Πεζογραφία
1. Όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Και θα πρέπει να κάνουν ό,τι μπορούν για να παραμείνουν έτσι.
2. Σε κάθε άνθρωπο έχουν δοθεί δύο ποιότητες: η δύναμη και το ταλέντο. Η δύναμη τον οδηγεί να συναντήσει το πεπρωμένο του, το ταλέντο του τον υποχρεώνει να μοιραστεί με τους άλλους τα καλά του στοιχεία. Ο καθένας πρέπει να γνωρίζει πότε να χρησιμοποιεί το ένα και πότε το άλλο.
3. Σε κάθε άνθρωπο έχει δοθεί μια αρετή: η ικανότητα να επιλέγει. Για όποιον δεν χρησιμοποιεί αυτή την αρετή, μετατρέπεται σε κατάρα – και οι άλλοι θα επιλέγουν πάντα για λογαριασμό του.
4. Κάθε άνθρωπος έχει τον Προσωπικό του Μύθο να υλοποιήσει και αυτός είναι ο λόγος που έρχεται στον κόσμο. Ο Προσωπικός Μύθος εκδηλώνεται στον ενθουσιασμό του για όσα κάνει.
5. Κάθε άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει δύο γλώσσες: τη γλώσσα της κοινωνίας και την γλώσσα των οιωνών. Η πρώτη εξυπηρετεί την επικοινωνία με τους άλλους. Η δεύτερη χρησιμοποιείται για να εξηγεί τα μηνύματα από τον Θεό.
6. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να αναζητά την απόλαυση – αυτό δηλαδή που δίνει σ’ εκείνον χαρά και όχι κατ’ ανάγκη στους άλλους.
7. Κάθε άνθρωπος πρέπει να διατηρεί ζωντανή μέσα του την ιερή φλόγα της τρέλας. Και πρέπει να συμπεριφέρεται σαν κανονικός άνθρωπος.
8. Τα μόνα σφάλματα που θεωρούνται σοβαρά είναι τα εξής: να μη σέβεσαι τα δικαιώματα του άλλου, να παραλύεις από τον φόβο, να αισθάνεσαι ένοχος, να νομίζεις ότι δεν αξίζεις ό,τι καλό και κακό σου συμβαίνει στη ζωή και να είσαι δειλός. Να αγαπούμε τους εχθρούς μας, αλλά να μην κάνουμε συμμαχίες μαζί τους. Βρίσκονται στον δρόμο μας για να δοκιμάσουν το σπαθί μας και αξίζουν τον σεβασμό της μάχης μας. Εμείς να διαλέγουμε τους εχθρούς μας και όχι αντίστροφα.
9. Όλες οι θρησκείες οδηγούν στον ίδιο Θεό και όλες αξίζουν τον ίδιο σεβασμό.
10. Ό,τι κάνουμε στο παρόν επηρεάζει το μέλλον ως συνέπεια και το παρελθόν ως λύτρωση.
Τὸ γέρικο σπουργίτι ὅρµησε νὰ γλιτώσει τὸ παιδί του. Ὅλο του τὸ σωµατάκι σπαρταροῦσε ἀπὸ φρίκη, ἡ φωνούλα του ἀγρίεψε καὶ βράχνιασε, ἦταν ἕτοιµο νὰ πεθάνει, νὰ θυσιαστεῖ!
Σὰν τί πελώριο τέρας νὰ ἔβλεπε τὸ σκυλί! Κι ὅµως δὲν µπόρεσε νὰ κάτσει ἥσυχα – ἥσυχα πάνω στὸ ψηλό του κλαδί, ὅπου ἦταν τόσο ἀσφαλισµένο… Μία δύναµη πιὸ δυνατὴ κι ἀπ’ τὴ θέλησή του τὸ ἔριξε ἀπ’ ἐκεῖ πάνω.
Ὁ Τρεζὸρ (ἔτσι λέγανε τὸ σκυλί) σταµάτησε κι ἔκανε πίσω, καθὼς φαίνεται κι αὐτὸς ἀναγνώρισε τὴ δύναµη. Βιαστικὰ φώναξα τὸ ντροπιασµένο σκυλὶ κι ἔφυγα ἀπ’ αὐτὸν τὸν τόπο, γεµάτος εὐλάβεια.
Ἔτσι ἦταν καὶ µή σᾶς φανεῖ παράξενο. Αἰσθανόµουνα εὐλάβεια µπροστὰ σ’ ἐκεῖνο τὸ µικρὸ ἡρωικὸ πουλί, µπροστὰ στὴ µεγάλη του στοργή.
Ἡ ἀγάπη ἔλεγα, εἶναι πιὸ δυνατὴ κι ἀπ’ τὸ θάνατο καὶ τὸ φόβο τοῦ θανάτου. Μονάχα µ’ αὐτήν, µόνο µὲ τὴν ἀγάπη κρατιέται καὶ κινεῖται ἡ ζωή.
“Θα προτιμούσα να ζήσω όλη μου τη ζωή σε μια τσερκέζικη σκηνή παρά να προσκυνήσω το γερμανικό είδωλο”.
“Το γερμανικό τρόπο πλουτισμού. Δεν είμαι καιρό εδώ κι όμως έχω παρατηρήσει πράγματα που κάνουν την ταταρική μου φύση να αγανακτεί. Μα την αλήθεια μακριά από κάτι τέτοιες αρετές! Χτες περπάτησα καμία δεκαριά χιλιόμετρα στα περίχωρα. Λοιπόν είναι ακριβώς όπως στα ηθικοπλαστικά βιβλία, ξέρετε εκείνα τα μικρά εικονογραφημένα βιβλία που κυκλοφορούν στη Γερμανία: όλα τα σπίτια έχουν τον πατέρα τους, έναν υπερβολικά ενάρετο και τίμιο άνθρωπο, τόσο τίμιο που φοβάται κανείς να τον πλησιάσει.
…..Λοιπόν εδώ η κάθε οικογένεια είναι υποταγμένη, τυφλά υποταγμένη στον πατέρα. Δουλεύουν όλοι σαν τα ζώα και κάνουν οικονομία σαν Εβραίοι. Όταν ο πατέρας συγκεντρώσει κάποιο σημαντικό ποσό, μεταβιβάζει τη δουλειά ή τα κτήματα του στον πρωτότοκο γιο του. Για αυτό αρνιέται να δώσει προίκα στη κόρη του που έτσι καταδικάζεται να μείνει γεροντοκόρη. Ο μικρότερος γιος είναι αναγκασμένος να δουλέψει σκληρά, κι όσα κερδίζει, τα προσθέτει στο κεφάλαιο της οικογένειας που όσο πάει και αυξάνεται. Ναι αυτό γίνεται εδώ, το έχω ερευνήσει. Και το μοναδικό κίνητρο για όλα είναι η τιμιότητα, μια τιμιότητα που φτάνει σε τέτοιο σημείο, ώστε ο μικρότερος γιος φαντάζεται ότι τον εκμεταλλεύονται από τιμιότητα…»
Μια φορά και έναν καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε ότι αν ήξερε πάντοτε την κατάλληλη στιγµή για ν’αρχίζει κάτι, αν ήξερε ποιοι είναι οι κατάλληλοι άνθρωποι για ν’ ακούει και ποιοι είναι εκείνοι που θα πρεπε ν’ αποφεύγει και πάνω από όλα αν ήξερε πάντοτε ποιο είναι το σηµαντικότερο πράγµα να κάνει, δε θα αποτύχαινε σε ό,τι επιχειρούσε.
Και όταν του ήρθε αυτή η σκέψη, φρόντισε να διακηρυχθεί σε ολόκληρο το βασίλειό του ότι θα έδινε σπουδαία αµοιβή σ’εκείνον που θα του µάθαινε ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, ποιοι είναι οι πιο αναγκάιοι άνθρωποι και πως θα µπορούσε να ξέρει ποιό είναι το πιο σπουδαίο πράγµα να κάνει.
Και ήλθαν σοφοί άνθρωποι στο βασιλιά, αλλά όλοι έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις στα ερωτήµατα.
