Πεζογραφία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Φεβρουαρίου 2024

Αποσπάσματα από τον ” Μικρό πρίγκηπα:

«Τ’ αστέρια ανήκουν σ’ όλους τους ανθρώπους· αλλά για τους ανθρώπους, δεν έχουν όλα τ’ αστέρια την ίδια σημασία. Για κάποιους, που ταξιδεύουν, τ’ αστέρια είναι οδηγοί, σημεία προσανατολισμού. Γι’ άλλους πάλι, δεν είναι τίποτε παραπάνω από αχνά φωτάκια στον ουρανό. Γι’ άλλους, που είναι επιστήμονες, αντιπροσωπεύουν ερωτήσεις και προβλήματα. Για τον επιχειρηματία μου, αντιπροσώπευαν τον πλούτο. Μα όλα αυτά τα αστέρια – εκεί πάνω – μένουν σιωπηλά. Εσύ όμως… εσύ… θα ‘χεις τ’ άστρα όπως κανείς άλλος δεν τα έχει… – «Τι θέλεις να πεις;

– «Όταν θα κοιτάζεις τον ουρανό τη νύχτα, μιας και θα ζω σ’ ένα απ’ τ’ αστέρια, μιας και θα γελάω σ’ ένα απ’ τ’ αστέρια, θα είναι τότε για σένα σαν να γελούν όλα τ’ αστέρια. Εσύ θα έχεις – εσύ μόνο – άστρα που ξέρουν να γελούν!».

Και γέλασε ξανά.

– «Κι’ όταν καταλαγιάσει η λύπη σου (γιατί πάντα καταλαγιάζει η λύπη, τελικά) θα είσαι ευχαριστημένος που με γνώρισες. Θα είσαι για πάντα φίλος μου. Θα θέλεις να γελάμε μαζί. Και μερικές φορές, θ’ ανοίγεις το παράθυρο σου – έτσι – γι’ αυτή τη χαρά… Κι’ οι φίλοι σου θα μένουν πραγματικά κατάπληκτοι να σε βλέπουν να γελάς, κοιτώντας τον ουρανό. Κι’ εσύ λοιπόν θα τους λες: “Ναι, τ’ αστέρια πάντα με κάνουν να γελώ!”. Κι’ εκείνοι θα σε περνάνε για τρελό. Θα σου έχω κάνει την πιο πονηρή φάρσα…».

Και γέλασε ξανά.

– «Θα είναι σαν να σου έχω δώσει – αντί γι’ αστέρια – μυριάδες μικρά κουδουνάκια που ξέρουν να γελούν…».

Έχασε λίγο απ’ το κουράγιο του. Μα έκανε ακόμα μια προσπάθεια:

– «Ξέρεις… θα είναι όμορφο αυτό. Κι’ εγώ θα τα κοιτάζω τ’ άστρα. Όλα τ’ άστρα θα ‘ναι σαν πηγάδια με σκουριασμένο μαγκάνι. Όλα τ’ άστρα θα μου φέρνουν νερό για να πιω…».

– «Θα είναι απόλυτα διασκεδαστικό! Εσύ θα έχεις πεντακόσια εκατομμύρια κουδουνάκια, εγώ θα έχω πεντακόσια εκατομμύρια βρυσούλες…».

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Ιανουαρίου 2024

Κοιμήθηκα στις φυλακές και σε μεγάλα ξενοδοχεία. Γνώρισα την πείνα και την απεργία πείνας και δεν υπάρχει ούτε ένα πιάτο που να μην έχω δοκιμάσει. Στα τριάντα μου θέλησαν να με κρεμάσουν, στα σαρανταοκτώ μου θέλησαν το βραβείο Ειρήνης να μου δώσουν, στα τριανταέξι μου για μισό χρόνο μπόρεσα να διανύσω μόνο τέσσερα τετραγωνικά τσιμέντο.

Στα πενηνταεννιά μου πέταξα απ΄ την Πράγα στην Αβάνα για δεκαοκτώ ώρες. Δε γνώρισα τον Λένιν, μα ήμουν τιμητική φρουρά στο φέρετρό του το 1924 και το 1961 η επίσκεψή μου στο Μαυσωλείο πέρασε στα βιβλία. Από το κόμμα μου να μ΄ αποκόψουνε προσπάθησαν αλλά απέτυχαν κι ούτε καταπλακώθηκα από τα πεσμένα είδωλα.

Το 1951 στη θάλασσα μ΄ ένα νεαρό σύντροφο περπάτησα πάνω στο θάνατο. Το 1952 με την καρδιά μου διαλυμένη περίμενα το θάνατο για τέσσερις μήνες. Ζήλεψα τρελά τις γυναίκες που αγάπησα απάτησα τις γυναίκες μου αλλά άσχημα ποτέ δε μίλησα για τους φίλους μου πισώπλατα.

Ήπια, αλλά δεν είμαι πότης. Είχα τύχη, κέρδιζα πάντα το ψωμί με τον ιδρώτα μου. Ντρέπομαι που είπα ψέματα, ήταν για χάρη άλλων, μη πονέσουν, αλλά και χωρίς λόγο, έτσι. Ανέβηκα σε τρένο, αεροπλάνο κι αυτοκίνητο.

Έχω πάει στην όπερα, οι περισσότεροι να πάνε δεν μπορούσαν, ούτε καν ήξεραν πως υπάρχει. Αλλά απ΄ το 1921 δεν πάω σε πολλά μέρη όπου πηγαίνουν οι πολλοί, στο τζαμί, στην εκκλησιά, στη χάβρα, στο ναό, καμμιά φορά όμως μ΄ αρέσει να μου λένε τον καφέ.

Τα βιβλία μου έχουν βγει σε τριάντα ή σαράντα γλώσσες μα είμαι απαγορευμένος στην Τουρκία, στη γλώσσα μου. Μέχρι τώρα καρκίνο δεν είχα, όμως δε συμφωνήσαμε να τον γλυτώσω. Πρωθυπουργός ποτέ μου δε θα γίνω ή κάτι τέτοιο ούτε και θα θελα να γίνω. Στον πόλεμο ποτέ δεν πήγα ούτε σε καταφύγια να κατέβω έτυχε μες τη μαύρη νύχτα ή να τρέχω στους δρόμους κάτω από τ΄ αεροπλάνα. Αλλά ερωτεύτηκα κοντά στα εξήντα.

