Πεζογραφία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Μαρτίου 2014

. Να θυμάστε ότι οι μεγάλες αγάπες και τα μεγάλα κατορθώματα κρύβονται πίσω από μεγάλα ρίσκα.

. Όταν χάνεις, φρόντισε να μη χάσεις και το δίδαγμα.

. Ακολούθησε τη χρυσή τριάδα:

* Σεβασμός στον εαυτό

* Σεβασμός στους άλλους

.*Υπευθυνότητα για όλες σου τις πράξεις

. Να θυμάσαι ότι το να μην παίρνεις αυτό που θέλεις είναι κάποιες φορές μια εκπληκτική στροφή της τύχης.

. Μάθε τους κανόνες ώστε να ξέρεις να τους σπας όπως πρέπει.

. Μην αφήσεις μια μικρή διαφωνία να χαλάσει μια μεγάλη φιλία.

. Όταν συνειδητοποιήσεις πως έκανες λάθος, κάνε αμέσως ό,τι μπορείς για να το διορθώσεις.

. Πέρνα λίγο χρόνο με τον εαυτό σου κάθε μέρα.

. Να είσαι ανοιχτός στην αλλαγή αλλά να μην παρατάς ποτέ τις αξίες σου.

. Η σιωπή κάποιες φορές είναι η καλύτερη απάντηση.

. Ζήσε μια καλή, τίμια ζωή. Όταν μεγαλώσεις θα μπορείς να τη σκέφτεσαι, να την ξαναζείς και να την απολαύσεις ξανά.

. Η αγάπη που βιώνεις στο σπίτι σου είναι το βασικότερο θεμέλιο της ζωής σου.

. Σε διαφωνίες με αγαπημένα σου πρόσωπα, λύσε μόνο τα επίκαιρα ζητήματα. Μην ανατρέχεις στο παρελθόν.

. Μοιράσου τη γνώση σου. Είναι ο τρόπος να πετύχεις την αθανασία.

. Να είστε ευγενικοί με τη Γη.

. Όσο πιο συχνά μπορείς, πήγαινε σε ένα μέρος που δεν έχει ξαναδεί ποτέ.

. Να θυμάσαι πως η καλύτερη σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων έρχεται όταν η αγάπη ξεπερνά την ανάγκη του ενός για τον άλλον.

. Κρίνε την επιτυχία με βάση το τι πρέπει να θυσιάσεις για να την αποκτήσεις.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Μαρτίου 2014

Απόσπασμα

…Όσο περισσότερο απασχολεί την κοινωνία ένα φαινόμενο (αλκοολισμός, βροχοπτώσεις, ανεργία κ.λπ.) τόσο μεγαλύτερη είναι η ποικιλία των λέξεων που χρησιμοποιούνται για να προσδιορίσουν με ακρίβεια όλες τις πτυχές του (λέγεται ότι οι Εσκιμώοι έχουν τις περισσότερες λέξεις για το λευκό).

Μια ισχυρή ένδειξη για το πόσο αισθητή είναι η κοινωνική παρουσία των βλακών, άρα και το ποσοστό τους, είναι ο εκπληκτικός πλούτος λέξεων για τον χαρακτηρισμό τους από την αρχαία ως τη σύγχρονη και τη νεανική ευρηματικότητα: νωθρός, άνους, μωρός, μώλυς, ευήθης, αμβλύς, βληχρός, αβδηρίτης, χαύνος, χάσκας, πελελός, αναίσθητος, αμβλύτης, νώθειος, άφρων, αμαθής, άσκεφτος, αερολόγος, κόρυζα, ζωντανό, ζωντόβολο, κουτορνίθι, κωθώνι, μάπας, βλάκας (με περικεφαλαία), πανίβλακας, ανόητος, ελαφρύς, γελοίος, μπουνταλάς, μπούφος, μπαρούφας, μπούρδας, χάνος, ψάρι, βλήμα, σερσέμης, χαϊβάνι, πίπιζας, τούβλο, ντουβάρι, χαλβάς, χάχας, κούτσουρο, μούσμουλο, χοντροκέφαλος, στενόμυαλος, ελαφρόμυαλος, ορνιθόμυαλος, μωροπίστευτος, φυγόμυαλος, κουφιοκέφαλος, κοντόφθαλμος, στενοκέφαλος, σκατοκέφαλος, σαχλαμάρας, αφελής, κοίμησης, κοιμισμένος, νυχτωμένος, ύπνος, απτάλης, αχμάκης, ζευζέκης, στούρνος, στουρνάρι, πίτουρας, χάπι, χάπατο, φιόγκος, φύκι, κολοκύθας, κεφάλας.Και: στόκος, κάλος, μπάμιας, φελλός, καθυστερημένος, σκατόμυαλος, κοκορόμυαλος, ζαβός, ηλίθιος, λειψός, κλούβιος, θέατρο, κουτεντές, κουτουλιακας, στραβάδι, ντιπ (ντιπ για ντιπ), βραδύνους, σκράπας, αγαθός, αγαθιάρης, αγαθοκλής, αγαθοψώλης, αγαθομούνα, μικρόμυαλος, μικρονοϊκός, μυγοχάφτης, απόμωρος, ζαβλακωμένος, θεόκουτος, νταμάρι, ζώο, βόδι, μοσχάρι, κρέας, σαχλός, σαχλαμπούχλας, τρίχας, φάβας, χαζοχαρούμενος, άχυρο, χαμένος, χαζοβιόλης, μουρόχαβλος, κλαπανάρας, κρετίνος, αποβλακωμένος, παρμένος, μύωψ, κορόιδο, πατάτας, πιλάφας, καζάνας, τουφεκαλεύρης, ξυλοσχίστης, ρόζος, ανεγκέφαλος, πτηνοκέφαλος, ελαφροκέφαλος, μπουσδούκος, μπουζουκοκέφαλος, νούμερο, γκαβός, κόπανος, μέτριος, λίγος, ανίκανος, ανεπαρκής, χύμα, σκόρπιος, καδρόνι, ανερμάτιστος, γκαφατζής, μηδέν, τίποτα, μπουμπούνας, μπουμπουνοκέφαλος, μπαγλαμάς, πλημμύρας, παπάρας, Παπαρόπουλος, κώτσος, όρνιο, πρόβατο, κοκωβιός, κότα, χήνα, κλώσα, βλαμμένος, βλακόμουτρο, βλακέντιος, τενεκές, βλήτο, ούφο, βούρλο, μόγγολο, Νταού, χόρτο, φυτό, μπάζο, Γκαούρ, Γκουφι, γκαγκά, γκάου, κουλός, γεια σου, φλοπ, και το λεξιλόγιο διαρκώς εμπλουτίζεται…

Γιατί κάτι στιγμές, αρχίζει σιγά-σιγά να μου δίνεται η εντύπωση ότι ποτέ δε θα είμαι ικανός ν’ αρχίσω μία πραγματική ζωή, γιατί νομίζω ότι έχω χάσει πια κάθε ρυθμό, κάθε αίσθηση του παρόντος, της πραγματικότητας, γιατί, τελικά, καταριόμουν ο ίδιος τον εαυτό μου και γιατί, μετά τις νύχτες της φαντασίας μου, έρχονται στιγμές νηφαλιότητας, οι οποίες είναι φοβερές!