Σ’ απάντηση του πρώτου ερωτήµατος, µερικοί είπαν ότι για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να φτιάξει προκαταβολικά ένα πρόγραµµα ηµερών, µηνών και ετών και να το ακολουθήσει πιστά. Μόνον έτσι, είπαν αυτοί, θα µπορούσε να γίνει το κάθε τι στην κατάλληλη στιγµή. Άλλοι δήλωσαν ότι θα ήταν αδύνατο ν’αποφασίσει κανείς εκ των προτέρω την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, αλλά αν δεν αφήσει τον εαυτό του να απορροφηθεί σε µάταιες ενασχολήσεις, θα µπορούσε πάντοτε να προσέχει τι συµβαίνει και τότε να κάνει ό,τι θα ήταν αναγκαίο. Άλλοι πάλι είπαν, ότι όσο κι αν πρόσεχε ο βασιλιάς ό,τι συµβαίνε, θα ήταν αδύνατο σε έναν άνθρωπο να αποφασίζει σωστά ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, γι΄ αυτό θα πρεπε να έχει ένα συµβούλιο από σοφούς ανθρώπους, που θα τον βοηθούσαν να καθορίσει την κατάλληλη στιγµή για κάθε τι.
Αλλά πάλι, άλλοι του είπαν ότι υπάρχουν ορισµένα πράγµατα που δε θα µπορούσαν να περιµένουν να εξεταστούν από ένα συµβούλιο και για τα οποία πρέπει κανείς να αποφασίσει αµέσως αν θα τα επιχειρίσει ή όχι. Για να µπορεί να όµως κανείς να το αποφασίσει αυτό, πρέπει να εκ των προτέρω τι πρόκειται να συµβεί. Μόνο µάγοι µπορούν να το κάνουν αυτό και γι’ αυτό, για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να συµβουλεύεται µάγους.
Εξ ίσου ποικίλες ήταν οι απαντήσεις και στο δεύτερο ερώτηµα. Μερικοί είπαν ότι οι άνθρωποι που χρειάζεται περισσότερο ο βασιλιάς είναι οι σύµβουλοί του, άλλοι οι ιερείς, άλλοι οι γιατροί, ενώ άλλοι είπαν ότι πιο αναγκαίοι είναι οι πολεµιστές.
Στο τρίτο ερώτηµα για το ποιά είναι πιο σπουδαία ενασχόληση, µερικοί απάντησαν ότι πιο σπουδαίο πράγµα στο κόσµο είναι οι επιστήµες. Άλλοι είπαν ότι είναι η πολεµική επιδεξιότητα, και άλλοι πάλι ότι είναι η θρησκευτική λατρεία.
Όλες οι απαντήσεις ήταν διαφορετικές και ο βασιλιάς δε συµφώνησε σε καµιά απ’ αυτές και σε καµιά δεν έδωσε σηµασία. Αλλά θέλοντας ακόµη να βρει τις σωστές απαντήσεις, αποφάσισε να συµβουλευτεί έναν ερηµίτη πολύ γνωστό για την σοφία του.
Ο ερηµίτης ζούσε σ’ ένα δάσος απ’ το οποίο δεν αποµακρυνόταν ποτέ και δε δεχόταν παρά τους απλούς ανθρώπους.
Έτσι ο βασιλιάς ντύθηκε απλά ρούχα και πριν φτάσει στο κελί του ερηµίτη, κατέβηκε απ’ τ’ άλογό του, άφησε πίσω τη φρουρά του και πήγε µόνος του. ‘Οταν πλησίασε ο βασιλιάς, ο ερηµίτης έσκαβε τη γη µπροστά στην καλύβα του. Όταν είδε το βασιλιά, τον χαιρέτησε και συνέχισε να σκάβει.
Ο ερηµίτης ήταν άνθρωπος ασθενικός και αδύνατος και κάθε φορά που σφήνωνε την αξίνα του στην γη για να σηκώσει λίγο χώµα, ανάπνεε βαριά.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ ερηµίτη για να σε ρωτήσω τρία πράγµατα: Πώς θα µάθω να κάνω το κατάλληλο πράγµα στην κατάλληλη στιγµή, ποιοι είναι οι άνθρωποι που χρειάζοµαι περισσότερο και εποµένως ποιους θα πρέπει να προσέχω περισσότερο από τους άλλους και ποιες υποθέσεις είναι πιο σπουδαίες και χρειάζονται περισσότερο προσοχή»;
Ο ερηµίτης άκουσε το βασιλιά, αλλά δεν έδωσε καµιά απάντηση. Μόνο έφτυσε στις παλάµες του και ξανάρχισε το σκάψιµο.
«Είσαι κουρασµένος», είπε ο βασιλιάς, «άσε µε να πάρω την αξίνα και να δουλέψω εγώ λίγο για σένα».
«Ευχαριστώ», είπε ο ερηµίτης και δίνοντας την αξίνα στο βασιλιά κάθησε κάτω στο χώµα. Όταν έσκαψε ο βασιλιάς δύο αυλάκια, σταµάτησε και επανέλαβε τα ερωτήµατά του. Ο ερηµίτης και πάλι δεν απάντησε, αλλά σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του να πάρει την αξίνα και είπε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο και άσε µένα να δουλέψω λιγάκι».
Ο βασιλιάς όµως δεν του έδωσε την αξίνα και συνέχισε να σκάβει. Πέρασε µια ώρα και άλλη µια. Ο ήλιος άρχισε να δύει πίσω απ’ τα δέντρα και ο βασιλιάς στο τέλος σφήνωσε την αξίνα στο χώµα και έιπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ άνθρωπε για µια απάντηση στα ερωτήµατά µου. Αν δεν µπορείς να µου δώσεις καµιά, πες το µου να γυρίσω στο σπίτι µου».
«Να, κάποιος έρχεται τρέχοντας», είπε ο ερηµίτης. «Ας δούµε ποιος είναι».
Ο βασιλιάς γύρισε και είδε ένα γενειοφόρο άνδρα να έρχεται τρέχοντας από το δάσος, σφίγγοντας µε τα χέρια του το στοµάχι του, απ’ το οποίο έτρεχε ποτάµι το αίµα. Όταν πλησίασε το βασιλιά, έπεσε λιπόθυµος στο χώµα βγάζοντας έναν ελαφρύ αναστεναγµό. Ο βασιλιάς και ο ερηµίτης ξεκούµπωσαν τα ρούχα του. Υπήρξε ένα µεγάλο τραύµα στο στοµάχι του. Ο βασιλιάς το έπλυνε όσο καλλίτερα µπορούσε και το έδεσε µε το µαντήλι του και µε µια πετσέτα που τού δωσε ο ερηµίτης. Αλλά το αίµα δε σταµατούσε να τρέχει και ο βασιλιάς ξανά και ξανά άλλαζε τον επίδεσµο, µουσκεµένο από καυτό αίµα, τον έπλενε και ξανάδενε το τράυµα. Όταν σταµάτησε να τρέχει το αίµα, ο πληγωµένος συνήλθε και ζήτησε κάτι να πιει. Ο βασιλιάς έφερε φρέσκο νερό και του το έδωσε. Στο µεταξύ ο ήλιος έδυσε και άρχισε να κρυώνουν. Έτσι ο βασιλιάς µε τη βοήθεια του ερηµίτη µετέφερε τον πληγωµένο στην καλύβα και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι ο πληγωµένος, έκλεισε τα µάτια του και ησύχασε, αλλά ο βασιλιάς ήταν τόσο κουρασµένος απ’το περπάτηµα και τη δουλεία που έιχε κάνε, που κάθησε στο κατώφλι και τον πήρε και αυτόν ο ύπνος τόσο βαθιά, ώστε κοιµήθηκε συνέχεια όλη την καλοκαιριάτικη νύχτα.
Όταν ξύπνησε το πρωί, πέρασε πολλή ώρα πριν µπορέσει να θυµηθεί που ήταν, ή ποιος ήταν ο άγνωστος γενειαφόρος άνδρας που ήταν ξαπλωµένος στο κρεβάτι και τον κοίταζε έντονα και µε φλογισµένα µάτια.
«Συγχώρεσέ µε», είπε ο γενειαφόρος άνδρας µε µια ασθενική φωνή, όταν είδε ότι ο βασιλιάς είχε ξυπνήσει και τον κοίταζε. «Δε σε ξέρω και δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω», είπε ο βασιλιάς. «Εσύ δε µε ξέρεις, αλλά εγώ σε ξέρω. Είµαι αυτός ο εχθρός σου που ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση από σένα, γιατί εκτέλεσες τον αδελφό του και κατάσχεσες την περιουσία του. Ήξερα πως είχες πάει µόνος σου να δεις τον ερηµίτη και αποφάσισα να σε σκοτώσω στην επιστροφή. Αλλά πέρασε η ηµέρα και δεν γύρισες. Έτσι βγήκα απ’ την ενέδρα µου και έπεσα στους φρουρούς σου και αυτοί µε αναγνώρισαν και µε τραυµάτισαν. Τους ξέφυγα, αλλά θα είχα πεθάνει απ’την αιµορραγία, αν εσύ δεν είχες φροντίσει το τραύµα µου. Εγώ ήθελα να σε σκοτώσω κι εσύ µου έσωσες την ζωή. Τώρα, αν ζήσω, κι αν το θέλεις κι εσύ, θα σε υπηρετήσω σαν ο πιο πιστός σου σκλάβος και θα ζητήσω απ’ τους γιους µου να κάνουν το ίδιο. Συγχώρεσέ µε».
