Ποίηση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Ιουλίου 2014

Εάν είμαι μια «ελληνική γραφή» όπως λέτε, μπορώ να πεθάνω ήσυχος. Κάθε ποιητής πραγματώνεται μέσ’ απ’ τη γλώσσα του. Κι ακόμη πιο βαθιά: μέσ’ απ’ το δεύτερο και τρίτο στρώμα της γλώσσας του. Στο κεφάλαιο αυτό, είναι αλήθεια, ο Έλληνας – ο σε όλα του άτυχος – βγαίνει τυχερός. Καμιά γλώσσα δε διαθέτει μια τέτοιαν απέραντη προοπτική προς τα πίσω  και – το κυριότερο – με αδιάσπαστη συνέχεια. Δεν το λέω με υπερηφάνεια, το λέω με δέος, αφού οι ευθύνες του ποιητή σε μια τέτοια περίπτωση, πολλαπλασιάζονται. Και με πιάνει αληθινή απόγνωση όταν βλέπω συναδέλφους μου ν’ απομακρύνονται και ν’ αδιαφορούν για αυτό που είναι η διακλάδωση των νεύρων μέσα στο σώμα της γλώσσας, ένα σώμα, που, όπως και να το κάνουμε, είναι τριών χιλιετιών και όμως αγέραστο.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Ιουλίου 2014

Ο έρωτας,

όνομα ουσιαστικόν,

πολύ ουσιαστικόν,

ενικού αριθμού,

γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,

γένους ανυπεράσπιστου.

Πληθυντικός αριθμός

οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

 

Ο φόβος,

όνομα ουσιαστικόν,

στην αρχή ενικός αριθμός

και μετά πληθυντικός:

οι φόβοι.

Οι φόβοι

για όλα από δω και πέρα.

 

Η μνήμη,

κύριο όνομα των θλίψεων,

ενικού αριθμού,

μόνο ενικού αριθμού

και άκλιτη.

Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

 

Η νύχτα,

όνομα ουσιαστικόν,

γένους θηλυκού,

ενικός αριθμός.

Πληθυντικός αριθμός

οι νύχτες.

Οι νύχτες από δω και πέρα.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Ιουλίου 2014

Ώσπου τέλος ένιωσα κι ας πα’  να μ’ έλεγαν τρελό, από ‘να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος…

Κυριακή Ψαρρού στις 27 Ιουνίου 2014
Προχωρούσαμε με το Δημήτρη αμίλητοι προς το μικρό
σταθμό. Αφήναμε τη Βέροια πίσω μες στην καταχνιά
και κοιτάζαμε άφωνοι τους καπνούς στο μισοφώτιστο βράδυ

Εκεί, μες στην ερημωμένη έκταση, ακούγαμε τα εκκοκκιστήρια
να κελαϊδούνε. Υπόκωφη στην αρχή, η βουή
δυνάμωνε με τον καιρό, μας είχε σχεδόν παρασύρει.
Φώτα και μηχανές μεσ’ απ’ τα τζαμωτά μάς άφηναν
να ιδούμε τον αποχωρισμό. Ο καθαρός καρπός γλιστρούσε
και σωριάζονταν δίπλα μας μέσα σ’ ένα σύννεφο
άσπρης σκόνης. Ακόμα θυμάμαι τα μάτια του,
σα να είχαν δακρύσει

Τότε κατάλαβα πως πέρασε πια η εποχή της συγκομιδής.
Και πως ό,τι μπορούσαμε να δώσουμε το είχαμε
σχεδόν σκορπίσει

(από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)

 

snhell.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 12 Ιουνίου 2014

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιὸ πολύ,
ὅμως ἡ δική σου τρυφερότητα πόσο καιρὸ ἀκόμα θὰ βαστάξει;
Ὅ,τι μᾶς γλύκανε, τὸ ξέπλυνε ὁ χρόνος κι ἡ συναλλαγή,
ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς χαμογέλασαν βουλιάξαν σὲ βαθιὰ πηγάδια
καὶ μείναν μόνο κεῖνοι ποὺ μᾶς πλήγωσαν,
ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς ὑποταχτοῦμε.
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν πιὸ πολύ…

(1955)

 

Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
ποτὲ δὲ λένε τὴν ἀλήθεια
ὁ κόσμος ὑποφέρει καὶ πονᾷ
κι ἐσεῖς τὰ ἴδια παραμύθια

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
εἶναι πολὺ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν σὲ σοκολατόπαιδα
μὰ δὲ ταιριάζουνε γιὰ μένα

 

Ποιήματα
ἔκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1992

 

Από το uoa.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 28 Μαΐου 2014

Ο Γιάννης Ρίτσος ήταν μόλις 28 ετών ,το 1937, όταν δημοσίευε την περίφημη ποιητική σύνθεση «Το τραγούδι της αδελφής μου» για την αδελφή του Λούλα , που  το 1936 είχε εισαχθείστο Δημοτικό Ψυχιατρείο , και όταν ο Κωστής Παλαμάς έγραφε το περίφημο «Παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις» !!!

