Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 19 Οκτωβρίου 2016

Μια μέρα, ένας σοφός ρώτησε τους μαθητές του:

«Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;»

«Επειδή χάνουν την ψυχραιμία τους» απάντησε κάποιος.

«Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν αφού ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους;» επέμεινε ο σοφός.

«Γιατί θέλουν να τους ακούσει» είπε ένας άλλος μαθητής
.
«Και γιατί δεν μπορεί να του μιλήσει με χαμηλή φωνή;» ρώτησε πάλι ο δάσκαλος.

Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά καμιά δεν τον ικανοποίησε.

«Ξέρετε γιατί ουρλιάζουν δυο άνθρωποι όταν είναι θυμωμένοι;» τους είπε τότε.

Επειδή όταν θυμώνουν, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ. ΄Ετσι, για να μπορέσει ο ένας ν’ ακούσει τον άλλο, πρέπει να φωνάξει δυνατά, ώστε να καλύψει την απόσταση. Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά πρέπει να φωνάξουν για ν’ ακουστούν.
Το αντίθετο γίνεται, για παράδειγμα, όταν δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι. Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνίσουν. Μιλούν σιγανά και τρυφερά, επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές μάλιστα είναι τόσο κοντά, που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν. Ψιθυρίζουν μονάχα. Κι όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή, δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχτούν. Έτσι συμβαίνει πάντα κι όταν δυο άνθρωποι που αγαπιούνται πλησιάζει ο ένας τον άλλον.
Όταν συζητάτε, λοιπόν, μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μη λέτε λόγια που σας απομακρύνουν, γιατί θα έρθει μια μέρα που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη, ώστε τα λόγια σας δεν θα βρίσκουν πια το δρόμο του γυρισμού”.

____________
Πηγή: voskotopi.blogspot.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 19 Οκτωβρίου 2016

Ο Νίκος Σιδέρης μιλά για την «Τέχνη του γονιού» την οποία επισημαίνει ότι έχουν χάσει οι ενήλικες στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες και τονίζει ότι το παιδί, για να μεγαλώσει σωστά, χρειάζεται μια «έντεχνη αγάπη». Διαπιστώνει ότι η απουσία της «έντεχνης αγάπης» προκαλεί μια κατάσταση «ψυχικής ορφάνιας» η οποία ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την εκδήλωση βίαιης και επιθετικής συμπεριφοράς στα παιδιά και στους εφήβους.
Σε μια εποχή που οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν δεχτεί άφθονες αλλαγές σε σχέση με το παρελθόν και οι παραδοσιακοί ρόλοι αμφισβητούνται, ο ίδιος εστιάζει στον πιο ισχυρό αλλά και πιο ευάλωτο ανθρώπινο δεσμό: τον δεσμό των παιδιών με τους γονείς και το αντίστροφο. Οι απόψεις του, πραγματικά καινοτόμες, δεν χαϊδεύουν τα αφτιά των αναγνωστών του, μπορούν όμως να τους βοηθήσουν να συνειδητοποιήσουν κάποιες λανθασμένες συμπεριφορές και να τις αλλάξουν. Ο σύγχρονος άνθρωπος πρέπει να διδαχθεί από μικρός το προφανές ότι «Δεν παίζεις μόνο εσύ. Υπάρχουν κι άλλοι» για να μπορέσει μεγαλώνοντας να διεκδικήσει την ωριμότητα και την ευτυχία…
-Πού οφείλεται η παιδική βία και η επιθετική συμπεριφορά των εφήβων στις δυτικές κοινωνίες κατά τη γνώμη σας;
Υπάρχουν κάποιοι κοινοί μηχανισμοί που ευνοούν και κάνουν πιο πιθανή την εκδήλωση επιθετικής και βίαιης συμπεριφοράς στα παιδιά και στου εφήβους. Οι βασικοί αυτοί μηχανισμοί είναι καταρχήν αυτό που θα λέγαμε ο καταναλωτικός ναρκισσισμός, που είναι η κυρίαρχη κουλτούρα της εποχής και η κυρίαρχη νοοτροπία των ανθρώπων. Ο ναρκισσισμός υποδηλώνει έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται να φανταστεί μια άλλη οπτική γωνία έξω από τη δική του, έναν άλλο τρόπο σκέψης, εκτός από το δικό του, έναν άλλο τρόπο να γίνονται σωστά τα πράγματα που να μην είναι ο δικός του. Δηλαδή έναν άνθρωπο που θεωρεί ότι αυτός ξέρει, οι άλλοι δεν ξέρουν. Αυτός έχει το καλό γούστο, οι άλλοι δεν το έχουν. Αυτός έχει δικαιώματα, οι άλλοι μόνο αν συμφωνούν με τα δικά του. Δηλαδή ένας άνθρωπος που βασίζεται στη λογική «Ευτυχώς που υπάρχω εγώ, Δυστυχώς που υπάρχουν και οι άλλοι».
-Ποιες οι συνέπειες αυτού του εγωκεντρισμού;

Αυτό σημαίνει ότι «Εγώ είμαι ο σωστός και ο άλλος είναι ένα ισόβιο φάουλ» Αυτή η κουλτούρα είναι τρομερή, γιατί βάζει μία σχέση βίας, άρνησης, ακύρωσης, περικοπής ακρωτηριασμού της οντότητας του άλλου, ο οποίος νοείται μόνο σαν εξάρτημα στον δικό του μηχανισμό ή σαν ένα στοιχείο διακοσμητικό. Αυτό το στοιχείο της κουλτούρας του ναρκισσισμού που κυριαρχεί στη δυτική κοινωνία από τη δεκαετία του ’60 και πέρα , είναι ο πρώτος και φοβερότερος πυλώνας για τη βία γενικά και για την παιδική βία και επιθετικότητα ειδικότερα, δεδομένου ότι στην μορφή του, αυτός ο ναρκισσισμός είναι κατά βάση εφηβοκεντρικός.
-O ναρκισσισμός είναι χαρακτηριστικό των εφήβων;