Ο βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστηµένος που είχε συµφιλιωθεί τόσο εύκολα µε τον εχθρό του και που είχε κάνει ένα φίλο και όχι µόνο τον συγχώρεσε, αλλά είπε ότι θα έστελνε τους υπηρέτες του και το προσωπικό του γιατρό να τον φροντίσουν και υποσχέθηκε να του ξαναδώσει την περιουσία του. Αφού έφυγε απ’τον πληγωµένο ο βασιλιάς, πήγε έξω στον εξώστη και κοίταξε τριγύρω να βρει τον ερηµίτη. Ήθελε πριν φύγει, να τον παρακαλέσει ακόµη µια φορά να απαντήσει στα ερωτήµατα που του είχε κάνει. Ο ερηµίτης ήταν έξω γονατισµένος και φύτευε σπόρους στ’ αυλάκια που ‘χαν σκαφτεί την προηγούµενη µέρα.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε:
«Για τελευταία φορά σε παρακαλώ απάντησε στα ερωτήµατά µου, σοφέ άνθρωπε».
«Μα έχουν ήδη απαντηθεί», είπε ο ερηµίτης, σκύβοντας ακόµα στ’ αδύνατα πόδια του και κοιτάζοντας προς το βασιλιά που στεκόταν µπροστά του.
«Πως απαντήθηκαν; Τι εννοείς;», είπε ο βασιλιάς.
«Δε βλέπεις;», απάντησε ο ερηµίτης. «Αν δεν είχε λυπηθεί χθες την αδυναµία µου και δεν είχες σκάψει για µένα τ’ αυλάκια, αλλά είχες φύγει, αυτός ο άνθρωπος θα σου είχε επιτεθεί και θα είχες µετανοιώσει που δεν έµεινες µαζί µου. Έτσι η πιο σπουδαία στιγµή ήταν όταν έσκαβες τ’αυλάκια, κι εγώ ήµουν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και το να µου κάνεις καλό ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Ύστερα, όταν αυτός ο άνθρωπος ήρθε σε µας, η πιο σπουδαία στιγµή ήταν όταν τον φρόντιζες, γιατί αν δεν είχες δέσει το τραύµα του, θα πέθαινε χωρίς να συµφιλιωθεί µαζί σου. Έτσι αυτό ήταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και αυτό που έκανες γι’ αυτόν ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Να θυµάσαι λοιπόν: Υπάρχει µόνο µία στιγµή που είναι η πιο σπουδαία, το παρόν. Είναι η πιο σπουδαία στιγµή, γιατί είναι η µόνη πάνω στην οποία έχεις κάποια δύναµη. Ο πιο αναγκαίος άνθρωπος είναι αυτός µαζί µε τον οποίο βρίσκεσαι, γιατί κανένας άνθρωπος δεν ξέρει αν θα έχει ποτέ πάρε- δώσε µε κάποιον άλλο. Και το πιο σπουδαίο πράγµα είναι να του κάνεις καλό, γιατί µόνο γι’αυτό το σκοπό έχεις έλθει σ’αυτόν τον κόσµο!»
Τώρα λοιπόν βλέπεις ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς για να παραµένεις στην ίδια θέση. Αν θέλεις να πας κάπου αλλού θα πρέπει να τρέχεις τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο…
Ὁ Λέων Τολστόυ (Лев Николаевич Толстой – Λεβ Νικολάιεβιτς Τολστόυ) ἦταν Ρῶσος συγγραφέας, δοκιμοιογράφος καὶ φιλόσοφος• ἔγραψε τὴν μικρὴ διήγηση «Τὰ τρία ἐρωτήματα» τὸ 1885
by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.
by enallaktikidrasi.gr
Αφιερωμένο στη Γιάννα, στον Γιώργο, τη Κυριακή, τη Σταυρούλα, τη Γιάννα, τη Κατερίνα και σε όλους τους Φίλους της Ανέλιξης .
«Με την ευχή μου, παιδιά μου! Να βρείτε στη ζωή σας έναν άνθρωπο με ίσκιο. Με ακούτε; Έναν άνθρωπο με ίσκιο!», το είπε -έτσι απλά- και γύρισε με προσήλωση στη δουλειά της.
Ήταν αρχές Σεπτέμβρη, αλλά ο ήλιος έκαιγε κι εκείνη καθόταν σ’ ένα ξύλινο καρεκλάκι μπροστά στην εξώπορτα του χαμηλού σπιτιού της, στην πλατεία του χωριού. Είχε στην ποδιά της φασολάκια και τα καθάριζε σχολαστικά.
«Τι εννοείτε να έχει ίσκιο;», τη ρώτησα μερικά δευτερόλεπτα μετά. Εκείνη πέταξε μια χούφτα φασολάκια στη λεκάνη με το νερό και δάγκωσε την άκρη από το φασολάκι που είχε κρατήσει στο χέρι της επίτηδες.
«Πάνε και τα φασολάκια για φέτος. Τελευταία μαγειριά. Άμα τελειώνει ο καιρός τους, κλωστιάζουν. Δεν είναι εκείνο το τρυφερό. Να, δες!», μου πρότεινε την αφάγωτη άκρη, σπάζοντάς τη ταυτόχρονα. Να της έλεγα ότι στην Αθήνα δεν συνηθίζουμε να δαγκώνουμε ωμά τα φασολάκια ούτε όταν είναι τρυφερά; Σε εκείνο το μικρό χωριό των πενήντα κατοίκων, η πραγματικότητα ήταν άλλη. Ήταν αληθινή. Το μάσησα και το άφησα να μου συστηθεί ωμό. Ακόμα δεν μου είχε απαντήσει στην ερώτηση τι εννοούσε: «Άνθρωπο με ίσκιο».
«Δίκιο έχετε», της είπα για τα φασολάκια. Ανάθεμα κι αν είχα καταλάβει. Ήμουν 22 χρονών κι εκείνη 93. Τι μπορεί να ήξερα από ζαρζαβατικά; Η ζωή που θα γνώριζα μόλις άρχιζε. Το θέμα ήταν να μάθω τι εννοούσε, «άνθρωπο με ίσκιο». Αυτό, μάλιστα!
«Τι εννοούσατε πριν, όταν είπατε για άνθρωπο με ίσκιο;», επέστρεψα στο θέμα μου. Στην πραγματικότητα, αν δεν ήταν αυτό στη μέση, ποτέ δεν θα είχα μασουλήσει εκείνο το ωμό φασολάκι.
«Με ίσκιο, πουλί μου. Πώς να στο πω;», αγανακτούσε με τον εαυτό της που δεν έβρισκε έναν πιο εκφραστικό τρόπο και επανέλαβε: «Με ίσκιο! Κατάλαβες;»
Τίποτα δεν είχα καταλάβει. Εκείνο που καταλάβαινα ήταν ότι η φράση αυτή θα με κυνηγούσε μέχρι να την καταλάβω. Και επειδή τα μάγια έπιασαν, δεν ξέχασα ποτέ τη μορφή εκείνης της ζωισμένης γυναίκας. Ολόλευκα μαλλιά, πυκνά και στιλπνά, στόλιζαν τη γονιδιακή της ευλογία. Μια μακριά πλεξούδα, στριφογυρισμένη και στερεωμένη σε κότσο, στη βάση του αυχένα. Τίποτα φλύαρο. Τίποτα φαύλο. Βαθιές και καθαρές ρυτίδες. Ο χρόνος ήταν εκεί, ανάμεσα στην κάθε πτυχή του προσώπου της. Στις μικρές παραμορφώσεις των κλειδώσεων των δακτύλων της. Στην κυρτωμένη ράχη της και στη θαμπάδα των ματιών της. Ο χρόνος ήταν εκεί και, συνεχίζοντας να είναι, θριάμβευε επί της φθοράς. Τα παιδιά της εργάζονταν στην πόλη και τα εγγόνια, που τα είχε μαζί της για το καλοκαίρι, είχαν επιστρέψει ενόψει της επερχόμενης σχολικής χρονιάς. Ο σύζυγος είχε πεθάνει από χρόνια. Είχαν πάθει τα πνευμόνια του στην κατοχή και είχε ευαισθησία, μας είχε πει, συμπληρώνοντας: «Απ’ αυτό πήγε , θεός σχωρέστον!».
