Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Αυγούστου 2025

Μεγαλώνουμε και καταλαβαίνουμε πως δεν έχουμε ανάγκη να αρέσουμε σε όλους.
Όσο κι αν κάποτε παλέψαμε να χωρέσουμε παντού, να είμαστε συμπαθείς, αποδεκτοί, «εύκολοι», έρχεται η στιγμή που συνειδητοποιούμε ότι αυτή η μάχη είναι χαμένη από την αρχή.
Και, κυρίως, δεν αξίζει να τη δίνουμε.

Η αποδοχή των πολλών είναι σαν άμμος.
Γλιστράει από τα χέρια σου την ώρα που νομίζεις ότι την κρατάς.
Δεν έχει σταθερότητα, δεν έχει ουσία.
Σήμερα μπορεί να σε θαυμάζουν, αύριο να σε κρίνουν.
Κι αν η αξία σου στηρίζεται στα μάτια των άλλων, τότε θα αλλάζει συνεχώς – και μαζί της θα χάνεσαι κι εσύ.

Μεγαλώνοντας, μαθαίνεις να ξεχωρίζεις τους «λίγους» από τους «πολλούς».
Οι λίγοι είναι εκείνοι που σε ξέρουν στα βάθη σου.
Που σε έχουν δει και στις όμορφες και στις άσχημες εκδοχές σου και παρ’ όλα αυτά, μένουν.
Που δεν χρειάζονται να τους εντυπωσιάσεις για να σε αγαπήσουν.

Στους σημαντικούς σου δεν παίζεις ρόλο – είσαι εσύ.
Με τα λάθη σου, τις ιδιοτροπίες σου, τις πληγές σου.
Κι εκείνοι, όχι μόνο δεν σε κρίνουν γι’ αυτά, αλλά τα αγκαλιάζουν σαν κομμάτια που σε κάνουν μοναδικό.

Όσο περνάει ο καιρός, η ανάγκη να αρέσουμε σε όλους μικραίνει, και στη θέση της μεγαλώνει η ανάγκη να είμαστε αυθεντικοί.
Να μην εξαντλούμαστε στο να ταιριάξουμε σε καλούπια που δεν μας χωράνε.
Να μην χαραμίζουμε χρόνο σε ανθρώπους που θα φύγουν μόλις δεν εξυπηρετούμε τις προσδοκίες τους.

Η αλήθεια είναι απλή: δεν θα αρέσεις σε όλους, και αυτό είναι δώρο.
Γιατί σε γλιτώνει από το να χαθείς στην προσπάθεια να γίνεις κάποιος που δεν είσαι.
Σε αφήνει ελεύθερο να επενδύσεις στους λίγους – στους αληθινούς σου ανθρώπους.

Η ζωή είναι πολύ μικρή για να τη γεμίζεις με γνώμες που δεν μετράνε.
Μάθε να μετράς την αξία σου στα μάτια εκείνων που θα είναι δίπλα σου και στις καλές και στις κακές μέρες.
Στους λίγους που δεν χρειάζονται να τους πείσεις για να μείνουν. Γιατί μεγαλώνοντας, αξία έχει το “όπως είσαι” κι όχι το “όπως θέλουν να είσαι”.

Σοφία Παπαηλιαδου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Αυγούστου 2025

Τα υποκοριστικά και τα παρατσούκλια αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς μας με τα αγαπημένα μας πλάσματα, είτε στην πιο απλή μορφή τους (π.χ. με την προσθήκη της κατάληξης -λίνι στο όνομα του χαριτωμένου τετραπόδου μας) είτε στις πιο σύνθετες παραλλαγές τους, που κάνουν ακόμη κι εμάς τους ίδιους να εκπλησσόμαστε με τις λεξιπλαστικές ικανότητες που δεν γνωρίζαμε καν ότι είχαμε.

Παρότι οι περισσότεροι λέμε αυτές τις λέξεις ασυναίσθητα – συνήθως σε εκρήξεις στοργής για το χνουδωτό μας φιλαράκι – η χρήση τους φαίνεται να αντανακλά κάτι βαθύτερο σχετικά με τον τρόπο που το είδος μας δημιουργεί δεσμούς και εκφράζεται μέσα από τη γλώσσα.

Γιατί όμως νιώθουμε την ανάγκη να «βαφτίζουμε» ξανά και ξανά τον σκύλο ή τη γάτα  μας; Τι αποκαλύπτουν τα παρατσούκλια που επιλέγουμε; Αντιλαμβάνεται το τετράποδό μας το συναίσθημα πίσω από αυτά ή μήπως… μπερδεύεται από την εκτεταμένη χρήση τους;

Οι ψυχολογικοί μηχανισμοί πίσω από τα παρατσούκλια

Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παρατσούκλια (όταν φυσικά αυτά λέγονται καλοπροαίρετα) αποτελούν έναν ισχυρό τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι εκφράζουν στοργή και ενσυναίσθηση. Η χρήση τους μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως μια μορφή δημιουργικού λεκτικού παιχνιδιού, όπως εξηγεί στο National Geographic η Cynthia Gordon, καθηγήτρια κοινωνιογλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Georgetown. Σύμφωνα με την ειδικό, το παιχνίδι ενισχύει τη σύνδεση μεταξύ των ανθρώπων και η επέκτασή του στα κατοικίδια εκφράζει την επιθυμία μας να τα συμπεριλάβουμε και αυτά στη διασκέδαση.

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει τον τρόπο που απευθυνόμαστε στα ζωάκια μας είναι η εξέλιξη του ρόλου τους μέσα στα χρόνια. Η αυξανόμενη αστικοποίηση στα μέσα του 19ου αιώνα έφερε τους σκύλους μέσα στο σπίτι, ανοίγοντας τον δρόμο για την ανάπτυξη μικρόσωμων φυλών. Με τον ίδιο τρόπο, οι γάτες εξελίχθηκαν από χρήσιμους κυνηγούς τρωκτικών σε χαδιάρικα πλάσματα του σαλονιού. Σήμερα, τα ζώα συντροφιάς θεωρούνται μέλη της οικογένειας περισσότερο από ποτέ και αυτό το «status» αντανακλάται και στα ονόματά τους, που τα τελευταία 30 χρόνια αποκτούν ολοένα και πιο ανθρώπινο χαρακτήρα.

Για την Gordon, η συνήθεια να δίνουμε «παράξενα» ονόματα στους τετράποδους συντρόφους μας μπορεί να αποτελεί προέκταση ενός ευρύτερου φαινομένου που ονομάζεται familect – μια ιδιαίτερη διάλεκτος που αναπτύσσεται μεταξύ των μελών μιας οικογένειας και περιλαμβάνει λέξεις που ακούγονται ακαταλαβίστικες στον έξω κόσμο, αλλά έχουν το δικό τους γλυκό ή αστείο νόημα για όσους τη μοιράζονται.

Όπως είδαμε παραπάνω, τα υποκοριστικά και τα παρατσούκλια των κατοικιδίων μας αντικατοπτρίζουν μια συναισθηματική εγγύτητα, παρόμοια με τον τρόπο που μικραίνουμε τα ονόματα ή επινοούμε τρυφερές λέξεις για τους κοντινούς μας ανθρώπους.

Για πολλούς κηδεμόνες, πηγή έμπνευσης αυτών των λέξεων είναι οι μικρές ιδιαιτερότητες του αγαπημένου τους τετραπόδου, είτε αυτές αφορούν την εμφάνιση είτε τη συμπεριφορά του. Τα μεγάλα αυτάκια ενός σκύλου, ο τρόπος με τον οποίο πέφτει με θεατρικότητα στο πάτωμα ή ζητάει συνεχώς λιχουδιές από τον κηδεμόνα του, είναι αξιαγάπητα χαρακτηριστικά που γίνονται συχνά αφορμή για τη δημιουργία στοργικών «προσφωνήσεων». Με αντίστοιχο τρόπο μπορεί να πυροδοτήσουν τη φαντασία το μοτίβο τριχώματος μιας γάτας, οι γεμάτες χάρη κινήσεις της ή τα επίμονα νιαουρίσματά της όταν θέλει κάτι από εμάς.

Συχνά, στοιχείο-κλειδί για τα παρατσούκλια που επιλέγουμε για τα κατοικίδιά μας είναι η προβολή, δηλαδή η συνήθειά μας να τους αποδίδουμε ανθρώπινες σκέψεις, συναισθήματα και προθέσεις. Μια γάτα, παραδείγματος χάριν, που «κλέβει» την αγαπημένη θέση του κηδεμόνα της στον καναπέ και κατόπιν μοιάζει να τον κοιτάζει… αφ’ υψηλού μπορεί να μετονομαστεί σε «μεγαλειοτάτη». Από την άλλη μεριά, ένας σκύλος που τρέχει πάντα στο παράθυρο όταν ακούει θόρυβο στη γειτονιά μπορεί να χαρακτηριστεί «κουτσομπόλης», αν και τα κίνητρά του είναι πιθανότατα πολύ πιο αθώα απ’ όσο νομίζουμε.

Ένα ακόμη βασικό συστατικό στη δημιουργία αυτών των λέξεων είναι το χιούμορ, ιδίως αυτό που προέρχεται από την παιδική ηλικία. Δεν είναι τυχαίο που πολλά παρατσούκλια έχουν να κάνουν με δυσώδεις σωματικές λειτουργίες των τετραπόδων μας ή κάποιες άκομψες συνήθειές τους. Το χιούμορ αυτό δεν είναι ανώριμο ή προσβλητικό· αντίθετα, αποκαλύπτει μια βαθιά οικειότητα και μας θυμίζει πώς διασκεδάζαμε όταν ήμασταν μικροί με τις «κακές λέξεις» και δενόμασταν μέσα από αυτές.

Τα κρυφά μοτίβα και ο ρόλος της χώρας

Αν και τα παρατσούκλια που χρησιμοποιούμε μοιάζουν προσωπικά και αυθόρμητα, υπάρχουν ενδείξεις ότι υπακούν σε κρυφούς κανόνες. Σύμφωνα με μια μελέτη του 1999, που εστίαζε στην αγγλική γλώσσα και τα αφρικάανς, η δημιουργία τους πηγάζει από την ευχαρίστηση που νιώθουμε όταν επινοούμε λέξεις και πειραματιζόμαστε με ηχητικά μοτίβα, όπως η παρήχηση – επανάληψη ενός φθόγγου σε διαδοχικές συλλαβές ή λέξεις – και η ομοιοκαταληξία.