Με λίγα λόγια, σύντροφοι, σήμερα στο Βερολίνο αν και πεθαίνω από νοσταλγία μπορώ να πω πως έζησα σαν άνθρωπος. Αλλά τα χρόνια που μου μένουνε να ζήσω και κείνα που μπορεί να μου συμβούν ποιος να τα ξέρει;

Ναζίμ Χικμέτ – Αυτοβιογραφία, Ποιήματα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιανουαρίου 2024

Από τον Λουδοβίκο των Ανωγείων

 

Κλέψε ένα βιβλίο και φύγε

(Μια συναντηση με τον αλησμονητο κορυφαίο διανοητή Ουμπέρτο Εκο)

Το 2003 οι εκδηλωσεις πολιτισμου των Υακινθειων ειχαν θεμα τον “Δία”
για την ακρίβεια

“ένα τραπέζι στο Δία”ηταν ο τίτλος

Την προταση εκανε ο Ορεστης Μανούσος καθηγητής της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης

” στρωσετε ένα τραπέζι
για το Δία ειπε
Είχαμε βρεθεί μια παρέα φίλοι καλεσμένοι στο μιτάτο Του Γιώργη Σμπώκου του Βλαστού οπου ειχε ετοιμάσει ενα “βασιλικό” δείπνο
και εγω “ειδα” το μεγάλο τραπέζι με ασπρο τραπεζομάντιλο στρωμένο
στη μεση της Νιδας με καλεσμένο τον αρχαιο θεο

τόσα χρόνια εμπνέει και διδάσκει ο Ξένιος Δίας οφειλαμε την αναφορά

Μέσα στην προετοιμασία σκεφτήκαμε να καλέσουμε τον Ουμπέρτο Έκο
αν θα μπορούσε
να παρευρεθεί θα ήταν μεγάλη επιτυχία για την Κρήτη

Εκεινος θα επέλεγε σε τι θα εκανε την αναφορά του πανω στο θεμα του αρχαίου θεου

* Η ζωή είναι σύντομη, η τέχνη απέραντη, η ευκαιρία στιγμιαία και το πείραμα αβέβαιο.
Φυσικά περιμέναμε ότι ήταν δύσκολο να συναντήσωμε τον Ουμπέρτο Έκο
Ζητήσαμε τη βοήθεια του Πανεπιστημίου Κρήτης
Μιλησαμε με τον Πρύτανη ο οποιος μας εδωσε μια συστατική επιστολή Εξηγώντας την ποιότητα και το κύρος των Υακινθείων
καθώς επίσης ο διευθυντής της ελευθεροτυπίας Σεραφείμ Φυντανίδης
μας εδωσε κι εκεινος συστατικη επιστολή

Έχοντας αυτα τα έγκυρα “ονοματα” μαζι μας
εγώ και ο Αντώνης ορφανός πεταξαμε για την Μπολονια Επιχειρώντας την συνάντηση

Ηρθε μαζί μας Η φιλη μας η Τιτσιανα η φωτογράφος
Είχαμε φέρει
ενα μπουκάλι δυνατή ρακη
Και
σταφίδες

Πήγαμε στο γραφείο του να μιλησουμε με την γραμματέα του.

να πω εξαρχής ότι είχε ένα βλέμμα αυστηρό και το υφος που έχουν οι γραμματείς για το “χρόνος δεν υπάρχει”
γεμάτο Πρόγραμμα κλπ
Προφανώς ετσι ηταν

Δώσαμε τις επιστολές τις διαβασε σηκωσε τους ωμους της χειρονομωντας με συμπαθεια

Θέλουμε να καλέσουμε τον κύριο Έκο στην Κρήτη σε ένα φεστιβάλ στα Υακίνθεια που είναι πάνω στο Ψηλορείτη αφιερωμένο στον αρχαίο θεό Δία μιλησε ο αντωνης στα ιταλικά

Εκείνη έδειξε με θεατρική Ευγενία
Ότι είναι αδύνατον να συναντήσουμε τον κύριο Έκο διότι είναι πολύ απασχολημένος ειδικά αυτες τις μερες και δεν έχει καθολου χρόνο

Από την αρχή η σχέση μας φαινόταν χαμένη
Με εκεινο το είδος εξουσίας που της επέτρεπε να έχει τη θέση της γραμματέως

μας είπε να περιμένωμε εξω στο σαλόνι

περιμέναμε αρκετά ειχε να Διεκπεραιωσει κι άλλα θέματα

νομίζω πως δεν ρωτησε η κι αν το ανέφερε το υποβάθμισε και το παρουσίασε Άνευ ενδιαφέροντος

Μας είπε δεν γίνεται
Ειμαστε πνιγμένοι την αλλη ευδομαδα ισως

Αλλα εμεις Είχαμε έρθει μόνο γι’ αυτό Και δεν μπορούσαμε
Να καθίσουμε μία εβδομάδα

Ο Αντώνης σε Μια ύστατη προσπάθεια της είπε ότι αυτός εδώ δειχνοντας εμενα είναι ένας μουσικός που ετοίμασε ένα τραγούδι πρόσκληση Για τον κύριο Εκο
Που θα Ήταν άδικο έστω να το ακούσει προσπαθήστε λίγο της είπε

όχι λυπάμαι δε γίνεται ειπε κοφτά

τότε λέω στον Αντώνη μετάφρασε αυτό που θα πω και φεύγουμε

κάποτε ένας γεωργός ανοιξε το βαρέλι με Το καινούργιο κρασί του να το δοκιμάζει και το κρασί ήταν ξύδι
Νευριασμενος κοιτάει λοξά το βαρέλι και του λέει:
με κακό διάβολο έμπλεξες!

-τι εννοεί;
ρώτησε αφού ακουσε

-εννοώ Ότι αυτές τις μέρες γνωρίζουμε ότι θα παρουσιάσετε το καινούργιο βιβλίο του κυριου Εκο Μπαντουολίνο στην Αθήνα οφείλω να ενημερώσω την εφημερίδα ελευθεροτυπία ότι ο κύριος Έκο δεν Μας δέχτηκε ούτε για πέντε
Λεπτα παρ οτι καναμε ενα ολοκληρο ταξιδι απο την κρητη γι αυτο

Και μια προσωπικότητα του μεγέθους του κυρίου Έκο δεν συνάδει με αυτή την αδιαφορία.

εκείνη αλλάζει αμέσως ύφος και χρώμα θα ελεγα

θα ξαναδοκιμάσω ειπε
αλλά μόνο για πέντε λεπτα

Εντάξει θα περιμένωμε βγήκαμε έξω και περιμεναμε
σε λίγο έρχεται με ένα στυλό στο χέρι και τα γυαλιά χαμηλωμένα στη μύτη

-ελάτε
Μονο για πέντε λεπτα
Εδωσε τις επιστολές και μας παρουσίασε

μας δέχτηκε εγκάρδια.
μας Έκανε να νοιωσωμε
Άνετα
με
Φωνή βαρια ζεστη μας μιλησε για τους Φίλους του στην Κρήτη και που καμμια πηγαίνει κρυφά

το γραφειο του ηταν ακατάστατο γεματο βιβλία παντου
στον τοίχο είχε καρφιτσώσει ένα χαρτάκι που έγραφε

Ruba un libro e scapa!!!