Θα ήμασταν πέντε-έξι παιδιά σε εκείνη την εκδρομή και είχαμε καθίσει για καφέ στο μικρό καφενείο του χωριού. Το σπίτι της ήταν ακριβώς δίπλα. Όλα μας τα είχε ρωτήσει, μέχρι να έρθουν οι καφέδες. Από πού ερχόμασταν… Που πηγαίναμε… Αν ξέραμε το χωριό… Μας είχε πει για τις εκτελέσεις που έκαναν οι Γερμανοί , λίγα μέτρα από εκεί που καθόμασταν. Για τα τάγματα ασφαλείας, τους αριστερούς και τον εμφύλιο. Για ένα βράδυ που κρυβόταν στο πηγάδι, λεχώνα ακόμα. Ποτάμι τα λόγια της. Ποτάμι που ξέπλενε τους φόβους, τις αγωνίες, τον πόνο… Όλα τα ξέπλενε ο χρόνος που κυλούσε ορμητικά μπροστά. Τόσο ξένη πια από εκείνη την ίδια, που θαρρούσες πως μιλούσε για μια άλλη γυναίκα και όχι για τον εαυτό της. Ούτε ένα δάκρυ. Ούτε μια παύση συγκίνησης, ένα σπάσιμο της φωνής. Μόνο, που και που, κουνούσε το κεφάλι κοιτάζοντας το χώμα αφηρημένα, με μια έκφραση ανακούφισης.
«Τι να κάνεις;», έλεγε και ξανάλεγε, όταν την ρωτούσα επίμονα πώς ένιωθε για όλα εκείνα τα κινηματογραφικά κομμάτια της ζωής της.
«Τι να κάνεις;», έτσι απλά. Ούτε καν ρητορικά. Τελεσίδικα το έλεγε. Χωρίς δράματα και αυτολύπηση. Χωρίς φταίχτες και αθώους. Το ποτάμι των χρόνων της είχε λειάνει τις αιχμές της κατεβασιάς του. Οι πέτρες του εγωισμού στρογγύλεψαν. Τα βράχια των παθών μίκρυναν. Οι κορμοί και τα ξύλα των ανεκπλήρωτων επιθυμιών παρασύρθηκαν. Τα λόγια της ανέβλυζαν απ’ την πηγή της επίγνωσης και, παρά τα εβδομήντα χρόνια που μας χώριζαν, όλοι γυρίζαμε τις καρέκλες μας προς το μέρος της. Μας ταξίδευαν τα λόγια της. Μας γαλήνευε η σιγουριά της. Τι όμορφα που κατέβαινε το ποτάμι της στη θάλασσα! Ήσυχα. Αγόγγυστα! Όπως ακριβώς καθάριζε τα κλωστιασμένα φασολάκια του Σεπτέμβρη. Τα τελευταία της χρονιάς, όπως είχε πει. Θα μπορούσε και τα τελευταία της ζωής της. Έπειτα από χρόνια, ήμουν σίγουρη πως το είχε σκεφτεί, αλλά δεν το είχε πει ή έτσι μου φάνηκε. Κανείς δεν κατάφερε να βγάλει ούτε μία λέξη από εκείνες που σιγομουρμούριζε που και που, στα ενδιάμεσα των αφηγήσεων. Πότε μάλωνε το μαχαίρι που τις γλιστρούσε και πότε τον ήλιο που τη ζέσταινε. Καμιά φορά, μάλωνε τα χέρια της και τα έλεγε ρημάδια. Σπρώχναμε τις καρέκλες μας όλο και πιο κοντά της. Δεν καταλάβαμε για πότε την κυκλώσαμε, για πότε μπήκαμε στον ίσκιο της.
Φεύγοντας, μας έδωσε από ένα βάζο γλυκό του κουταλιού, σύκο.
«Με την ευχή μου, παιδιά μου. Να βρείτε στη ζωή σας ένα άνθρωπο με ίσκιο. Με ακούτε; Έναν άνθρωπο με ίσκιο!»
«Τι εννοείτε με ίσκιο;», ακόμα ακούω τη φωνή μου να ρωτάει, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά.
«Με ίσκιο, πουλί μου. Πώς να στο πω; Με ίσκιο! Κατάλαβες;»
Αν κατάλαβα, λέει;
“Ένας άνθρωπος με ίσκιο” / Κάτια Κισσονέργη
Το διάβασα στις διακοπές και το βρίσκω καταπληκτικό!Τέλειο, για όλες τις ώρες και με δράση που κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο!Παραθέτω αυτά που γράφει στο οπισθόφυλλο:
Είναι κάτι το οριστικό μια προφητεία; Μπορεί να την ανατρέψει η ελευθερία της βούλησης; Τα άστρα προεξοφλούν τα μελλούμενα ή δείχνουν στον άνθρωπο μόνο μια πιθανή πορεία;
Την εποχή της Αναγέννησης, σ’ ένα μικρό χωριό της Καλαβρίας, ο νεαρός χωρικός Τζιοβάνι Τράταρε τολμά να κοιτάξει στα μάτια την πανέμορφη Έλενα, εγγονή του δόγη της Βενετίας. Για να κατακτήσει την καρδιά της, αφήνει πίσω του τον μικρόκοσμο της καθημερινότητας του και ξεκινά ένα περιπετειώδες ταξίδι. Στον δρόμο του γλιτώνει από την πυρά τη μάγισσα Σελήνη, κι εκείνη, ανταποδίδοντας την ευεργεσία, του αποκαλύπτει όλα όσα θα συμβούν στην πολυτάραχη ζωή του: “Δες, Τζιοβάνι, αυτό είναι το τραγικό και λαμπρό σου πεπρωμένο. Το αποδέχεσαι;”
Τα λόγια της τον ακολουθούν σ’ ολόκληρη την περιπλάνηση του, ενώ η δύναμη της αγάπης τον οδηγεί στον κόσμο της γνώσης. Από τη Φλωρεντία και τη Βενετία ως τις μονές του Αγίου Όρους και των Μετεώρων, από το Αλγέρι και την Ιερουσαλήμ μέχρι την Κύπρο, σοφοί δάσκαλοι θα τον μυήσουν στα μυστικά της φιλοσοφίας και της αστρολογίας, αλλά και στον πνευματικό κόσμο του χριστιανισμού, της σουφικής διδασκαλίας και της καββάλας. Ταυτόχρονα, τρεις γυναίκες -η μάγισσα, η ερωμένη και η σύζυγος- θα τον βοηθήσουν, η κάθε μια με τον τρόπο της, να εξερευνήσει τα μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχής.
Κανένας άνθρωπος δεν είναι μόνος του ένα Νησί ακέραιο και ξεχωριστό·
κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι της Ηπείρου, ένα κομμάτι της ενδοχώρας·
αν η θάλασσα πάρει μαζί της ένα σβόλο χώμα, η Ευρώπη λιγοστεύει, σαν να ήταν ένα Ακρωτήρι ή σαν να ήταν ένας Πύργος, φίλων σου ή δικός σου·
ο θάνατος του κάθε ανθρώπου με λιγοστεύει, γιατί ανήκω στην Ανθρωπότητα.
Γι’ αυτό, μη στέλνεις ποτέ να ρωτήσεις για ποιον χτυπά η καμπάνα·
για σένα χτυπά.