Όχι μόνο των εφήβων. Στην εποχή μας υπάρχει μία λαγνεία γύρω από την νεότητα, που κρύβει έναν ασύλληπτο τρόμο μπροστά στην αρνητικότητα. Που σημαίνει τη φθορά του σώματος, όσα φέρνει ο χρόνος, τους αναγκαίους αποχαιρετισμούς κάποιων ονείρων, που δεν πραγματοποιήθηκαν όχι απαραίτητα επειδή ήταν λάθος, Στην εφηβεία, όλα αυτά είναι κάπως μακριά. Οι έφηβοι όπως μεγαλώνουν σήμερα, δεν καλούνται να γνωρίσουν την αλήθεια των ανθρώπων και των πραγμάτων, αλλά να ζουν μέσα σε μια φαντασία που γίνεται η πρότυπη φαντασία για όλους τους υπόλοιπους. Αυτή η άρνηση του χρόνου και του περάσματος από την ανεύθυνη απόλαυση της εφηβείας, στην υπεύθυνη διεκδίκηση των απολαύσεων και νοημάτων της ενήλικης ζωής, δεν υποστηρίζεται από την κουλτούρα. Αυτή η νεοκεντρικότητα και εφηβοκεντρικότητα, χώνει όλο και πιο βαθιά τους εφήβους, στην αυταπάτη ότι είναι κάτι το μοναδικό, σπουδαίο και ανεπανάληπτο.. Έτσι κάνουν λάθος δύο φορές. Μία ως έφηβοι και μία ως ενήλικες.
-Ο καταναλωτισμός με ποιο τρόπο επιδρά;
Το βίωμα του ναρκισσισμού γίνεται ακόμη πιο βίαιο ακριβώς επειδή η κύρια μορφή εκδήλωσής του είναι καταναλωτική. Δηλαδή να συσσωρεύεις εντυπώσεις, πράγματα και πληροφορίες. Η πεμπτουσία της ζωής σήμερα είναι να συσσωρεύεις. Υπάρχει μια βιαιότητα στη διεκδίκηση πραγμάτων και προνομιακών θέσεων για πρόσβαση σε εντυπώσεις και πληροφορίες. Κοιτάξτε όλη τη μανία που υπάρχει στο να είσαι ‘in”. . Λες και το ζητούμενο είναι να είσαι “in” και όχι να είσαι ο εαυτός σου! Που αυτό είναι το ουσιώδες. Όλο αυτό φέρνει μια βιαιότητα απέναντι στον εαυτό μας, που τον κακοποιούμε προκειμένου να είμαστε κάπως και επίσης ο καθένας ζει με τη διαρκή αγωνία ότι ο άλλος θα φάει αυτό που θέλεις να φας εσύ. Αυτοί είναι αρχέγονοι τρόμοι. Επομένως ο καταναλωτισμός που στηρίζεται στη φαντασίωση ότι «ο άλλος τρώει» και «ο άλλος θα με φάει» σε κάνει και σένα λύκο για να φας τον άλλον. Αυτά είναι βαθύτεροι λόγοι που οδηγούν όλους τους ανθρώπους στη βία και την επιθετικότητα και περισσότερο τους εφήβους για τους λόγους που ανάφερα.
-Ο καταναλωτικός ναρκισσισμός είναι ο μοναδικός λόγος για τη βίαιη συμπεριφορά των νέων;
Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας που εγώ τον χαρακτηρίζω «ψυχική ορφάνια» Το ότι η γενιά των μεγάλων έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό την τέχνη του να είναι γονείς. Αυτό δημιουργεί παιδιά που στην ουσία είναι ψυχικά ορφανά. Αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό στη Δύση. Στην Ιαπωνία για παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι είναι μια εξαιρετικά προχωρημένη καπιταλιστική κοινωνία, με εξαιρετικά καταναλωτική συνείδηση, έχουν γίνει πολιτισμικές επιλογές τέτοιου είδους που δεν έχει υπάρξει αυτό το χάσμα των γενεών. Υπάρχει μια συνέχεια στις γενεές. Αντίθετα στη Δύση τα παιδιά μεγαλώνουν έχοντας μεν υλικούς, θεσμικούς γονείς, αλλά δεν έχουν τροφή για την ψυχή τους. Και πάνω από όλα δεν έχουν αγάπη και κανόνες. Αυτά που κάθε γονιός οφείλει να δώσει στο παιδί του.
–Οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι η αγάπη δεν συμβαδίζει με τους κανόνες. Πως το σχολιάζετε;
Το παιδί δεν μπορείς να το αγαπάς με τον ίδιο τρόπο που αγαπάς τον γείτονα ή τον σύντροφό σου. Το παιδί χρειάζεται μια έντεχνη αγάπη. Η αγάπη που χρειάζεται το παιδί είναι μια τέχνη με τρία συστατικά: Παρουσία, Αποδοχή και Άφοβη Καθοδήγηση του παιδιού. .Αν ο γονιός δεν καθοδηγήσει το παιδί του χωρίς να φοβάται, το παιδί θα μάθει την αλήθεια της ζωής από κακούς δασκάλους και σπάζοντας και τα μούτρα του και επίσης θα αισθάνεται ένα πλάσμα ριγμένο στον κόσμο, σαν ορφανό.
-Έχουν ηθική τα παιδιά;