Επιπλέον, οι συγγραφείς της μελέτης παρατήρησαν ότι πολλά από τα μοτίβα που χρησιμοποιούνται θυμίζουν μωρουδίστικες λέξεις και παιδικά γλωσσικά παιχνίδια, παραπέμποντας σε μια εποχή όπου η γλώσσα χρησιμοποιούνταν κατά κύριο λόγο για τη χαρά που πρόσφερε και όχι για πρακτικούς λόγους.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι ο τρόπος που απευθυνόμαστε στα κατοικίδιά μας μοιάζει να επηρεάζεται σημαντικά και από την ίδια τη δομή της γλώσσας μας. Στα αγγλικά, τα ονόματα των κατοικίδιων φαίνεται να είναι ιδιαίτερα επιρρεπή σε παραμορφώσεις και παραλλαγές. Άλλες γλώσσες, όπως τα ιταλικά ή τα ελληνικά, διαθέτουν ένα πλούσιο σύστημα υποκοριστικών που εκφράζουν μικρό μέγεθος ή τρυφερότητα. Μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι οι Ιταλοί κηδεμόνες κατοικίδιων χρησιμοποιούν υποκοριστικά πολύ συχνότερα συγκριτικά με τους αγγλόφωνους, οι οποίοι χρειάζεται να αναζητήσουν άλλους τρόπους για να εκφράσουν συναισθηματική σύνδεση.

Αντιλαμβάνονται τα κατοικίδιά μας τα πολλά διαφορετικά τους ονόματα;

Τα κατοικίδια δεν καταλαβαίνουν τα υποκοριστικά και τα παρατσούκλια με τον ίδιο τρόπο που τα αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι, ωστόσο μαθαίνουν να συνδέουν συγκεκριμένους ήχους με αποτελέσματα.

Οι σκύλοι είναι ιδιαίτερα καλοί στην αναγνώριση ηχητικών μοτίβων και τόνου. Μπορεί να μην καταλαβαίνουν κυριολεκτικά τι σημαίνει «κουτσουνάκι μου», ωστόσο ξέρουν πότε τους απευθυνόμαστε με στοργή και παιχνιδιάρικη διάθεση. Έρευνες έχουν δείξει ότι ένας μέσος σκύλος μπορεί να μάθει έως και 165 λέξεις – συμπεριλαμβανομένων ονομάτων και χαϊδευτικών – ειδικά αν υπάρχει σταθερή ενίσχυση. Οι γάτες μπορούν επίσης να αναγνωρίζουν το όνομά τους – και ναι, ακόμη και το παρατσούκλι τους – ωστόσο η αντίδρασή τους είναι συχνά πολύ πιο διακριτική.

Ερευνες των τελευταίων δεκαετιών δείχνουν ότι οι σκύλοι κατανοούν την ανθρώπινη επικοινωνία σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι άλλα είδη ζώων.

Η χρήση χαϊδευτικών ονομάτων μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός κατοικίδιου, ειδικά όταν αυτά συνδέονται με συγκεκριμένες ενέργειες και ανταμοιβές. Ένας σκύλος που ακούει τη λέξη «αγαπουλίνι» κάθε φορά που κάθεστε αγκαλιά, θα αρχίσει να τη συνδέει με ηρεμία και τρυφερότητα. Αντίστοιχα, αν ένα παρατσούκλι λέγεται με αυστηρό τόνο λίγο πριν το μπάνιο, το τετράποδό σας μπορεί να αρχίσει να αντιδρά αρνητικά σε αυτό.

Η χρήση υπερβολικά πολλών διαφορετικών χαϊδευτικών ονομάτων πάντως, μπορεί να μπερδέψει ένα κατοικίδιο, ιδιαίτερα όταν αλλάζουν ο τόνος ή το πλαίσιο. Το κλειδί και σε αυτήν την περίπτωση είναι η συνέπεια: όταν ένα παρατσούκλι συνδυάζεται σταθερά με συγκεκριμένο τόνο και αποτέλεσμα, το χνουδωτό σας φιλαράκι μαθαίνει γρήγορα τι να περιμένει.

Με πληροφορίες από National Geographic, Petplace.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Αυγούστου 2025

Με τη λέξη «mokita», οι κάτοικοι των νησιών Τρόμπριαντ — σήμερα γνωστά και ως Kiriwina — στην Παπούα Νέα Γουινέα, αναγνωρίζουν τις κοινές καταπιεσμένες αλήθειες στη ζωή μας, αντικατοπτρίζοντας κάτι βαθιά ανθρώπινο: την τάση μας να αποφεύγουμε τη δυσφορία, να διατηρούμε την αρμονία και να προστατεύουμε τον εαυτό μας και τους άλλους από τις συνέπειες της ειλικρίνειας.

Στη Δυτική ψυχολογία, αυτό το φαινόμενο συχνά περιγράφεται ως «ευγενικές ψευδαισθήσεις» — άρρητες συμφωνίες να διατηρείται μια κοινωνικά αποδεκτή εκδοχή της πραγματικότητας, ακόμα κι αν αντιφάσκει με αυτό που όλοι ξέρουν ότι ισχύει. Αυτές οι… σιωπηλές κατανοήσεις σπάνια είναι κακόβουλες. Δεν παύουν, ωστόσο, να ενέχουν κινδύνους.

Συναντάμε «mokita» καθημερινά:

  • Ένας φίλος που πίνει όλο και περισσότερο και εμείς επιλέγουμε να μη θίξουμε το θέμα
  • Ένας γονιός που έχει μεγαλώσει και ίσως δεν είναι πλέον ασφαλής στο τιμόνι αλλά αποφεύγουμε να του το πούμε
  • Ένας συνάδελφος που δεν ανταποκρίνεται πια στις απαιτήσεις του ρόλου του και δεν το συζητάμε ποτέ
  • Ένας σύντροφος με νέο… ύποπτο χόμπι που κάνουμε ότι δεν βλέπουμε

Έρευνες στην κοινωνική ψυχολογία δείχνουν πως συχνά καταπιέζουμε δύσκολες συζητήσεις για να διατηρήσουμε την αρμονία στις σχέσεις μας. Η αποφυγή ίσως διατηρεί την ειρήνη βραχυπρόθεσμα, αλλά μακροπρόθεσμα μπορεί να ροκανίσει την εμπιστοσύνη, την αυθεντικότητα και την ψυχική υγεία.

Υπάρχει μια ακόμα πιο ύπουλη μορφή «mokita»: αυτή που κρύβουμε από τον εαυτό μας.

Οι ψυχολόγοι μελετούν εδώ και χρόνια τους μηχανισμούς με τους οποίους αποφεύγουμε να δούμε τις δικές μας αλήθειες. Η αυταπάτη — η ικανότητά μας να πιστεύουμε επιλεκτικά πράγματα που μας βολεύουν συναισθηματικά αντί για αυτά που είναι αντικειμενικά αληθινά — λειτουργεί σαν ένα είδος ψυχολογικής πανοπλίας.

Αυτό το εσωτερικό ψέμα μπορεί  εκφράζεται ως εξής:

  • «Η δουλειά μου δεν είναι και τόσο κακή» (παρόλο που μας εξουθενώνει)
  • «Θα ασχοληθώ με την υγεία μου αργότερα» (ενώ τα συμπτώματα αυξάνονται)
  • «Όλοι ψωνίζουν υπερβολικά» (ενώ ο λογαριασμός της πιστωτικής μας φουσκώνει)

Η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας εξηγεί πώς ασυνείδητα προσπαθούμε να γεφυρώσουμε το χάσμα ανάμεσα στις αξίες μας και τις πράξεις μας. Αντί να αλλάξουμε συμπεριφορά, αλλάζουμε τις πεποιθήσεις μας ώστε να συμβαδίζουν με τη συμπεριφορά — συχνά μέσω δικαιολογιών, υποτίμησης ή πλήρους άρνησης της πραγματικότητας.

Η αυταπάτη λειτουργεί, όπως αναφέρθηκε, ως συναισθηματική προστασία. Μας βοηθά να αποφύγουμε το άβολο συναίσθημα της ευαλωτότητας, το φόβο της αποτυχίας ή τον υπαρξιακό τρόμο που μπορεί να προκύψει από την αναγνώριση, για παράδειγμα, ότι τα καλύτερα μας χρόνια ίσως πέρασαν ή ότι οι στρατηγικές αντιμετώπισης που έχουμε δεν λειτουργούν πια.

Αν δεν είσαι σίγουρος/η αν «κουβαλάς» κάποιο «mokita» (είτε εσωτερικά είτε στις σχέσεις σου), παρατήρησε τα εξής:

  • Εκείνο το διακριτικό σφίξιμο στο στομάχι ή μια ξαφνική ενόχληση
  • Την παρόρμηση να αλλάξεις θέμα ή να… γλυκάνεις την αλήθεια
  • Τον εσωτερικό μονόλογο του στυλ “δεν είναι και τόσο άσχημα”

Αυτές οι στιγμές είναι σαν ψυχολογικά καμπανάκια, που σε ειδοποιούν πως υπάρχει μια ευκαιρία για πιο ειλικρινή επαφή με τον εαυτό σου

Ακολουθούν μερικά βήματα που στηρίζονται σε έρευνες για ψυχολογική ευελιξία και αποδοχή:

  • Παρατήρησε την ενόχληση χωρίς κριτική
  • Γίνε περίεργος/η και ρώτα τον εαυτό σου: «Τι μπορεί να αποφεύγω;»
  • Ονόμασε τον φόβο πίσω από το ψέμα: π.χ. απόρριψη, αβεβαιότητα, ανεπάρκεια κ.ά.
  • Ζήτα υποστήριξη αν χρειάζεται: ένας θεραπευτής ή ένας αξιόπιστος φίλος μπορεί να σε βοηθήσει να εξετάσεις την αλήθεια χωρίς ντροπή.

Ο στόχος δεν είναι η ειλικρίνεια με κάθε κόστος, αλλά η δημιουργία χώρου για την πραγματικότητα. Ύστερα, ακολουθεί η επιλογή του πώς θα ανταποκριθείς από θέση διαύγειας, όχι αποφυγής.

Όταν αντιμετωπίζουμε τα «mokita» μας, δίνουμε στον εαυτό μας την ευκαιρία να αναπτυχθεί. Σταματάμε να επιλέγουμε μια ηρεμία βασισμένη σε ψευδαισθήσεις και δημιουργούμε χώρο για πιο υγιείς επιλογές, βαθύτερες σχέσεις και τελικά, μια πιο αρμονική ζωή.