“κλέψε ένα βιβλίο και φύγε”
μετέφρασε ο αντωνης σιγανα

συστηθήκαμε και αρχίσαμε την κουβέντα
εξηγώντας
το λόγο για τον οποίο ήρθαμε

Ωστόσο εκείνος άνοιξε το μπουκάλι με τη ρακη πήρε ποτηράκια και Εβάλε και στους τρεις μας,
πήρε σταφίδες
Κι αρχίσαμε να πινωμε σαν παλιοι γνώριμοι

Ο αντωνης του πρόσφερε ενα σφονδύλι
Της γιαγιας του εκεινος το πηρε στο χερι και κοιταξε μεσα απο την τρυπα
Απο δω βλεπω την κρητη και τον ψηλορειτη ειπε χαμογελωντας

Εγώ πήρα το μαντολίνο και ετοιμάστηκα να τραγουδήσω την πρόσκληση

το τραγούδι ήταν μεταφρασμένο και το είχε μπροστά του
Ομολόγησε μετα ότι ποτέ του δεν του ειχε γινει προταση με τέτοιο τροπο

“Από της Κρητης
τα βουνά
Σου φέρνω μήνυμα απ το
Δία
είμαι ο Ερμής που τραγουδω
με του Ορφέα
Την κλεμμένη λυρα

Φίλοι του Υακίνθου
Ετοιμάζουνε γιορτές
στη μνήμη και στα ιερά του
Και σε καλούνε
Ποιητή σπονδή
να κάνεις στο όνομα του
Σε περιμένουν του ονείρου Εραστές ανθρώποι που γελάνε όταν κλαίνε κι αυτά που θέλουν να σου πουν
τα τραγούδουν και τα χορένε”

Μου έσφιξε το χέρι στο μπράτσο και τον είδα να συγκινειται
ωστόσο ο Αντώνης μου είπε αργοτερα οτι μου φανηκε και γελάσαμε

Πανω στα δεκα λεπτα ηρθε η γραμματέας να υπενθυμίσει το χρονο
που έληξε
ο Εκο εκανε μια κινηση με το χερι απομάκρυνσης κι εκεινη εκλεισε την πορτα. πενήντα λεπτα μειναμε να πίνουμε και να μιλαμε ρωτούσε για τη ρακη για τους βοσκούς

που Είναι τα Ανώγεια ρωτησε
-είναι το τελευταίο χωριό που συναντάς στον Ψηλορείτη πριν φυγεις για τον ουρανο
είπα και γέλασε
Στο τελος μας λεει

“Το τίμημα της διασημότητας ειναι το αλυσόδεμα του χρονου”
Μου ζητάτε να ερθω κρητη Ιούλιο
ομως μπορω να σας πω απο τωρα που θα ειμαι σε πέντε χρονια την ιδια ημερομηνια και αληθινά θα ήθελα να έρθω Μα δεν γίνεται

“Αν μου ερθει μια σκεψη καλη μεσα στη νυχτα θα σηκωθώ να την γραψω και θα τη στειλω στο κύριο πριτανη του πανεπίστημιου της κρητης”
φαινεται Η καλή σκέψη δεν ήρθε

μετα μας ξενάγησε στο πανεπιστήμιο στις τοιχογραφίεςβασει των οποίων Αναπλάστηκε το ιστορικό κεντρο της Μπολονιας
Μας αποχαιρέτησε και φυγαμε ευχαριστημενοι

Ηθελα πολυ να αποχαιρετήσω την γραμματέα αλλα ο αντωνης δεν με αφησε

Οργανώσαμετο “τραπέζι στον Δια” την τελευταια εβδομαδα του ιουλιου
Με επιτυχια εστω και χωρις την παρουσια του Ουμπέρτο Εκο η εμπειρια της σύντομης γνωριμίας μας θα παραμείνει αλησμονητη

……Ήταν η μυρωδιά του δέρματός μου που άλλαζε, ήταν η προετοιμασία, πριν από κάθε μάθημα.
Ήταν η απόδραση από το σχολείο και μετά από τη δουλειά στα χωράφια με το πατέρα μου, γιατί είμασταν δέκα αδέλφια.
Να κάνεις δύο χιλιόμετρα με τα πόδια, για να πας στη σχολή χορού. Και όταν ήμουν εκεί…
Η μυρωδιά της καμφοράς, του ξύλου, η στολή χορού…
Ήμουν αετός στη κορυφή του κόσμου. Ο ποιητής ανάμεσα στους ποιητές. Ήμουν παντού και τα πάντα!!!
Το μόνο πράγμα που με συνοδεύει είναι ο χορός μου. Η ελευθερία του να υπάρχω..
Είμαι εδώ αλλά εγώ χορεύω με το νου, πετώ πιο μακριά από τα λόγια μου, πιο μακριά από το πόνο μου.
Αν λυπόμαστε τα πληγωμένα πόδια μας, αν τρέχουμε μόνο πίσω από το στόχο μας και δεν καταλαβαίνουμε την μοναδική ευχαρίστηση της κίνησης, δεν καταλαβαίνουμε το νόημα της ζωής.
Εκεί που η έννοια είναι στο γίγνεσθαι και όχι στο φαίνεσθαι.
Κάθε άνδρας θα έπρεπε να χορεύει. Σε όλη του τη ζωή. Άς μην είσαι χορευτής… .αλλά να χορεύεις…
Να χορεύεις!!! …….”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Νοεμβρίου 2023

Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος για να φωτίσεις τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει.

Πού να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι …

Να μην αρνιέσαι τη νιότη σου ως τα βαθιά γεράματα, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου.

Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία.

Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα.

Άσφαλτα κατέχει η χωματένια αυτή μήτρα την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η ψυχή σου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Οκτωβρίου 2023
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
«Για ποιον και για ποιο μπορώ να πω ανεπιφύλακτα: «Αυτό το ξέρω!». Την καρδιά μου μπορώ να την καταλάβω και ξέρω πως υπάρχει. Τον κόσμο, μπορώ να τον αγγίξω και ξέρω, πάλι, πως υπάρχει. Εδώ σταματάει κάθε μου γνώση, τα υπόλοιπα είναι επινοήσεις. Γιατί, αν προσπαθώ να καταλάβω τον εαυτό μου για τον οποίο είμαι σίγουρος, αν προσπαθώ να τον καθορίσω και να τον συνοψίσω, αφήνω το νερό να κυλάει μέσ’ από τα δάκτυλά μου.

Μπορώ να περιγράψω μία-μία όλες τις όψεις που ξέρει να παίρνει, ακόμα κι εκείνες που του έχουν αποδώσει, τη μόρφωση, την καταγωγή, την οργή ή τις σιωπές, την αξιοπρέπεια ή μικροπρέπεια. Αλλά δεν προσθέτουμε πρόσωπα. Ακόμα κι αυτή, η δική μου καρδιά θα μου μείνει άγνωστη για πάντα. Ανάμεσα στη βεβαιότητα που έχω για την ύπαρξή μου και στο νόημα που προσπαθώ να δώσω σ’ αυτή τη βεβαιότητα, υπάρχει ένα κενό που δε θα γεμίσει ποτέ. Ο εαυτός μου θα μου μείνει για πάντα ξένος. Στην ψυχολογία και στη λογική υπάρχουν αλήθειες αλλά λείπει η αλήθεια.