Το παιδί δεν γεννιέται με την αίσθηση της ευθύνης αλλά πολύ γρήγορα μπορεί να την αποκτήσει, γιατί το παιδί είναι εξοπλισμένο να γίνει ένα αυτόνομο πλάσμα, ένα πλάσμα που επιθυμεί για λογαριασμό του, αλλά και ένα πλάσμα που είναι εν δυνάμει ηθικό. Δηλαδή μπορεί να διδαχτεί μια ηθική στάση απέναντι στους άλλους ανθρώπους. Αυτό σημαίνει να νοιώθει και τον άλλον άνθρωπο, να τον λογαριάζει και το δεύτερο να παίζει με κανόνες. Όχι μόνο μηχανικά και από φόβο, αλλά και επειδή αισθάνεσαι από μέσα σου ότι αυτό είναι το σωστό. Αυτό πρέπει να καλλιεργηθεί. Αν ένα παιδί μεγαλώσει με την ψευδαίσθηση ότι οι άλλοι δεν έχουν αξία και ότι δεν πρέπει να παίζεις με κανόνες, θα επωφεληθεί από αυτό, προς μεγάλη ζημιά δική του αλλά και των άλλων, γιατί καλλιεργείται ένας νάρκισσος, που θα κάνει κακό στους άλλους και στον εαυτό του. ένα παιδί μπορεί να ευχαριστηθεί το παιχνίδι του παίζοντας με κανόνες και λαβαίνοντας υπόψη ότι και οι άλλοι περνούν καλά. Δηλαδή πρέπει να του μάθουμε ότι «Δεν παίζεις μόνο εσύ, υπάρχουν κι άλλοι» διαφορετικά το παιδί θα μείνει να παίζει μοναχό του.
-Η ελληνική οικογένεια αντιστέκεται στη διάλυση;
Η ελληνική κοινωνία είναι πολύ παράξενη ιστορία από αρχαιοτάτων χρόνων. Βασίζεται στην ιδέα ότι υπάρχουν «οι δικοί μου « και «οι άλλοι». Για τους δικούς μου γίνομαι θυσία και υπάρχω μέσα από τα μάτια τους. Οι άλλοι είναι αντικείμενα χειρισμών. Αυτή είναι η θεμελιώδης δομή της ελληνικής κοινωνίας και νοοτροπίας από αρχαιοτάτων χρόνων. Αυτό το βλέπουμε και στην πολιτική ζωή με μορφή καρικατούρας. Για τους δικούς μας όλες οι μηχανές και οι διευθετήσεις επιτρέπονται και μάλιστα χωρίς κανένα ηθικό ενδοιασμό. Λένε «είναι ο δικός μας άνθρωπος»! και το περίφημο επιχείρημα «οι άλλοι δεν κλέβανε»; Η ελληνική οικογένεια έχει ισχυρότατα ερείσματα και κοινωνιολογικά και ψυχικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει υποστεί αβαρίες. Το να λειτουργείς μέσα από το πρίσμα του «Εμείς» έχει υπέρ, ότι ποτέ δεν νοιώθεις πως θα βρεθείς στο πουθενά, έχει και κατά, ότι δεν είσαι ποτέ μόνο «Εγώ» Είσαι «Εγω-μεις»!
-Η προσφυγή σε ψυχολόγο μπορεί να βοηθήσει το παιδί;
Η δική μου εμπειρία με έχει διδάξει ότι 9 φορές στις 10 δεν χρειάζεται παρέμβαση ειδικού. Ιδίως αν το πρόβλημα εμφανίζεται σε επίπεδο παιδιού. Δηλαδή το 1 στα 10 παιδιά μπορεί να παρουσιάζει πραγματικό πρόβλημα που χρήζει παρέμβασης ειδικού. Τα υπόλοιπα είναι θέμα ανατροφής και παιδαγωγικής του παιδιού. Συνεπώς ο ψυχολόγος είναι απαραίτηττος μία φορές στις δέκα. Επιπλέον, ο ψυχολόγος αν είναι έντιμος και επαρκής στη δουλειά του, θα καθοδηγήσει κυρίως τους γονείς , πώς να σταθούν στο παιδί τους , όχι μέσα από θεραπεία, αλλά μέσα από παιδαγωγική. Και κυρίως να τους βοηθήσει να κατανοήσουν, να μην έχουν την αυταπάτη ότι αυτοί είναι εντάξει και ότι το παιδί έχει πρόβλημα. Αυτό συμβαίνει σπάνια. Το παιδί κατά κανόνα εκδηλώνει μεγεθυσμένο το πρόβλημα του γονεϊκού ζευγαριού. Ένας έντιμος και επαρκής επαγγελματίας σε αυτή τη συχνότητα θα κατευθύνει τους γονείς. Γενικά είμαι αντίθετος με τη ψυχολογιοποίηση της παιδικής ηλικίας και σε επίπεδο κουλτούρας, το θεωρώ σχεδόν ανήθικο. Δεν είναι καθόλου σωστό να μετατρέπει κανείς τα προβλήματα της ανθρώπινης σχέσης σε ψυχολογικό πρόβλημα. Αυτό αποδιοργανώνει και τον πολιτισμό και την κουλτούρα και τη κοινωνία.
-Η οικονομική κρίση και τα κοινωνικά προβλήματα αυξάνουν την επιθετικότητα των παιδιών όταν γίνονται έφηβοι;
Πιστεύω ότι αυτά είναι παραπλανητικές αλήθειες. Οικονομικές κρίσεις έχει ζήσει ο καπιταλιστικός κόσμος αλλεπάλληλες ανά δεκαετία, δεκαπενταετία με τρόπο πολύ πιο δραματικό. Δεν υπήρχε αυτή νομιμοποίηση και η παραίτηση μπροστά στην εκδήλωση της έλλειψης πολιτισμού, σεβασμού και στην επιθετικότητα των εφήβων. Ούτε καν οι έφηβοι γινόντουσαν αυτομάτως θηρία. Αυτό συμβαίνει τώρα επειδή δεν έχουν κάπου να στραφούν, ώστε να αισθανθούν ότι υπάρχει μια θέση στον ήλιο και γι αυτούς Η ψυχική ορφάνια διευρύνεται σε επίπεδο πολιτισμού και κοινωνίας και αυτό είναι που τους εξαγριώνει. Δεν είναι η κρίση. Η επιθετικότητα οφείλεται σε άλλους λόγους εντελώς άσχετους με την κρίση. Απλώς η κρίση δίνει πιο εύκολες αφορμές και νομιμοποιεί την παραίτηση των μεγάλων από την καθοδήγηση των παιδιών. Καταλαβαίνω πως όταν οι υλικές περιστάσεις της ζωής στριμώχνουν, τότε πιέζεσαι και ψυχολογικά. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι νομιμοποιούμαστε να κλέψουμε. Μπορούμε να ζήσουμε και με λιγότερα. Έχω υπόψη μου περίπτωση γονιού που έκανε απόπειρα αυτοκτονίας επειδή δεν μπορούσε να πάρει καινούργια τηλεόραση, αν δουν με το παιδί το Μουντιάλ, που του το είχε τάξει.!…

Ο Νίκος Σιδέρης, ψυχίατρος, ψυχαναλυτής, ποιητής και πεζογράφος είναι μια πολύπλευρη προσωπικότητα και από τους ελάχιστους Έλληνες συγγραφείς που έχουν φέρει βιβλία ψυχολογίας στις θέσεις των best sellers.
Συνέντευξη στην Ελπίδα Πασαμιχάλη
Πηγή: bookbar
Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Οκτωβρίου 2016

H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε…

Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή:

περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας.

Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε.

Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή…

Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί… Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης».

Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά.. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες.

Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση..

Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μας βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους»

Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.

Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.

Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους..

Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε.. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα… μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία. Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας.

Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα.. Χάσαμε χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν.

Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;

Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!

Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ.

Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας : ) : D : R

Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε.

Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»… συγχαρητήρια! Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί…

 

Από fanpage.gr

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Οκτωβρίου 2016

Προφανώς θα σκέφτεστε πως μια πόλη χωρίς χρήμα, θρησκεία και πολιτικό

σύστημα, θα μπορούσε να υπάρξει μόνο στα αρχαία χρόνια. Παρόλα αυτά, μια

τέτοια πόλη υπάρχει και λειτουργεί στις μέρες μας, στα πλαίσια της

αναζήτησης μιας εναλλακτικής λύσης προς κάτι καλύτερο για τον άνθρωπο. Η

πόλη, γνωστή ως «Auroville», αναγνωρίστηκε ως διεθνής οντότητα λίγο μετά

την ίδρυσή της το 1968. Βρίσκεται στη Νότια Ινδία, 150 χιλιόμετρα από τη

μεγαλούπολη Τσενάι. Οι κάτοικοι της «Auroville» προέρχονται από 50

διαφορετικές χώρες και κουλτούρες και δεν λειτουργούν σύμφωνα με πολιτικά

μορφώματα, θρησκευτικές οργανώσεις και χρηματο-οικονομικά συστήματα. Τα

κτίρια της πόλης εμπνέουν θαυμασμό, αφού όλα είναι κατασκευασμένα σύμφωνα

με πειραματικές αρχιτεκτονικές τεχνικές ώστε να λειτουργούν εκμεταλλευόμενα

πλήρως τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η Mirra Alfassa, ή όπως είναι