Είτε λοιπόν αφορά το να κλείσεις επιτέλους εκείνο το ραντεβού με τον γιατρό, είτε το να κάνεις εκείνη τη δύσκολη συζήτηση με τον/την σύντροφό σου ή το να παραδεχτείς ότι είσαι έτοιμος/η για αλλαγή (έστω κι αν σε τρομάζει), να θυμάσαι πως η αλήθεια, αν και άβολη, είναι απελευθερωτική

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Αυγούστου 2025

Η La lectora – η αναγνώστρια των πούρων – φτάνει ακριβώς στις 11:00 π.μ. για να διαβάσει στη δεύτερη βάρδια της ημέρας ένα απόσπασμα από ένα από τα τραγούδια του Eliseo Grenet: «Θα είσαι, όπως ο πράσινος καπνός στη θάλασσα, ένας ύπνος ζωής στην καυτή και αγαπημένη Γη του Θεού»

Διαβάζει δυνατά από ένα μικρό αναλόγιο, που φυλάσσεται πίσω από ένα γλυπτό του Τσε Γκεβάρα και το προσεκτικό βλέμμα των εργατών, οι οποίοι αναζητούν τις εκφράσεις της ενώ το πρόσωπό της κοιτάζει προς το πάτωμα. Στο εργοστάσιο καπνού Partagás στην καρδια της Αβάνας, τα πιο περιζήτητα πούρα του κόσμου περνούν από τον τελευταίο χειροποίητο έλεγχο πριν εξαχθούν στην Ευρώπη ή την Κίνα.

Εδώ, υγραίνονται, τυλίγονται, ωριμάζουν και εμποτίζονται με τη φωνή της Torres που διαβάζει τα ποιήματα του José Martí ή τη λογοτεχνία του Gabriel García Márquez. «Όταν ανοίγεις ένα κουτί πούρα», λέει, «μυρίζεις το φυτό του καπνού και ακούς τις φωνές μας».

Πριν από πέντε χρόνια, εγκατέλειψε το επάγγελμα του ωρολογοποιού για να γίνει «αναγνώστρια πούρων» σε ένα από τα πιο παραδοσιακά εργοστάσια της χώρας. Όταν ξεκίνησε η πανδημία η Torres – σήμερα 58 ετών, «η νεότερη αναγνώστρια πούρων από όλους» – έμαθε για μια κενή θέση και ξεκίνησε τη διαδικασία επιλογής 21 ημερών.

στα 50 εργοστάσια πούρων της χώρας φιλτράρεται από μια επιτροπή ανάγνωσης, ένας θεσμός που ισχύει από τον 19ο αιώνα / Public Domain.

Επί τρεις εβδομάδες, διάβαζε μαζί με του άλλους υποψήφιους για τη θέση κατά τη διάρκεια των τριών καθημερινών βαρδιών, ώστε οι στρίφτες πούρων να μπορούν να επιλέξουν ποιανού τη φωνή ήθελαν να τους συνοδεύει κατά τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας τους.

Όταν ήρθε η ώρα να ψηφίσουν για την Torres, το κλακ-κλακ των chavetas – των ατσάλινων λεπίδων που χρησιμοποιούνται για να κόβουν κάθε φύλλο καπνού – ακούστηκε σε όλη τη στοά. Ωστόσο, η ίδια παραδέχεται ότι είχε μια μικρή βοήθεια…

«Όταν έφτασα», θυμάται, «δεν γνώριζα κανέναν. Ανταγωνιζόμουν έναν τουριστικό ξεναγό και έναν από τους εργάτες του εργοστασίου… και δεν είχα μιλήσει καν σε μικρόφωνο καραόκε. Αλλά έκλεψα: κάθε φορά που τελείωνε ένα επεισόδιο, έπαιζα ένα τραγούδι του Polo Montañez (ενός από τους μεγαλύτερους τραγουδοποιούς της χώρας). Με αυτόν τον τρόπο τους έπεισα», γελάει.

Μια Παρασκευή στις αρχές Ιουλίου – αφού συνεχάρη την ομάδα για την εκπλήρωση της παραγωγικής ποσόστωσής της – εκμεταλλεύτηκε την αρχή του μήνα για να αναδείξει τον ρόλο των στριφτών πούρων. «Η ιστορία των εργατών πούρων είναι μακρά και πολύπλοκη, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο καπνός και η ζάχαρη αποτελούν το πλαίσιο πάνω στο οποίο δομείται η κουβανική μας εθνικότητα» αφηγείται διαβάζοντας από τις προσεκτικά χειρόγραφες σημειώσεις της.

«Η κουβανική καπνοβιομηχανία εξάγει 70 έως 80 εκατομμύρια πούρα ετησίως» συνεχίζει και μετά περνάει στον σουρεαλισμό: «Ποιος ήρθε πρώτος: οι Ρωμαίοι ή οι Αιγύπτιοι; Ποιες φαρμακευτικές ιδιότητες έχει ο βασιλικός; Από πού έρχεται ο τυφώνας και ποιες επαρχίες της Κούβας θα επηρεάσει; Ποια είναι τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης; Τα ερωτήματα που θέτει σήμερα ο καθένας στο ChatGPT εξακολουθούν να τίθενται στους αναγνώστες των πούρων από τους στρίφτες πούρων, ο τομέας των οποίων απαρτίζεται κυρίως από γυναίκες.

«Ρωτούν πολλά για το σεξ», γελάει διασκεδάζοντας η Torres. «Πρέπει να μαθαίνω κάτι καινούργιο κάθε μέρα. Μερικές φορές τους λέω ότι δεν ξέρω τίποτα για αυτό που ρώτησαν, αλλά θα τους πω αύριο».

Η επιλογή των ειδήσεων και των μυθιστορημάτων που διαβάζονται δυνατά στα 50 εργοστάσια πούρων της χώρας φιλτράρεται από μια επιτροπή ανάγνωσης, ένας θεσμός που ισχύει από τον 19ο αιώνα.

Το ιστορικό επάγγελμα ξεκίνησε στις 21 Δεκεμβρίου 1865, στο ίδιο εργοστάσιο όπου σήμερα διαβάζει η Torres. Αυτό ανακοινώθηκε από μια παρωχημένη πλέον εφημερίδα, την La Aurora, όταν αφηγήθηκε πώς περισσότεροι από 300 εργάτες άκουσαν με προσοχή το πρώτο κομμάτι που τους διάβασαν – Las luchas sociales, «οι κοινωνικοί αγώνες» – το οποίο ήταν απόσπασμα από την εφημερίδα.

Αυτό το επάγγελμα, το οποίο προέκυψε από την αυτοθυσία των στριφτών πούρων, κουρασμένων από τις μακρές, μονότονες ημέρες, εξελίχθηκε με τα χρόνια σε κάτι που περιλάμβανε κάτι περισσότερο από το απλό διάβασμα για να ζωντανέψει η δουλειά: έγιναν οι παιδαγωγοί της γειτονιάς.

«Ο κόσμος στεκόταν στα παράθυρα των εργοστασίων πούρων για να ενημερωθεί για τις ειδήσεις. Έφτασε στο σημείο να ψηφίζουν ακόμη και οι κάτοικοι της περιοχής για την επιλογή των επόμενων μυθιστορημάτων» εξηγεί η ιστορικός Zoe Nocedo.

Η ίδια λέει ότι είναι αδύνατο να διαχωρίσει κανείς την ιστορία του καπνού από την ιστορία της Κούβας. «Γιατί οι κατασκευαστές πούρων υποστήριξαν τον ηγέτη της ανεξαρτησίας Χοσέ Μαρτί; Γιατί κράτησαν το λάβαρο όλων των πολιτιστικών αγώνων; Επειδή, εκτός από το ότι γνωρίζουν ότι παράγουν το πιο διάσημο προϊόν της Κούβας, έχουν καλλιεργήσει την ανάγνωση μέσα στο εργοστάσιο πούρων. Η λειτουργία τους είναι, και συνεχίζει να είναι, να καλλιεργούν και να αιχμαλωτίζουν» εξηγεί. «Χωρίς ανάγνωση, δεν υπάρχει πούρο».

Οι Κουβανοί καπνοπαραγωγοί – κυρίως εκείνοι που μετανάστευσαν στην Τάμπα και το Κι Γουέστ στα τέλη του 19ου αιώνα – υποστήριξαν ενεργά τον Χοσέ Μαρτί και το σχέδιο ανεξαρτησίας του.

Οι μηνιαίες δωρεές τους, οι λαχειοφόροι αγορές και οι πολιτιστικές τους δραστηριότητες παρείχαν το οικονομικό υπόβαθρο για τη δημιουργία του Κουβανικού Επαναστατικού Κόμματος (PRC), που ιδρύθηκε από τον Μαρτί το 1892.

Η Nocedo, η οποία διευθύνει το Μουσείο Καπνού εδώ και δύο δεκαετίες, εξηγεί ότι ο μακρόχρονος τομέας του καπνού ήταν πάντα καλλιεργημένος και πολιτικοποιημένος. Τα chavetas – τα οποία έκαναν κλικ-κλικ για να εκλεγεί η Torres ως εκλεκτή αναγνώστρια – έγιναν σύμβολο αντίστασης πριν από δύο αιώνες, όταν ξεκίνησαν οι απεργίες για μισθολογικές και εργασιακές βελτιώσεις.

Στο εργοστάσιο καπνού La Corona, όλοι οι ανεμιστήρες είναι ανοιχτοί. Με ταχύτητα και μεγάλη ακρίβεια, 100 εργάτες τυλίγουν πούρα Cohiba. Το καθένα πωλείται για πάνω από 70 δολάρια στο εξωτερικό.

Κάποιοι από τους εργάτες σηκώνονται για να γεμίσουν τα μπουκάλια τους με νερό στο σιντριβάνι, το οποίο βρίσκεται κάτω από ένα πορτρέτο του Φιντέλ Κάστρο που καπνίζει (το αγαπημένο του ήταν το Cohiba Corona Especial).

Μπροστά από την εικόνα του κομμουνιστή ηγέτη, μία από τις γυναίκες στρίφτες κοιτάζει την οθόνη του κινητού της τηλεφώνου, παρακολουθώντας ένα επεισόδιο της δημοφιλούς ισπανόφωνης τηλεοπτικής εκπομπής Caso Cerrado που παρουσιάζει η Κουβανοαμερικανίδα δικηγόρος Dr Ana María Polo.

Ο Carmelo Ramírez, που κάθεται σιωπηλός, κοιτάζει ελάχιστα τα πούρα του ενώ τα στρίβει. Μερικές φορές, εργάζεται με ένα πούρο ανάμεσα στα χείλη του. Φτιάχνει πούρα Mareva εδώ και 15 χρόνια, στρίβοντας 135 κάθε μέρα.

Όταν η Odalys Lara Reyes – αναγνώστρια από το 1996 – διαβάζει το μυθιστόρημα γύρω στις 2:00 μ.μ., ο Ramírez έχει ήδη τελειώσει πάνω από τα δύο τρίτα. «Είναι σαν ένας ιδιαίτερος δάσκαλος. Κάποια είναι τέλεια για σένα, κάποια άλλα δεν είναι. Εκείνη είναι εξαιρετική» επιβεβαιώνει.