Από το pbworks.com
Σκεφτόταν μαζί με τ’ άλλα πως όταν τον βρίσκαν αυτές οι κρίσεις της επιληψίας, υπήρχε μια φάση, αμέσως σχεδόν πριν πέσει χάμω (εφόσον βέβαια αυτά τα πάθαινε στον ξύπνο του), όταν ξαφνικά μέσα στη θλίψη της ψυχικής του καταχνιάς, της κατάθλιψης, στιγμές-στιγμές σαν να πετούσε το μυαλό του φλόγες κι όλες μέσα του οι δυνάμεις της ζωής τανύζονταν διαμιάς με ορμή ασυνήθιστη. Η αίσθηση της ζωής, η συνείδηση του εαυτού του δεκαπλασιαζόταν σχεδόν αυτές τις στιγμές που κρατούσαν τόσο όσο μια αστραπή. Ο νους, η καρδιά φωτίζονταν από ένα ασυνήθιστο φως• όλες οι συγκινήσεις, όλες του οι αμφιβολίες, όλες του οι ανησυχίες ξαφνικά σαν να γαλήνευαν, σβήναν μέσα σε μια ανώτερη απανεμιά, έμπλεη από μια ολοκάθαρη, αρμονική χαρά κι ελπίδα, γιομάτη φρόνηση κι αίσθηση ενός υπέρτατου τέλους. Αλλά οι στιγμές αυτές, αυτά τ’ αστραφτερά λαμπυρίσματα δεν ήταν παρά η προαίσθηση μόνο εκείνου του έσχατου δευτερόλεπτου (ποτέ παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο) από το οποίο άρχιζε η ίδια πια η κρίση. Τούτο το δευτερόλεπτο ήταν βέβαια αβάσταχτο. ‘Όταν έπειτα, δηλαδή όταν πια ήταν στα καλά του, τις συλλογιζόταν αυτές τις στιγμές, συχνά έλεγε: μα αυτές οι αστραπές κι αναλαμπές μιας ανώτερης αίσθησης και συνείδησης του εαυτού μου και συνεπώς και του «ανώτερου όντος» δεν είναι παρά μια αρρώστια, δεν είναι παρά μια παρέκκλιση από την ομαλή μας κατάσταση, άρα σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ένα στάδιο ύπαρξης ανώτερο, αντίθετα πρέπει να το κατατάξουμε χαμηλά, στο πιο χαμηλό σκαλί. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, στο τέλος-τέλος, οδηγήθηκε σ’ ένα από τα πιο παράδοξα συμπεράσματα: «Και τι σαν είναι αρρώστια; είπε τέλος πάντων. Τι σημασία έχει αν η ένταση αυτή είναι ανώμαλη, αφού το ίδιο το αποτέλεσμα, αφού η στιγμιαία εκείνη αίσθηση, όπως τη θυμάσαι και την κρίνεις γερός πια, βεβαιώνεσαι πως είναι μια αρμονία ανώτερου τύπου, μια ομορφιά ανώτερου τύπου, σου χαρίζει ένα ανήκουστο κι αμάντευτο αίσθημα τον ολοκληρωμένου, του τέλειου, του αρμονικού και μιας ολόχαρης κατανυχτικής συνένωσης με την πιο υψηλή που υπάρχει σύνθεση της ζωής;». Αυτές οι νεφελωμένες εκφράσεις τον φαίνονταν εκείνου του ίδιου πολύ κατανοητές, παρ’ όλο που ήταν ακόμη πάρα πολύ χλιαρές. Ότι όμως αυτή εκεί ήταν αληθινή «ομορφιά και προσευχή», ότι πραγματικά ήταν μια«ανώτερη σύνθεση ζωής», γι’ αυτό το πράγμα δεν είχε αμφιβολία, δεν μπορούσε ούτε να δεχτεί καν την παραμικρή αμφιβολία. Δεν είναι να πεις πως εκείνη τη στιγμή έβλεπε τίποτα οράματα, που εξευτελίζουν τη σκέψη, στρεβλώνουν την ψυχή, σαν να ‘πιε χασίσι, όπιο ή κρασί, οράματα αφύσικα κι ανύπαρχτα. Αυτό ήταν σε θέση να το κρίνει όταν πια περνούσε η νοσηρή του κατάσταση. Ίσα-ίσα οι στιγμές εκείνες δεν ήταν παρά μια έκτακτη ενισχυμένη αυτοσυνείδηση – για να εκφράσει όλη αυτή την κατάσταση του με μια λέξη -, συνείδηση και συνάμα μια αίσθηση του εαυτού του όσο είναι δυνατό να τη φανταστεί κανείς ατόφια. Αν εκείνο το δευτερόλεπτο, δηλαδή την εντελώς τελευταία στιγμή συνείδησης προτού πέσει χάμω, προλάβαινε να πει καθαρά και συνειδητά στον εαυτό του: «Ναι, γι’ αυτή τη στιγμή μπορώ να δώσω όλη τη ζωή μου!» – θα έλεγε αυτό που πραγματικά πίστευε: μα και βέβαια η στιγμή τούτη μόνη της αξίζει μια ολόκληρη ζωή. Βέβαια, το άλλο σκέλος του συλλογισμού του διόλου δεν το συμπαθούσε: η χαύνωση, το ψυχικό σκοτάδι, η αποβλάκωση ορθώνονταν μπροστά του κραυγαλέες συνέπειες εκείνων των «ύψιστων στιγμών». Σοβαρές αντιρρήσεις πάνω σ’ αυτό δε θά ‘χε. Το συμπέρασμα του, δηλαδή η εκτίμηση που έδινε σε κείνη τη στιγμή έκρυβε ένα σφάλμα, ωστόσο η πραγματικότητα εκείνου που είχε νιώσει τον έφερνε σε μια σύγχυση. Αλήθεια, πώς να την αρνηθείς την πραγματικότητα; Μα γινόταν, ήταν αληθινό αυτό που έλεγε, ο ίδιος προλάβαινε κι έλεγε στον εαυτό του μέσα σε κείνη τη στιγμή, προλάβαινε να πει πως τούτη η στιγμή με την απέραντη ευτυχία που του φέρνει κι αυτός τη νιώθει απόλυτα, αξίζει, αλήθεια μια ζωή ολόκληρη. «Αυτή τη στιγμή – όπως είπε κάποτε στον Ραγκόζιν στη Μόσχα, στις συναναστροφές τους τότε εκεί- αυτή τη στιγμή αρχίζω να καταλαβαίνω την παράξενη έκφραση πως χρόνος πια δεν θα υπάρχει. Πιθανόν, πρόσθεσε χαμογελώντας, είναι η ίδια εκείνη στιγμή που δεν πρόλαβε να χυθεί το νερό από το αναποδογυρισμένο κανάτι του επιληπτικού Μωάμεθ, ενώ εκείνος πρόλαβε μέσα σ’ αυτό το δευτερόλεπτο να δει όλα τα δώματα του Αλλάχ».
Aπό το http://fyodordostoyevsky.wordpress.com/2008/03/22/idiot_ayra/
δεν θα γίνει μπεστ σέλλερ στην Ελλάδα, κι ας έχει πουλήσει πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα στη Γαλλία. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί διάβασα πρόσφατα σε αθηναϊκή εφημερίδα ποια ήταν τα πιο ευπώλητα βιβλία το 2008. Το μυθιστόρημα της Μιριέλ Μπαρμπερί, καθηγήτριας φιλοσοφίας, πολύ απέχει από τα εύπεπτα ελληνικά μυθιστορήματα που μονοπωλούν τις θέσεις των ευπώλητων. Είναι βιβλίο που απαιτεί όχι μόνο την προσοχή του αναγνώστη, αλλά και την προπαίδειά του σ’ ένα ευρύ λογοτεχνικό σύμπαν. Οι σαφείς ή υπαινικτικές αναφορές σε έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (όπως η “΄Αννα Καρένινα”, ο Προυστ, ο Σταντάλ, το “Όσα παίρνει ο άνεμος” κ.ά.), στην κλασική μουσική, στον κινηματογράφο, που διανθίζουν το μυθιστόρημα, του προσδίδουν μια ιδιαίτερη γοητεία, αλλά η απόλαυσή τους προϋποθέτει τη γνώση τους.Σε αντιδιαστολή με τους πλούσιους, κενούς, ματαιόδοξους εκπροσώπους της ανώτερης αστικής γαλλικής τάξης, η συγγραφέας προβάλλει τη γνήσια καλλιέργεια κι ευγένεια ψυχής , επιλέγοντας ως φορείς της μια αυτοδίδακτη κι ένα μικρό κορίτσι.
“-Γνωρίζατε τους Αρτέν; Μου είπαν ότι ήταν μια εξαίρετη οικογένεια, συμπληρώνει.
-Όχι, απαντώ επιφυλακτικά, δεν τους γνώριζα ιδιαίτερα, ήταν μια οικογένεια όπως όλες οι άλλες εδώ.
-Ναι, μια ευτυχισμένη οικογένεια, λέει η κυρία Ροζέν, εμφανώς αδημονούσα.
-Ξέρετε, όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους, μουρμουρίζω για να τελειώσω μ’ αυτή την ιστορία, χωρίς να πω τίποτε άλλο.
-Αλλά μια δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο, μου λέει κοιτώντας με παράξενα, και αίφνης νιώθω μια νέα ανατριχίλα”
Από το αnagnostria.blobspot.gr
“Όταν είσαι «Σαμαρείτης”, λέει ο Χριστός
Πρέπει να αγνοείς τόσο το χρέος
Όσο και την ευγνωμοσύνη.
Είναι ανιδιοτελές αν αυτός που έκανε
Τη γενναιόδωρη χειρονομία
Δεν κρατά πλέον καμία ανάμνηση.
Δεν χρειάζεται να διώξει τη μνήμη.
Εκπληρώθηκε.
Είναι μια πράξη γενετικής μετουσίωσης.
Όπως όταν γεννά η μητέρα.
Πράξη αγάπης.
Προσφορά.
Είναι προσφορά όπως στην ερωτική συνουσία.