γνωστή η «Μητέρα», ίδρυσε την πόλη με την ιδέα του να υπάρχει τουλάχιστον

ένα μέρος σε αυτόν τον κόσμο όπου κανένας άνθρωπος να μην μπορεί να

ισχυριστεί ότι είναι δικό του. «Θα πρέπει να υπάρξει ένα μέρος όπου κανένα

κράτος να μην μπορεί να αξιώνει πως είναι δικό του. Όπου όλοι οι άνθρωποι

θα έχουν μια ειλικρινή φιλοδοξία να ζήσουν ελεύθεροι ως πολίτες του κόσμου,

υπακούοντας μόνο μία αρχή: Την υπέρτατη αλήθεια! Ένα μέρος όπου θα

επικρατεί ειρήνη, ομόνοια και αρμονία, όπου όλα τα άγρια ένστικτα του

ανθρώπου θα χρησιμοποιούνται για να παλέψει τις αιτίες των δεινών και της

μιζέριας του, για να ξεπεράσει την αδυναμία και την άγνοιά του και για να

θριαμβεύσει απέναντι στους περιορισμούς και τις δυσλειτουργίες του. Ένα

μέρος όπου η ανάγκη για πνευματικότητα θα υπερισχύει της ικανοποίησης των

επιθυμιών, των παθών και της αναζήτησης για κέρδος.»Η «Auroville» εργάζεται

καθημερινά για να γίνει το φωτεινό παράδειγμα και για άλλες πόλεις που

αναζητούν μια πιο αυτόνομη, και ταυτόχρονα βιώσιμη, λύση. Προς το παρόν η

πόλη λειτουργεί με ένα αγροτικό σύστημα πολυ-καλλιεργειών που συνδυάζει

δέντρα με φρούτα, χωράφια με σιτάρι και οπωροκηπευτικά δέντρα σε μια έκταση

160 εκταρίων που χωρίζεται σε 15 φάρμες. Τα γαλακτομικά προϊόντα παράγονται

επίσης στην πόλη και τα φρούτα είναι πάντα εντός εποχής. Η μοναδική αυτή

πόλη, προστατεύεται από την UNESCO η οποία πιέζει τις καταστάσεις ώστε το

παράδειγμα της «Auroville» να μεταδοθεί σε όλον τον κόσμο, κι έτσι να πάρει

η πλειονότητα των ανθρώπων μια γεύση για το πώς μπορεί να είναι η ζωή για

τις μελλοντικές γενιές.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Οκτωβρίου 2016

Κάθε άνθρωπος ακολουθεί ένα δρόμο.

Είναι το καλύτερο λοιπόν να έχεις πάντα στο μυαλό σου πως ένας δρόμος είναι ένας δρόμος, τίποτε παραπάνω.
Αν αισθάνεσαι πως δεν πρέπει να τον ακολουθήσεις, δεν πρέπει να μείνεις σ’ αυτόν ότι κι αν συμβεί.
Για να έχεις όμως μια τέτοια διαύγεια πρέπει να ζεις πειθαρχημένη ζωή.

Μόνο τότε θα καταλάβεις πως ένας δρόμος δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένας δρόμος και πως δεν προσβάλλεις ούτε τον εαυτό σου ούτε κανέναν άλλο αν τον παρατήσεις εφόσον αυτό σου λέει να κάνεις η καρδιά σου.

Αλλά η απόφαση σου, ν’ ακολουθήσεις ή να παρατήσεις αυτό το δρόμο δεν πρέπει να βασίζεται στον φόβο ή στη φιλοδοξία.Σε προειδοποιώ.

Εξέταζε το κάθε μονοπάτι με προσοχή και περίσκεψη.
Δοκίμασε το όσες φορές νομίζεις πως χρειάζεται.
Κι έπειτα κάνε στον εαυτό σου και μόνο στον εαυτό σου μια ερώτηση.
Είναι μια ερώτηση που μόνο ένας γέρος άνθρωπος μπορεί να κάνει…

Έχει αυτό το μονοπάτι καρδιά;

Όλα τα μονοπάτια είναι ίδια. Δεν οδηγούν πουθενά.
Υπάρχουν μονοπάτια που περνάνε μέσα απ’ τους θάμνους ή που οδηγούν μέσα στους θάμνους. Στη ζωή μου μπορώ να πω πως έχω διασχίσει μεγάλους, πολύ μεγάλους δρόμους αλλά δε βρίσκομαι πουθενά.
Έχει αυτό το μονοπάτι καρδιά;
Αν έχει, το μονοπάτι είναι καλό.
Αν όχι είναι άχρηστο.

Και οι δύο δρόμοι δεν οδηγούν πουθενά,
αλλά ο ένας έχει καρδιά, ο άλλος όχι.
Ο ένας είναι φτιαγμένος για χαρούμενο ταξίδι.
Όσο καιρό τον ακολουθείς γίνεσαι ένα μαζί του.
Ο άλλος θα σε κάνει να βλαστημήσεις τη ζωή σου.
Ο ένας σε κάνει δυνατό, ο άλλος σου αφαιρεί τη δύναμη.

Carlos Castaneda – Η διδασκαλία του Δον Χουάν

Κυριακή Ψαρρού στις 9 Οκτωβρίου 2016

Στίχοι – Μουσική: Κωστής Μαραβέγιας

Θέλω την αγάπη σου για καύσιμο
Να δραπετεύω από τις άγουρες τις μέρες
Θέλω την αγάπη σου ορόσημο
Να τη φοράω τις μουντές Δευτέρες

Θέλω να με ρίχνεις μες στα κύματα
Όταν η καρδιά μου στεγνώνει από σκέψεις
Θέλω να μου λες πάντα πως μ’ αγαπάς
Και να μπορείς και να μ’ αντέξεις

Αγάπα με όσο μπορείς, να παίρνω δύναμη
Να σ’ αγαπώ κι εγώ να παίρνω θάρρος
Κι όταν σαλπάρω στ’ ανοιχτά, όταν τα βράχια είναι κοντά
Εσύ φως μου, εσύ φως μου να ‘σαι ο φάρος

Θέλω την αγάπη σου σαν θάλασσα
Που αγκαλιάζει καλοτάξιδα καράβια
Θέλω την αγάπη σου σαν άνεμος
Στου Αιγαίου τα φεγγάρια