Σε αυτό το εργοστάσιο, οι γεννήτριες έχουν καταφέρει να αντισταθμίσουν κάποιες από τις επιπτώσεις των διακοπών ρεύματος που μαστίζουν την Κούβα, αφήνοντας ολόκληρες περιοχές χωρίς ρεύμα για έως και είκοσι ώρες την ημέρα.

Η τυπική λύση, σε αυτό και σε άλλα εργοστάσια, ήταν η αναβολή των προγραμμάτων παραγωγής μέχρι να επανέλθει το ρεύμα. Στο εργοστάσιο Partagás, εξηγεί η Torres, η ίδια  πηγαίνει από δωμάτιο σε δωμάτιο διαβάζοντας. «Αυτή η παράδοση δεν μπορεί να χαθεί, γιατί είναι η ιστορία μας» καταλήγει.

Παρόλο που υπάρχουν έγγραφα που δείχνουν ότι το εμπόριο της ανάγνωσης στους στρίφτες πούρων ξεκίνησε από την Κούβα, η πρακτική αυτή εξήχθη σε άλλες χώρες, όπως η Νικαράγουα, το Πουέρτο Ρίκο και η Δομινικανή Δημοκρατία. Η ΛΔ ήταν η τελευταία χώρα στην οποία εξαφανίστηκε, το 1931.

Ωστόσο, στην Κούβα, η τέχνη έχει παραμείνει παρά την εμφάνιση του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης και των κινητών τηλεφώνων… και παρά τις διακοπές που βγάζουν εκτός λειτουργίας τα φώτα και τα ηχητικά συστήματα. Η Nocedo επιμένει ότι «οι εργάτες δεν θέλησαν να αφήσουν την τέχνη να πεθάνει. Παρά τα σκαμπανεβάσματα και τις δυσκολίες της».

Για την Torres, ο λόγος είναι απλός: «Το ραδιόφωνο δεν πρόκειται να απαντήσει στις ερωτήσεις σας σχετικά με την εργασία του παιδιού σας, ούτε να γιορτάσει τα γενέθλιά σας, ούτε να προσφέρει συλλυπητήρια όταν πεθαίνει ένα αγαπημένο σας πρόσωπο». Για τους στρίφτες πούρων – εκτός από «μια εγκυκλοπαίδεια με πόδια» – ο αναγνώστης είναι κεντρικό κομμάτι της ομάδας.

Η Lara ασχολείται με το επάγγελμα αυτό εδώ και τρεις δεκαετίες. Είναι η γηραιότερη αναγνώστρια στη χώρα. Έχει ανακοινώσει πολλά γενέθλια, έχει υπενθυμίσει στους ακροατές τις επερχόμενες αναμνηστικές ενέσεις του Covid-19, έχει δώσει τα τελευταία νέα για ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα στο Cárdenas και έχει καταγράψει τα νέα δρομολόγια των λεωφορείων.

Και παρόλο που απέχει περίπου έξι μήνες από τη συνταξιοδότησή της, διστάζει να παραδώσει τα ηνία. «Πρόκειται για μια μεγάλη οικογένεια», εξηγεί, στις αίθουσες του εργοστασίου. Ζητάει από όλους «ένα φιλί». «Τι θα κάνω στο σπίτι, όταν θα είμαι ακόμα σε πολύ καλή κατάσταση και θα μπορώ να συνεχίσω να σας διαβάζω;» ρωτάει.

«Η ανάγνωση σε ένα εργοστάσιο έχει να κάνει με το μοίρασμα. Θα συνηγορούσα πάντα υπέρ της διατήρησης αυτού του επαγγέλματος, γιατί με την καθημερινή φασαρία, με τις ανάγκες της καθημερινότητας, ξεχνάμε να μαθαίνουμε και να ανακαλύπτουμε. Το διάβασμα κάνει τα πάντα λίγο πιο ανάλαφρα» αναστενάζει.