Ποιος όμως θα το θυμάται;
Το παιδί.
Χρωστά μια ζωή, έχει χρέος να ξανακάνει το ίδιο πράγμα με τα παιδιά του
Ή με τους συντρόφους στη ζωή του.
Άλλα όχι από “χρέος”, όχι γιατί “πρέπει”.
Είναι ρεύμα αγάπης.
Αν διακοπεί έρχεται ο θάνατος.
Πόσες φορές δεν ακούμε ανθρώπους, που είναι πεπεισμένοι
Ότι έκαναν μια φιλανθρωπία ή ότι έδωσαν
Να κατηγορούν εκ των υστέρων τους άλλους ότι φάνηκαν αγνώμονες:
“Όσο σκέφτομαι όλες τις θυσίες που έκανα για σένα..”.
“Τώρα με αφήνεις…φεύγεις αλλού”
“Την παντρεύεσαι κι ας μην την εγκρίνω…”
“Όσο σκέφτομαι τι έχω κάνει γι’αυτόν τον άντρα, και τώρα με εγκαταλείπει”.
Η ευγνωμοσύνη δεν εκφράζεται κατευθείαν στον “Σαμαρείτη”.
Θυμόμαστε τι έκανε για μας, και κάνουμε το ίδιο για κάποιον άλλο.
Αν ο “φιλάνθρωπος” απαιτεί ενδόμυχα κάτι από εκείνον που κάποτε βοήθησε
Αν περιμένει αναγνώριση, αποδεικνύει ότι μόνος σκοπός του ήταν να τον εξαγοράσει
Συνεπώς δεν ήταν “Σαμαρείτης”.
Και ποιος είναι ο πλησίον μας σήμερα;
Πλησίον μας είναι όλοι όσους το πεπρωμένο έφερε κοντά μας όταν είχαμε ανάγκη βοήθειας
Και μας την προσέφεραν δίχως να το ζητήσουμε
Που μας συνέδραμαν, χωρίς καν να το δέσουν στη μνήμη τους.
Μας έδωσαν από το πλεόνασμα της ζωτικότητας τους.
Μας ανέλαβαν για κάποιο διάστημα, σε έναν τόπο όπου το πεπρωμένο τους
Διασταυρωνόταν με το δρόμο μας.
Πλησίον μας είναι το “εσύ” χωρίς το οποίο δεν θα υπήρχε μέσα μας “Εγώ”
Σε μια στιγμή πού, απογυμνωμένοι από φυσικά ή ηθικά αποθέματα
Αδυνατούμε πλέον να συμπεριφερθούμε πατρικά ή μητρικά στον εαυτό μας
Σε μια στιγμή που δεν μπορούσαμε πια να συνδράμουμε
Να αναλάβουμε τον εαυτό μας, να τον στηρίξουμε ή να τον καθοδηγήσουμε.
“Πλησίον” μας υπήρξαν όλοι όσοι, αδελφικά και ανιδιοτελώς, μας πήραν υπό την προστασία τους
Και κατόπιν μας άφησαν ελεύθερους να συνεχίσουμε τον δικό μας δρόμο.
από το LLAZAROS.BLOGSPOT.GR
Από το μυθιστόρημα «Χαμένη Άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα, ΚΕΔΡΟΣ 1976, που αναφέρεται στην Αποστασία, την κυβερνητική αστάθεια, τη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα και γενικώς στο πολιτικό και κοινωνικό κλίμα λίγο πριν την Χούντα του 1967.
Το απόσπασμα αναφέρεται στους ξένους και στις επιδιώξεις τους στην Αθήνα, μέσω των πρακτόρων τους εγχώριων και μη:
[…] Θέλουν τη Ελλάδα πόρνη να τους ανοίγει τα σκέλια στην ποδιά της Ακρόπολης να προμηθεύει μισοτιμής το ρίγος της αμαρτίας στις μαραγκιασμένες από τον πουριτανισμό ψυχές τους.
Μας θέλουν γκαρσόνια ταβερνιάρηδες μαστροπούς βαρκάρηδες επιβήτορες καμπαρετζήδες μπουζουξήδες χασισέμπορους αχ αμαν αμαν και συρτάκι αμε και Ζόρμπα δη Γκρηκ κι αυτοί ν’αρμέγουν τον τόπο το κρασί το λάδι τα πορτοκάλια τις ντομάτες τα ροδάκινα το βαμπάκι τα μάρμαρα το βωξίτη το λιγνίτη τα μεταλλεύματα και τον ιδρώτα του κόσμου.Κοίτα που καταντήσαμε κάθε πολιτικός και κόκκινο φαναράκι στην πόρτα του και τ’όνομά του φωτισμένο σε ταμπελίτσα πλάι στο κουδούνι. Λουιζ Κλάρα Ρόζα Ντολόρες.
[…] Παραμερίστε διαφορές με Παπατζήδες ή Σβωλοτσιριμώκους, παράπονα και μνησικακίες για Λίβανους και Δεκέμβρηδες και λοιπά. Όλοι μαζί, όλοι μαζί, να σώσουμε τον τόπο, γιατί η Γερμανίδα λύσσαξε και θα τον ξεπατώσει….
[…] Σε άλλες χώρες που οι πολίτες ξέρουν τα δικαιώματά τους θα είχε αλλάξει από καιρό τέτοια κατάσταση. εδώ τα εδραιωμένα συμφέροντα, η μονοωλιακή εκμετάλλευση, τα «κλειστά επαγγέλματα» , το συνάλλαγμα που σπαταλιέται σε πολυτέλειες και αργομισθίες… Τετρακόσια χρόνια σκύβαμε το κεφάλι όταν σήκωνε τη φωνή κι ο τελευταίος αγάς. Ενάμιση αιώνα τώρα ελεύθερο κράτος κι ακόμη μας δυναστεύουν αγάδες κάθε λογής, από τον εισπράχτορα του λεωφορείου ως το διοοικητή της Εθνικής, απ” τον Βαν Φλητ ως τους εξοχότατους της Πιουριφάι και Λαμπουίς, τους ανθύπατους της νέας Ρώμης στο κρατίδιο των Γραικύλων…
[…]Φοβάμαι πως δε θα την αποφύγουμε τη δικτατορία.
_ Γιατί τώρα τι έχουμε; ρώτησε ο Βάρναλης. Έχουμε δικτατορία των δωσίλογων με φερετζέ. Την παρουσιάζουμε για «αληθινή δημοκρατία». Και η δουλειά τους – δηλαδή η προδοσία του λαού – γίνεται. Καμαρώστε καθεστώς: πατημένο σύνταγμα, κυβέρνηση της μειοψηφίας, χιτλερική νομοθεσία, αστυνομοκρατία, παρακρατικοί δολοφόνοι, γερμανοντυμένοι «πατριώτες» και τα λοιπά…
Στρατής Τσίρκας (1911 – 1980)
Ο Στρατής Τσίρκας, το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Χατζηανδρέας, γεννήθηκε στο Κάϊρο το 1911.
Εγραψε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα και είναι ένας από τους σημαντικότερους κριτικούς και μελετητές του έργου του Κ.Καβάφη. Σπούδασε στην Αμπέτειο σχολή και μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως υπάλληλος στο Κάϊρο, στην Ανω Αίγυπτο και στην Αλεξάνδρεια.
Το 1930 γνωρίζεται με τον Καβάφη, έρχεται επίσης σε επαφή με το αριστερό κίνημα και εντάσσεται σ” αυτό. Αναπτύσσει συνδικαλιστική δράση και οργανώνει αντι-ιμπεριαλιστικό κίνημα στην Ανω Αίγυπτο.
Οι εμπειρίες της επαφής του με τους ντόπιους και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους αποτελούν το υλικό για την ποιητική συλλογή του Φελλάχοι το 1937. Την ίδια χρονιά ταξιδεύει στο Παρίσι για να πάρει μέρος στο αντιφασιστικό συνέδριο συγγραφέων, εκεί, έχει επαφές με τους Νερούντα, Αραγκόν και Μπρεχτ. Μαζί με τον Λάγκστον Χιούγκ γράφoυν τον Ορκο στον δολοφονημένο ποιητή Λόρκα («να καταπολεμούμε την τυραννία και την καταπίεση όχι μόνο με τον λόγο αλλά και με τη ζωή μας»), ο οποίος υπογράφεται από τα περισσότερα μέλη του συνεδρίου.
Μετά από ένα σύντομο ταξίδι στην Τσεχοσλοβακία επιστρέφει στην Ελλάδα. Οι προσπάθειες του να έρθει σε επαφή με αντιφασίστες φίλους του που βρίσκονται στην παρανομία λόγω της δικτατορίας του Μεταξά, δίνουν το υλικό για μια ακόμη συλλογή ποιημάτων, Το λυρικό ταξίδι (1938).