Στο μεταξύ, ακούς πως γύρω σου βροντοφωνάζει και στριφογυρίζει στον ανεμοστρόβιλο της ζωής το ανθρώπινο πλήθος, ακούς, βλέπεις πως ζουν οι άνθρωποι. Ζουν ξύπνιοι, βλέπεις ότι η ζωή για αυτούς δεν ήρθε κατά παραγγελία, δε θα εξανεμιστεί σαν όνειρο, σαν οπτασία, συνεχώς ανανεώνεται, μένει πάντα νεανική κι ούτε μία ώρα της δε μοιάζει με την άλλη, ενώ η λιγόψυχη φαντασία είναι τόσο καταθλιπτική, ποταπή και μονότονη, σκλάβα μιας σκιάς, μιας ιδέας, σκλάβα του πρώτου σύννεφου που θα κρύψει ξαφνικά τον ήλιο.[…]

Στο μεταξύ, η ψυχή ζητάει και θέλει κάτι άλλο! Ο ονειροπόλος μάταια σκαλίζει τα παλιά του όνειρα, όπως τη στάχτη, γυρεύοντας έστω κάποια μικρή σπίθα, να τη φυσήξει, να ζεστάνει την κρύα του καρδιά με φλόγα ανανέωσης και ν’ αναστήσει μέσα της απ’ την αρχή όλα αυτά που πρώτα ήταν τόσο αγαπητά, που συγκινούσαν την ψυχή, που έκαναν το αίμα να βράζει, τα μάτια να δακρύζουν, κι εξαπατούσαν με τόση μεγαλοπρέπεια!

Οι ανόητοι και άυλοι ρεμβασμοί δεν υπάρχουν, επειδή δεν υπάρχει κάτι που να τους κάνει να διατηρούνται. Ακόμα και τα όνειρα, σβήνουν, τελειώνουν!

Τα χρόνια θα διαβαίνουν, θα έρθει η σκληρή μοναξιά, θα έρθουν, τρέμοντας και με μπαστούνι, τα γηρατειά, κι ύστερα με τη σειρά τους η ανία και η κατάθλιψη.
Ο φανταστικός σου κόσμος θα χλομιάσει, τα όνειρά σου θα σβήσουν, θα μαραζώσουν, και, σαν τα κίτρινα φύλλα, θα πέσουν κάτω από τα δέντρα. Είναι θλιβερό να μένεις μόνος, τελείως μόνος, και να μην έχεις ακόμα και τι να λυπηθείς- τίποτα, απολύτως τίποτα…

Γιατί όλα αυτά που έχασες, ήταν όλα ένα τίποτα, ήταν ένα ανόητο, στρογγυλό μηδενικό, ένα όνειρο και τίποτα άλλο!

Από το ithaque.gr

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το τρίτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος Το διπλό βιβλίο (1976) του Δημήτρη Χατζή. Το πρόσωπο που αφηγείται είναι ο Κώστας, ένας φτωχός Έλληνας μετανάστης που ζει και εργάζεται ως βιομηχανικός εργάτης στη Γερμανία, στη δεκαετία του 1960. Στο απόσπασμα διηγείται τι κάνει τα βράδια, όταν έχει τελειώσει τη δουλειά του στο εργοστάσιο (το ΑΟΥΤΕΛ, ένα εργοστάσιο που κατασκευάζει λάμπες αυτοκινήτων) και επιστρέφει στο φτωχικό δωμάτιό του, στο σπίτι της Φράου Μπάουμ. Σε κάποια σημεία του αποσπάσματος ο Κώστας απευθύνεται σ’ ένα άλλο πρόσωπο• το πρόσωπο αυτό είναι ένας συγγραφέας που θέλει να γράψει την ιστορία της ζωής του Κώστα.

Για να πάω το πρωί στο εργοστάσιο παίρνω το μετρό, παίρνω και λεωφορείο, αλλιώς δεν προφταίνω. Το βράδυ όμως άμα σκολάσω, πάω με τα πόδια, χειμώνα και καλοκαίρι. Για να φτάσω στο σπίτι πρέπει να περάσω από το κέντρο της πόλης, τη μεγάλη τη λεωφόρο, με τις ρεκλάμες,* τα καταστήματα, τα μπαρ, τις βιτρίνες. Τα φώτα της έχουν ανάψει. Κι αν θέλεις να ξέρεις, εγώ πολύ τ’ αγαπάω τα φώτα της πόλης. Περισσότερο από τον ήλιο της μέρας. Είναι, λέω κάποτε με το μικρό το μυαλό μου, τα νέα μας μάτια, του δικού μας του κόσμου του σημερινού. Τα ηλεκτρικά τα φώτα τα βλέπουν καλύτερα.
Η λεωφόρος έρχεται κάθετα στη Μύλλερ-στράσσε που βρίσκεται το κατάστημα το δικό μας. Περνώντας αποκεί στέκομαι μια στιγμή και κοιτάζω πάλι τη βιτρίνα του – κάθε βράδυ την κοιτάζω. ΑΟΥΤΕΛ απάνω με νέον* και μέσα στη βιτρίνα του όλες οι λάμπες που φκιάχνουμε, μικρές και μεγάλες, αναμμένες γύρω γύρω σαν να ‘ναι κανένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Στέκομαι και τις κοιτάζω. Σκέφτομαι πως όλες οι λάμπες αυτές, όλες όσες έρχονται σ’ αυτό το κατάστημα, μικρές και μεγάλες, κόκκινες, άσπρες ή πράσινες, έχουν όλες περάσει από τις δικές μου τις πλάτες. Κοιτάζω, λοιπόν, σαν να κοιτάζω, να ψάχνω μέσα τον εαυτό μου. Κάπου, λέω, πρέπει να βρίσκεται μέσα κι αυτός. Κάνω πάλι λογαριασμούς. Δέκα δεκαπέντε εργοστάσια μας δίνουν τα προϊόντα τους έτοιμα για να γίνει ένα λαμπάκι των δύο κηρίων.* Είμαστε δηλαδή διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι. Βάλε και τις πρώτες ύλες – είμαστε όλος ο κόσμος μέσα σ’ αυτό το λαμπιόνι των δύο κηρίων. Και μας χωράει. Το ‘δα σ’ ένα φιλμ την περασμένη βδομάδα, που πήγαμε σινεμά με κάτι Ρωμιούς. Μας έδειχναν μια στάλα νερό κι εκατομμύρια μικρόβια μέσα. Στέκομαι, λοιπόν, και γω κάθε βράδυ μπροστά σ’ αυτή τη βιτρίνα. Από μέσα το δικό μου το μικροβιάκι πρέπει να με βλέπει κολοσσό σε τεράστια μεγέθυνση. Απέξω βλέπω τον εαυτό μου στην πραγματική του διάσταση μέσα σ’ αυτό το μίνι λαμπιόνι.