Θέλω την αγάπη σου για καύσιμο
Να εκτοξευθώ ψυχή μου ως το άπειρο
Να σκίσω αιθέρες και στρατόσφαιρα
Να γίνω ήλιος και άστρο διάπυρο

stixos.eu

 

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Οκτωβρίου 2016

Πολλά λέγονται και ακόμα περισσότερα γράφονται κατά καιρούς για τη λεγόμενη «Generation Z». Ποια είναι η γενιά αυτή; Είναι τα παιδιά που έχουν γεννηθεί από το 1995 έως το 2000. Τι χαρακτηριστικά έχουν; Αποτελούν τη γενιά που έμαθε πρώτα  να “σερφάρει” στο διαδίκτυο και μετά  να διαβάζει και γράφει. Και γιατί η συγκεκριμένη γενιά παρουσιάζει επιστημονικό και κοινωνικό ενδιαφέρον; Πρώτον, για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές. Και, δεύτερον, για τους κινδύνους που εγκυμονεί η κοινωνική απομόνωση των παιδιών αυτών, μέσω της διαρκούς ενασχόλησής τους με μια εικονική πραγματικότητα.

Για τους μεγαλύτερους είναι εξαιρετικά δυσνόητη η  κοινωνική συμπεριφορά των «GENZ» και συχνά παρατηρούνται προστριβές μεταξύ τους. Και όχι άδικα. Διότι αυτά  τα παιδιά χτίζουν την προσωπικότητα τους πάνω σε διαφορετικές και ξένες ,προς τους μεγαλύτερους, βάσεις. Δημιουργούν τις πρώτες τους φιλίες μέσω των smartphones, ανταλλάζουν στιγμές της προσωπικής τους ζωής με τους διαδικτυακούς τους φίλους και  η δημοτικότητα τους ανεβαίνει ή πέφτει ανάλογα με την κινητικότητα που παρατηρείται στο προφίλ που διατηρούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ένα κορίτσι 14 ετών για παράδειγμα, κάτοχος smartphone  με προφίλ στο instagram  ζει αποκλειστικά στον μικρόκοσμο του κινητού της τηλεφώνου. Και πώς να μη συμβαίνει αυτό όταν  ή κοινωνική ζωή της λειτουργεί παράλληλα με τη διαχείριση του ηλεκτρονικού προφίλ της; Μια επιθυμητή αύξηση στους followers θα καθορίσει τη δημοφιλία της ανάμεσα στους συμμαθητές της, ενώ μια αναπάντεχη μείωση στα likes της επόμενης φωτογραφίας θα αποτελέσει ενδεχομένως φθορά στην δημόσια εικόνα της.

Το ίδιο θα συμβεί και σε ένα αγόρι της ίδιας ηλικίας με τα ίδια χαρακτηριστικά. Σε όλους του τομείς  της κοινωνικής του ζωής τον ακολουθεί το κινητό του τηλέφωνο με όλες τις «έξυπνες  εφαρμογές» του. Στην ψυχαγωγία, στον αθλητισμό, ακόμα και στο σχολικό περιβάλλον ένας έφηβος  μέσω του δικού του smartphone καθορίζει το «ύψος» του  με τη συμμετοχή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η αποδοχή ή μη του προφίλ του στα διάφορα  social media σε όλους τους παραπάνω τομείς θα αποτελέσει την ταυτότητα του στην πραγματική (;) του ζωή.

Ποιες είναι οι επιπτώσεις όμως αυτής της κοινωνικής συμπεριφοράς; Έρευνες δείχνουν ότι η υπερβολική έκθεση των εφήβων στις οθόνες είτε των κινητών τηλεφώνων είτε του ηλεκτρονικού υπολογιστή επηρεάζουν το νευρικό σύστημα και την ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τα παιδιά που μένουν κολλημένα με τις ώρες  στο κινητό τους τηλέφωνο παρουσιάζουν μειωμένες κοινωνικές δεξιότητες με άμεσο αντίκτυπο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, στη δημιουργία αληθινών ανθρώπινων σχέσεων και στην καλλιέργεια της πνευματικής τους κουλτούρας.

Είναι λοιπόν ζοφερό το μέλλον για την Generation Z; Ασφαλώς και όχι. Άλλωστε δεν είναι αυτός ο σκοπός του άρθρου. Το αντίθετο μάλιστα! Παρουσιάζονται πολλές ευκαιρίες για την αναδιοργάνωση της αγοράς εργασίας, την οποία θα κληθούν οι GENZ  να υπηρετήσουν. Για παράδειγμα, ένας διαφημιστής θα πρέπει να κατανοήσει την εξής παράμετρο: Ότι οι GENZ δεν παρακολουθούν  τα παλιά κανάλια επικοινωνίας (τηλεόραση), αλλά τις νέες μορφές διαδραστικής ενημέρωσης (YouTube)…

Και όλα αυτά συμβαίνουν μακριά από την παραδοσιακή ζεστασιά του οικογενειακού τους περιβάλλοντος! Στον θαυμαστό κόσμο του νέου τους  smartphone

Από as-milisoume

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Οκτωβρίου 2016
 
Υπάρχει μια αλήθεια πίσω από κάθε στιγμή που ραγίζει η καρδιά σου.
 
Μια αλήθεια που όσο κι αν προσπαθήσεις να αποφύγεις, θα χρειαστεί να την αντιμετωπίσεις.

Θα έρθεις σε μετωπική μαζί της και δεν θα γλυτώσεις.

Όλοι θα σου μιλήσουν για το χρόνο που θα επουλώσει τις πληγές σου.

Για το χρόνο σα γιατρό. Για το χρόνο που θα σε κάνει να το ξεπεράσεις.

Η αλήθεια όμως είναι πως το σημάδι που σου αφήνει το τραύμα σου, μπορεί να επουλώνεται, όμως ο πόνος που έχεις νιώσει από το τραύμα, σε αλλάζει ολοκληρωτικά, απόλυτα και δεν υπάρχει επιστροφή σε αυτό που ήσουν κάποτε.

Μετά το τραύμα, μετά τη στιγμή του πόνου, δεν είσαι ποτέ πια ίδιος.

Κι αυτό, είναι αναμφισβήτητο.

Μέσα από τις μέρες που θα μεσολαβήσουν μέχρι να ξαναπατήσεις γερά στα πόδια σου, θα ανακαλύψεις μέσα σου πράγματα που δεν ήξερες για τον εαυτό σου, πράγματα που μπορεί να είχες ξεχάσει.

Θα ανακαλύψεις την δύναμή σου αλλά και τις αδυναμίες σου.

Θα ξεκαθαρίσεις τα θέλω σου και τι είσαι διατεθειμένος να θυσιάσεις για να τα ζήσεις.

Πάνω από όλα, θα επιλέξεις τους ανθρώπους που θα θελήσεις να πορευτούν μαζί σου όταν πια κι εσύ θα ξαναπατήσεις στα πόδια σου.