*Με στοιχεία από elpais.com

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Αυγούστου 2025

Που πας Γιασεμή μου; Για νερό γιαγιά απαντούσε η Γιασεμή κι άρπαζε την στάμνα και εξαφανιζότανε. Δεν προλάβαινε η γιαγιά να της πει πότε τελείωσε το νερό αφού το πρωί ξαναπήγες μα η Γιασεμή είχε ήδη σκαπετήσει.
Δεκατεσσάρων ήταν η Γιασεμή της και έμοιαζε στην μάνα της! Όμορφη και νοικοκυροκόριτσο. Που την έχανες που την έβρισκες όλο με την στάμνα ριγμένη στον ώμο με τα μαλλιά λυτά να ανεμίζουνε ολόξανθα σαν ώριμα στάχυα σιταριού και να χάνεται πότε για νερό, πότε να μαζέψει χόρτα που αρέσανε στη γιαγιά της, πότε να κόψει ξύλα να κάνει θυμωνιές για τον χειμώνα.
Άξια σαν την μάνα της ήταν και άτυχη.
Η μάνα της χάθηκε στην γέννα της Γιασεμής κι ο πατέρας της την εγκατέλειψε στα πεθερικά του. Έχασε τον άντρα της η Θανάσω και μείναν οι δυο τους.
Μόνο που αυτή δεν μπορούσε να περπατήσει. Ένα πόδι είχε κι αυτό σακατεμένο. Πάνε χρόνια που το έχασε το άλλο της πόδι από μια μόλυνση. Έρανο κάνανε στο χωριό και όχι μόνο και στα γύρω χωριά πήγανε να μαζευτούνε τα χρήματα να μεταφερθεί σε νοσοκομείο να της το κόψουν.
Ήταν την χρονιά που πέθανε ο άντρας της. Τότε το έπαθε το κακό. Με την μοίρα της τα είχε βάλει εκείνη την ημέρα. Με την μοίρα της και έσκουζε μήπως και την λυπηθεί.
Της έλεγε για την μάνα της Γιασεμής που της την πήρε. Για τον πατέρα της που την άφησε μια σταλιά παιδάκι. Στη χούφτα της χώραγε όταν την παράτησε και έφυγε και δεν τον είδαν ποτέ.
Ζούσε; Πέθανε; Κανείς δεν ήξερε να της πει.
Της έλεγε και για τον άντρα της που δεν τον άφησε να ζήσει να έχουν κι αυτές ένα στήριγμα αντρικό. Ας τον άφηνες της έλεγε της μοίρας της λίγα χρόνια ακόμα να μεγαλώσουν την Γιασεμή κι ας τον έπαιρνες μετά. Είχαν γεμίσει τα μάτια της δάκρυα κι αντί η καψερή να σκάψει το χώμα να φυτέψει το μποστάνι της, χτύπησε το δάχτυλο και κόπηκε σαν πράσο.
Σαν το πράσο κόπηκε λες κι ήταν ψεύτικο. Ήταν που έσκουζε να την λυπηθεί η μοίρα. Να πεις πως το έκανε και ψέματα;
Από την ψυχή τα έβγαζε τα δάκρυα μα η μοίρα φαίνεται δεν τα είδε. Στραβώθηκε γιατί αν τα έβλεπε δεν θα ήταν σκληρή μαζί της. Και καλά εγώ της είπε. Το ορφανό δεν το λυπάσαι;
Και πιάνει το τσαπί και πάει το δάχτυλο.
Κι η καημένη η Θανάσω αντί να τουλουπώσει το κομμένο πόδι άρχισε η δόλια να μουτζώνει και να φωνάζει προς τα που είσαι να σου δώσω κι άλλες μπας και ξεστραβωθείς.
Η ζημιά είχε γίνει. Το δάχτυλο χάθηκε μέσα στο μποστάνι η πληγή γέμισε αίματα και χώμα και τώρα κάθε λίγο φωνάζει που είσαι Γιασεμάκι μου; Εδώ γιαγιά. Που πας Γιασεμή μου για νερό γιαγιά.
Στα δεκατέσσερα ήταν. Πριν από ένα χρόνο ήταν που πήγε κι έπεσε στην αγκαλιά της γιαγιάς της και έκλαιγε το πουλάκι της κι έκλαιγε και δεν ήξερε πως να της πει εκείνο που είδε στα ποδαράκια της. Κι όταν σταμάτησε πια να κλαίει κατάλαβε η Θανάσω πως της είχαν έρθει τα ρούχα της.
Της σκούπισε τα δάκρυα, της χτένισε τα στάχυα της, την φίλησε στα μαγουλάκια της και της είπε πως αυτό θα το βλέπει κάθε μήνα και πως εκείνη θα της έχει έτοιμα πανάκια από παλιές πετσέτες ραμμένα στο εσώρουχο να τα συχναλλάζει ώσπου να της περνάει. Τέσσερις μέρες Γιασεμάκι μου και θα περνάει της είπε και μην κλαις παιδί μου. Όλες οι γυναίκες το έχουμε αυτό. Έτσι μας έφτιαξε ο θεός.
Μα ξέχασε να της πει η Θανάσω πως όταν το έχεις αυτό τότε μπορείς να κάνεις και παιδί και πως δεν πρέπει να σε φιλήσει κανένας άντρας αν δεν είναι ο άντρας σου. Το ξέχασε η δόλια. Το ξέχασε. Που πας Γιασεμή μου; Πάω να σου μαζέψω χόρτα που σου αρέσουν γιαγιά. Μην αργήσεις νισιάνι μου.
Όχι γιαγιά μου κι όλο αργούσε το Γιασεμάκι της κι όλο ξεπόρτιζε τάχα μου για δουλειές. Και ψέματα δεν έλεγε για τις δουλειές γιατί και ξύλα έφερνε και την στάμνα γεμάτη την έφερνε.
Μα να…αργούσε λίγο παραπάνω. Κάποια βράδια η Θανάσω άκουγε σαν κάποιος να πετούσε λιθαράκια στο παραθύρι κι η Γιασεμή έκανε πως δεν τα άκουγε.
Σαν της έλεγε άντε νισιάνι μου να δεις τι είναι, έβγαινε έξω το Γιασεμάκι της κι ερχόταν αφού είχε περάσει κάμποση ώρα. Τι ήταν Γιασεμή μου κι άργησες; Τίποτα γιαγιά μου. Πήγα μέχρι την καλύβα με τα ζώα να δω πως είναι. Κλείδωνε την πόρτα και ξάπλωνε να κοιμηθεί αφού ταχτοποιούσε την γιαγιά της κι αφού την αγκάλιαζε λέγοντάς της καληνύχτα.
Το ξέχασε η δόλια να της το πει. Το ξέχασε. Έβλεπε το Γιασεμάκι της να κάνει κάνει εμετό. Αρρώστησες παιδί μου πέρα δόθε όλη μέρα να κουβαλάς νερό να κόβεις ξύλα. Μα φτάνουν πια.
Τρεις θυμωνιές έκανες. Θα τον βγάλουμε τον χειμώνα. Ένα διάστημα δεν έτρωγε και κείνη η καψερή,τι έχεις παιδί μου; Γιατί είσαι ανόρεχτη; Κι άμα την έβλεπε να τρώει η χαρά της ήταν μεγάλη.
Δόξα τον θεό έλεγε της ήρθε η όρεξη ξανά. Είχε τόση όρεξη το Γιασεμάκι της που πάχυνε κιόλας κι η Θανάσω της έλεγε στενέψανε τα φουστάνια σου μα σου πάει το πάχος νισιάνι μου.
Πως το ξέχασε να της το πει. Πως το’ κανε ετούτο η δόλια.
Ένα βράδυ που καθότανε και είχε γείρει το κεφαλάκι της στα γόνατα της γιαγιάς της, ποια γόνατα; Ένα είχε…Της είπε.
Γιασεμή μου δεν έχεις τρεις τέσσερις μήνες να μου φέρεις να σου ράψω τα πετσετάκια. Τα ράβω μόνη μου γιαγιά της είπε. Να πας αυριο να σου πάρει μέτρα η μοδίστρα να ράψεις δυο φουστάνια μεγαλύτερα της είπε η γιαγιά της. Μεγάλωσες παιδί μου και δεν χωράς. Κοντύνανε και στενέψανε.
Σαν ξημέρωσε της είπε ξανά η Θανάσω άμε νισιάνι μου πετάξου μέχρι την μοδίστρα να σου ράψει δυο φουστάνια και πες της πως θα την πληρώσω μόλις πάρω εκείνα τα λεφτά της αναπηρίας.
Που πας Γιασεμάκι μου; Πάω στην μοδίστρα γιαγιά. Μα το πρωί δεν πήγες; Ναι και μου είπε να ξαναπάω και δεν θα αργήσω γιαγιά μου. Δεν πρόλαβε να φύγει και χτύπησε η πόρτα της. Ελάτε είπε ανοιχτά είναι. Η μοδίστρα ήταν κι η Θανάσω της είπε πως τώρα έφυγε η εγγονή της και ήρθε να σε βρει. Θανάσω, δεν ήρθα για καλό της είπε. Δεν ήρθες για καλό μα δεν έχω και κάτι κακό να πάθω. Όλα τα έπαθα. Τι άλλο θα με βρει; Θανάσω το Γιασεμάκι σου δεν πάχυνε μόνο αλλά είναι χαλασμένο και εγκυος της είπε η μοδίστρα μόνο ήρθα να σου το πω γιατί και κείνο το κακόμοιρο δεν ξέρει τι έχει στην κοιλιά του και τι του γίνεται. Αυτά της είπε η μοδίστρα και φεύγοντας γύρισε και της λέει πως είναι αργά για άλλα πράγματα…γιατί την ώρα που της έπαιρνα τα μέτρα σάλευε μες την κοιλιά της.
Κι έβγαλε μια φωνή η Θανάσω που σείστηκε το σπίτι της όπως σείστηκαν και τα σπλάχνα της. Το Γιασεμάκι της; Που πας Γιασεμή μου; Για νερό γιαγιά. Τι να της πει; Πάω να με μυρίσουν;
Που ήσουν Γιασεμή μου; Στα ζώα γιαγιά. Τι να της πει; Πήγα και με έκοψαν; Τραβούσε τα μαλλιά της και χτύπαγε τα στήθια της και φώναζε την κόρη της και φώναζε τον άντρα της και έβριζε τον πατέρα που την παράτησε κι αφού δεν είχε πια δύναμη να πει και να φωνάξει έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι μα δεν τα κατάφερε δεν είχε δυνάμεις πια. Μόνο άνοιξε τις παλάμες της και είπε που είσαι μοίρα μου να σε μουντζώσω.
Κι αφού την μούντζωσε προς όλες τις μεριές κράτησε και για τον εαυτό της μούντζες λέγοντας η καψερή και ήταν τα τελευταία της λόγια, πως το ξέχασα εγώ αυτό να της το πω. Πως ξέχασα να της πω να μην δώσει το φιλί της σε κανέναν αν δεν είναι ο άντρας της και έγειρε στο κρεβάτι με τις μούντζες ανοιχτές.
Δεν έμαθε ποτέ πως το Γιασεμάκι της δεν έδωσε το φιλί του μα της το πήραν με το ζόρι.
Δεν έμαθε ποτέ πως το Γιασεμάκι της το μύρισε και το έκοψε ο πρωτοξάδερφος του άντρα της.
Δεν έμαθε ποτέ η καψερή η Θανάσω πως της έλεγε αν το πεις πουθενά η γιαγιά σου θα πάθει μεγάλο κακό.
Δεν έμαθε ποτέ πως έφερε στον κόσμο με κίνδυνο να χάσει την ζωή της ένα κοριτσάκι με ξανθά μαλλάκια σαν τα στάχυα ώριμου σιταριού και πως το φώναζε Θανάσω.
Έπεσε πάνω στην νεκρή το Γιασεμάκι. Έκλαιγε και την χάιδευε και της έλεγε γιαγιά μου με το ζόρι μου το πήραν το φιλί.
Γιαγιά μου δεν το έδωσα με την θέλησή μου και προσπαθούσε το κακόμοιρο να της κλείσει τις μούντζες. Που πας Γιασεμάκι μου;
Για νερό γιαγιά μου.
Πέρασαν τα χρόνια κι η μικρή Θανάσω ήταν ίδια η μάνα της! Στα δεκατέσσερα και κείνη άξια και όμορφη! Που πας Θανάσω μου;
Πάω να φέρω νερό μάνα. Να πας νισιάνι μου!
Που πας Θανάσω; Στα ζώα μάνα. Μόνο που το Γιασεμάκι δεν ξέχασε να της πει, πως το φιλί το δίνουμε μόνο στον άντρα μας και σε κανέναν άλλο. Κι αν κάποιος θελήσει να μας το πάρει με το ζόρι φωνάζουμε δυνατά και δεν τον πιστεύουμε σαν μας λέει θα πάθουν κακό αυτοί που αγαπάμε.
Δεν τον πιστεύουμε και το λέμε στην μάνα μας. Ακούς Θανασούλα μου; Ακούω μάνα μου. Κάθε μέρα πήγαινε το Γιασεμάκι να ανάψει το καντηλάκι της γιαγιάς της.
Κάθε μέρα. Και σαν έφτανε κοντά της και έσκυβε να την φιλήσει την άκουγε που της έλεγε, ήρθες Γιασεμή μου; Ήρθα γιαγιά μου.
Και σαν έφευγε, της έλεγε. Που πας Γιασεμάκι μου;
Στη Θανασούλα μας γιαγιά. Στη Θανασούλα να της πω ξανά να μην φοβηθεί πως θα μου κάνουν κακό όπως φοβήθηκα εγώ για σένα. Να πας νισιάνι μου! Να πας.
Ήρθες μάνα; Ήρθα Θανασούλα μου. Όλα καλά; Όλα μάνα μου! Όλα της έλεγε και έπεφτε στην αγκαλιά της. Όλα μάνα μου και μη φοβάσαι. Δεν θα το δώσω το φιλί παρά μόνο στον άντρα μου κι αν θελήσουν να μου το πάρουν με το ζόρι, θα σου το πω.
Και κείνη της χάιδευε τα στάχυα της τα ώριμα όπως έκανε και η γιαγιά της η Θανάσω.

Ελευθερία Λάππα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Αυγούστου 2025

Οι άνθρωποι έχουν μακρά ιστορία στις καταδύδεις, , αρχικά για να αναζητήσουν τροφή από τον βυθό της θάλασσας και, σήμερα, οι κορυφαίοι ελεύθεροι δύτες φτάνουν σε μεγαλύτερα βάθη από ποτέ. Μερικοί ερευνητές, μάλιστα, υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι ανήκουν στη θάλασσα.

Η Alessia Zechinni ξεκουράζεται στην επιφάνεια του ωκεανού, κοιτάζοντας τον ουρανό, χωρίς να σκέφτεται τίποτα. Το μυαλό της είναι σιωπηλό. «Αν έρθουν κάποιες σκέψεις», λέει, «τις σπρώχνω απαλά προς τα κάτω. Εστιάζω στην αναπνοή μου. Μου φέρνει ηρεμία. Η τελευταία αναπνοή είναι η μεγαλύτερη. Βάζω όλο τον αέρα που μπορώ στους πνεύμονές μου – έτσι μπορώ να βουτήξω πιο βαθιά».

Η Zechinni, ελεύθερη δύτρια και συγγραφέας, έχει καταρρίψει 40 παγκόσμια ρεκόρ και έχει κερδίσει περισσότερα από 30 διεθνή μετάλλια για την ελεύθερη κατάδυση, συμπεριλαμβανομένων 17 χρυσών στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Το 2023, έφτασε στο βάθος ρεκόρ των 123 μέτρων χωρίς βοήθεια.

Είναι ένας από τους λίγους ανθρώπους που είναι γνωστό ότι έχουν βουτήξει σε τέτοιου είδους βάθη, χωρίς τίποτα άλλο από μια βαθιά ανάσα. Ωστόσο, υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι οι άνθρωποι μπορεί πραγματικά να είναι καλύτερα προσαρμοσμένοι στην ελεύθερη κατάδυση από ό,τι πιστεύαμε προηγουμένως, και αυτό έχει διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στην ανθρώπινη εξελικτική ιστορία. Μερικοί επιστήμονες πιστεύουν ότι οι άνθρωποι μπορεί να είναι ακόμη και φυσικοί δύτες, παρόμοιοι με τις ενυδρίδες. Λίγοι – όπως η  Zechinni – είναι σε θέση να ανταγωνιστούν τις φώκιες.

Από το 2024, 7.269 άνθρωποι είναι γνωστό ότι έχουν κοιτάξει από ψηλά τη Γη, από την υψηλότερη κορυφή της, και περισσότεροι από 700 άνθρωποι έχουν δει τον πλανήτη μας από το Διάστημα. Η Zechinni είναι μέρος μιας σπάνιας ομάδας ανθρώπων που κοίταξαν ψηλά από βάθη ωκεανών 100 μέτρων ή περισσότερο, χωρίς τίποτα παρά μόνο μια ανάσα στους πνεύμονές τους για να τους κρατήσει στη ζωή.