Βλάσης Κανιάρης, Εγκατάσταση από την περιοδεύουσα έκθεση στη Δυτική Γερμανία «Gastarbeiter-fremdarbeiter»
Βλάσης Κανιάρης, Εγκατάσταση
από την περιοδεύουσα έκθεση
στη Δυτική Γερμανία
«Gastarbeiter-fremdarbeiter»

Αφήνω το κατάστημα, μπαίνω στη λεωφόρο.
Στην αρχή που πρωτόρθα -τα ίδια με το ΑΟΥΤΕΛ- νόμιζα τότε πως έχει πολλά να χαζέψει κανένας στη λεωφόρο. Περίμενα δηλαδή κάθε βράδυ πως κάτι θα γίνει. Τώρα το ξέρω βέβαια το λάθος μου. Εδώ ποτέ δε γίνεται τίποτα. Δεν έχει ποτέ φασαρία, καβγάδες, να γίνει αναστάτωση, ταραχή. Σπάνια, σπανιότατα κανένα δυστύχημα μόνο. Όλα πάνε με την ίδια τάξη που πήγαν και χτες – σαν να ‘ναι κάπου μια αόρατη τροχαία που τα ‘χει βάλει στη ρέγουλα*: Τάκα-τάκα στο εργοστάσιο. Τίκι-τίκι, τίκι-τίκι το ρολογάκι στη λεωφόρο.
Βάζω τα χέρια μου και τα δυο στις τσέπες του παντελονιού μου, με το σακάκι πίσω ανασηκωμένο -κακή συνήθεια μου λένε και δεν την κόβω- παίρνω τη λεωφόρο, την περπατάω, με το κεφάλι σκυμμένο, σαν κάτι να ψάχνω να βρω.
Άνθρωποι, κόσμος πολύς, περνάνε δίπλα μου, πάνε μαζί μου. Και πάω και γω – ο δρόμος μάς πάει, η λεωφόρος, κάτω απ’ τα φώτα της. Τους κοιτάζω. Όλοι τους, λέω, πηγαίνουνε κάπου, έχουνε κάπου να πάνε. Εγώ είμαι εδώ, στη λεωφόρο, στην άσφαλτο, περισσότερο απ’ όλους. Δε με περιμένει κανένας εμένα, δεν έχω πουθενά που να θέλω να πάω, να γυρίσω κάπου. Σαν να ‘ναι το σπίτι μου εδώ, εδώ κι η πατρίδα μου, το κανένα σπίτι μου, η καμιά μου πατρίδα. Λένε στο καφενείο και για τους άλλους – πως ξένοι γινήκαμε όλοι στις μεγάλες αυτές πολιτείες. Αν είναι έτσι, λέω τότες εγώ – εγώ, λοιπόν, πρέπει να ‘μαι ο πιο γνήσιος πολίτης της πολιτείας των ξένων, ο ιθαγενής. Και να φροντίσεις εσύ, κύριε συγγραφέα, να μου βάλουνε κάποτε και μια πλάκα* στο σπίτι της Φράου Μπάουμ, από την πίσω μεριά, της αυλής, πως εδώ κατοίκησε κάποτε ο ξενότερος απ’ όλους τους ξένους της πολιτείας των ξένων.

ebooks.edu.gr
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Φεβρουαρίου 2014

(…) Μεγαλώσαμε, αλητέψαμε, λεηλατήσαμε και μας λεηλάτησαν πειρατές επιπόλαιοι χωρίς χρυσό δόντι και γάντζο στο χέρι, κάναμε γιουρούσι στις ήττες, και τι όμορφα που γελάει κανείς όταν είναι λυπημένος… Αυτό το γέλιο που στάζει αλμύρα και έχει τον ίσκιο των αναμνήσεων στον ήχο του. Μην κλείνεις τα μάτια τώρα που λιγόστεψε η διαδρομή. Άσε το αεράκι να διαπεράσει τις ηλικίες σου και πάρε με τηλέφωνο μόλις φτάσεις στο όνειρό σου. Αμέσως. Και πού είσαι; Εκείνο το κρυμμένο τραύμα πώς το κρατάς ακόμα κόκκινο; (…)

Τα τρελά παιδιά συνήθως χάνονται από τα χέρια των γονιών τους κι ανοίγουνε λογαριασμούς με τον ουρανό. Ή τη θάλασσα. Θα τα βρείτε σε λόφους να ανεμίζουν αετούς, προσπαθώντας νa ελαφρύνουν τόσο που να φύγουν μαζί τους προς τα πάνω∙ ή πλάι στα νερά να καθρεφτίζουν μάτια αλλόκοτα και λένε λόγια που μπορεί και να σημαίνουν: «Εγώ, ο μονογενής υιός της θλίψης, επιθυμώ σε νερό θανάσιμο να μετατραπώ και να κατακλύσω εκείνους που δεν μπόρεσαν να μʼ αγαπήσουν» (…)
«Κομνηνών 8, Ελληνικό. Η Άννα δεν μένει πια εδώ. Ο αριθμός που καλείτε έχει αλλάξει. Για περισσότερες πληροφορίες καλέστε το 199. Να σβήσει αυτό το ρημάδι το τσιγάρο που εξακολουθεί να καίει μέσα στο απόλυτο σκοτάδι τριών ετών. Σπάνια περνάω. Δεν θέλω να δω την κάφτρα πίσω από το τζάμι της τραπεζαρίας, στην πολυθρόνα που ρίζωσες για μια δεκαετία. Δεν θέλω να σε ξέρω πια, μητέρα. Ήθελα να σε γνώριζα.

Κυριακή Ψαρρού στις 17 Φεβρουαρίου 2014

Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που θα χαρακτήριζα ερευνητή.

Ερευνητής είναι κάποιος που ψάχνει, όχι απαραιτήτως κάποιος που βρίσκει.
Ούτε είναι κάποιος που ξέρει στα σίγουρα τι είναι αυτό που ψάχνει. Είναι απλώς κάποιος, για τον οποίο η ζωή αποτελεί μία αναζήτηση.
Μιά μέρα ο ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει μεγάλη σημασία στα προαισθήματά του που πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε.
Μετά από δύο ημέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δεξιά από ένα μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο. Μιά μπρούτζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει.                                                       Ξαφνικά αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σε εκείνο το μέρος. Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δένδρα. Άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου. Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή κι ίσως γι αυτό ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μία από τις πέτρες.
Αμπντούλ Ταρέγκ: Έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες, 2 εβδομάδες και 3 ημέρες.
Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μιά πέτρα, Ήταν ταφόπλακα. Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σε εκείνο το μέρος. Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωπος συνειδητοποίησε ότι και η διπλανή πέτρα είχε μία επιγραφή. Πλησίασε και τη διάβασε

Γιαμίρ Καλίμπι. Έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες και 3 βδομάδες

Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση. Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος.Μία μία άρχιζε να διαβάζει τις πλάκες. Όλες ήταν παρόμοιες Επιγραφές, ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού. Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήτα η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος που είχε ζήσει περισσότερο μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια…

Νικημένος από μία αβάσταχτη θλίψη έκατσε κι άρχισε να κλαίει.
Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε. Τον κοίταζε σιωπηλός που έκλαιγε, και μετά τον ρώτησε αν το έκανε γιά κάποιον συγγενή του.
«Όχι γιά κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σε αυτό το χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σε αυτό το μέρος; Ποιά είναι η τρομερή κατάρα που βαραίνει αυτούς τους ανθρώπους και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα νεκροταφείο γιά παιδιά;»

Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε:
«Μπορείτε να ηρεμήσετε, δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω…
«Όταν ένας νέος συμπληρώνει τα 15 του χρόνια, οι γονείς του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, γιά ναν το κρεμάει στο λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει.
Στα δεξιά αυτό που απόλαυσε. Στα αριστερά πόσο χρόνο κράτησε αυτή η απόλαυση.
«Έστω ότι γνώρισε μιά κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε αυτό το μεγάλο πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους. Μιά εβδομάδα; Δύο; Τρείς;»
«Και μετά η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση του πρώτου φιλιού. Πόσο κράτησε ενάμισι λεπτό, μία εβδομάδα; Και η εγκυμοσύνη και η γέννηση του πρώτου παιδιού; Και ο γάμος των φίλων και το ταξίδι που πάντα ήθελε και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μιά μακρινή χώρα; Πόσο κράτησε στα αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων; Ώρες; Μέρες;
«Έτσι συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε. Κάθε λεπτό.
«Όταν κάποιος πεθαίνει έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιό του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης γιά να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του. Γιατί αυτός είναι γιά εμάς ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος που έχουμε ζήσει»!

