλμς. Κι αὐτὸ σᾶς βασάνισε ἀσφαλῶς.
Μιλᾶτε ὑπεύθυνα λοιπόν. Ἔστω μὲ ναὶ ἢ ὄχι.
Σὲ σᾶς ἀνήκει ἡ ἀπόφαση.
Δὲ σᾶς ζητοῦμε πιὰ νὰ πάψετε
Τὶς ἀσχολίες σας νὰ διακόψετε τὴ ζωή σας
Τὶς προσφιλεῖς ἐφημερίδες σας· τὶς συζητήσεις
Στὸ κουρεῖο· τὶς Κυριακές σας στὰ γήπεδα.
Μιὰ λέξη μόνο. Ἐμπρὸς λοιπόν:
Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Σκεφθεῖτε το καλά. Θὰ περιμένω.
Κυριακή Ψαρρού στις 2 Ιουνίου 2013
Ἄνθρωποι πού δέ γνώρισα ποτέ μοῦ δῶσαν τό αἷμα μου καί τ’
ὄνομά μου

στήν ἡλικία μου χιονίζει, χιονίζει ἀδιάκοπα

μιὰ κίνηση πάντα σά νὰ ’θελα νά προφυλαχτῶ ἀπό ’να χτύπημα

δίψασα γιά ὅλη τή ζωή, κι ὅμως τήν ἄφησα

γιά ν’ ἁρπαχτῶ ἀπ’ τά πελώρια ἀγκάθια τῆς αἰωνιότητας,

ἡ σάρκα μου ἕνας ἐπίδεσμος γύρω ἀπ’ τό αὐριανό μου τίποτα

κανείς δέν μπορεῖ νά μέ βοηθήσει στόν πόνο μου

ἐκτός ἀπ’ τόν ἴδιο μου τόν πόνο –εἶμαι ἐδῶ, ἀνάμεσά σας, κι ὁλομόναχος,

κ’ ἡ ποίηση σά μιὰ μεγάλη ἀλήθεια πού τήν ἀνακαλύπτεις ὕστερ’ ἀπό χρόνια,

ὅταν δέν μπορεῖ νά σοῦ χρησιμέψει πιά σέ τίποτα.

Ἐπάγγελμά μου: τό ἀκατόρθωτο.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Ιουνίου 2013

Τα λόγια του Μάνου Χατζιδάκι παραμένουν σημείο αναφοράς, κυρίως αυτούς τους καιρούς του σκοταδιού. Σήμερα, μετά την είδηση πως δασκάλα δημοτικού σχολείο δέχθηκε επίπληξη από γονείς και της διευθύντριά της επειδή δίδαξε στην τάξη το τραγούδι Κεμάλ σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι, θυμόμαστε τη μοναδική αφήγηση του Μάνου Χατζιδάκι για την ιστορία του Κεμάλ.

Ελεγε ο σπουδαίος Μάνος Χατζιδάκις:

«Στη Νέα Υόρκη το χειμώνα του ΄68, συνάντησα ένα νέο παιδί είκοσι χρονών που το λέγανε Κεμάλ. Μου τον γνωρίσανε. Τί μεγάλο και φορτισμένο από μνήμες όνομα για ένα τόσο όμορφο και νεαρό αγόρι, σκέφθηκα. Είχε φύγει απ΄ τον τόπο του με πρόσχημα κάποιες πολιτικές του αντιθέσεις. Στην πραγματικότητα, φαντάζομαι, ήθελε να χαθεί μέσ΄ στην Αμερική. Του το είπα. Χαμογέλασε.
-Δέχεστε να σας ξεναγήσω;
Αρνήθηκε ευγενικά. Προτιμούσε μόνος.
Κι έτσι σαν γύρισα στο σπίτι μου τον έκανα τραγούδι, μουσική.
Ο Γκάτσος εκ των υστέρων, γράφοντας τους στίχους στα ελληνικά, τον έκανε άραβα πρίγκιπα να προστατεύει τους αδυνάτους. Κάτι σαν μια ταινία του ΄Ερολ Φλυν του ΄35.
Η Πελοπόννησος (καταγωγή του Γκάτσου), από τη φύση της αδυνατεί να κατανοήσει την αμαρτωλή ιδιότητα των μουσουλμάνων Τούρκων, που μοιάζουν σαν ηλεκτρισμένα σύννεφα πάνω απ΄ τον Έβρο, ή σαν χαμένα και περήφανα σκυλιά.
Το μόνο που αφήσαμε ανέπαφο στα ελληνικά είναι εκείνο το «Καληνύχτα Κεμάλ». Είτε πρίγκιπας άραψ είτε μωαμεθανός νεαρός της Νέας Υόρκης, του οφείλουμε μια «καληνύχτα» τέλος πάντων, για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε ήσυχα τη νύχτα. Χωρίς τύψεις, χωρίς άχρηστους πόθους κι επιθυμίες. Κατά πως πρέπει σ΄ Έλληνες, απέναντι σ΄ ένα νεαρό μωαμεθανό- όπως θα έλεγεν κι ο φίλος μας ο ποιητής ο Καβάφης.»