Στην παλιά σου ζωή, δεν θα ξαναγυρίσεις ποτέ.

Μπορεί να κρατήσεις κάποιες συνήθειες, αλλά ολόιδιο δεν θα είναι ποτέ τίποτα.

Κι αυτό, γιατί θα έχεις αλλάξει εσύ.

Και δεν είναι κακό να αλλάζεις.

Ο πόνος, είναι ευεργετικός γιατί σε ξανά-συστήνει με τον ίδιο σου τον εαυτό.

Κι όταν η έντασή του περάσει, όταν πια δεν χαρακώνει αλλά γρατζουνάει γλυκά.. τότε θα μπορείς να σε ξανακοιτάξεις στον καθρέφτη της ψυχής σου και να αρχίσεις να ζεις από την αρχή.

Μια καινούρια ζωή, με όλα τα παλιά της σημάδια κι ένα ακόμα.. το καινούριο.

Μόνο που τώρα πια θα ξέρεις, πως έχει σκληρύνει η ψυχή σου, λίγο ακόμα.. γιατί κάθε κομμάτι της που πονά, πετρώνει.

Της Σοφίας Παπαηλιάδου

από newsitamea

Κυριακή Ψαρρού στις 5 Οκτωβρίου 2016

youtu.be/nB0BU9paBao

Κατευθείαν στην καρδιά!

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Οκτωβρίου 2016

OKTΩΒΡΗΣ Στίχοι:  Ορφέας Περίδης

Μουσική:  Ορφέας Περίδης

 

Το μικρό καλοκαιράκι το παντοτινό

θέλει θάρρος, θέλει μάχη, φίλο αδελφό

θέλει πάθος, θέλει αγωνία, κόντρα στον καιρό

θέλει να κρατάς γενναία και ψυχή θεριό

Να `σαι φίλος του εαυτού σου, να τον αγαπάς

να `χεις στην καρδιά σου ήλιο κι έξω ο χιονιάς

ξαφνικές κακοκαιρίες και καλοκαιριές

να `σαι ο έρωτας σε νύχτες μελαγχολικές

Το μικρό καλοκαιράκι θα `ναι πάντα εκεί

πέρα απ’ την ομίχλη, θα `ναι πίσω απ’ την βροχή

 

Οκτώβρης – Π.Αστεριάδη

Στίχοι:  Λευτέρης Παπαδόπουλος

Μουσική:  Βασίλης Κουμπής

 

Η πόλη γέμισε φουγάρα

η μέρα βάφτηκε σταχτιά

μες στον καπνό και την αντάρα

πού νά `βρω μια ζεστή ματιά

Σε ψάχνω στα παλιά γιοφύρια

στους δρόμους της απαντοχής

στα διαλυμένα πανηγύρια

κάτω απ’ τα τόξα της βροχής.

Μια φυσαρμόνικα που κλαίει

δρόμοι και δένδρα σιωπηλά

και λέει η καρδιά και ξαναλέει

ποιος τάχα σου χαμογελά.

 

Ο Οκτώβρης σημαία στα μπαλκόνια

Μουσική : Παντελής Θαλασσινός

Στίχοι : Ηλίας Κατσούλης

Πρώτη εκτέλεση: Παντελής Θαλασσινός

 

“Τον ξέρω για ευαίσθητο και για παραπονιάρη

τον πάω στην Ακρόπολη, μετά στο Λουμπαρδιάρη”

Με γιασεμάκι χιώτικο, λευκό χρυσανθεμάκι

Οκτώβρης ήρθε κι άνοιξε του κήπου το πορτάκι

τα μάτια είχε χαμηλά, σεμνά και λυπημένα

και κάτω από τα βλέφαρα δυο σύννεφα κρυμμένα.

Τον ξέρω για ευαίσθητο και για παραπονιάρη

τον πάω στην Ακρόπολη, μετά’στο Λουμπαρδιάρη.

Του Αϊ Δημήτρη ανήμερα εχάρηκε η ψυχή του

έτσι που ήλιος έγινε στα μάτια η βροχή του

Την άλλη μέρα το πρωί, θυμάται το `40

τη σχολική παρέλαση, τη μεθυσμένη μπάντα

τα γυριστά σαξόφωνα και τα χρυσά τρομπόνια

κι αυτός σημαία υψώθηκε στης πόλης τα μπαλκόνια

Τον ξέρω για ευαίσθητο και για παραπονιάρη

τον πάω στην Ακρόπολη, μετά στο Λουμπαρδιάρη.

Του Αϊ Δημήτρη ανήμερα εχάρηκε η ψυχή του

έτσι που ήλιος έγινε στα μάτια η βροχή του

 

October – U2

 

October

And the trees are stripped bare

Of all they wear

What do I care

October

And kingdoms rise

And kingdoms fall

But you go on

And on

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΟ ΕΥΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ κι από τους πιο υψηλούς πόθους του ανθρώπου. Η παιδεία είναι ο κυβερνήτης του βίου. Κι επειδή οι αρχές αυτές είναι αληθινές, πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία, εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του και μια κακή παιδεία, εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος». «ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΟΥΜΕ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική, θα έλεγα, τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας, ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή». «ΑΝ Η ΓΛΩΣΣΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕ ΑΠΛΩΣ ΕΝΑ ΜΕΣΟΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση». «ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΜΕ με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος, ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η Ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση, και δη στους καιρούς τους dürftiger, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας». [Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Σεπτεμβρίου 2016

Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…» «Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο» «Πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω -γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου- δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..» «Ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Αυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει» «Μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί… Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.» «Αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.» «Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει «Σταμάτησε. Σταμάτησε». Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….» «Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.» «Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.» «Κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως, αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο» «Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει “Θεέ μου πόσο την αγαπώ” κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου» «Μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…» «Είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις» «Μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.» «Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..» «Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή -ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου- είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα» «Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα -ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη- θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν… φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.» «Όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….» «Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…» «Αν είχα χρήματα, λες. Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα. Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…» «…Χτες πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα από τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄ είχε πάρει ο ύπνος.» «…Ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;» «…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ’ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…» «Σε συλλογίζομαι. Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις. Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι. Κάποτε βαριά….» «Αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία» «Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν» «Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;» «Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω, δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;» «Θα ήθελα τρεις μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…» «Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ» «Ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…» «Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα -κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Σεπτεμβρίου 2016

Τα χαρακτηριστικά του χειριστικού γονιού και της χειριστικής σχέσης

 

Χειριστικός μπορεί να θεωρηθεί ένας άνθρωπος, ο οποίος ξέρει πολύ καλά να οδηγεί έτσι τις καταστάσεις, ώστε να επωφεληθεί ο ίδιος.