(Αντιγραφή από το υπέροχο βιβλίο ζωής του Αργετίνου Χόρχε Μπουκάι «ιστορίες να σκεφτείς»)

Δυο ώρες πικρές περάσαμε σ’ αυτό το καταραμένο παγκάκι, χωρίς να μπορούμε να σπάσουμε τη σιωπή που μας κρατάει απ’ το σβέρκο.

― Έρικα, αγάπη μου, λέω σε μια στιγμή κ’ είναι σα μια πνιγμένη κραυγή.

Δε λέει τίποτα, δεν ρίχνεται στην αγκαλιά μου να κλάψουμε, σε λίγο σηκώνεται.

― Είσαι εντάξει, Κώστας, λέει. Την έκανες για μένα την αγγαρεία. Εσύ δεν ήθελες να ’ρθεις.

― Και πειράζει, που την έκανα για σένα; ρωτάω.

― Πειράζει. Άλλο θα ’ταν να το θέλαμε κ’ οι δυο, λέει πεισματωμένη και ξεκινάει να φύγουμε.

Δεν μιλήσαμε σ’ όλο το δρόμο – ξέρουμε κ’ οι δυο μας. Είναι το τέλος.

 

Πόσο το πήγαμε αυτό το τέλος; Δυο μήνες, τρεις μήνες; Μήτε να ’μαστε σαν πρώτα μήτε να χωρίζουμε. Σερνόμασταν. Εμείς που αγαπηθήκαμε τόσο… Την έκανα εγώ την αρχή. Δεν πέρασα ένα βράδι στο κατάστημα να την πάρω. Εκείνη δεν ήρθε το Σάββατο σπίτι – είμουνα μέσα και την περίμενα. Εγώ δεν πήγα την Κυριακή στο δικό της σπίτι – εκείνη θα ’τανε μέσα και θα περίμενε.

 

Πέντε μήνες όλο κι όλο βάσταξε ο δικός μας έρωτας. Τόσο, λέω, να ’ναι η νόρμα του και για τους άλλους; Ή μήπως ο έρωτας δεν είναι για τους φτωχούς – τα μπερδεύουν όλα και πεινασμένοι γι’ αυτό που λέγαμε, την αληθινή ζωή – τα περιμένουν όλα μονάχα απ’ τον έρωτα; Ή μήπως ακόμα, έτσι είναι ο κόσμος αυτός ο σημερινός μας – ξεμάθαμε ν’ αγαπούμε, δεν ξέρουμε τι μας φταίει – και διαολιζόμαστε με τον έρωτα, όσο να τον χαλάσουμε, να δούμε τι έχει από μέσα;

 

Έτσι τον έμαθα και τον έρωτα. Έμαθα, πως είναι μεγαλύτερος απ’ τον άνθρωπο, είναι λοιπόν, ακατόρθωτος. Μια φαντασία για κάποιον καιρό και καταλαγιάζει, σκορπίζεται. Και πρέπει, λέω, να ’ναι πολύ σπάνιο πράμα – της τύχης ολότελα – τα δυο πλάσματα να μπορούν να μείνουν ενωμένα, έτσι που τα θέλαμε εμείς. Ο συμβιβασμός που μπορούν να κάνουν – ορίστε, τον έκανα εγώ – δεν είναι για να σώσουν τον έρωτα, είναι για να τον ξεφύγουν, να παραιτηθούν απ’ αυτόν. Και πάλι δεν σώζεται τίποτα. Άλλοι μένουνε παραιτημένοι, μαζί και χωρίς τον έρωτα. Οι άλλοι χωρίζουν – να μην τον προδώσουν. Κ’ έτσι κι αλλιώς η πίκρα πάντα μένει. Για πάντα. Δεν είναι που λείπει τ’ αγαπημένο πρόσωπο, αυτό που φάνηκε πως είταν ο έρωτας. Είναι για την γνωριμιά του ακατόρθωτου. Γι’ αυτή την αίσθηση του άφθαστου που έχω και εγώ. Η Έρικα και κείνα τα τραίνα τα μισητά μου που δεν πάνε πουθενά, γίναν ένα πράμα. Είναι ο μεγάλος, ο άπιαστος κόσμος – που δεν υπάρχει. Η φαντασία μας τον άγγιξε μια στιγμή με τον έρωτα. Μια στιγμή μονάχα – και χάθηκε.

 

Η Έρικα που ’ταν ο έρωτας έφυγε. Η άλλη η Έρικα είναι μια κοπέλα που δουλεύει χαμάλισσα σ’ ένα κατάστημα λίγο πιο κάτω απ’ το Ντομ. Γλυκιά, φτωχή, βολικιά. Είναι μια τίμια κοπέλα – τίμια στο φίφτυ-φίφτυ, τίμια στον έρωτα, τίμια στο χωρισμό. Από μας τους φτωχούς – και γω πολύ την αγάπησα. Άμα θέλω, μπορώ να πάω, στέκομαι και περιμένω την ώρα που θα σκολάσουν, την παίρνω στο σπίτι, ξαναπηγαίνουμε στο δικό της. Για το φίφτυ-φίφτυ, χωρίς τον έρωτα. Και πάω την Κυριακή το πρωί και στα μανιτάρια της – για τον αέρα τον καθαρό, για να σκοτώνουμε τον καιρό – αφού δεν έχουμε και τι να τον κάνουμε. Και παντρευόμαστε κιόλας – για το γάμο, χωρίς τον έρωτα. Κ’ έχουμε και δύο μιστούς. Και κάνουμε και δύο παιδιά, από τα δώδεκα που ’θελε. Έτσι δεν είναι; Έτσι δε γίνεται μ’ όλους;

 

Ε, λοιπόν, όχι του κερατά… Μένω με την άλλη – που δεν θα ξανάρθει. Εκείνη την Έρικα που ’χε τον τρόμο στα μάτια. Να πικραίνομαι, να μετανιώνω, ν’ αποδιώχνω το βράδι την αγαπημένη της θύμηση, να την ονειρεύομαι μέσα στον άπιαστο κόσμο – ναι, ναι, εγώ το τίποτα των ανθρώπων, ο Κώστας εκείνος ο ανύπαρκτος…

 

από το logotexnikesmikrografies.blogspot.gr

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Φεβρουαρίου 2014

AΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:

ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ
…Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο.
Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές πραχτικές μου ανάγκες.Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπο μου, στο χάος.
Δεν ξέρω αν πίσω από τα φαινόμενα ζει και σαλεύει μια μυστική, ανώτερη μου ουσία. Κι ούτε ρωτώ δε με νοιάζει.
Γεννοβολώ τα φαινόμενα, ζωγραφίζω με πλήθια χρώματα φανταχτερά, γιγάντιο ένα παραπέτασμα μπροστά από την άβυσσο. Μη λες: “Αναμέρισε το παραπέτασμα, να δω την εικόνα!” Το παραπέτασμα, αυτό είναι η εικόνα.
Είναι ανθρώπινο έργο, πρόσκαιρο, παιδί δικό μου, το βασίλειο μου ετούτο. Μα είναι στέρεο, άλλο στέρεο δεν υπάρχει, και μέσα στην περιοχή του μονάχα μπορώ γόνιμα να σταθώ, να χαρώ και να δουλέψω.
Είμαι ο αργάτης της άβυσσος. Είμαι ο θεατής της άβυσσος. Είμαι η θεωρία κι η πράξη.
Είμαι ο νόμος. Όξω από μένα τίποτα δεν υπάρχει….

ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΕΟΣ
Ψυχανεμίζουμαι πως κι η μαχόμενη ουσία πολεμάει πίσω από τα φαινόμενα να σμίξει με την καρδιά μου. Μα το σώμα στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ο νους στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει.
Ποιο είναι το χρέος μου;
Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν’ ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.
Περπατώ στ’ αφρόχειλα της άβυσσος και τρέμω. Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.
O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου.»
Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ως την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει:
«Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου!
Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!»

ΤΡΙΤΟ ΧΡΕΟΣ
…Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουγκράζεται στον αγέρα κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες.
Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.
Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάμε το τρίτο βήμα.
Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδίας που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία.
Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος…
Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρη κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!
Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν’ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!»
Ξέρω τώρα δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία….

Α’ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ
…Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας. Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω!
Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ ακλούθα μου!
Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος.
Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη.
Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες:
Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.
Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους να ζητάς συντρόφους! …

Γ’ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ
…Τρέχουμε. Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε.
Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπο μας, μια στιγμή, φωτίζεται μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Άδη.
Η μάνα κοιτάει μπροστά, κατά την κόρη η κόρη κοιτάει κι αυτή μπροστά, πέρα από του αντρός της το κορμί, κατά το γιο να πώς πορεύεται στη γης ετούτη ο Αόρατος.
… Περιμάζωξε στην καρδιά σου όλες τις τρομάρες, ανασύνθεσε όλες τις λεπτομέρειες. Ένας κύκλος είναι η λύτρωση κλείσε τον!
Τι θα πει ευτυχία; Να ζει όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.
Είμαστε ένα γράμμα ταπεινό, μια συλλαβή, μια λέξη από τη γιγάντια Οδύσσεια. Είμαστε βυθισμένοι σ’ ένα γιγάντιο τραγούδι και λάμπουμε όπως λάμπουν τα ταπεινά χοχλάδια όσο είναι βυθισμένα στη θάλασσα.
Ποιο είναι το χρέος μας; Ν’ ανασηκώσουμε το κεφάλι από το κείμενο, μια στιγμή, όσο αντέχουν τα σπλάχνα μας, και ν’ αναπνέψουμε το υπερπόντιο τραγούδι.
Να σμίξουμε τις περιπέτειες, να δώσουμε νόημα στο ταξίδι, να παλεύουμε ακατάλυτα με τους ανθρώπους, με τους θεούς και με τα ζώα, κι αργά, υπομονετικά, να μολώνουμε μέσα στα φρένα μας, μελούδι από το μελούδι μας, την Ιθάκη…

Η ΣΙΓΗ

…. Πώς μπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της Άβυσσος και να την καρπίσεις; Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν μπορεί να στριμωχτεί σε λόγια, να υποταχτεί σε νόμους καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος.
Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο. Δρόμος ν’ ανοιχτεί δεν υπάρχει.
Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από τη δική του κεφαλή, ξεφεύγει από το μικρό, όλο απορίες μυαλό του.
Μέσα στη βαθιά Σιγή, όρθιος, άφοβος, πονώντας και παίζοντας, ανεβαίνοντας ακατάπαυτα από κορυφή σε κορυφή, ξέροντας πως το ύψος δεν έχει τελειωμό, τραγουδά, κρεμάμενος στην άβυσσο,

Κυριακή Ψαρρού στις 28 Ιανουαρίου 2014

“Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι. Υπήρξαν στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι. Και παρόλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους. Ο γιατρός Ριέ ήταν απροετοίμαστος, όπως και οι συμπολίτες μας και έτσι πρέπει να καταλάβουμε τους δισταγμούς τους. Και μ’ αυτόν τον τρόπο επίσης πρέπει να καταλάβουμε ότι μοιράστηκε ανάμεσα στην ανησυχία και την εμπιστοσύνη. Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε: “Δεν θα διαρκέσει πολύ, είναι πολύ ανόητο”. Κι αναμφίβολα ένας πόλεμος είναι σίγουρα πολύ ανόητος, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να διαρκέσει. Η ανοησία επιμένει πάντα και θα μπορούσε κανείς να το διακρίνει αν δεν σκέφτονταν μόνο τον εαυτό του. Απ’ αυτή την άποψη οι συμπολίτες μας ήταν σαν όλο τον κόσμο, σκέφτονταν τους εαυτούς τους και για να το πούμε κι αλλιώς ήταν ανθρωπιστές: δεν πίστευαν στις δυστυχίες. Η δυστυχία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, επομένως λέμε ότι η δυστυχία δεν είναι πραγματική, είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει. Αλλά δεν περνάει πάντα και από κακό όνειρο σε κακό όνειρο, είναι οι άνθρωποι που περνάνε και πρώτα πρώτα οι ανθρωπιστές, γιατί δεν πήραν τις προφυλάξεις τους. Οι συμπολίτες μας δεν ήταν πιο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν να είναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν ότι όλα είναι ακόμη δυνατά για αυτούς· πράγμα που σήμαινε ότι οι δυστυχίες είναι αδύναμες. Συνέχιζαν να κάνουν επιχειρήσεις, να ετοιμάζουν ταξίδια, και να έχουν γνώμες. Πως θα μπορούσαν να σκεφτούν τη πανούκλα, που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις, τις συζητήσεις; Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ελεύθερους και κανένας δεν θα είναι ποτέ ελεύθερος, όσο υπάρχουν δυστυχίες.”

από το artic.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 23 Ιανουαρίου 2014

   Το παρακάτω αφήγημα από το βιβλίο Η κρύπτη (1991) του Ε.Χ. Γονατά έχει επίκεντρο την επίμονη προσπάθεια του σκαντζόχοιρου να πετύχει έναν, μάλλον ανέφικτο για τα μέτρα του, στόχο.

Πάνω στο λόφο, ένας σκαντζόχερος μπαίνει και βγαίνει σε μια τεράστια άδεια γλάστρα. Είναι πολύ μεγάλη για το σώμα του η τετράγωνη γλάστρα, όμως αυτός επιμένει πως κάποτε θα καταφέρει να τη γεμίσει χωρίς τη βοήθεια κανενός.
«Με τα χρόνια μεγαλώνω, μεγαλώνω και κάθε φορά τη γεμίζω και λίγο περισσότερο», σκέφτεται• «τότε θα ξεκουραστώ, σαν έρθει η μέρα που θα βουλώσω με το κορμί μου κάθε γωνιά».
Κι εξακολουθεί να μπαινοβγαίνει στη γλάστρα.
Ποτέ δεν παίρνει είδηση απ’ ό,τι γίνεται γύρω του. Όχι πως είναι αδιάφορος. Είναι μονάχα αφοσιωμένος στο σκοπό του. Έπειτα είναι και κωφάλαλος.
Κάποτε όμως, με τα χρόνια, θα τη γεμίσει τη γλάστρα του, ακόμα κι αν χρειαστεί ν’ αλλάξει σχήμα και να γίνει τετράγωνος.