Στη διάρκεια του Β” Παγκοσμίου πολέμου η δράση του υπήρξε έντονη. Εντάχθηκε σε παράνομες αντιφασιστικές οργανώσεις, προσέφερε βοήθεια στους εξόριστους Ελληνες της Μέσης Ανατολής, συμμετείχε στην ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου. Παράλληλα, αρθογραφούσε σε διάφορα έντυπα και στην εφημερίδα της οργάνωσης που είχε τον τίτλο Ελλην. Το 1944 κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων Αλλόκοτοι άνθρωποι και άλλα διηγήματα, ενώ δύο χρόνια αργότερα η τελευταία συλλογή ποιημάτων του Προτελευταίος αποχαιρετισμός και το Ισπανικό ορατόριο.
Το 1947 δημοσιεύεται το έργο του Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός, μέσα από το οποίο εκφράζονται οι εμπειρίες του από τον αγώνα. Στη μεταπολεμική περίοδο ταξιδεύει στην Ευρώπη ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει την πολιτική του δράση. Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 δημοσιεύονται η συλλογή διηγημάτων Ο ύπνος του θεριστή και άλλα διηγήματα (1954), η νουβέλα Νουρεντίν Μπόμπα (1957).
Το 1958 βραβεύεται με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για την μελέτη του Ο Καβάφης και η εποχή του, μελέτη που αποτελεί σημείο αναφοράς στη σχετική βιβλιογραφία. Το πρώτο βιβλίο της τριλογίας του Ακυβέρνητες Πολιτείες, η Λέσχη, δημοσιεύεται το 1961. Ακολουθούν η Αριάγνη (1962) και η Νυχτερίδα το 1965. Aλλη μια συλλογή διηγημάτων του κυκλοφορεί το 1966, με τίτλο Στον κάβο και άλλα διηγήματα.
Ο πολιτικός Καβάφης, έργο που κυκλoφορεί το 1971, συγκεντρώνει τις μελέτες του Τσίρκα για τον ποιητή. Το 1972 οι Ακυβέρνητες Πολιτείες κρίνονται ως το καλύτερο ξένο βιβλίο που κυκλοφορεί στη Γαλλία και του απονέμεται το Βραβείο Κριτικών και Εκδοτών της Γαλλίας. Επίσης κυκλοφορούν ένα χρόνο αργότερα τα ημερολόγια που ο συγγραφέας κρατούσε στο διάστημα που έγραφε την τριλογία.
Το τελευταίο του έργο, Η χαμένη άνοιξη το 1976, ήταν η αρχή μιας νέας τριλογίας, που δεν ολοκληρώθηκε όμως ποτέ.
Πεθαίνει το 1980 και ένα χρόνο μετά κυκλοφορούν τα ποιήματα του συγκεντρωμένα σ” έναν τόμο.
Από το politismopolitis.org
ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ της φώκιας είναι από τα ωραιότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη· δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1908.
Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού, την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζουν το Κοχύλι —φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα— κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν,* δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου, και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον, το μονοπάτι, και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν* εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της, δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου, οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ, κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.
Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.
Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της, και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα· ο εις είχεν υπάγει, της είπον, εις την Αυστραλίαν, και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών· αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει· ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου, και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη. Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα, με μισήν δωδεκάδα παιδιά.
Πλησίον αυτής, η γρια-Λούκαινα εθήτευε τώρα, εις το γήρας της, και δι’ αυτήν επήγαινε τον κατήφορον, το μονοπάτι, δια να πλύνη τα χράμια* και άλλα διάφορα σκουτιά* εις το κύμα το αλμυρόν, και να τα ξεγλυκάνη στο Γλυφονέρι.
Η γραία έκυψεν εις την άκρην χθαμαλού, θαλασσοφαγωμένου βράχου, και ήρχισε να πλύνη τα ρούχα. Δεξιά της κατήρχετο ομαλώτερος, πλαγιαστός, ο κρημνός του γηλόφου, εφ’ ου* ήτο το Κοιμητήριον, και εις τα κλίτη* του οποίου εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα* τεμάχια σαπρών ξύλων από ξεχώματα, ήτοι ανακομιδάς ανθρωπίνων σκελετών, λείψανα από χρυσές γόβες ή χρυσοκέντητα υποκάμισα νεαρών γυναικών, συνταφέντα ποτέ μαζί των, βόστρυχοι από κόμας ξανθάς, και άλλα του θανάτου λάφυρα. Υπεράνω της κεφαλής της, ολίγον προς τα δεξιά, εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου, είχε καθίσει νεαρός βοσκός, επιστρέφων με το μικρόν κοπάδι του από τους αγρούς, και, χωρίς ν’ αναλογισθή το πένθιμον του τόπου, είχε βγάλει το σουραύλι από το μαρσίπιόν* του, και ήρχισε να μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα. Το μοιρολόγι της γραίας εκόπασεν εις τον θόρυβον του αυλού, και οι επιστρέφοντες από τους αγρούς την ώραν εκείνην —είχε δύσει εν τω μεταξύ ο ήλιος— ήκουον μόνον την φλογέραν, κι εκοίταζον να ιδώσι πού ήτο ο αυλητής, όστις δεν εφαίνετο, κρυμμένος μεταξύ των θάμνων, μέσα εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού.
Μία γολέτα ήτο σηκωμένη στα πανιά, κι έκαμνε βόλτες εντός του λιμένος. Αλλά δεν έπαιρναν τα πανιά της, και δεν έκαμπτε ποτέ τον κάβον τον δυτικόν. Μία φώκη, βοσκούσα εκεί πλησίον, εις τα βαθιά νερά, ήκουσεν ίσως το σιγανόν μοιρολόγι της γραίας, εθέλχθη* από τον θορυβώδη αυλόν του μικρού βοσκού, και ήλθε παραέξω, εις τα ρηχά, κι ετέρπετο εις τον ήχον, κι ελικνίζετο εις κύματα. Μία μικρά κόρη, ήτο η μεγαλυτέρα εγγονή της γραίας, η Ακριβούλα, εννέα ετών, ίσως την είχε στείλει η μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή από την άγρυπνον επιτήρησίν της, και μαθούσα ότι η μάμμη* ευρίσκετο εις το Κοχύλι, πλύνουσα εις τον αιγιαλόν, ήλθε να την εύρη, δια να παίξη ολίγον εις τα κύματα. Αλλά δεν ήξευρεν όμως πόθεν ήρχιζε το μονοπάτι, από του Μαμογιάννη τον μύλον, αντικρύ στα Μνημούρια, και άμα ήκουσε την φλογέραν, επήγε προς τα εκεί και ανεκάλυψε τον κρυμμένον αυλητήν και αφού εχόρτασε ν’ ακούη το όργανόν του και να καμαρώνη τον μικρόν βοσκόν, είδεν εκεί που, εις την αμφιλύκην* του νυκτώματος, εν μικρόν μονοπάτι, πολύ απότομον, πολύ κατηφορικόν, κι ενόμισεν ότι αυτό ήτο το μονοπάτι, και ότι εκείθεν είχε κατέλθει η γραία η μάμμη της· κι επήρε το κατηφορικόν απότομον μονοπάτι δια να φθάση εις τον αιγιαλόν να την ανταμώση. Και είχε νυκτώσει ήδη.
Η μικρά κατέβη ολίγα βήματα κάτω, είτα είδεν ότι ο δρομίσκος εγίνετο ακόμη πλέον απόκρημνος. Έβαλε μίαν φωνήν, κι επροσπάθει ν’ αναβή, να επιστρέψη οπίσω. Ευρίσκετο επάνω εις την οφρύν ενός προεξέχοντος βράχου, ως δύο αναστήματα ανδρός υπεράνω της θαλάσσης. Ο ουρανός εσκοτείνιαζε, σύννεφα έκρυπταν τα άστρα, και ήτον στην χάσιν του φεγγαριού. Επροσπάθησε και δεν εύρισκε πλέον τον δρόμον πόθεν είχε κατέλθει. Εγύρισε πάλιν προς τα κάτω, κι εδοκίμασε να καταβή. Εγλίστρησε κι έπεσε, μπλουμ! εις το κύμα. Ήτο τόσον βαθύ όσον και ο βράχος υψηλός. Δύο οργυιές ως έγγιστα.* Ο θόρυβος του αυλού έκαμε να μη ακουσθή η κραυγή. Ο βοσκός ήκουσεν ένα πλαταγισμόν, αλλά εκείθεν όπου ήτο, δεν έβλεπε την βάσιν του βράχου και την άκρην του γιαλού. Άλλως δεν είχε προσέξει εις την μικράν κόρην και σχεδόν δεν είχεν αισθανθή την παρουσίαν της.