Το Σωκρατικό «γνώθι σ’ αυτόν» αξίζει τόσο όσο το «έσο ενάρετος» της εξομολόγησης. Σ’ αυτά βλέπουμε πως υπάρχει νοσταλγία και άγνοια. Αποτελούν άσκοπα παιχνίδια επάνω σε σπουδαία θέματα. Μονάχα μέσα στα πλαίσια που μπορεί κανείς να τα πλησιάσει παίρνουν κάποιο νόημα.   Οι απαλές γραμμές των λόφων και το χέρι της νύχτας πάνω σ’ αυτήν τη βασανισμένη καρδιά μου μαθαίνουν πιο πολλά   Βλέπω ακόμα τα δέντρα που ξέρω τη σύστασή τους, το νερό που δοκιμάζω τη γεύση του. Πώς ν’ αρνηθώ αυτό τον κόσμο αφού υφίσταμαι την επίδρασή του, πώς ν’ αρνηθώ το άρωμα της χλόης και των άστρων, πώς ν’ αρνηθώ τη νύχτα και τις λίγες βραδιές που χαρίζουν στην καρδιά γαλήνη; Κι όμως ολόκληρη η επιστήμη αυτής της γης δε θα με πείσει ποτέ για το ότι αυτός ο κόσμος μου ανήκει.

Μου τον περιγράφετε και με μαθαίνετε πού να τον κατατάξω. Απαριθμείτε τους νόμους του και διψώντας για γνώση συμφωνώ πως είναι αληθινοί. Διαλύετε το μηχανισμό του κι η ελπίδα μου μεγαλώνει. Μου μαθαίνετε, τέλος, πως αυτός ο γοητευτικός και πολύχρωμος κόσμος ξεκινάει απ’ το άτομο κι αυτό απ’ το ηλεκτρόνιο. Όλα αυτά είναι πολύ ωραία και περιμένω να συνεχίσετε. Εσείς όμως μου μιλάτε για ένα αόρατο πλανητικό σύστημα όπου τα ηλεκτρόνια περιστρέφονται γύρω από έναν πυρήνα. Μου εξηγείτε σ’ αυτό τον κόσμο με μια εικόνα.

Αναγνωρίζω τότε πως φτάσατε στο σημείο να κάνετε ποίηση: Δε θα μάθω ποτέ. Προτού προλάβω να μάθω την προέλευσή μου αλλάζετε θεωρία. Έτσι, η επιστήμη που ήταν υποχρεωμένη να μου μάθει τα πάντα καταλήγει στην υπόθεση, η σαφήνεια βυθίζεται στην αλληγορία, η αβεβαιότητα αναλύεται σ’ έργο τέχνης. Για ποιο λόγο τόσες προσπάθειες; Οι απαλές γραμμές των λόφων και το χέρι της νύχτας πάνω σ’ αυτήν τη βασανισμένη καρδιά μου μαθαίνουν πιο πολλά. Ξαναγυρίζω εκεί που βρισκόμουν στην αρχή”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Φεβρουαρίου 2023

“Μια φορά έλεγα: Ετούτος είναι Τούρκος και Βούλγαρος, ετούτος Έλληνας. Έχω εγώ κάμει πράματα για την πατρίδα, αφεντικό, που να σηκώνεται η τρίχα σου’ έσφαξα, έκλεψα, έκαψα χωριά, ατίμασα γυναίκες, ξεκλήρισα σπίτια… Γιατί; Γιατί, λέει, ήταν Βούλγαροι, Τούρκοι. Ου να χαθείς, παλιάνθρωπε, λέω συχνά στον εαυτό μου και τον μουντζώνω’ ου να χαθείς, κουτεντέ! Έβαλα μαθές γνώση, κοιτάζω τώρα τους ανθρώπους και λέω: Ετούτος είναι καλός άνθρωπος, εκείνος κακός. Δεν πάει να ‘ναι Βούλγαρος ή Ρωμιός; Το ίδιο μου κάνει’ είναι καλός, είναι κακός, αυτό μονάχα τώρα ρωτώ. Κι όσο γερνώ, ναι, μα το ψωμί που τρώγω, μου φαίνεται πως θ’ αρχίσω κι αυτό να μην το ρωτώ. Μωρέ, δεν πάει να ‘ταν καλός ή κακός! Όλους τους λυπούμαι, το σπλάχνο μου σκίζεται, όταν δω έναν άνθρωπο, κι ας καμώνουμαι πως δε μου καίγεται καρφί. Να, λέω, κι ο φουκαράς ετούτος τρώει, πίνει, αγαπάει, φοβάται, έχει κι αυτός το θεό του και τον αντίθεό του, θα τα κακαρώσει κι αυτός και θα ξαπλωθεί τέζα στο χώμα, θα τόνε φαν τα σκουλήκια… Ε τον κακομοίρη! Αδέρφια είμαστε όλοι… Κρέας για τα σκουλήκια!…”

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Ιανουαρίου 2023

«Ένας αστρονόμος είπε:

Δάσκαλε, τι έχεις να πεις για το Χρόνο;
Κι εκείνος αποκρίθηκε:

Θα θέλατε να μετρήσετε το χρόνο που είναι χωρίς μέτρα και άμετρος.
Θα θέλατε να προσαρμόσετε τη διαγωγή σας, ακόμα και να κατευθύνετε την πορεία της ψυχής σας, σύμφωνα με τις ώρες και τις εποχές.

Θα θέλατε να κάνετε τό χρόνο ένα ποταμάκι για να καθήσετε στην όχθη του και να παρακολουθείτε τό κύλισμά του.

Και μήπως δεν είναι ό Χρόνος όπως είναι ή αγάπη, αδιαίρετος και χωρίς ρυθμό;

Αλλα αν στη σκέψη σας έχετε ανάγκη να μετράτε το χρόνο σε εποχές, κάνετε κάθε εποχή να περιλαμβάνει όλες τις άλλες εποχές,
Και κάνετε τό σήμερα να αγκαλιάζει το παρελθόν με την ανάμνηση και το μέλλον με τη λαχτάρα.

Ώστόσο, το άχρονο που είναι μέσα σας έχει επίγνωση του άχρονου της ζωής.

Και ξέρει ότι το χθες δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ανάμνηση του σήμερα, και τo αύριο, τo όνειρο του σήμερα.

Κι ότι αυτό που τραγούδα και διαλογίζεται μέσα σας κατοικεί ακόμα μέσα στα όρια της πρώτης εκείνης στιγμής που διασκόρπισε τα αστέρια στό διάστημα.