 
Οι Γάλλοι σήμερα, 23 χρόνια μετά τον θάνατο του σπουδαίου ποιητή, αναφέρουν tanea.gr , ανακαλύπτουν ξανά αυτό το κείμενο μέσα από μια νέα μετάφραση της Anne Personnaz και μια δίγλωσση έκδοση στις εκδ. Bruno Doucey.
 Η γαλλική εφημερίδα «Λε Μοντ» είχε εκτενή και διθυραμβική κριτική για το κείμενο στο ένθετο βιβλίου της Παρασκευής, σημειώνοντας παράλληλα το γεγονός, ότι ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος κυκλοφορεί το τρίτο στη σειρά κείμενο του Γιάννη Ρίτσου μέσα σε έναν χρόνο.
  Δημοσιεύουμε  , στη συνέχεια δύο μεγάλα αποσπάσματα  από το “τραγούδι της αδελφής μου”
 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ – ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΗΣ ΜΟΥ
       Στην αδελφή μου ΛΟΥΛΑ
                        Στους τρικυμισμένους καθρέπτες
                                                          Των λυγμών 
                        Θραύεται το ήρεμο πρόσωπο
                                                        Της αιωνιότητας
                        Κι όμως ακόμη ακούμε εντός μας
                       Το φλοίσβισμα της ηρεμίας
 

ΑΔΕΛΦΗ μου,

 

θ’ άξιζε ολόρθος να σταθώ
κατάντικρυ στον ήλιο
και των στίχων τους κίονες να υψώσω
προς το κυανό διάστημα
για να περιπατείς τα βράδια
χαμογελώντας πλάι στην Ευρυδίκη
κάτω απ’ τους έναστρους θόλους
του άφθαρτου θέρους.
Όμως, αδελφή μου,
δε δύναμαι άλλο.
Το άπειρο συνέτριψε
το στιλπνό του τόξο
στο μέτωπο μου
και στροβιλίζομαι
στην άπειρη Στιγμή
θρυμματισμένος και αδαής.
Η φωνή μου ναυάγησε.
Η σκέψη μου μάδησε
τα τελευταία της άνθη.
Μονάχα με λυγμούς
αρθρώνω το άσμα σου.
Δεν τολμούν
μήτε ο πόνος μήτε η έκσταση
με ματωμένα χείλη να ψελλίσουν
τ’ όνομα σου.
Πάνω στη χλόη τ’ ουρανού
η Ρούθ γονατίζει
για να προσευχηθεί στα πόδια σου.
Τα λευκά περιστέρια
των παιδικών ονείρων
χαμοπετούν στους κάμπους
του δικού σου χαμόγελου.
Οι ρεμβασμοί των σοφών
δεν αναρριχήθηκαν ποτέ
ως τα κράσπεδα
του σεπτού μεγαλείου σου.
Οι ποιητές που ατμίστηκαν στο φως
Αναγνωρίζουν στο φως του προσώπου σου
των στίχων τη μηδαμινότητα.
Μόνο η μεγάλη Σιωπή
μ’ ένα κρίνο στα χέρια
θωπεύει την κυρτή σου ράχη
που ύψωσε ως τον κόρφο του Θεού

 

τους οικτιρμούς των ανθρώπων,
ενώ οι γαλάζιες νύχτες
ακινητούν σε κατάνυξη
δακρύζοντας άστρα.
Αδελφή μου,
διπλώνω τα φτερά μου
λυγίζω το σώμα
για ν’ ασπασθώ
τις άκρες των γυμνών ποδιών σου.
Ευδόκησε να πραϋνθεί το πνεύμα μου
για να ψάλω τον ύμνο που αρμόζει
σε σένα, αδελφή μου,
αδελφή όλου του κόσμου.

http://tipota3.blogspot.gr
Κυριακή Ψαρρού στις 28 Μαΐου 2014

..Η Αθήνα μασάει σουβλάκια μες στους δρόμους
μασάει καλαμπόκια
κατεβαίνει στη θάλασσα με ψαροτούφεκα
ιδρωμένα κορμιά καλλυντικές γυναίκες
-ένα κύμα ξεβρασμένο στην ακτή σαν ψόφιο κήτος
ένας δύτης γυμνός κρεμασμένος ανάποδα στα υπόγεια του νε
ρού…

Η Αθήνα ρουφάει τον ουρανό με καλαμάκι
-μιά πόρτα βιάστηκε
ένα παράθυρο αυτοκτόνησε
ο παπαγάλος σκότωσε τον ποιητή στου Λουμίδη
γέμισε κοκκινάδια και μπλεγμένα άσπρα μαλλιά η ψυχή
μου…

Φύγε πια λυσσασμένο καλοκαίρι.