Καθώς είχε νυκτώσει ήδη, η γραία Λούκαινα είχε κάμει την αβασταγήν της, και ήρχισε ν’ ανέρχεται το μονοπάτι, επιστρέφουσα κατ’ οίκον. Εις την μέσην του δρομίσκου ήκουσε τον πλαταγισμόν, εστράφη κι εκοίταξεν εις το σκότος, προς το μέρος όπου ήτο ο αυλητής.
— Κείνος ο Σουραυλής θα είναι, είπε, διότι τον εγνώριζε. Δεν του φτάνει να ξυπνά τους πεθαμένους με τη φλογέρα του, μόνο ρίχνει και βράχια στο γιαλό για να χαζεύη… Σημαδιακός κι αταίριαστος είναι.
Κι εξηκολούθησε τον δρόμον της.
Κι η γολέτα εξηκολούθει ακόμη να βολταντζάρη εις τον λιμένα. Κι ο μικρός βοσκός εξηκολούθει να φυσά τον αυλόν του εις την σιγήν της νυκτός.
Κι η φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω εις τα ρηχά, ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της.
Το μοιρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής* εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών, έλεγε περίπου τα εξής:
Αυτή ήτον η Ακριβούλα
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.
Φύκια ‘ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της…
κι η γριά ακόμη μοιρολογά
τα γεννοβόλια της τα παλιά.
Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.
αβασταγή: μπόγος.
έμελπεν: ρ. μέλπω, τραγουδώ.
χράμια: υφαντά, στρωσίδια.
σκουτιά: ρούχα.
εφ’ ου: πάνω στο(ν) οποίο.
κλίτη, τα: οι πλαγιές.
πανδέγμων: αυτός που δέχεται τα πάντα.
μαρσίπιον: (υποκορ. του μάρσιπος)· δερμάτινος σάκος, τορβάς.
εθέλχθη: ρ. θέλγομαι· γοητεύομαι.
μάμμη: γιαγιά.
αμφιλύκη: το βραδινό φως, το μούχρωμα.
ως έγγιστα: περίπου.
εντριβής: βαθύς γνώστης.
από τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας β΄Λυκείου
Τετάρτη 19,Παρασκευή 21, και Τετάρτη 26, ώρα 19.30, Χατζοπούλειος
Βιβλιοθήκη: Διάλεξη ΄΄Σκύλοι και γάτες στις Καλές Τέχνες΄΄ του ιστορικού
τέχνης κ. Φράνσις Μπρουν (στα αγγλικά) για την οικονομική ενίσχυση του
Συλλόγου Αδέσποτων Ζώων Πόρου (Paws).
Σάββατο 22, ώρα 20.30, υπαίθριο Αμφιθέατρο Συγγρού, Παρουσίαση του βιβλίου
΄΄Τα φεγγάρια της Φωτιάς΄΄, της μυθιστορηματικής τριλογίας ΄΄ΟΙ ΑΦΑΝΕΙΣ΄΄
του Γιώργου Καλού,
Ομιλητές: Παϊδας Κώστας, καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας ΕΠΚΑ, και οι
συμμαθητές: Πίτσα Κάτσουλα-Σίμου, Γιάννης Μανιάτης, Σπύρος Μάνεσης. Αφήγηση:
Κατερίνα Οικονόμου.
Διοργάνωση: Δήμος Πόρου – Πολιτιστικός Σύλλογος Γυναικών ΄΄Η ΠΟΡΙΩΤΙΣΣΑ΄΄.
Δευτέρα 24, ώρα 20.00, Πούντα, Αναβίωση του εθίμου του Κλήδονα από τα μέλη
του Πολιτιστικού Συλλόγου Γυναικών, μουσική βραδιά με το συγκρότημα 2+2.
Διοργάνωση: Πολιτιστικός Σύλλογος Γυναικών ΄΄ Η ΠΟΡΙΩΤΙΣΣΑ΄΄, συνδράμουν:
Κ.Ε. Πόρος, Δήμος Πόρου
Τετάρτη 26, ώρα 20.00, υπαίθριο Αμφιθέατρο Συγγρού, Επίδειξη χορού από το
Χοροδιδασκαλείο του Ν.Ο.Π.Τ.
Μια φορά κι έναν καιρό, μάλωσαν δύο αδέλφια που ζούσαν σε γειτονικές φάρμες. Ήταν το πρώτο σοβαρό ρήγμα στη σχέση τους. Για 40 χρόνια, εργάζονταν μαζί ως γεωργοί, μοιράζονταν χωρίς κανένα πρόβλημα τα γεωργικά μηχανήματα, και συνεργάζονταν αρμονικά για την εμπορία των προϊόντων τους.
Όμως, η μακρά συνεργασία τους διεκόπη απότομα. Η διένεξη ξεκίνησε από μια μικρή παρεξήγηση, εξελίχθηκε σε μια σημαντική διαφορά, και τελικά κατέληξε σε ανταλλαγή πικρών λόγων.
Ένα πρωί κάποιος χτύπησε την πόρτα του μεγαλύτερου αδελφού. Εκείνος άνοιξε και αντίκρισε έναν άνθρωπο με την εργαλειοθήκη ενός ξυλουργού.
«Ψάχνω για δουλειά λίγων ημερών» είπε. «Ίσως έχετε ανάγκη για κάποιες μικροεργασίες και θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος».
“Πράγματι” αναφώνησε ο μεγαλύτερος αδελφός. “Έχω μια δουλειά για σένα. Κοίταξε σε εκείνο τον κολπίσκο στο απέναντι αγρόκτημα. Αυτός είναι ο γείτονάς μου. Στην πραγματικότητα, είναι ο μικρότερος αδερφός μου. Μέχρι την περασμένη εβδομάδα υπήρχε ένα χωράφι ανάμεσα μας. Όμως, έσκαψε με την μπουλντόζα του μέχρι το ανάχωμα του ποταμού και τώρα υπάρχει ένα ποταμάκι ανάμεσα μας. Λοιπόν, μπορεί να κατάφερε να μ’ εκνευρίσει, αλλά εγώ θα κάνω κάτι χειρότερο. Βλέπεις αυτή τον σωρό με ξύλα στο στάβλο; Θέλω να φτιάξεις ένα ψηλό φράχτη. Δεν θέλω να ξαναδώ το πρόσωπο του!”.
Ο ξυλουργός απάντησε: «Νομίζω ότι καταλαβαίνω την κατάσταση. Πιστεύω ότι μπορώ να τα καταφέρω και ότι στο τέλος θα ευχαριστηθείς με τη δουλειά μου”.
Ο μεγαλύτερος αδελφός έπρεπε να πάει στην πόλη γα να τελειώσει κάποιες δουλειές. Έτσι, βοήθησε τον ξυλουργό να μεταφέρει τα ξύλα, και έφυγε για την πόλη.
Ο ξυλουργός εργάστηκε σκληρά κατά τη διάρκεια της μέρας. Λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα, όταν ο γεωργός επέστρεψε, ο ξυλουργός είχε μόλις τελειώσει τη δουλειά του.
Τα μάτια του αγρότη γούρλωσαν από αυτό που αντίκρισε. Δεν είχε κατασκευαστεί ο φράχτης που είχε ζητήσει. Αντί για τον φράχτη, υπήρχε μια γέφυρα από την μια μεριά του ρέματος μέχρι την άλλη.
Εκείνη την ώρα, είδε από την άλλη μεριά της γέφυρας να έρχεται προς το μέρος του ο γείτονας, ο νεώτερος αδελφός του. Όταν τον πλησίασε, άπλωσε τα χέρια του και είπε: “Είσαι ο καλύτερος αδελφός που θα μπορούσα να έχω. Μετά από όλα όσα έχω κάνει και έχω πει εναντίον σου, έχτισες μια γέφυρα ανάμεσα μας”.
Τα δύο αδέλφια αγκαλιάστηκαν, μετανιωμένα για ότι είχε συμβεί ανάμεσα τους. Γύρισαν και είδαν τον ξυλουργό να σηκώνει την εργαλειοθήκη και να την κρεμάει στον ώμο του.
“Όχι, μην φεύγεις, περίμενε! Μείνε λίγες ημέρες. Έχω κι άλλες εργασίες για σένα», είπε ο μεγαλύτερος αδελφός.
“Θα ήθελα πολύ να μείνω, είπε ο ξυλουργός, αλλά έχω να χτίσω κι άλλες γέφυρες…”!