Σύμφωνα με το activeradio, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Μάνος Χατζιδάκις αποφάσισε το 1993 να εκδώσει τον δίσκο στα ελληνικά με τον Νίκο Γκάτσο στη συγγραφή των στίχων. Το τραγούδι ερμηνεύει η Αλίκη Καγιαλόγλου ενώ ο ίδιος ο Χατζιδάκις κάνει την αφήγηση στην αρχή του τραγουδιού.

Οι στίχοι έχουν ως εξής:

Ακούστε τώρα την ιστορία του Κεμάλ
ενός νεαρού πρίγκηπα της Ανατολής,
απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού,

που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ
και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων.

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και έναν καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό.
Στη Μοσούλη, τη Βασόρα , στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.

Κι ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί.
Τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει, πως θ’ αλλάξουν οι καιροί.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά.
Απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη κι απ’ τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει τη θηλιά.
Μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.

Με δυο γέρικες καμήλες μ’ ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.
Πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ΄ αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.

Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
που απ΄ τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
«Νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»

Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ.
Καληνύχτα…

ΑΠΟ yahoo.gr

Μαρία Ανδρεάδου στις 31 Μαΐου 2013

Είμαστε ο χρόνος. Εκείνη είμαστε η περίφημη
παραβολή του Σκοτεινού Ηράκλειτου.
Είμαστε το νερό, όχι το σκληρό διαμάντι,
αυτό που χάνεται, όχι αυτό που μένει.
Είμαστε το ποτάμι κι ο Έλληνας εκείνος
που κοιτάζεται στο ποτάμι. Η αντανάκλασή του
αλλάζει στο νερό του εναλλασσόμενου καθρέφτη
στο κρύσταλλο που αλλάζει σαν τη φωτιά.
Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι
όπως κυλά προς τη θάλασσα. Το σκέπασε η σκιά.
Όλα μάς αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν.
Η μνήμη δεν εξαργυρώνει το νόμισμά της.
Και ασφαλώς κάτι υπάρχει που απομένει
και ασφαλώς κάτι υπάρχει που θρηνεί.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποιήματα», Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Δημήτρης Καλοκύρης, Ελληνικά Γράμματα

Κυριακή Ψαρρού στις 25 Μαΐου 2013

Άρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Αριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ’ όνομά του, κ’ η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων.
Αγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ’ οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.

Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
έμαθ’ επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται·
κ’ έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κ’ οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.

Γι’ αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά·
κ’ έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.

Κυριακή Ψαρρού στις 25 Μαΐου 2013

Δυσαρεστήθηκεν ο Σελευκίδης
Δημήτριος να μάθει που στην Ιταλία
έφθασεν ένας Πτολεμαίος σε τέτοιο χάλι.
Με τρεις ή τέσσαρες δούλους μονάχα·
πτωχοντυμένος και πεζός. Ετσι μια ειρωνία
θα καταντήσουν πια, και παίγνιο μες στην Ρώμη
τα γένη των. Που κατά βάθος έγιναν
σαν ένα είδος υπηρέται των Ρωμαίων
το ξέρει ο Σελευκίδης, που αυτοί τους δίδουν
κι αυτοί τους παίρνουνε τους θρόνους των
αυθαίρετα, ως επιθυμούν, το ξέρει.
Αλλά τουλάχιστον στο παρουσιαστικό των
ας διατηρούν κάποια μεγαλοπρέπεια·
να μη ξεχνούν που είναι βασιλείς ακόμη,
που λέγονται (αλλοίμονον!) ακόμη βασιλείς.

Γι’ αυτό συγχίσθηκεν ο Σελευκίδης
Δημήτριος· κι αμέσως πρόσφερε στον Πτολεμαίο
ενδύματα ολοπόρφυρα, διάδημα λαμπρό,
βαρύτιμα διαμαντικά, πολλούς
θεράποντας και συνοδούς, τα πιο ακριβά του άλογα,
για να παρουσιασθεί στην Ρώμη καθώς πρέπει,
σαν Αλεξανδρινός Γραικός μονάρχης.