 

 

 

Ε.Χ. Γονατάς, Η κρύπτη, Στιγμή

 

Κυριακή Ψαρρού στις 23 Ιανουαρίου 2014
Το σύντομο διδακτικό παραμύθι που ακολουθεί προέρχεται από την περιοχή της Νάξου και πρωτοδημοσιεύτηκε το 1874. Η ιστορία που είναι γνωστή και στους μύθους του Γάλλου συγγραφέα Λαφονταίν, είχε μεγάλη διάδοση στον ελληνικό χώρο και έδωσε την έμπνευση στο θεατρικό συγγραφέα Δημήτρη Κόκκο να γράψει το κωμειδύλλιο Η λύρα του Γερονικόλα (1891), που παίχτηκε σε αθηναϊκά θέατρα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.

Ήταν ένας φτωχός με πολλά παιδιά και δούλευαν με τη γυναίκα του όλη μέρα. Κάθε βράδυ που ήταν κουρασμένοι, ήθελαν να φάνε το ψωμάκι τους ήσυχα κι αγαπημένα, κι έπειτα να πιάσει ο πατέρας τη λύρα του να χορεύουν τα παιδιά και να περνούν ζωή αγγελική.

Δίπλα κάθουνταν ένας πλούσιος, και σαν άκουε κάθε βράδυ τα γέλια και τις χαρές του φτωχού, παραξενεύονταν: «πώς εγώ μαθές να μην είμαι ευχαριστημένος κι αναπαμένος σαν αυτόν, όλη μέρα αξίνη και το βράδυ γλέντι». Λέει: «να του δώσω θέλω γρόσια, να δω τι θα κάνει».

Πάει βρίσκει το φτωχό, του λέει:

— Επειδή σε ξέρω τίμιο άνθρωπο, να, σου δίνω χίλια γρόσια ν’ ανοίξεις πραμάτεια, ό,τι θες, κι αν πλουτίσεις, μου τα δίνεις, ειδεμή σου τα χαρίζω.

Όλη μέρα πια ο φτωχός, εσυλλογιόνταν τι να κάνει τόσα γρόσια. Τα φέρνει από δω, τα φέρνει από κει: «ν’ ανοίξω πραματευτάδικο; να τα βάλω στον τόκο; να πάρω αμπελοχώραφα;».

Έρχεται το βράδυ, ούτε λύρα να πιάσει, μιλιά τσιχ δεν έκαναν τα παιδιά του. Να γελάσουν, τα μάλωνε· όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι απ’ τη συλλογή. Την άλλη μέρα ούτε σε μεροκάματα να πάει, ούτε πουθενά έξω από τη συλλογή. Τον ερωτά η γυναίκα του τι έχει; να τον κάνει να γελάσει· αυτός την εμάλωσε, να τον αφήσει ήσυχο.

O πλούσιος, περνά μια βραδιά, περνά άλλη, περνούν τρεις, ούτε λύρα πια άκουε ούτε γέλια, ούτε χορό των παιδιών.

Το πρωί βλέπει το φτωχό κι έρχεται:

— Να, χριστιανέ, τα γρόσια σου, κι ούτε αυτά θέλω ούτε τη σκοτούρα τους.

Από τότε, πάλι χαρούμενος στο σπίτι του, ο φτωχός έπαιζε τη λύρα, χόρευαν τα παιδιά του, σαν και πρώτα, και το άλλο πρωί στη δουλειά.

Ελληνικά παραμύθια, εκλογή Γ.Α. Μέγας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

στο http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-A107/391/2591,10114/


Κυριακή Ψαρρού στις 19 Ιανουαρίου 2014

Από το “Ο Οβολός και άλλα διηγήματα”, ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2004.

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ σήκωσε τα άδεια πιάτα από το τραπέζι.

– Σου άρεσε το φαγητό; με ρώτησε.

– Παίρνεις πάντα το ωραιότερο μέρος, της είπα.

– Τηλεφωνώ στον Κώστα, απέναντι, κι όταν έχει κατσικάκι μου στέλνει το λαιμό και τη σπάλα.

Την ώρα που την αποχαιρετούσα στην εξώπορτα, έβαλε το χέρι στην τσέπη της ρόμπας της — ακριβώς όπως παληά, όταν εξοικονομούσε λίγα χρήματα και μας έδινε για χαρτζηλίκι.

– Παρ’ τα αυτά, μου λέει με χαμηλωμένο κεφάλι, εσύ χρησιμοποιείς λεωφορεία.

Ήταν τρία εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών. Κατάλαβα τη σημασία της προσφοράς: η μάνα μου μου δήλωνε πως δεν μπορούσε, πλέον, να ανέβει σε λεωφορείο.

Πράγματι, την ίδια εκείνη άνοιξη αρρώστησε και, ξαφνικά, πέθανε τα ξημερώματα.

– Εγώ φεύγω, μου είχε πει την παραμονή το βράδυ στο νοσοκομείο.

Κατεβήκαμε όλοι στον Πύργο, όπου και ο οικογενειακός μας τάφος. Προηγείτο το φέρετρο, και ακολουθούσαμε εμείς.

Μέχρις ότου έρθει η ώρα της κηδείας, άρχισα να τριγυρνώ στα πέριξ του νεκροταφείου. Στις άκρες των ελαιώνων, δίπλα από τη σιδηροδρομική γραμμή, έβλεπα με έκπληξη κόκκινες ανεμώνες, που δεν θυμόμουν να υπήρχαν, όταν παιδιά ζούσαμε στο κοντινό χτήμα.

Έφθασα και σε αυτό. Δεν είχε απομείνει, φυσικά, τίποτα. Το πουλήσαμε στην Κατοχή και τώρα είχε καταντήσει ένας γύφτικος οικισμός, εντός σχεδίου πια. Μια μπουλντόζα άνοιγε έναν ακόμη δρόμο.

Προχώρησα προς το μέρος όπου βρισκόταν το πατρικό μου. Ήταν μεσημεράκι, και επικρατούσε μια περίεργη ερημιά, ίσως γιατί όλοι κοιμόντουσαν, ή απουσίαζαν. Βρήκα το παληό μου σπίτι αγνώριστο, με προσθήκες από τσιμεντόλιθους και αλουμινένιες πόρτες. Από τα δέντρα και τον κήπο δεν είχε μείνει ούτε δείγμα.

Ξαφνικά είδα τη μανταρινιά! Μέσα σε όλον αυτό το χαλασμό, είχε καταφέρει να επιβιώσει. Γέρικη, σχεδόν αιωνόβια, με καταφαγωμένον τον κορμό και τα κλαδιά της χωρίς φύλλα, διατηρούσε ακόμη αρκετούς καρπούς, κάτι πολύ μικρά μανταρίνια, ίδια με εκείνα που έκανε και τότε, όταν σκαρφάλωνα επάνω της την άνοιξη κι έκοβα τα φρούτα της.

Τα καλοκαίρια με τις ζέστες υπέφερε πολύ. Αγωνιζόμουν να την διατηρήσω στη ζωή: δεν είχαμε αρκετό νερό, αλλά όταν μπορούσα της κουβαλούσα έναν δύο τενεκέδες να ξεδιψάσει.

Πλησίασα με συγκίνηση, ένιωθα σχεδόν τύψεις για τα χρόνια της δίψας της. Πώς επέζησε, έτσι εγκαταλελειμμένη, τόσα καλοκαίρια; Είχα να την δω μισόν αιώνα ακριβώς και ουδέποτε την είχα θυμηθεί.

Έφαγα δυο τρία μανταρίνια, έβαλα μερικά στη τσέπη μου, την χάιδεψα και έφυγα. Έσπευσα στο νεκροταφείο, όπου ήδη χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα.

Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας, παρατηρώντας το πρόσωπο της μητέρας μου, σκεφτόμουν όλα εκείνα τα παρελθόντα. Αφαιρέθηκα, κι ήταν η γυναίκα μου που με προέτρεψε:

– Πήγαινε να φιλήσεις πρώτος τη μητέρα σου.

Πλησίασα. Της άφησα το ματσάκι με τις κόκκινες ανεμώνες, της γλίστρησα στα χέρια τα τρία εισιτήρια του λεωφορείου και, χαϊδεύοντάς της το κρύο μάγουλο, της ψιθύρισα στο αυτί:

– Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!

από το myribiblos.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 19 Δεκεμβρίου 2013

Σας γράφω μερικά πολύ ενδιαφέροντα αποσπάσματα:

Οταν οι μορφές με της οποίες έχεις ταυτιστεί,που σου έδωσαν μία αίσθηση εαυτού καταρρέουν η της χάνεις,αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μία κατάρρευση του Εγώ,αφού το Εγώ είναι ταύτιση με την μορφή.Οταν δεν υπάρχει πιά τίποτα με το οποίο να ταυτιστείς ,ποιός είσαι?
Οταν μορφές γύρω σου πεθαίνουν η σε πλησιάζει ο θάνατος,η αίσθηση Οντότητας που διαθέτεις ,του Υπάρχω,ελευθερώνεται από την εμπλοκή της με την μορφή.Το πνέυμα ελευθερώνεται από την φυλάκιση του μέσα σην ύλη.
Συνειδητοποιείς την ουσιαστική σου ταυτότητα ως άμορφη,ως μία Παρουσία που διαπερνά τα πάντα ,ως Υπαρξη που προηγείται όλων των μορφών,όλων των ταυτίσεων.Συνειδητοποιείς την αληθινή σου ταυτότητα ως την ίδια την συνειδητότητα αντί για εκείνο με το οποίο είχε ταυτιστεί η συνειδητότητα.
Αυτή είναι η ειρήνη του Θεού.
Η έσχατη αλήθεια του ποιός είσαι δεν είναι ” είμαι αυτό ”,” είμαι εκείνο ”,αλλά ΕΊΜΑΙ.
Δεν βιώνουν όλοι την αφύπνιση,αυτήν την αποταύτιση από την μορφή όλοι όσοι βιώνουν μία μεγάλη απώλεια.Μερικοί δημιουργούν αμέσως μία ισχυρή νοητική εικόνα η σκεπτομορφή στην οποία βλέπουν τον εαυτό τους ως θύμα ,είτε των περιστάσεων η άλλων ανθρώπων,η άδικης μοίρας η του θεού.
Ταυτίζονται έντονα με αυτήν την σκεπτομορφή και τα συναισθήματα που δημιουργεί ,όπως θυμός ,η μνησικακία ,η αυτολύπιση κ.ο.κ.και η ταύτιση αυτή πέρνει αμέσως την θέση όλων των άλλων ταυτίσεων που έχουν καταρρέυσει μέσω της απώλειας.
Με άλλα λόγια το Εγώ βρίσκει γρήγορα μία νέα μορφή.Το γεγονός ότι αυτή η νέα μορφή είναι βαθιά δυστυχισμένη δεν απασχολεί και πολύ το Εγώ ,εφόσον έχει μία ταυτότητα,καλή η κακή.
Στην πραγματικότητα αυτό το νέο Εγώ θα έχει συσταλεί ακόμα περισσότερο,θα είναι πιό άκαμπτο και αδιαπέραστο απ’ό,τι το παλιό.
………………………………………………………………………………………………..

Οταν έχεις επιγνώσεις του ό,τι σκέφτεσαι,αυτή η επίγνωση δεν είναι μέρος της σκέψης.Είναι μία διαφορετική διάσταση της συνειδητότητας.Και αυτή η συνειδητότητα είναι που λέει ” υπάρχω” .
Αν δεν υπήρχε τίποτα άλλο πάρα σκέψη μέσα σου ,δεν θα γνώριζες κάν ότι σκέφτεσαι.Θα ήσουν σαν τον ονειρευόμενο που δεν θα γνώριζε ότι ονειρέυεται.Θα ήσουν ταυτισμένος με κάθε σκέψη όσο και ο ονειρευόμενος στο όνειρο με κάθε εικόνα.Πολλοί άνθρωποι ζούν ακόμα έτσι,σαν υπνοβάτες ,παγιδευμένοι σε παλιές δυσλειτουργικές νοοτροπίες που συνεχώς αναδημιουργούν την ίδια εφιαλτική πραγματικότητα.
Οταν ξέρεις ότι ονειρέυεσαι είσαι αφυπνισμένος μέσα στο όνειρο,έχει εισβάλει μία άλλη συνειδητότητα.
………………………………………………………………………………………………………………………………………

Το εγώ είναι ένα συνοθύλευμα επαναλαμβανόμενων σκεπτομορφών και νοητικο-συναισθηματικών προτύπων αποκτημένων με εξαρτημένη μάθηση που είναι επενδεδυμένα με μία αίσθηση του Εγώ ,μία αίσθηση του εαυτού.Το Εγώ αναδύεται όταν η αίσθηση της Οντότητας ,του ΄΄Υπάρχω ” που είναι άμορφη συνειδητότητα,μπερδέυεται με την μορφή.Αυτό είναι το νόημα της ταύτισης.

Από την στιγμή που το εγώ θα βρεί μία ταυτότητα δεν θέλει να την εγκαταλείψει.Κατά εκπληκτικό τρόπο ,αλλά όχι σπάνια ,το Εγώ που αναζητεί μία ισχυρότερη ταυτότητα μπορεί να δημιουργήσει – και το κάνει – ασθένειες προκειμένου να ισχυροποιηθεί μέσα από αυτό.

από το reikicenter.gr


 

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο. Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία – τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές.

Ἀρχιτσέλιγκας ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἕνας ἄνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ἀνάμεσα στὰ γίδια καὶ στὰ πρόβατα. Ἤτανε μαῦρος, μαλλιαρός, μὲ γένεια μαῦρα κόρακας, σγουρὰ καὶ σφιχτὰ σὰν τοῦ κριαριοῦ. Φοροῦσε σαλβάρια κοντὰ ὡς τὸ γόνατο, σελάχι στὴ μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριὰ τζεσμέδια στὰ ποδάρια του· τὸ κεφάλι του τὸ εἶχε τυλιγμένο μ᾿ ἕνα μεγάλο μαντίλι σὰν σαρίκι, κ᾿ οἱ μαρχαμάδες [= τὰ κρόσια] κρεμόντανε στὸ πρόσωπό του. Ἀρχαῖος ἄνθρωπος!Εἶχε δυὸ παραγυιούς, τὸν Ἀλέξη καὶ τὸν Δυσσέα, δυὸ παλληκαρόπουλα ὡς εἴκοσι χρονῶν. Εἶχε καὶ τρία παιδιά, ποὺ τοὺς βοηθούσανε στ᾿ ἄρμεγμα καὶ κοιτάζανε τὸ μαντρὶ νά ῾ναι καθαρό. Αὐτὲς οἱ ἕξι ψυχὲς ἐζούσανε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀνάρια βλέπανε ἄνθρωπο.Ἡ σπηλιὰ ἤτανε καπνισμένη κι ὁ βράχος εἶχε μαυρίσει ὡς ἀπάνω ἀπὸ τὴν καπνιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ μέσα εἴχανε τὰ γιατάκια τους, σὰν μεντέρια, στρωμένα μὲ προβιές. Στοὺς τοίχους τῆς σπηλιᾶς εἴχανε μπήξει παλούκια μέσα στὶς σκισμάδες τοῦ βράχου, καὶ κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια καὶ μαχαίρια, λὲς κ᾿ ἤτανε λημέρι τῶν ληστῶν. Ἀπ᾿ ἔξω φυλάγανε οἱ σκύλοι, ὅλοι ἄγριοι σὰν λύκοι.Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα – νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.