Αν σκεφτείτε ότι το τυπικό βάθος μιας Ολυμπιακής πισίνας συνιστάται να είναι μεταξύ 2,5-3 μέτρων και ο μέσος άνθρωπος μπορεί να κρατήσει την αναπνοή του για 30 έως 90 δευτερόλεπτα, αυτά τα κατορθώματα μπορεί να φαίνονται αδύνατα. Αλλά η ελεύθερη κατάδυση πιθανότατα ασκείται από τους ανθρώπους για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

Πριν από περίπου 90.000 χρόνια, οι Νεάντερταλ – οι οποίοι περνούσαν τόσο μεγάλο μέρος του χρόνου τους στο νερό που ήταν επιρρεπείς στην εξωτερική ωτίτιδα – βούτηξαν στον ωκεανό για να συλλέξουν κοχύλια αχιβάδας από τον πυθμένα της θάλασσας. Γύρω στο 350 π.Χ., σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οι σφουγγαράδες ψαράδες που καταδύονταν χρησιμοποίησαν βάρη μολύβδου για να φτάσουν στον βυθό της θάλασσας. Και οι γυναίκες ψαράδες Ama της Ιαπωνίας, που κάνουν ελεύθερη κατάδυση, μαζεύουν οστρακοειδή και φύκια για πάνω από 2.000 χρόνια.

Οι Haenyeo του νησιού Jeju, στην Κορέα, έχουν επίσης ένα φυσιολογικό πλεονέκτημα όταν πρόκειται για ελεύθερη κατάδυση. Πρόσφατη έρευνα αποκάλυψε ότι αυτές οι «γυναίκες της θάλασσας» διαθέτουν μια γενετική παραλλαγή που σχετίζεται με χαμηλότερη από το μέσο όρο αρτηριακή πίεση.

Συλλέγουν αχινούς και άλλα θαλασσινά από τον πυθμένα του ωκεανού για χιλιάδες χρόνια – συχνά, καταδύονται σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους. Η κατάδυση στο νερό προκαλεί αγγειοσυστολή στους περισσότερους ανθρώπους, αυξάνοντας την αρτηριακή πίεση, η οποία μπορεί να είναι επικίνδυνη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι το γενετικό χαρακτηριστικό των Haenyeo μπορεί να έχει εξελιχθεί για να κρατά ασφαλή τα αγέννητα παιδιά τους

Ενώ οι ικανότητες αυτών των κορυφαίων και παραδοσιακών ελεύθερων δυτών μπορεί να φαίνονται υπεράνθρωπες στους περισσότερους από εμάς, ορισμένοι ειδικοί πιστεύουν ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν, στην πραγματικότητα, να είναι φυσικοί τροφοσυλλέκτες της ρηχής θάλασσας, παρόμοιοι με τις ενυδρίδες.

«Μεταξύ όλων των καταδυτικών ειδών που γνωρίζουμε στα θηλαστικά, τα περισσότερα βρίσκονται στην κατηγορία των ρηχών καταδύσεων», λέει στο Bbcη Erika Schagatay, καθηγήτρια ζωικής φυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο Mid Sweden. «Οι ρηχοί δύτες – όπως ο κάστορας, η ενυδρίδα και ο μοσχοπόντικας – αναζητούν τροφή υποβρύχια. Και οι άνθρωποι ταιριάζουν ακριβώς σε αυτή την κατηγορία θηλαστικών με ρηχές καταδύσεις».

Στην έρευνά της, η Schagatay συγκρίνει την καταδυτική ικανότητα μιας ποικιλίας υδρόβιων, ημιυδάτινων και χερσαίων ειδών – εξετάζοντας το βάθος και τη διάρκεια της κατάδυσής τους, καθώς και την αναλογία του χρόνου που περνούν κάτω από το νερό κατά τις επαναλαμβανόμενες καταδύσεις.

Ορίζει τρεις ξεχωριστές ομάδες καταδυτικών θηλαστικών. Οι δύτες σε μεγάλα βάθη, όπως οι φάλαινες και οι θαλάσσιοι ελέφαντες, που καταδύονται τακτικά σε βάθη 200 μέτρων για περισσότερα από 20 λεπτά τη φορά.

Οι «μετριοπαθείς δύτες», όπως τα θαλάσσια λιοντάρια, τα ρινοδέλφινα, τα μαυροδέλφινα με μακρύ πτερύγιο, μαζί με τις περισσότερες φώκιες και τα κητώδη, καταδύονται τακτικά για 10-20 λεπτά, φτάνοντας σε βάθη έως και 100 μέτρα.

Η τρίτη ομάδα αποτελείται από είδη που «εξειδικεύονται στις ρηχές καταδύσεις». Εδώ ταιριάζουν οι άνθρωποι, εξηγεί, δίπλα σε ενυδρίδες, κάστορες και ιπποπόταμους. Μια κατάδυση για έναν «ρηχό δύτη» θα διαρκούσε έως και δύο λεπτά, συνήθως μέσα στα 50 μέτρα νερού το ανώτερο.

«Η μέγιστη ικανότητα κατάδυσης των ανθρώπων είναι εντός της τυπικής ικανότητας που έχουν οι ρηχοί τροφοσυλλέκτες κοντά στην ακτή», γράφει η Schagatay στην ερευνητική της εργασία. Οι άνθρωποι μπορούν επανειλημμένα να βουτήξουν στα 20 μέτρα και να περνούν έως και το 60% του χρόνου κάτω από το νερό – όπως και άλλα είδη στην ομάδα των ρηχών καταδύσεων.

Οι Bajau στοχεύουν να βρίσκονται στον πυθμένα της θάλασσας για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο σε μια μέρα, για να μαζέψουν όσα περισσότερα μπορούν, εξηγεί η Schagatay, η οποία μελετά αυτή την ομάδα για σχεδόν 40 χρόνια. Έτσι βγάζουν τα προς το ζην. Για να γίνει αυτό, κάνουν πολλές ρηχές καταδύσεις, αντί για μία βαθιά. «Το κόλπο είναι να ξεκουραστείτε για όσο το δυνατόν μικρότερο χρονικό διάστημα στην επιφάνεια, πριν από την επόμενη κατάδυση».

Η Schagatay τοποθετεί επίσης ορισμένα είδη φώκιας στην ομάδα των ρηχών δυτών δίπλα στους ανθρώπους. Ωστόσο, οι φώκιες έχουν μια σειρά από χαρακτηριστικά που τις ξεχωρίζουν από τους ανθρώπους, λέει ο Chris McKnight, ερευνητής της Ερευνητικής Μονάδας Θαλάσσιων Θηλαστικών του Πανεπιστημίου St Andrew στη Σκωτία.

Για εμάς, η παρόρμηση για αναπνοή ενεργοποιείται όταν ο εγκέφαλός μας ανιχνεύει ελαφρές αλλαγές στο pH του αίματος, που προκαλούνται από την αύξηση των επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα (CO2). Αυτό προκαλεί ένα αίσθημα πανικού, λέγοντας σε έναν δύτη ότι πρέπει να επιστρέψει αμέσως στην επιφάνεια – προτού «σβήσει» και πνιγεί.

Αλλά οι φώκιες δεν είναι ευαίσθητες στις αλλαγές του CO2 όπως εμείς, εξηγεί. Η έρευνά του αποκαλύπτει ότι, εκτός από το ότι μπορούν να αποθηκεύουν αποτελεσματικά οξυγόνο, οι φώκιες έχουν μια μοναδική ικανότητα να αντιλαμβάνονται γνωστικά τα επίπεδα οξυγόνου στο αίμα τους. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να αντιληφθούν πότε οι αποθήκες οξυγόνου τους είναι χαμηλές και επιστρέφουν στην επιφάνεια για να αναπνεύσουν.

«Τα θαλάσσια θηλαστικά δεν είναι πραγματικά από τον κόσμο μας», υποστηρίζει ο McKnight. «Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, το περνούν κάτω από το νερό. Είναι πραγματικά υποβρύχια ζώα που έρχονται μόνο περιστασιακά στον κόσμο μας για να αναπνεύσουν. Είναι σαν το αντίστροφο της κατάδυσης».

Άρα, είμαστε ανίσχυροι στην εξελικτική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε; Ή μπορούν οι άνθρωποι να εκπαιδευτούν για να βουτήξουν σαν μια φώκια; Σήμερα, ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων ασχολείται με την ελεύθερη κατάδυση αναψυχής, η οποία, ωστόσο, ενέχει κινδύνους. Σύμφωνα με το Divers Alert Network, το 2019 καταγράφηκαν 19 θάνατοι που σχετίζονται με την ελεύθερη κατάδυση (σ.σ. τα τελευταία διαθέσιμα). Άλλοι 31 θάνατοι αναφέρθηκαν σε άτομα που επιχείρησαν κάποιου είδους κράτημα της αναπνοής ενώ έκαναν κολύμβηση με αναπνευστήρα.

Από την αυγή της ανταγωνιστικής ελεύθερης κατάδυσης, υπήρξε συζήτηση για τα τελικά όρια της απόδοσης της ανθρώπινης αναπνοής. Ωστόσο, «οι δύτες έχουν μέχρι στιγμής ξεπεράσει όλες τις προηγούμενες προβλέψεις των φυσιολόγων σε βάθος και χρόνο», έγραψε η Schagatay το 2009.

Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται μια βαθιά σύνδεση με τον ωκεανό και η έρευνα δείχνει ότι το μπλε της ανοιχτής θάλασσας μάς κάνει ευτυχισμένους. Λοιπόν, είναι πραγματικά οι άνθρωποι απλώς ζώα της ξηράς – ή υπάρχει ένα μέρος του εαυτού μας που ανήκει στη θάλασσα;

«Η πρώτη μου βουτιά ήταν όταν ήμουν επτά ή οκτώ ετών. Έκανα κατάδυση δίπλα σε μια χελώνα στη Μεσόγειο», λέει η Zechinni. Αυτή ήταν η στιγμή που ήξερε ότι θα περνούσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής της κάτω από το νερό. Στο βιβλίο της γράφει: «Αποφάσισα ότι το βάθος της θάλασσας ήταν πολύ πιο συναρπαστικό από την επιφάνεια της Γης. Άφησα την ασφάλεια της επιφάνειας, για να βουτήξω βαθύτερα και να εξερευνήσω έναν κόσμο που ήταν τόσο κοντά και όμως τόσο βαθιά διαφορετικός».