Όταν το χαρακτηριστικό αυτό αποδίδεται σε ένα γονέα είναι αρκετά οξύμωρο, καθώς ο γονικός ρόλος προϋποθέτει την υπέρβαση του εαυτού και της ατομικότητας. Πώς λοιπόν γίνεται ένας γονιός να είναι χειριστικός; Να χειρίζεται καταστάσεις που αφορούν το παιδί του – ανήλικο ή ενήλικο –προς δικός του όφελος;

 

Όλα ξεκινούν όταν στη βάση της σχέσης υπάρχει η θυσία. Ένας άνθρωπος, ο οποίος θεωρεί ότι θυσιάζει στοιχεία του εαυτού του ή της ζωής του, κάποια στιγμή θα το ζητήσει πίσω. Στην περίπτωση λοιπόν ενός χειριστικού γονιού, υπάρχει η αίσθηση του «χρέους» ή της «υποχρέωσης» ή της «οφειλής» από το παιδί προς το γονιό, στο όνομα της θυσίας που ταυτίζεται με την αγάπη. Ως αποτέλεσμα, το παιδί οφείλει στο γονιό του να ζήσει μια ζωή όπως ο γονιός τη φαντάζεται για το ίδιο. Οποιαδήποτε απόκλιση από αυτό το σενάριο θα καταγραφεί ως αχαριστία, ως λάθος, ως αδιαφορία.

Αυτό συμβαίνει, όταν οι γονείς βιώνουν απουσία χαράς από το γάμος τους. Έτσι, ασυνείδητα ζητούν από τα παιδιά τους να τους φροντίσουν συναισθηματικά και να έχουν για πάντα κυρίαρχο ρόλο στη ζωή τους: με το να φροντίζουν το εγγόνι όχι ως παππούδες αλλά ως γονείς, να έχουν λόγο στο γάμο τους παιδιού τους, να εμπλέκονται στη δουλειά, τις επιλογές, τις αποφάσεις του. Κι αν το παιδί δυσανασχετήσει, ο γονιός θυμώνει παιδιάστικα, δίνει διπλά μηνύματα «εσύ να είσαι καλά και άσε με εμένα» και φέρεται σαν να νοιώθει προδομένος και εγκαταλελειμμένος.

 

Τι κακό μπορεί να κάνει ένας χειριστικός γονιός στο παιδί του;

 

Για να μπορέσει να υπάρξει μια τέτοιου είδους σχέσης που ζητάει ο γονιός αυτός, σημαίνει ότι το παιδί δεν έχει αυτονομηθεί. Και αυτό είναι το τίμημα που πληρώνει το παιδί ως ενήλικας: δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του και αναρωτιέται συνεχώς για τα λάθος επιλογές που κάνει.

Ένας γονιός που ζητά φροντίδα από το παιδί του και θέλει να έχει ενεργό ρόλο στην ενήλικη πια ζωή του, στην πραγματικότητα του ζητά να μην μπορέσει να αυτονομηθεί, να διαφοροποιηθεί, να ενηλικιωθεί, να ζήσει με ευθύνη ζωής. Κι ενώ το παιδί – ενήλικας θα καταγραφεί ως ανεπαρκής, στην πραγματικότητα η ανεπάρκεια του γονιού είναι που δεν επιτρέπει στο παιδί να ωριμάσει.

Η κατάσταση αυτή δεν γίνεται αμέσως αντιληπτή, καθώς το κύριο χαρακτηριστικό ενός χειριστικό γονιού είναι η συνεχής παροχή και η φροντίδα με τη μορφή εξυπηρέτησης. Και αυτό ακριβώς είναι που δημιουργεί τύψεις στο παιδί – ενήλικα. «πώς γίνεται να δυσανασχετώ και να θυμώνω με τον άνθρωπο που μου προσφέρει τόσα;» Η παγίδα είναι πως αυτή η εξυπηρέτηση βολεύει και το παιδί – ενήλικας στερεί τον εαυτό του από το παράγει άλλες λύσεις και προτιμά την έτοιμη παροχή.,

Www.healingefect.gr

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Σεπτεμβρίου 2016

«Περπατώ και νυχτώνει.

Αποφασίζω και νυχτώνει.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.

 

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.

Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.

Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,

πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.

Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων

μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.

 

Πέρασα μέρες με βροχή,

εντάθηκα πίσω απ΄αυτό

το συρματόπλεγμα το υδάτινο

υπομονετικά κι απαρατήρητα,

όπως ο πόνος των δέντρων

όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει

κι όπως ο φόβος των γενναίων.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

 

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια

και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν

σε αθέατα αίτια χαράς.

Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.

Τα τεντωμένα τόξα τους

βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.

Είδα πολλά και ωραία όνειρα

και είδα να ξεχνιέμαι.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

 

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,

τα δικά μου και των άλλων,

κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους

να περάσει ο πλατύς χρόνος.

Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.

Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα

και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.

Έλαβα κάρτες σύντομες:

εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα

και κάτι χαιρετίσματα

από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

 

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,

στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.

Και πολύ στις αλυσίδες.

Έμαθα να διαβάζω χέρια

και να χάνω χέρια.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

 

Ταξίδεψα μάλιστα.

Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από΄κει…

Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.

Έχασα κι από΄δω, έχασα κι από΄κει.

Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα

κι απ’ την απροσεξία μου.

Πήγα και στη θάλασσα.

Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.

Φοβήθηκα τη μοναξιά

και φαντάστηκα ανθρώπους.

Τους είδα να πέφτουν

απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,

που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα

κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.

Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες

ορθόδοξης ερημίας.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

 

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.

Και δεν μου ΄λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.

Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,

σκοτεινή, με ακόνισε.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

 

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι

όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,

κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό

στα ξεροπόταμα

και παρασύρθηκα.