Ποιός ανάμεσά σας δε νιώθει ότι η δύναμή του ν’ αγαπά είναι απεριόριστη;

Αλλά και ποιός,ώστόσο, δεν αισθάνεται στι αυτή η ίδια η αγάπη, αν και απεριόριστη, είναι αιχμαλωτισμένη μέσα στό κέντρο της ύπαρξης του,
και δεν πετά από σκέψη αγάπης σε άλλη σκέψη αγάπης, ούτε από πράξεις αγάπης σε άλλες πράξεις αγάπης;

Και μήπως δεν είναι ο χρόνος όπως η αγάπη, αδιαίρετος και χωρίς ρυθμό;

Αλλά, αν στη σκέψη σας έχετε ανάγκη να μετράτε το χρόνο σε εποχές, κάνετε κάθε εποχή να περιλαμβάνει όλες τις άλλες εποχές.

Και κάνετε το σήμερα να αγκαλιάζει το παρελθόν με την ανάμνηση και το μέλλον με τη λαχτάρα.»

Χαλίλ Γκιμπράν – Χρόνος

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Δεκεμβρίου 2022

Μια μέρα ήξερες επιτέλους

τι έπρεπε να κάνεις, και ξεκίνησες,
αν και οι φωνές γύρω σου
φώναζαν συνεχώς τις
κακές συμβουλές τους
αν και το όλο το σπίτι
άρχισε να τρέμει
και αισθάνθηκες το παλιό δυνατό τράβηγμα
στους αστραγάλους σου.
«Βελτίωσε τη ζωή μου!»
κάθε φωνή φώναζε.
Μα δεν σταμάτησες.
Ήξερες τι έπρεπε να κάνεις,
αν και ο άνεμος εξέταζε
με τα σκληρά του δάχτυλα
τα ίδια αυτά θεμέλια
αν και η μελαγχολία τους
ήταν τρομερή. Ήταν ήδη αρκετά
αργά, και ήταν μια άγρια νύχτα,
και ο δρόμος γεμάτος πεσμένα
κλαδιά και πέτρες.
Μα, σιγά-σιγά,
καθώς άφηνες τις φωνές τους πίσω,
τα αστέρια άρχισαν να καίνε
μέσα από τα φύλλα των νεφών,
και υπήρχε μια νέα φωνή,
την οποία σιγά-σιγά
αναγνώρισες ως δική σου,
που σε κράτησε συντροφιά
καθώς βημάτιζες όλο και βαθύτερα
στον κόσμο,
αποφασισμένος να κάνεις
το μόνο πράγμα που μπορούσες να κάνεις
– αποφασισμένος να σώσεις
τη μόνη ζωή που μπορούσες να σώσεις.

Μαίρη Όλιβερ, 1935-2019

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Δεκεμβρίου 2022

Η κόρη του ματιού είναι το πιο σκούρο σημείο του σώματος κι όμως από εκεί αποφάσισε να μπαινοβγαίνει το φως..

Από τον Λουδοβίκο των Ανωγείων

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Νοεμβρίου 2022

Να φεύγεις από σχέσεις και από ανθρώπους που δεν έδωσαν αγώνα για να σε κρατήσουν,
από ανθρώπους που σε θεωρούσαν δεδομένο, δεδομένη στη ζωή τους.
Από ανθρώπους που σε άφησαν να φύγεις και δεν διεκδίκησαν την αλλαγή.

Να φεύγεις. Να μην δραπετεύεις όμως. Γιατί αν δραπετεύσεις, κινδυνεύεις να ξαναγυρίσεις.
Να φεύγεις με το κεφάλι ψηλά. με αξιοπρέπεια, γιατί δεν σου δίνουν αυτό που ποθείς.

Γιατί η σχέση πρέπει να είναι πόθος, πάθος, σεβασμός, έλξη, έρωτας και αγάπη.
Και να μην φοβάται ο άλλος να δείχνει τα συναισθήματά του.
Γιατί στη σχέση ο άλλος πρέπει να σου δείχνει ότι σε θέλει, όπως του δείχνεις και εσύ,
και όχι να μαντεύεις…..

Και να αγαπάς. Εκείνον. Εκείνην. Αλλά να αγαπάς και τον εαυτό σου και να τον φροντίζεις.
Να φεύγεις από σχέσεις που σε κάνουν να αμφισβητείς τον εαυτό σου.

Γιατί ο δρόμος για την αυτοεκτίμηση δύσκολα χτίζεται, εύκολα όμως γκρεμίζεται.
Και ίσως χρειάζεται να φύγεις για να σε αναζητήσουν και να καταλάβουν ότι
άξιζες να είσαι στη ζωή τους. Και αν δεν το κάνουν, δεν πειράζει.
Και αν δεν το καταλάβουν, γιατί δεν θα μπορούν για τους δικούς τους λόγους, πάλι δεν πειράζει.

Πειράζει για εκείνους, όχι όμως για εσένα. Γιατί αυτό θα σημαίνει ότι εσύ πήρες την σωστή απόφαση. Σημαίνει ότι εσύ έφυγες από μία σχέση που ο άλλος δεν θα σε αντιμετώπιζε ποτέ όπως σου άξιζε.

Και εσύ….. Εσύ πάντα θα έκανες υποχωρήσεις και εκείνος θα μάθαινε στις υποχωρήσεις σου
και θα σου ζητούσε και άλλες, μέχρι που δεν θα είχες κάτι άλλο να δώσεις.

Να φεύγεις λοιπόν…..

Γιατί … «Έχω και εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς…
Μα δεν σκοτώνω άστρα…» ✨️

Κική Δημουλά

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2022

Δύο νεαρά παλικάρια Ρατζπούτ ήρθαν στην αυλή του Ακμπάρ ένα πρωί. Ήταν δίδυμα. Καθώς στέκονταν στην αυλή του Ακμπάρ είπαν: «Θέλουμε να καταταγούμε στον στρατό σου. Είμαστε και οι δυο πολύ γενναίοι. Μας χρειάζεσαι;».

Ο Ακμπάρ απάντησε: «Αποκαλείτε τους εαυτούς σας γενναίους, αλλά έχετε κάποιο πιστοποιητικό, κάποια απόδειξη της γενναιότητάς σας; Πώς μπορούμε να πιστέψουμε ότι είστε γενναίοι;».