από το http://milwntasgiatoxioni.wordpress.com

Το πρόσωπό μου δεν είναι πια
Μονάχο κ’ έρημο
Σαν αφημένο στο σκοτάδι.

Το πρόσωπό μου είναι ωραίο.

Γιατί το βλέπεις ωραίο είναι ωραίο
Το πρόσωπό μου,

Γιατί το δείχνει
Ωραίο το πρόσωπό σου, φαίνεται ωραίο.
Γιατί το δέχεται, γιατί το αντανακλά
Το πρόσωπό μου, το πρόσωπό σου.

http://dreaming-in-the-mist.blogspot.gr

 

΄Ενας λύκος κάθε βράδυ
μου τηλεφωνάει,
λέει πως είναι άγριος
κι ότι θα με φάει.

– Λύκε, λύκε που γυρίζεις
μοναχός στο χιόνι,
έχω τη μανούλα μου
και δεν είμαι μόνη.

΄Ενας λύκος κάθε βράδυ
μου τηλεφωνάει
και μου λέει παραμύθια
και μου τραγουδάει.

– Λύκε, λύκε δεν πιστεύω
ό,τι κι αν μου λες,
ξέρω ότι είσαι μόνος
και τα βράδια κλαις.

από το poiein.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 18 Μαΐου 2014

Γέρασε ἀνάμεσα στὴ φωτιὰ τῆς Τροίας

καὶ στὰ λατομεῖα τῆς Σικελίας.

Τοῦ ἄρεσαν οἱ σπηλιὲς στὴν ἀμμουδιὰ κι οἱ ζωγραφιές

τῆς θάλασσας.

Εἶδε τὶς φλέβες τῶν ἀνθρώπων

σὰν ἕνα δίχτυ τῶν θεῶν, ὅπου μᾶς πιάνουν σὰν τ’ ἀγρίμια·

προσπάθησε νὰ τὸ τρυπήσει.

Ἦταν στρυφνός, οἱ φίλοι του ἦταν λίγοι·

ἦρθε ὁ καιρὸς καὶ τὸν σπαράξαν τὰ σκυλιά.

Από το agiazoni.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 15 Μαΐου 2014

….Ρυτίδες: «Iδού πως τις αντιμετώπισα σε ποίημά μου, στη συλλογή μου τα “Σονέτα της συμφοράς”:
“Όπως είπε ο Σταντάλ οι τέλειες γυναίκες
είναι για τους άντρες που δεν έχουν φαντασία.
Κατ’ επέκταση το τέλειο ποίημα
για όσους δεν αντέχουν να δουν τις ρυτίδες κάτω από το μακιγιάζ.
Εσύ βέβαια πιστεύεις ότι αληθινή ποίηση σημαίνει
τα μάτια να είναι διαρκώς υγρά
και να γράφεις κρατώντας στα χέρια χαρτομάντιλα.
Λες και μπορεί κάποιος να παίξει ένα κοντσέρτο βιολιού
ή να σμιλεύσει ένα άγαλμα αν τα χέρια του τρέμουν από συγκίνηση.
Αλλά τα ψεύτικα ποιήματα, όπως και τα faux bijou,
μοιάζουν πάντοτε πιο λαμπερά, πιο πολύτιμα.
Επομένως τα ποιήματά μου δεν είναι για σένα ma chérie.
Εσύ ποθείς «αβυσσαλέα πάθη» και «ζοφερά σκοτάδια»
κι εγώ το μόνο που έχω να σου προσφέρω είναι τη λέξη adieu. (Χωρίς εισαγωγικά)”».

Ο χαρτοκόπτης (Χάρης Βλαβιανός)

Τόσα χρόνια κλειδωμένος στο συρτάρι του γραφείου
ανάμεσα σε συνδετήρες,
φακέλους, κουμπιά
κι ακόμη μυρίζει πορτοκάλι.

 

Δώρο δικό σου στη γιορτή μου.
Τι παράξενο.
Το μόνο που μας ενώνει πια
ένα αντικείμενο που σχεδιάστηκε
να κόβει.

 

 

kathimerini.gr/greekpoems.wordrpress.com

Κυριακή Ψαρρού στις 15 Μαΐου 2014

 

Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
Μες τις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.

Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.

Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
-ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
ανθίζει σ’ όλες του τις ποικιλίες το ψέμα.

 

Ακούς και δεν γνωρίζεις τ’ όνομά σου,
κρυώνει η μοίρα που παλιά σου ‘χε δοθεί
-σε ποιές λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
Μέγα κακό είναι ν’αρνηθείς τ’ ανάστημά σου.

Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή,
υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους;

Θα ‘ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
-άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
άνθρωποι που “διελύθησαν ησύχως….’

(από την “Ομίχλη του μεσημεριού’, 1959)

poiein.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Μαΐου 2014

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις

για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,

ούτε έχω απαντήσεις

για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙

όμως μπορώ να σ’ ακούσω

και να τα μοιραστώ μαζί σου.

 

Δεν μπορώ ν’ αλλάξω

το παρελθόν ή το μέλλον σου.

Όμως όταν με χρειάζεσαι

θα είμαι εκεί μαζί σου.

 

Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.

Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου

να κρατηθείς και να μη πέσεις.

 

Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου

δεν είναι δικές μου.

Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.

 

Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια

αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,

όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο

που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.

 

Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου

όταν κάποιες θλίψεις

σου σκίζουν την καρδιά,

όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου

και να μαζέψω τα κομμάτια της

για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.

 

 

Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι

ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.

Μόνο μπορώ

να σ’ αγαπώ όπως είσαι

και να είμαι φίλος σου.

 

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν

τους φίλους μου και τις φίλες μου,

δεν ήσουν πάνω

ή κάτω ή στη μέση.

 

Δεν ήσουν πρώτος

ούτε τελευταίος στη λίστα.

Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.

 

Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.

Να εκπέμπεις αγάπη.

Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.

 

Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.

 

Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.

Να ακούμε την καρδιά μας.

Να εκτιμούμε τη ζωή.

 

Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι

ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος

στη λίστα σου.

 

Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.

Ευχαριστώ που είμαι.

Κυριακή Ψαρρού στις 3 Μαΐου 2014

Χαμηλοφώνως

Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ’ το φεγγίτη έκαμε
τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κατόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψύχα τους φαγώθηκε
από παράσιτα
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει ο αγέρας από
φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και θυμάσαι
Διότι θυμάσαι
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμαστε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν’ ανεβοκατεβαίνει τα δέντρα
Όπως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια του νερού
και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες απ’ το κόκκινο
– σαν τα μάτια τού μπεκρή- λυκόφως
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρόμους για τον
επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Nά ‘ρχονται και να χάνονται
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ’ τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι  από σκέψη από
αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ.

Κυριακή Ψαρρού στις 3 Μαΐου 2014

Από το Οι κινήσεις των άστρων

Έτσι κι όταν γύρισα απ’ την κηδεία του πατέρα
εγώ δεν τους πίστευα,
γιατί, αν ο πατέρας πέθανε, όπως ισχυρίζονται
εγώ σε ποιόν διαβάζω τώρα μεγαλοφώνως τα βράδια?

Ώσπου τελικά η ζωή μας γίνεται τόσο απόμακρη
όσο κι η άλλη ζωή
κι άλλοτε ξεφύλλιζα παλιούς σιδηροδρομικούς οδηγούς
μήπως βρω κάπου να πάω
ώ μικρά σιωπηλά ξενοδοχεία, όπου στους διαδρόμους σας
συνάντησα εκείνο το απροσδιόριστο πρόσωπο
«δε με τρομάζεις» του λέω, « σε ξέρω από άλλες,
πιο δύσκολες νύχτες»,
έτσι τον ξεσκέπασα
και συχνά ναυάγησα για ν’ αλλάξω λίγο αναμνήσεις
ή προσπάθησα από μια χίμαιρα να φτιάξω ένα
ολόκληρο πεπρωμένο.
Τώρα αν θυμάμαι κάτι είναι κάποια όνειρα που έκανα
ακουμπισμένος στον ωκεανό ή κάποιες ταπεινώσεις
που τέλειωσαν με τα πιο υπέροχα δάκρυα και συχνά
έκλεισα τα μάτια για να περάσω έναν δρόμο –
έτσι σώθηκα.

Κι όταν κάποτε χτύπησαν την πόρτα εγώ έλειπα,
όπως πάντα τις πιο ωραίες στιγμές μου. «Όχι, δε μένει
κανείς εδώ», είπα.
Κι ήταν η μόνη αλήθεια που έλεγα.

Από την ΚΑΝΤΑΤΑ

Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,
ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια», πήρε
μια γυναίκα,
μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο, αντί να γδυθεί και να
επαναλάβει την αιώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει
να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,
«εδώ  έρχονται για άλλα πράγματα», οι άλλοι επ’ έξω
δώστου χτυπήματα στην πόρτα. Με τα πολλά
άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές – ακούς εκεί
διαστροφή
να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.
Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανείς δεν τον ξανάδε πια.
Και μόνο εκείνη η γυναίκα, θαρθεί η αναπότρεπτη ώρα
μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθειά, την πιο
μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

activeradio.gr