Αλλ’ ο Λαγίδης, που ήλθε για την επαιτεία,
ήξερε την δουλειά του και τ’ αρνήθηκε όλα·
διόλου δεν του χρειάζονταν αυτές η πολυτέλειες.
Παληοντυμένος, ταπεινός μπήκε στην Ρώμη,
και κόνεψε σ’ ενός μικρού τεχνίτου σπίτι.
Κ’ έπειτα παρουσιάσθηκε σαν κακομοίρης
και σαν πτωχάνθρωπος στην Σύγκλητο,
έτσι με πιο αποτέλεσμα να ζητιανέψει.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

 


 

Σημειώσεις:

Οι πρωταγωνιστές του ποιήματος είναι οι: Δημήτριος Σελευκίδης, ο οποίος αργότερα ανήλθε στο θρόνο της Συρίας (ως «Δημήτριος Σωτήρ») και Πτολεμαίος ο ΣΤ’ Φιλομήτωρ, βασιλιάς της Αιγύπτου. Το ποίημα τοποθετείται χρονικά στο έτος 164 π.Χ., όταν ο Δημήτριος ζούσε ως όμηρος στη Ρώμη και ο Πτολεμαίος είχε εξοριστεί από την Αλεξάνδρεια από τον ίδιο του τον αδερφό (και συμβασιλέα) Πτολεμαίο Η’ τον Ευεργέτη και ήρθε στη Ρώμη για να παρακαλέσει τη Σύγκλητο να τον αποκαταστήσει στο θρόνο του…

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Μαΐου 2013

Λόγια της μητέρας στο νεογέννητο γιο της
την ώρα που κόβει τον ομφάλιο λώρο
(Aztec)

Κόβω από την κοιλιά σου τον αφαλό:
να ξέρεις πως ο τόπος που γεννήθηκες δεν είναι η πατρίδα σου,
γιατί είσαι υπηρέτης και πολεμιστής,
είσαι το πουλί που λέγεται κετζάλ,
είσαι το πουλί που λέγεται ζακουάν,
είσαι υπηρέτης και πολεμιστής
Εκείνου που κατοικεί σε Όλους τους Τόπους.
Το σπίτι που γεννήθηκες δεν είναι παρά η φωλιά σου.
Είναι ένας σταθμός στο δρόμο σου.
Είναι το σημείο εισόδου σου στον κόσμο.
Εδώ ξεπήδησες, εδώ άνθισες.
Εδώ αποχωρίζεσαι τη μάνα σου
σαν το πελεκούδι που κόπηκε απ’ την πέτρα.

Εκλιπαρώντας την ανάσα
(Zuni)

Εκλιπαρώντας την ανάσα του θεού
τη ζωοδότρα ανάσα του
την αρχαία ανάσα του
την ανάσα των νερών
την ανάσα των σπόρων
την ανάσα των αγαθών
την ανάσα της γονιμότητας
την ανάσα της δύναμης
την ανάσα του δυνατού πνεύματος
την ανάσα κάθε ευτυχίας
ζητώντας την ανάσα του
και μέσα στο ζεστό μου σώμα τραβώντας την ανάσα του
τη φυσάω στην ανάσα σου
ευτυχισμένες πάντα για να ζεις.

Φιλία
(Aztec)

Σαν φτερό από κετζάλ, σαν ευωδιαστό λουλούδι
λάμπει η φιλία:
σαν φτερά ερωδιού υφαίνεται γεμάτη στολίδια.
Το τραγούδι μας είναι φωνή πουλιού σαν κουδουνάκι:
Τι όμορφα που κάνεις κι αντηχεί!
Εδώ, ανάμεσα στα λουλούδια που μας περικλείουν
ανάμεσα στα ανθισμένα λουλούδια, τραγουδάς.

Τραγούδι
(Eskimo)

Και ξαναθυμάμαι
τις μικρές μου περιπέτειες.
Όταν ξανοίχτηκα με ένα θαλασσινό άνεμο
στο καγιάκ μου
και νόμισα πως κινδύνευα.
Οι φόβοι μου
που θεωρούσα μεγάλους
για όλα τα επίγεια
που έπρεπε να βρω και να αποκτήσω.
Κι όμως υπάρχει μόνο ένα μεγάλο πράγμα
το σπουδαιότερο πράγμα:
να ζήσω για να δω στα καλύβια και στα ταξίδια
τη μεγάλη μέρα που ξημερώνει
και το φως που γεμίζει τη γη.

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 13 Μαΐου 2013

 

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η
ζωή μου είναι μία;
Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες,
πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
Μούτρα… Ν’ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα.
Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή
για να ζήσεις.
Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές.
Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές…

Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.
Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.
Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες
που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους.
Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην
μαθαίνεις από το μάθημά τους.

Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία
πράγματα στη ζωή σου,
την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά,
μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει
λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα.
Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και
απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς.
Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω.
Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η
δύναμή τους
Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος
αδυσώπητος από πάνω τους.
Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.
Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για
όσους αγαπούν.
Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα
χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων,
σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά
πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

 

Κυριακή Ψαρρού στις 11 Μαΐου 2013

 

Η μοναξιά…
δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών “καλών” καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοιδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ΄αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά-
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει.
Από το stixoi.info
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Μαΐου 2013

Εννιά ποιήματα για το φτάσιμο

 Αράχνες κατακλύζουν τον ουρανό
είναι φοίνικες, λες,
κρεμασμένοι σ’ έναν ιστό από φως.

Χαρούμενα, σκεπτόμενος τις κρυφές
ανοίξεις και παγίδες, κατεβαίνω απ’τ’ αεροπλάνο,
περιμένοντας την απογείωση στην προσγείωση.

Γιρλάντες αποκεφαλίζουν το σώμα
και όλοι ντυμένοι στα λευκά.
Ποιών είμαστε φαντάσματα;

Εσύ. Εσύ. Εσύ.
Κουνώντας χέρια (χειραψίες;). Κι εσύ.

Κρύα χέρια. Κρύα πόδια. Νόμιζα
ότι ο ήλιος θα ήταν πιο χαμηλά εδώ
να μου πλύνει το λαιμό.

Επαφή. Μιλάμε μια γλώσσα κρεββατιών
δια μέσου καλά εγκατεστημένων καλωδίων.
Τα κρεββάτια γλιστρούν, ανοίγουν,
καταβροχθίζουν το ένα τ’ άλλο.

Κάποια ήταν σημαντικά.
Είναι αυτό εδώ,
τόσο βαθύ και νεκρό σαν τον ορίζοντα;

Ανήσυχος σα νερό
βουτώ από το αγαπημένο μου δέντρο
που δεν είναι πια εκεί
παρόλο που αφήσανε να μείνουν οι ρίζες του.

Στεγνοί βώλοι γης
σφίγγουν τα μικρά πρόσωπά τους
σε μια προσπάθεια να κλάψουν. Πίσω
εκεί που γεννήθηκα.

Μπορώ ακόμα και να παρακολουθήσω τη δική μου γέννηση

Κυριακή Ψαρρού στις 1 Μαΐου 2013

Ἡ κάθε μέρα σὰν τὴ γομολάστιχα

σβήνει τὴν προηγούμενη καὶ πάει.

Ἄλλοτε σβήνει τὴν ἑπόμενη,

καμιὰ φορὰ ὁλόκληρη βδομάδα.

 

Βροχὲς θυμᾶμαι καὶ πουλιὰ

καὶ ἱστορίες ποὺ δὲν ἔζησα ποτέ μου.

 

Τὶς νύχτες γράφεται τὸ μέλλον μου,

τὰ φοβερὰ καθέκαστα τῆς ἑπομένης,

καὶ πρέπει νὰ ξυπνάω στὶς ἑφτά,

μὲ τὴν ψυχὴ στὰ δόντια νὰ γυρίζω,

γιὰ νὰ προλάβω τὶς παραγγελίες.

 

Χιόνια θυμᾶμαι καὶ βουνὰ

καὶ ἐξορίες ποὺ δὲν ἔζησα ποτέ μου.

 

Λησμόνησα τοὺς ἴδιους τοὺς γονεῖς μου,

πῶς ἤτανε καὶ ποιοὶ καὶ πόσοι.

Κοιτάζω γράμματα, φωτογραφίες,

δὲν ξεχωρίζω ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους.

Γριὲς καὶ γέροι καὶ παιδιά,

μεσήλικες θλιμμένοι.

 

Μάτια θυμᾶμαι καὶ φωνές,

πρόσωπα ποὺ δὲ γνώρισα ποτέ μου.

Μαρία Ανδρεάδου στις 6 Απριλίου 2013
Ο κύριος Σαρδέλης, ψαράς απ’ το Πλωμάρι,
έτρωγε τα λέπια, πέταγε το ψάρι.

Ο θείος μου ο Παντελής π’ έμενε στο Γουδί,
έτρωγε το ποτήρι, πέταγε το κρασί.

Μια απ’ τις ξαδέρφες μου, που έμενε στην Άρτα
έτρωγε μόνο το χαρτί κι όχι τη σοκολάτα.

Και ένας άλλος κύριος απ’ το Βαρθολομιό,
έτρωγε τα τσόφλια, πέταγε τ’ αβγό.

Πολλοί απ’ τους ανθρώπους, δεν ξέρω το γιατί,
τρώνε μόνο τα φλούδια, πετάνε τη ζωή.

 Τζιάνι Ροντάρι, Φλυαρίες ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, εκδ. Τεκμήριο

πηγή : http://webzobbie.blogspot.gr/2006/10/blog-post_116076738930068631.html