Άρχισαν να γελάνε και οι δύο και είπαν: «Δεν περιμέναμε ότι ένα άτομο σαν εσένα θα έκανε μια τέτοια ερώτηση. Μπορεί να υπάρξει ποτέ κάποιο πιστοποιητικό για τη γενναιότητα; Μπορεί να υπάρξει κάποια απόδειξη; Και σε ποιον πρέπει να πάει ένας γενναίος άντρας για ένα τέτοιο πιστοποιητικό; Αν ένας άντρας έφερνε ένα τέτοιο πιστοποιητικό, τότε αυτό από μόνο του θα ήταν απόδειξη ότι ο άντρας δεν είναι γενναίος. Θα πάει ένας γενναίος άντρας σε έναν άλλον και θα του ζητήσει ένα πιστοποιητικό που να λέει ότι είναι γενναίος; Θα πάει ένας άντρας με καλό χαρακτήρα σε έναν άλλο και θα του ζητήσει να επιβεβαιώσει γραπτώς ότι είναι ένας άντρας με καλό χαρακτήρα; Αν ο χαρακτήρας από μόνος του δεν είναι απόδειξη, τότε ποιο γράμμα, ποιο πιστοποιητικό, μπορεί να είναι απόδειξη;»

Μετά πρόσθεσαν: «Είμαστε γενναίοι· αυτό μπορούμε να το πούμε. Αν μας δοθεί η ευκαιρία, μπορούμε να σου αποδείξουμε τη γενναιότητά μας. Αλλά δεν έχουμε πιστοποιητικά»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Απριλίου 2022

“Έχουμε πάνω από μία ώρα που δοκιμάζουμε παπούτσια. Άσπρα. Αστραφτερά, χαρωπά, ανθισμένα παπούτσια. Πασχαλιάτικα. Παιδικά. Τέσσερα πόδια γεύονται κατά κόρον το «καινούργιο» και το «αλλιώτικο», δοκιμάζοντας και απορρίπτοντας ό,τι δεν τους αρέσει, με το αιτιολογικό, αυτό με στενεύει… αυτό μου είναι μεγάλο… αυτό μου είναι μεγάλο και με στενεύει. Εγώ και ο υπάλληλος έχουμε κυριολεκτικά γονατίσει μπροστά σ’ αυτά τα πόδια, προσπαθώντας να εντοπίσουμε πού κείται το μεγάλο δάχτυλο, πού κείται το ψεύδος.

Κι άξαφνα, μέσα από ένα κουτί, κάνει τη μοιραία εμφάνιση ένα ζευγάρι κόκκινα κοριτσίστικα παπαρουνένια παπούτσια, μ’ ένα κόκκινο παιγνιδιάρικο κουμπάκι στο πλάι, αυτό που πιο πολύ έκαμε την καρδιά μου να σπαρταρήσει, να μικρύνει, να γίνει καρδιά παιδική, να ξανααισθανθεί. Ιπποτικά αμέσως φέρεται ο καιρός, παραμερίζει, για να ‘ρθει μπροστά μία σκονισμένη ιστορία, παλιά, πάλι με παπούτσια, με τα πρώτα παπούτσια που μ’ έκαμαν να κλάψω.

Πάσχα και πάντως μια εποχή που όλα ονομάζονταν «δύσκολα». Τα πράγματα δύσκολα, οι μέρες δύσκολες, η ζωή δύσκολη. Και τότε ακριβώς ήταν που αξίωσα ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια.
— Θα την πάω στο Μοναστηράκι, στον πατριώτη μου το μαστρο-Κούλη… Θα μας φτιάξει κάτι που να ‘ναι γερό και συφερτικό, ενέδωσε με τα πολλά ο πατέρας.

Θα κόντευε Μεγάλη Βδομάδα που με πήρε ένα απομεσήμερο να πάμε στο μαστρο-Κούλη. Οι νοικοκυρές ανέμιζαν στα παράθυρα, έπλεναν τζάμια. Καθώς τα ‘τριβαν με κομμάτια εφημερίδας, εκείνα έτριζαν, κι άστραφταν σα στα παράθυρα να κρέμονταν κλουβιά με τιτιβίζοντα χελιδόνια, και ήλιοι.

Απερίγραπτο ήταν το πόσο σφιχτά με κρατούσε από το χέρι ο πατέρας μου στις λιγοστές εξόδους μας, στους λιγοστούς περιπάτους μας. Σα να του ‘χα ξεφύγει και να ‘τρεχε χρόνια να με πιάσει. Και σα να με είχε πιάσει μόλις εκείνη τη στιγμή. Όμως, αυτή τη φορά, ήταν τόσο ευχάριστο αυτό το σφίξιμο. Σαν το εύθυμο εκείνο σφίξιμο που σου κάνουν τα καινούργια παπούτσια την πρώτη μέρα.

Αν με ρωτούσε κανείς πώς πήγαμε στο μαγαζί του μαστρο-Κούλη, από πού περάσαμε, εγώ θα του ‘λεγα, περάσαμε… περάσαμε… από κάτι κόκκινα παπούτσια, ύστερα πήραμε ένα μακρύ δρόμο κόκκινα παπούτσια, στρίψαμε μετά από κάτι άλλα κόκκινα παπούτσια, και φτάσαμε!

Μα σα βρέθηκα στο μαγαζί του μαστρο-Κούλη ξέβαψε όλο το κόκκινο χρώμα κι όλη η χαρά από το όραμά μου. Από την πόρτα με πήρε μια χοντρή βαριά μυρουδιά πετσιού και προβιάς, έπεσε μέσα της η αναπνοή μου και πνίγηκε. Χάμω, σκουπίδια, σπάγγοι, καρφάκια, ένας λόφος με λογιώ λογιώ κατσούφικα κοψίδια δέρματα. Μια χοντρή βελόνα, σα μεγάλο καρφί, ανεβοκατέβαινε βαριεστημένη και στριγγλή και γάζωνε ένα εφιαλτικό παπούτσι.

Σα δήμιος εμφανίστηκε ο μαστρο-Κούλης, αναμερίζοντας μιαν αυλαία από κρεμάθες χοντροπάπουτσα, αντρικά τα πιο πολλά, τα κορδόνια τους τρεμούλιασαν σα νευρικά μουστάκια, και κάτω από τη χοντρή λαστιχένια τους σόλα σπαρτάραγε το κακόμοιρο το όνειρο μου. Κι αφού είπανε, χρόνια και ζαμάνια, ψυχρά κι ανάποδα, και αφού τώωωρα η Αργυρούλα, μπήκε στο θέμα πια ό πατέρας μου:
— Και τώρα, μαστρο-Κούλη, ας πάμε στο προκείμενο!
Με τούτο το «προκείμενο» πήρα να ελπίζω. Φαντάστηκα πώς το «προκείμενο» μπορεί να ‘ταν ένας άλλος δρόμος, ένα άλλο μαγαζί, το «καλό» μαγαζί του μαστρο-Κούλη.
— Από δω η κόρη, συνέχισε ο πατέρας μου, ό,τι θυμάται χαίρεται! Της θυμήθηκαν κόκκινα παπούτσια. Έχεις να μας δώσεις τίποτα κατάλληλο;

Και πριν προφτάσω ν’ ακούσω την απάντηση, η πατούσα μου βρέθηκε καθηλωμένη πάνω σ’ ένα βρομόχαρτο, κι από πάνω της ολόκληρος ο μαστρο-Κούλης, όλα τα χοντροπάπουτσα, να τη ζουλάνε μη και ξεφύγει. Πιο απειλητικό, το βάρος της λέξης «μπόλικα! μπόλικα», που σφυροκοπούσε ο πατέρας μου. Ένα κουτσομόλυβο σύρθηκε σαν κατσαρίδα γύρω γύρω της ενώ ο πατριώτης έλεγε:
— θα γίνουν αθάνατα!