 

Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ.Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.

Σὲ λίγο φανερωθήκανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ δυὸ ἄνθρωποι μὲ τουφέκια, καὶ φωνάζανε τοὺς τσομπάνηδες νὰ μαζέψουνε τὰ σκυλιά, ποὺ χυμήξανε ἀπάνω τους. Ὁ Σκούρης ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους κι ἅρπαξε ἕνα ἀπὸ τὰ ζαγάρια πού ῾χανε οἱ κυνηγοὶ καὶ τὸ ξετίναζε νὰ τὸ πνίξει. Ὁ κυνηγὸς ἔρριξε ἀπάνου του, καὶ τὰ σκάγια τὸν πόνεσανε καὶ γύρισε πίσω, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα μαντρόσκυλα, ποὺ πηγαίνανε πισώδρομα ὅσο κατεβαίνανε οἱ κυνηγοί. Τέλος πάντων, ἐβγῆκε ὁ Μπαρμπάκος μὲ τοὺς ἄλλους καὶ πιάσανε τὸν Σκούρη καὶ τὸν δέσανε, διώξανε καὶ τ᾿ ἄλλα σκυλιά.«Ὥρα καλή, βρὲ παιδιά!» φώναξε ὁ Παναγὴς ὁ Καρδαμίτσας, ζωσμένος μὲ τὰ φυσεγκλίκια, μὲ τὸ ταγάρι γεμάτο πουλιά.

Ὁ ἄλλος, ποὺ ἤτανε μαζί του, ἤτανε ὁ γυιός του ὁ Δημητρός.

«Πολλὰ τὰ ἔτη!» ἀποκριθήκανε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἡ συντροφιά του. «Καλῶς ὁρίσατε!»Τοὺς πήγανε στὴ σπηλιά.

«Μωρέ, τ᾿ εἶν᾿ ἐδῶ; Παλάτι! Παλάτι μὲ βασιλοποῦλες!» εἶπε ὁ μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τὶς μυτζῆθρες ποὺ ἀχνίζανε.Τοὺς βάλανε νὰ καθήσουνε, τοὺς κάνανε καφέ. Οἱ κυνηγοὶ εἴχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.

«Βρὲ ἀδερφέ», ἔλεγε ὁ μπάρμπα-Παναγής, «ποιὸς νὰ τό ῾λεγε, χρονιάρα μέρα, πὼς θὰ κάνουμε Χριστούγεννα στὸ σπήλαιο ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός! Ἐχτὲς περάσαμε στὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή, νὰ κυνηγήσουμε λίγο. Ἔ, δικός μας εἶναι ὁ ἡγούμενος, κοιμηθήκαμε στὸ μοναστήρι, καὶ σήμερα τὴν αὐγὴ βγήκαμε στὸ κυνήγι. Βλέποντας πὼς φουρτούνιασε ὁ καιρός, εἴπαμε πὼς δὲ θὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε τὸ μπουγάζι μὲ τὴ σαπιόβαρκα τοῦ μπάρμπα-Μανώλη τοῦ Βασιλέ. Κ᾿ ἐπειδὴ ξέραμε ἀπ᾿ ἄλλη φορὰ τὸ μαντρί, καὶ μὲ τὸ κυνήγι πέσαμε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, εἴπαμε νὰ ῾ρθουμε στ᾿ ἀρχοντικό σας… Μωρέ, τί σκύλο ἔχετε; Αὐτὸ εἶναι θηρίο, ἀσλάνι καὶ καπλάνι!

Μπρέ, μπρέ, μπρέ! τὸ ζαγάρι τὸ πετσόκοψε! Γιὰ κοίταξε τί χάλια τό ῾κανε!»

Καὶ γύρισε σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ κλαμούριζε τὸ σκυλὶ κ᾿ ἔτρεμε σὰν θερμιασμένο.

«Ἔλα δῶ, Φλόξ! Φλόξ!»Μὰ ἡ Φλὸξ ἀπὸ τὴν τρομάρα της τρύπωνε πιὸ βαθιά.

Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ:Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε.

Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα.Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι [=μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ – Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία.

«Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο…», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!

«Χά! Χά! Χά!» – γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγᾶς.

Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ – Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του:«Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.

Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε:«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».

Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.

Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα. Ὅλα ὑπήρχανε: τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα, κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του, ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».

από το users.uoa.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 18 Δεκεμβρίου 2013

Κάθε αρνητικότητα προκαλείται από τη συσσώρευση του ψυχολογικού χρόνου και την άρνηση του παρόντος. Η ταραχή, το άγχος, η ένταση, η ανησυχία – όλα μορφές φόβου – προκαλούνται από υπερβολικά πολύ μέλλον και όχι αρκετή παρουσία. Η ενοχή, οι τύψεις, η μεταμέλεια, η μνησικακία, τα παράπονα, η λύπη, η πικρία και όλες οι μορφές της μη συγχώρεσης προκαλούνται από υπερβολικά πολύ παρελθόν και όχι αρκετή παρουσία.
Οι περισσότεροι άνθρωποι δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι είναι δυνατόν να υπάρχει μια κατάσταση συνειδητότητας απόλυτα απαλλαγμένη από κάθε αρνητικότητα. Κι όμως, αυτή είναι η απελευθερωμένη κατάσταση προς την οποία δείχνουν όλες οι πνευματικές διδασκαλίες. Είναι η υπόσχεση της λύτρωσης, όχι σε ένα απατηλό μέλλον αλλά εδώ και τώρα.
Μπορεί να σου φαίνεται δύσκολο να αναγνωρίσεις ότι ο χρόνος είναι η αιτία του πόνου ή των προβλημάτων σου. Πιστεύεις ότι προκαλούνται από συγκεκριμένες καταστάσεις στη ζωή σου και, αν το δει κανείς από μια συμβατική γωνία, αυτό είναι αλήθεια. Μέχρι όμως να αντιμετωπίσεις τη βασική δυσλειτουργία του νου που δημιουργεί προβλήματα – την προσκόλλησή του στο παρελθόν και στο μέλλον και την άρνηση του Τώρα – τα προβλήματα, στην πραγματικότητα, θα αντικαθιστούν το ένα το άλλο.

Αν όλα σου τα προβλήματα ή αυτά που εσύ αντιλαμβάνεσαι σαν αιτίες του πόνου ή της δυστυχίας εξαφανίζονταν σαν από θαύμα από τη ζωή σου, αλλά εσύ δεν είχες γίνει περισσότερο παρών, πιο συνειδητός, πολύ σύντομα θα έβρισκες τον εαυτό σου με ένα παρόμοιο σύνολο προβλημάτων ή αιτιών πόνου, σαν μια σκιά που σε ακολουθεί όπου κι αν πας. Τελικά υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα: ο ίδιος ο νους, που είναι δεμένος με το χρόνο…

από το periplanitis.blogspot.gr