 

Όχι, δεν είμαι λυπημένη

Σε σωστή ώρα νυχτώνει.»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Σεπτεμβρίου 2016

Ζούμε την εποχή της παντοδυναμίας του σώματος. Το σώμα μοιάζει από μόνο του ένας Θεός, ένα τοτέμ για λατρευτικές δοξασίες αλλά και ένα ταμπού τη στιγμή που γερνάει ή όταν δεν μας αρέσει. Στις παραλίες, κάθε καλοκαίρι, φαίνεται εκκεντρικός αυτός που δεν έχει ζωγραφίσει το σώμα του. Το τατουάζ, από συνήθειο της φυλακής και του ποντοπόρου ναυτικού, έχει μετατραπεί σε στολίδι, αφήγηση, υπερβολή ή και τρόμο, ανάλογα με την ποσότητα και τις εικόνες που αυτό αναπαριστά. Αλλά και τα σκουλαρίκια, οι τρύπες στα αυτιά, στον αφαλό, στο στήθος, στη γλώσσα ή και οι συνεχείς αισθητικές επεμβάσεις, μικρές, εμφανείς ή και μεγαλύτερες, παραμορφωτικές ή ακόμη τα μικρά «ανώδυνα» bottox αναδεικνύουν την επιθυμία του υποκειμένου να επέμβει στο σώμα του, να το οικειοποιηθεί, να το αλλάξει, να το βελτιώσει και ίσως τελικά να το αγαπήσει. Τι δηλώνουν οι άνθρωποι μέσα από τις παρεμβάσεις στο σώμα τους; Τι θέλει να πει η ψυχή που δεν μπορεί να το αφηγηθεί με άλλον τρόπο και μεταθέτει στο σώμα τη μοίρα της αφήγησης; Η Ιταλίδα ψυχαναλύτρια Alessandra Lemma καταθέτει με την ψυχαναλυτική της μελέτη, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αρμός, με τίτλο «Κάτω από το δέρμα», μια πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση πάνω σε αυτά τα επίκαιρα ζητήματα. Εχοντας διατρέξει τη διεθνή βιβλιογραφία και έχοντας εστιάσει στις ελλείψεις και τις ανεπάρκειες αυτής, ανοίγει μια συζήτηση και από το δικό της κλινικό υλικό για να κατανοηθούν τα αίτια της σωματικής παρέμβασης –που είναι πολλά και διαφορετικά για τον καθένα- καθώς και για τη δυνατότητα που μπορεί να έχουν όσοι δουλεύουν ψυχικά με τέτοιους ασθενείς, προκειμένου να συνυπολογίσουν τον παράγοντα «σώμα» ως εκφραστή ενός ασυνείδητου ψυχικού νοήματος που δεν ρηματοποιείται.

Ψυχή, σώμα: αδιαχώριστα

Τι είναι το Εγώ του ανθρώπου αν όχι ένας ψυχικός χάρτης, μια προβολή της επιφάνειας του σώματος. Από την πρώτη στιγμή της γέννησης ενός ανθρώπου δύο είναι οι ενστικτώδεις κινήσεις: λήψη της τροφής και φτύσιμο ή κένωση αυτής. Κάτι μπαίνει στο σώμα του παιδιού και κάτι αυτόματα βγαίνει, καθορίζοντας αυτό που λέμε αργότερα στην ψυχική ζωή προβολή και ενδοβολή. Και κάπως έτσι χτίζεται όλη η ζωή μας. Τα πρώτα θεμέλια έβαλε ο Φρόιντ και μετέπειτα σημαντικοί συνεχιστές, όπως ο Winnicott, οι οποίοι ορίζουν ότι ο σωματικός εαυτός είναι το περιέχον και η θεμελίωση για την αίσθηση του εαυτού. Η μητέρα είναι φυσικά σε όλα αυτά παρούσα, περιέχουσα και θεμελιωτής της αίσθησης του εαυτού για το μωρό της, πριν αυτό γίνει αυτόνομο, ανεξάρτητο, διαφορετική ύπαρξη από εκείνη.

Με το άγγιγμα, την αγκαλιά, την τρυφερότητα, την επαφή και με το βλέμμα –εμπεριέχον όλο τον συμβολισμό της ψυχικής μεταβίβασης– ο άνθρωπος ξεκινά το ταξίδι του στη ζωή, με όσα του δίνονται και όσα του λείπουν. Το σώμα, δηλαδή, δεν είναι απλώς μια επιφανειακή οντότητα, αλλά η ίδια η προβολή μιας επιφάνειας. Σώμα και ψυχή, άλλωστε, είναι άρρηκτα δεμένα και στοχεύουν σε μια διπλή διεργασία, η πρώτη αφορά τον μετασχηματισμό των ερεθισμάτων τα οποία γεννιούνται στο σώμα και φθάνουν στον ψυχισμό και πρέπει να μετατραπούν από σωματικές διεγέρσεις σε ψυχικούς αντιπροσώπους. Και η δεύτερη διεργασία αφορά το πώς διαχειρίζεται ο ψυχισμός τις ματαιώσεις, τις ελλείψεις και πώς φτιάχνει τη δυνατότητα να μεταφερθούν οι αναπαραστάσεις στον άλλον. Τι συμβαίνει, όμως, με μερικούς ανθρώπους που επιλέγουν να ξαναγεννηθούν μέσω της πλαστικής χειρουργικής; Ή τι συμβαίνει με όσους παραμορφώνουν το σώμα τους; Ή με αυτούς που αφηγούνται ολόκληρες ιστορίες μέσα από τα τατουάζ τους, καλύπτοντας όλη την επιφάνεια του σώματός τους; Γιατί δεν μπορούν να τις αφηγηθούν διαφορετικά;

Αφετηρία ή εγκλωβισμός;

Στη Νέα Υόρκη, μας πληροφορεί η Lemma, κάποιοι γονείς ανταμείβουν τις κόρες τους για την αποφοίτησή τους από το κολέγιο δωρίζοντάς τους μια πλαστική επέμβαση στο στήθος. Στην Κίνα υπάρχει ειδικό νοσοκομείο πλαστικής με τον ευφάνταστο τίτλο «Η φαντασίωση του ονειροπόλου κοριτσιού». Από την άλλη, σε παραδοσιακές κουλτούρες, τα τατουάζ και οι σκαριφισμοί είναι ενταγμένα μέσα σε προφυλακτικές ή θεραπευτικές λειτουργίες.

Ολοι οι άνθρωποι, λίγο ή πολύ, επεμβαίνουμε στο σώμα μας. Η χρήση μιας αντιγηραντικής κρέμας βρίσκεται στο ίδιο συνεχές με το bottox, η ανάγκη είναι ίδια, σημειώνει η συγγραφέας. Δεν είναι όμως το ίδιο ένας νέος που κάνει ένα μικρό τατουάζ με τους φίλους του ως επιστέγασμα μιας φιλίας με αυτόν που δεν αφήνει ίχνος δέρματος χωρίς τατουάζ.

Ολοι θέλουμε να μας βλέπουν και να μας αγαπούν. Για όλους η ομορφιά –όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας– είναι επιθυμητή. Το ζήτημα είναι, όμως, εάν κατοικούμε σε ένα μονήρες ή σε ένα δυαδικό σώμα.

Εάν το σώμα μας, πληγωμένο από την παρουσία του Αλλου, διεκδικεί τη φαντασίωση της αυθυπαρξίας ή της νέας γέννησης ή εάν το σώμα μας είναι ανοικτό στην ψυχική επέμβαση του Αλλου, τον έχει εγγράψει μέσα του, τον κουβαλά, οπότε δεν έχει ανάγκη από τόσες πολλές άλλες ναρκισσιστικές ή παθολογικές εγγραφές πάνω στο σώμα.

Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