Ανησύχησα.
— Δε θέλω αθάνατα, κόκκινα θέλω, ψέλλισα.
— Θέλε! αγρίεψε ο μαστρο-Κούλης, κάτι συνεννοήθηκε ιδιαιτέρως με τον πατέρα μου, και φύγαμε.

Ίσως σου κακοφανεί, μαστρο-Κούλη, αν τύχει και διαβάσεις αυτή την ιστορία, αλλά κι εγώ τι σου χρώσταγα να περάσω μια τόσο μαύρη Λαμπρή; Τι παπούτσια ήταν εκείνα που μου ‘φτιαξες; Κόκκινα δε σου είπα πως θέλω; Γιατί σώνει και καλά μουσταρδιά; Και γιατί τόσο χοντρό λάστιχο, βρε μαστρο-Κούλη; Τάνκς ήμουνα; Κι όλα αυτά καλά. Αμ’ εκείνο το κόκκινο κουμπί, στο Θεό σου, τι το ήθελες και το έμπηξες; Από πού ως πού κόκκινο κουμπί; Α, προτιμούσα να με γελάσεις παρά να με ξεγελάσεις. Έσκασα στο κλάμα.
— Βρε αχάριστο, φώναζε η μάνα μου, κι αν δεν είναι κόκκινο, είναι προς το κόκκινο… Τι παραπάνω θες; Δεν έχει κόκκινα κουμπιά; Άρα κόκκινα είναι.

Αναγκάστηκα να πειστώ. Και τι το περίεργο; Μήπως τώρα που λέμε «αναπνέουμε, άρα ελπίζουμε», το ίδιο δεν είναι; Κι ανήμερα το Πάσχα, στη λειτουργία της Αγάπης, με κρατάει πάλι ο πατέρας μου από το χέρι, κατηφορίζουμε για την εκκλησία. Εγώ με τα κόκκινα κουμπιά μου, αυτός με την κατάνυξη του, Χριστός Ανέστη σιγοψέλνει. Μπορώ να θυμηθώ και το παραμικρό της σκηνής εκείνης, ακόμα και τις στάλες από τα κεριά της Αναστάσεως στα πεζοδρόμια και στα μαρμάρινα σκαλιά, την αυστηρή παλάμη του πατέρα μου που με ζούλαγε ολόκληρη μέσα της, το πρόσεχε μην πέσεις, το δεν καταλαβαίνω γιατί εννοείς να ξεκινάς πάντα με το αριστερό, διόρθωσε το βήμα σου, άλλαξε το βήμα σου.

Τα θυμάμαι όλα, και τους μικρούς μου πήδους κάθε τόσο για να βγει το δεξί μπροστά και να πάει το αριστερό πίσω, όλα, ακόμα και το πόσο μου μύρισαν οι πασχαλιές που αγόραζε μια γυναίκα σκυμμένη στο παράθυρο από έναν πλανόδιο ανθοπώλη. — Άλλαξε το βήμα σου, ξανάπε ο πατέρας μου.

Κι εκείνη τη φορά έγινε το κακό. Πάνω στο πήδημα μπερδεύτηχαν τα πόδια μου, κι είδα το ένα κουμπί να διαγράφει μια κόκκινη τροχιά και να εξαφανίζεται. Τι κλάμα και τι ψάξιμο ήταν εκείνο; Δάκτυλος του Σατανά, δάκτυλος του Σατανά! έτριζε τα δόντια του ο πατέρας μου, καθώς έψαχνε χωρίς αποτέλεσμα, καθώς με άκουγε να κλαίω «ασεβώς». Δεν είμαστε πια για εκκλησία, «χρειάζεται καρδίαν καθαράν», και πήραμε πάλι τον ανήφορο. Μπρος εκείνος, με τα χέρια διπλωμένα πίσω στη μέση, να λέει, με κόλασες! με κόλασες!, πίσω εγώ, σα μονοσάνταλη, να κλαίω, να κλαίω.

Η μάνα μου, άμα άκουσε τι συνέβη, είπε μόνο: — Τι λες… Κάτι τρέχει στα γύφτικα.

Μα καθώς με είδε να πετάω τα παπούτσια και να την ακολουθώ ξυπόλυτη και κλαίγοντας, τα έβαλε με τον πατέρα μου:
— Και συ ευλογημένε, πώς στην ευχή έψαξες; Με τα δικά μου τα μάτια; Ολόκληρο κουμπί!

Αλλά εκείνος είχε κιόλας ριχτεί με όλο του το είναι στην κάθαρση. Είχε πάρει μια Σύνοψη κι έψελνε, μουρμουριστά, μασουλιστά, με λοξό κάπως το κεφάλι και το χέρι κοντά στο στόμα, κάπως σα να εξιστορούσε με συντριβή στο αυτί του Κυρίου το πώς τον «κόλασα».
– Θέλω το ολόκληρο κουμπί μου, έλεγα τώρα εγώ μέσα στους οδυρμούς μου.

– Τι λες εκεί… Κάτι τρέχει στα γύφτικα, επανέλαβε η μάνα μου φουρκισμένη.
Και φορώντας μου τα παπούτσια με το ζόρι, με έσπρωξε βίαια στήν ξώπορτα, να πάω να παίξω.

Λίγα βήματα πιο πέρα στεκότανε η φιλενάδα μου η Πόπη. Με κοίταζε. Εγώ κόλλησα στον τοίχο, σήκωσα το ‘να μου πόδι, και το ‘κρυψα πίσω από το άλλο. Και στεκόμουνα έτσι.

Και τώρα, γονατισμένη ακόμα, λες και προσκυνούσα, αναπολώντας την τούτην την ανάμνηση, προσπαθώ να καταφέρω τη μικρή ν’ αγοράσει αυτά τα παπούτσια. Τα κόκκινα. – Σου είπα, θέλω γόβα άσπρη!
– Μα τα κόκκινα είναι πιο πρακτικά.
– Δεν τα θέλω για πρακτικά, τα θέλω για ευχαριστήσιμα.

Και αποφασίζω. Και τα άσπρα και τα κόκκινα. Προηγουμένως τα εξετάζω προσεχτικά, δοκιμάζω να ιδώ, είναι καλά στερεωμένο το κουμπάκι τους, μην την ξαναπάθω. «Αθάνατα», βεβαιώνει ο υπάλληλος. Και φεύγω, έχοντας επιτέλους αποκτήσει ένα πραγματικό κόκκινο ζευγάρι παπούτσια, πασχαλιάτικο δώρο στα περασμένα μου.
Σ’ αυτό τον κεντρικό δρόμο, που φράζεις τη μύτη και το στόμα σου να μη σε πνίξουν τα καυσαέρια, είναι τρέλα να ισχυριστείς ότι μυρίζουν πασχαλιές. Και όμως, εμένα μου μύρισαν.”