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Αυγούστου 2025

«Τα καλοκαίρια κοιμόμασταν έξω, στρωματσάδα, κάτω από τα δέντρα και τον ουρανό και το πρωί ξυπνάγαμε και πηγαίναμε στη θάλασσα κατευθείαν. Εκεί, λοιπόν, ο πατέρας μου άρχισε να μου κάνει το μάθημα του χάρτη του ουρανού, διάβαζε αστρονομία. Μου είπε ότι είμαι κι εγώ ένα μέρος από αυτά τα ουράνια σώματα. Και τότε ενδομύχως όταν έγραψα τα πρώτα τραγούδια μου αισθάνθηκα ότι κάθε τραγούδι είναι ένα αστέρι.
Σκέφτηκα ότι θέλω κι εγώ να φτιάξω ένα στερέωμα. Και λέω πώς θα κάνω αστερισμούς; Άρχισα από τότε να συνδέω τα έργα μου, το ένα με το άλλο ώστε να αποτελούν συμπλέγματα αστερισμών. Δηλαδή έγραφα ένα έργο, μετά ένα τραγούδι, μετά έγραφα μια συμφωνία, ένα κοντσέρτο. Έπαιρνα πάντα μια μελωδία από το τραγούδι αυτό και το έβαζα μέσα στο κοντσέρτο και ει δυνατόν έντονα. Έτσι ένωσα όλα μου τα μουσικά κομμάτια. Έχω ενώσει από τρία μέχρι 20 τραγούδια μου σε ένα έργο μαζί. Έφτιαξα έτσι τον δικό μου γαλαξία. Όλα μου τα έργα ενωμένα μεταξύ τους.
Όταν κατάλαβα ότι τα δικά μου αστέρια ήταν τα τραγούδια, έγινα κι εγώ ένας μικρός Θεός. Είναι μυστικές αυτές οι διαδρομές. Και ηθελημένες, δεν έγιναν τυχαία. Λειτούργησα ως αστεροποιός. Εδώ είναι οι αστερισμοί μου, οι γαλαξίες και εκεί είναι οι κύκλοι τραγουδιών.»

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Ιουλίου 2025

ΚΑΝΕΙ ΖΕΣΤΗ ΣΗΜΕΡΑ ….
«Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες αντίκρυ στο πέλαγος.
Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει.

Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο πού, έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη.

Σχεδόν σοβαρολογώ…

  • Οδυσσέας Ελύτης
    «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουνίου 2025

Το φαινόμενο έχει όνομα. Το λένε “Flogsta Scream” και είναι μια άτυπη, συλλογική τελετουργία αποφόρτισης. Οι φοιτητές της περιοχής, πιεσμένοι από το βάρος της καθημερινότητας, της μοναξιάς και των εξετάσεων, αφήνουν κάθε βράδυ μια κραυγή στον αέρα, σαν να ελευθερώνουν από μέσα τους ένα κομμάτι που δεν χωράει πουθενά αλλού.

Κανείς δεν δίνει το σύνθημα. Κανείς δεν συντονίζει τίποτα. Κι όμως, γύρω στις 22:00 ακριβώς, τα παράθυρα ανοίγουν και αρχίζει ένα κύμα ήχου που κυλάει πάνω από τα κτίρια σαν κύμα απόγνωσης. Οι καινούργιοι φοιτητές σοκάρονται, αλλά σύντομα το θεωρούν κανονικό. Οι παλιοί το περιμένουν. Για κάποιους είναι το μόνο πράγμα που τους ενώνει με τους γύρω τους.

Το έθιμο ξεκίνησε πριν από δεκαετίες. Άλλοι λένε στη δεκαετία του ’70, άλλοι του ’80. Δεν έχει αρχή και τέλος, μόνο συνήθεια και ανάγκη. Οι φωνές δεν είναι θυμός, δεν είναι διαμαρτυρία. Είναι ένας ανώνυμος τρόπος να πεις “δεν είμαι καλά” χωρίς να χρειαστεί να το εξηγήσεις σε κανέναν.

Η  Σουηδία είναι από τις πιο ήσυχες χώρες του κόσμου. Όμως το Flogsta, αυτή η μικρή φοιτητική γειτονιά, είναι γεμάτη άηχες αγωνίες που κάθε βράδυ αποκτούν φωνή. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, είναι πιο καθησυχαστικό να ακούς κραυγές, παρά απόλυτη σιωπή. Γιατί τότε ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Ιουνίου 2025

Για την Έκθεση Παγκόσμιας Ευτυχίας, ζητήθηκε σε ανθρώπους από 156 χώρες να αξιολογήσουν τη ζωή τους σήμερα σε μια κλίμακα από το 0 έως το 10. Η έκθεση εξετάσε επίσης παράγοντες που συμβάλλουν στην κοινωνική υποστήριξη, το προσδόκιμο ζωής, τη γενναιοδωρία και την απουσία διαφθοράς. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά!

Τι ακριβώς κάνει λοιπόν τους ανθρώπους στη Φινλανδία να είναι τόσο ικανοποιημένοι με τη ζωή τους; Ποια είναι τα τρία πράγματα που ποτέ δεν κάνουν οι Φιλανδοί και καταφέρνουν να διατηρούν μια υψηλή ποιότητα ζωής;

1.Δεν συγκρίνονται ποτέ με τους γείτονές τους

Υπάρχει μια γνωστή φράση από έναν Φινλανδό ποιητή:«Kell’ onni on, se onnen kätkeköön» που σε μια ελεύθερη μετάφραση αποδίδεται: “Μην συγκρίνεις ή καυχιέσαι για την ευτυχία σου.”

Αυτή τη στάση ζωής θα λέγαμε πως οι Φινλανδοί την παίρνουν πολύ στα σοβαρά, ιδιαίτερα όσον αφορά τα υλικά αγαθά και τις επιδεικτικές εμφανίσεις πλούτου. Για εκείνους είναι σημαντικό κανείς να εστίαζει περισσότερο σε αυτό που τον κάνει ευτυχισμένο και λιγότερο στο να φαίνεται επιτυχημένος. Το πρώτο βήμα προς την αληθινή ευτυχία είναι να θέτεις τα δικά σου πρότυπα, αντί να συγκρίνεσαι με τους άλλους και να επιδιώκεις μονίμως περισσότερα.

2.Δεν αγνοούν τα οφέλη της φύσης

Σύμφωνα με μια έρευνα του 2021, το 87% των Φινλανδών θεωρούν ότι η φύση είναι σημαντική για την ευτυχία τους, γιατί τους προσφέρει ηρεμία, ενέργεια και χαλάρωση.

Στη Φινλανδία, οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα σε τέσσερις εβδομάδες καλοκαιρινών διακοπών. Πολλοί από αυτούς χρησιμοποιούν αυτόν τον χρόνο για να πάνε στην εξοχή και να βυθιστούν στη φύση και στη θεραπευτική της δράση.

Το να περνάμε χρόνο στη φύση αυξάνει τη ζωτικότητα, την ευημερία μας και μας δίνει αίσθημα προσωπικής ανάπτυξης. Για αυτό και είναι εξαιρετικά σημαντικό να βρούμε τρόπους να προσθέσουμε λίγο πράσινο στη ζωή μας, ακόμη και αν είναι απλά μερικά φυτά στο σπίτι ή ένας περίπατος την εβδομάδα σε ένα πάρκο.

3.Θωρακίζουν τον κύκλο εμπιστοσύνης για μια πιο ευτυχισμένη κοινότητα

Η κοινότητα θα λέγαμε ότι πλέον είναι συνώνυμο της μακροζωίας. Έρευνα δείχνει μάλιστα ότι όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδα εμπιστοσύνης σε μια χώρα, τόσο πιο ευτυχισμένοι είναι οι πολίτες της.

Ένα πείραμα με “χαμένα πορτοφόλια” το 2022 δοκίμασε την ειλικρίνεια των πολιτών, ρίχνοντας 192 πορτοφόλια σε 16 πόλεις του κόσμου. Στο Ελσίνκι, 11 από τα 12 πορτοφόλια επιστράφηκαν στον ιδιοκτήτη τους.

Οι Φινλανδοί τείνουν να εμπιστεύονται επομένως ο ένας τον άλλον και εκτιμούν την ειλικρίνεια. Αν ξεχάσει κάποιος το λάπτοπ στη βιβλιοθήκη ή χάσει το κινητό του στο τρένο, μπορεί να είναι αρκετά σίγουρος ότι κάποιος θα του το επιστρέψει πίσω.

Πώς μπορούμε λοιπόν να οικοδομήσουμε περισσότερη εμπιστοσύνη; Με μικρές πράξεις, όπως να κρατάμε από ευγένεια την πόρτα για έναν άγνωστο για να περάσει ή να παραχωρούμε τη θέση μας στο τρένο. Τέτοιες μικρές χειρονομίες μπορούν να κάνουν τη διαφορά.

Πηγή: Vita

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Ιουνίου 2025

Ως ένα πραγματικό φαινόμενο της γενιάς του σήμερα, το flaking έχει γίνει viral στο TikTok. Όλοι μας, κάποια στιγμή, έχουμε υιοθετήσει αυτή τη συμπεριφορά. Όχι επίτηδες ή από ασυναισθησία, αλλά για να ευχαριστήσουμε και να «ξεκουράσουμε» τον εαυτό μας.

Πρόκειται για έναν νέο κοινωνικό κώδικα που χρησιμοποιείται ιδιαίτερα από άτομα 18 έως 30 ετών και είναι ένα «όχι» σε μια πρόσκληση, ντυμένο με τη μορφή του «ναι». Ένα είδος ευγενικής παραπλάνησης.

Μια έξοδος που αρχικά γίνεται αποδεκτή με χαμόγελο, αλλά τελικά ακυρώνεται την τελευταία στιγμή, χωρίς εξηγήσεις. Αυτή η συμπεριφορά έχει γίνει viral και στο TikTok: με τους νέους να ηχογραφούν τον εαυτό τους με πιτζάμες, πανηγυρίζοντας μόλις στέλνουν το απελευθερωτικό μήνυμα ότι “δυστυχώς δεν θα τα καταφέρουν επειδή κάτι προέκυψε.”

Σύμφωνα μάλιστα με μια πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε και αφορούσε τους Γάλλους, έδειξε ότι το 36% αυτών παραδέχονται ότι αποδέχονται σχέδια εκ των προτέρων μόνο και μόνο για να τα ακυρώσουν την τελευταία στιγμή. Στους 18-29 ετών, το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 56%.

Ένα μαζικό φαινόμενο, που πηγάζει από μια εποχή όπου η κοινωνική δέσμευση γίνεται συχνά πιο αγχωτική παρά ικανοποιητική. Και τα ποσοστά αυτά ανταποκρίνονται σε μια παγκόσμια τάση.