Aπό το βιβλίο της Κικής Δημουλά «Εκτός σχεδίου»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Απριλίου 2022

Στον κύκλο της φύσης δεν υπάρχει νίκη ούτε ήττα: υπάρχει κίνηση. Ο χειμώνας μάχεται να επικρατήσει, στο τέλος όμως αναγκάζεται να παραχωρήσει τη νίκη στην άνοιξη, που φέρνει μαζί της λουλούδια και χαρά.

Το καλοκαίρι θέλει να κρατήσουν οι ζεστές του μέρες για πάντα, γιατί είναι πεπεισμένο ότι η ζέστη είναι ευεργετική για τη γη. Τελικά όμως αποδέχεται την άφιξη του φθινοπώρου, που θα επιτρέψει στη γη να ξεκουραστεί.

Η γαζέλα τρώει το χορτάρι και την καταβροχθίζει το λιοντάρι. Το θέμα δεν είναι ποιος είναι ο πιο δυνατός, αλλά πώς μας δείχνει ο Θεός τον κύκλο του θανάτου και της ανάστασης.

Στον κύκλο αυτό δεν  νικητές και ηττημένοι, μονάχα στάδια που πρέπει να ολοκληρωθούν. Όταν το καταλάβει αυτό η καρδιά του ανθρώπου, θα απελευθερωθεί. Θα αποδέχεται χωρίς πόνο τις δύσκολες στιγμές και δε θα αφήνεται να ξεγελαστεί από τις στιγμές της δόξας.

Και τα δύο θα περάσουν. Η μία κατάσταση θα διαδεχτεί την άλλη. Και ο κύκλος θα συνεχιστεί μέχρι να απελευθερωθούμε από τη σάρκα και να συναντηθούμε με τη θεϊκή Ενέργεια.

Έτσι, όταν ο παλαιστής βγει στην αρένα -είτε από δική του επιλογή είτε επειδή τον έστειλε εκεί το μυστηριώδες πεπρωμένο-, ας νιώθει χαρά το πνεύμα του για τη μάχη που θα δώσει. Αν διατηρήσει την αξιοπρέπεια και την τιμή του, δε θα ηττηθεί ποτέ, ακόμα κι αν χάσει τον αγώνα, επειδή η ψυχή του θα είναι άθικτη.

Και δε θα κατηγορήσει κανέναν γι’ αυτό που του συμβαίνει. Από τότε που αγάπησε για πρώτη φορά και τον απέρριψαν κατάλαβε πως αυτό δε σκότωσε την ικανότητα του να αγαπάει.

Ό,τι ισχύει στον έρωτα ισχύει και στον πόλεμο. Όταν χάνουμε μια μάχη ή όλα όσα νομίζαμε πως είχαμε, ζούμε στιγμές δυστυχίας. Όταν όμως οι στιγμές αυτές περνούν, ανακαλύπτουμε μια άγνωστη δύναμη που υπάρχει μέσα στον καθένα από μας, μια δύναμη που μας εκπλήσσει και αυξάνει τον αυτοσεβασμό μας.

Κοιτάζουμε γύρω μας και λέμε στον εαυτό μας: «Επέζησα». Και χαιρόμαστε με τα λόγια μας.

Άλλοι όμως, ακόμα κι αν υποφέρουν από την ήττα και ταπεινώνονται από τις ιστορίες που διαδίδουν γι’ αυτούς οι νικητές, επιτρέπουν στον εαυτό τους να δακρύσει, μα ποτέ δε νιώθουν αυτολύπηση. Ξέρουν απλώς πως η μάχη διακόπηκε και πως τη συγκεκριμένη στιγμή οι ίδιοι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση.

Ακούν τους χτύπους της καρδιάς τους. Προσέχουν πως βρίσκονται σε ένταση. Πως φοβούνται. Κάνουν έναν απολογισμό της ζωής τους και ανακαλύπτουν πως, παρά τον τρόμο που αισθάνονται, η πίστη καίει ακόμα στην καρδιά τους και τους ωθεί προς τα εμπρός.

Προσπαθούν να μάθουν πού έχι. Εκμεταλλεύονται τη στιγμή που είναι πεσμένοι κάτω για να ξεκουραστούν, για να γιατρέψουν τις πληγές τους, να ανακαλύψουν νέες στρατηγικές και να εξοπλιστούν καλύτερα.

Και φτάνει μια μέρα που τους χτυπά την πόρτα μια καινούρια μάχη. Ο φόβος υπάρχει ακόμα, όμως πρέπει να δράσουν – αλλιώς θα μείνουν πεσμένοι για πάντα. Σηκώνονται, αντικρίζουν τον αντίπαλο και θυμούνται τον πόνο που έζησαν και δε θέλουν να ξαναζήσουν.

Η προηγούμενη ήττα τούς αναγκάζει να νικήσουν τούτη τη φορά, αφού δε θέλουν να ξαναζήσουν τον ίδιο πόνο.

Κι αν η νίκη δεν έρθει αυτή τη φορά, θα έρθει την επόμενη. Κι αν όχι την επόμενη, τη μεθεπόμενη. Το χειρότερο δεν είναι να πέφτεις, είναι να μη σηκώνεσαι.

Ηττημένος είναι μόνο όποιος παραιτείται. Οι άλλοι είναι όλοι νικητές.

Και θα έρθει η μέρα που οι δύσκολες στιγμές θα είναι μονάχα ιστορίες τις οποίες θα αφηγούνται περήφανοι σε όποιον θέλει να τους ακούσει. Και όλοι θα ακούν με σεβασμό, και θα μάθουν να έχουν τρία σημαντικά πράγματα.

Υπομονή, και να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να δράσουν.

Σοφία, για να μην αφήσουν την επόμενη ευκαιρία να ξεφύγει.

Και περηφάνια για τις ουλές τους.

Οι ουλές είναι μετάλλια χαραγμένα στη σάρκα τους με φωτιά και σίδερο και θα τρομάζουν τους εχθρούς τους, γιατί θα δείχνουν πως ο άνθρωπος που στέκεται απέναντι τους έχει μεγάλη εμπειρία στη μάχη. Συχνά αυτό μας κάνει να επιζητάμε το διάλογο και να αποφεύγουμε τις συγκρούσεις.

Οι ουλές μιλούν πιο δυνατά από την κόψη του σπαθιού που τις δημιούργησε.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Απριλίου 2022

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα. Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν. Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή. Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό. Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;» «Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα». Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος. «Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη. «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία. Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια. «Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου». «Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη. Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια. Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!». Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του. Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση: «Γνώση, ποιος με βοήθησε»; «Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση. «Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;» Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε: «Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».