Οι υποστηρικτές αυτής της τάσης αναφέρουν πως προτεραιότητα έχει η φροντίδα του εαυτού τους. Η ακύρωση για να μείνει κανείς σπίτι γίνεται πράξη ευεξίας, για να σεβαστεί την ανάγκη του για ηρεμία, άνεση και χρόνο για τον εαυτό του. Μια πράξη όπου ο εαυτός μας γίνεται προτεραιότητα, για αυτό δεν πρέπει να πιεστούμε να κάνει κάτι, μόνο και μόνο από κοινωνική υποχρέωση.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, υπάρχει μια μορφή άμεσης ανακούφισης στο να ακυρώνει κανείς τα σχέδιά του, ένα αίσθημα απελευθέρωσης, σχεδόν ευφορίας. Αυτή η συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια να διαχειριστεί κανείς το πνευματικό ή συναισθηματικό του φορτίο.

Η κουλτούρα της στιγμιαίας ανταπόκρισης ενισχύει αυτό το φαινόμενο. Λέμε «ναι» πολύ γρήγορα, από ευγένεια ή από φόβο να μην απογοητεύσουμε, και όταν έρθει η ώρα να το κάνουμε πράξη η αναβλητικότητα υπερισχύει. «Είμαι κουρασμένος», «δεν έχω όρεξη» γίνονται τα αυτόματα, σχεδόν συνηθισμένα μηνύματα.

Όμως, με τον καιρό, ο κοινωνικός δεσμός αποσυντίθεται σιγά σιγά, και πίσω από το χιούμορ και την επιφανειακή ελαφρότητα, το επαναλαμβανόμενο flaking καταστρέφει τις σχέσεις.

Και αυτό το μοτίβο συμπεριφοράς δεν είναι ποτέ πολύ σοβαρό, μέχρι τη στιγμή που γίνεται επαναλαμβανόμενο. Αυτού του είδους η συμπεριφορά τρέφει αργά αλλά σταθερά αμφιβολίες, απογοήτευση, ακόμα και πικρία. Καταλήγοντας να σταματάμε να προτείνουμε οτιδήποτε, από φόβο για μια νέα άρνηση.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι αυτή η συμπεριφορά δεν γίνεται πάντα με κακή πρόθεση. Ωστόσο, συχνά οδηγεί στο να προστατεύουμε τον εαυτό μας ακυρώνοντας σχέδια, με την ελπίδα ότι ο άλλος θα καταλάβει. Το αποτέλεσμα; Απομακρυνόμαστε και, σταδιακά, οδηγούμαστε στην απομόνωση.

Πώς να αντιδράσετε σε επαναλαμβανόμενο flaking;

Είναι φυσιολογικό να νιώθετε μια πικρία όταν σας ακυρώνουν την τελευταία στιγμή. Το κλειδί είναι να μην το παίρνετε πάντα προσωπικά καθώς δεν πρόκειται απαραίτητα για προσωπική απόρριψη. Μπορεί να αντανακλά μια εσωτερική κατάσταση του άλλου. Όλα άλλωστε είναι θέμα προτεραιοτήτων.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα αποδεχόμαστε όλα. Είναι απαραίτητο να θέσουμε σαφή όρια. Πρέπει να μπορούμε να πούμε ότι μας πληγώνει ή μας απογοητεύει όταν κάτι γίνεται συνεχώς, καθώς ακόμα και οι πιο χαλαροί δεσμοί χρειάζονται φροντίδα.

Από vita

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Μαΐου 2025

Στην Ιαπωνία, η λέξη «Johatsu» σημαίνει «εξάτμιση», αλλά δεν αναφέρεται στο νερό — αναφέρεται σε ανθρώπους, οι οποίοι «εξαφανίζονται» οικειοθελώς!

Είναι εκείνοι που αποφασίζουν να εξαφανιστούν οικειοθελώς, εγκαταλείποντας δουλειές, οικογένειες και την ίδια τους την ταυτότητα. Δεν πρόκειται για φυγάδες ή εγκληματίες, αλλά για άτομα που επιλέγουν μια ήσυχη, σχεδόν στοχαστική έξοδο από την καθημερινότητα.

Κάθε χρόνο, περίπου 80.000 άνθρωποι εξαφανίζονται με αυτόν τον τρόπο. Οι αιτίες; Από οικονομικά αδιέξοδα και κοινωνικές πιέσεις, μέχρι αποτυχίες σε εξετάσεις ή… ντροπή λόγω διαζυγίου. Ακόμα και η απλή ανάγκη για μια νέα αρχή.

Στην Ιαπωνία, η δημόσια έκθεση ή η ατίμωση μπορεί να είναι αφόρητες, και η εξαφάνιση θεωρείται για κάποιους λύση πιο «ανεκτή» από την ψυχοθεραπεία ή την αλλαγή πορείας.

Υπάρχουν μάλιστα ειδικές υπηρεσίες που διευκολύνουν αυτή τη φυγή. Οι λεγόμενοι «yonige-ya» – ειδικοί στη διακριτική διαφυγή – βοηθούν ανθρώπους να ξεκινήσουν από το μηδέν: νέα πόλη, νέο σπίτι, νέα ζωή. Όλα γίνονται με απόλυτη μυστικότητα, όπως ταιριάζει στην ιαπωνική κουλτούρα.

Το φαινόμενο αυτό είναι πολυδιάστατο και δύσκολα ερμηνεύσιμο. Οι Johatsu δεν θεωρούνται εξαφανισμένοι, αλλά άνθρωποι που διάλεξαν να ξαναγράψουν τη ζωή τους από την αρχή. Σε έναν κόσμο που παρακολουθεί τα πάντα, η εξαφάνιση μπορεί να μοιάζει με την απόλυτη ελευθερία.

Και αν ακούγεται σαν σενάριο ταινίας, για κάποιους Ιάπωνες είναι μια βαθιά προσωπική απελευθέρωση – μια ήσυχη απόδραση από τις ενοχές, τις προσδοκίες και τα βάρη της κοινωνίας.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Μαΐου 2025

Εικόνες time-lapse απαθανάτισαν για πρώτη φορά την στιγμή που η καρδιά ξεκινάει να σχηματίζεται στο σώμα ενός ζωντανού οργανισμού.

Τα πλάνα αποκαλύπτουν ότι τα καρδιακά κύτταρα σε ένα έμβρυο ποντικού αρχίζουν να οργανώνονται αυθόρμητα σε ένα σχήμα που μοιάζει με καρδιά, νωρίς στην ανάπτυξη. Οι επιστήμονες λένε ότι η τεχνική θα μπορούσε να προσφέρει νέες γνώσεις σχετικά με τις συγγενείς καρδιακές ανωμαλίες, οι οποίες επηρεάζουν σχεδόν ένα στα 100 μωρά

«Είναι η πρώτη φορά που καταφέρνουμε να παρακολουθήσουμε τα καρδιακά κύτταρα τόσο στενά, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης των θηλαστικών», δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, δρ Κένζο Ιβάνοβιτς του Ινστιτούτου Παιδικής Υγείας Great Ormond Street του University College του Λονδίνου. «Έπρεπε πρώτα να αναπτύξουμε αξιόπιστα τα έμβρυα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, από λίγες ώρες έως λίγες ημέρες, και αυτό που βρήκαμε ήταν εντελώς απροσδόκητο».

Οι εικόνες των αναπτυσσόμενων εμβρύων καταγράφηκαν με μια τεχνική που ονομάζεται προηγμένη μικροσκοπία φωτός. Αυτό επέτρεψε στους επιστήμονες να παρακολουθήσουν τα έμβρυα καθώς περνούσαν από ένα αναπτυξιακό ορόσημο γνωστό ως γαστριδίωση, όταν το έμβρυο αρχίζει να σχηματίζει διακριτές κυτταρικές γραμμές και αρχίζει να δημιουργεί τους βασικούς άξονες του σώματος, αναφέρει ο Guardian.

Λίγο αργότερα, τα καρδιακά μυϊκά κύτταρα οργανώνονται σε έναν μεγάλο σωλήνα που θα συνεχίσει να διαιρείται σε τμήματα που θα αποτελέσουν τελικά τα τοιχώματα και τις κοιλότητες. Στα μωρά με καρδιακά ελαττώματα, μπορεί να σχηματιστεί μια τρύπα κατά τη διάρκεια αυτής της

Χρησιμοποιώντας φθορίζοντες δείκτες, η ομάδα μάρκαρε τα καρδιακά μυϊκά κύτταρα που ονομάζονται καρδιομυοκύτταρα, κάνοντάς τα να λάμπουν με ξεχωριστά χρώματα. Στιγμιότυπα καταγράφηκαν κάθε δύο λεπτά επί 40 ώρες, δείχνοντας τα κύτταρα να κινούνται, να διαιρούνται και να σχηματίζουν ένα πρωτόγονο όργανο. Αυτό επέτρεψε στην ομάδα να δει πότε και πού εμφανίστηκαν στο έμβρυο τα πρώτα κύτταρα που δημιουργούν την καρδιά.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι νωρίς κατά τη διάρκεια της γαστριδίωσης (περίπου έξι ημέρες στην ανάπτυξη του εμβρύου ποντικού), τα κύτταρα που συμβάλλουν αποκλειστικά στην καρδιά εμφανίστηκαν γρήγορα και συμπεριφέρθηκαν με ιδιαίτερα οργανωμένους τρόπους. Αντί να κινούνται τυχαία, άρχισαν να ακολουθούν διακριτές διαδρομές, είτε συμβάλλοντας στις κοιλίες (τους θαλάμους άντλησης της καρδιάς) είτε στους κόλπους (όπου το αίμα εισέρχεται στην καρδιά από το σώμα και τους πνεύμονες).

«Τα ευρήματά μας αποδεικνύουν ότι ο καθορισμός της καρδιακής μοίρας και η κατευθυνόμενη κίνηση των κυττάρων μπορεί να ρυθμίζονται πολύ νωρίτερα στο έμβρυο από ό,τι δείχνουν τα τρέχοντα μοντέλα», δήλωσε ο Ιβάνοβιτς. «Αυτό αλλάζει ριζικά την κατανόησή μας για την καρδιακή ανάπτυξη δείχνοντας ότι αυτό που φαίνεται να είναι χαοτική κυτταρική μετανάστευση, στην πραγματικότητα διέπεται από κρυφά πρότυπα που εξασφαλίζουν τον κατάλληλο σχηματισμό της καρδιάς».

Η ομάδα δήλωσε ότι οι γνώσεις θα μπορούσαν να προωθήσουν την κατανόηση και τη θεραπεία των συγγενών καρδιακών ανωμαλιών και να επιταχύνουν την πρόοδο στην ανάπτυξη καρδιακού ιστού στο εργαστήριο για χρήση στην αναγεννητική ιατρική.

Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο Εmbo Journal

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Μαΐου 2025

Λένε πως η ευγένεια δεν κοστίζει τίποτα, όμως το να είστε ευγενικοί απέναντι στο ChatGPT κοστίζει στην εταιρεία εκατομμύρια.

Το να λένε οι χρήστες «παρακαλώ» και «ευχαριστώ» στο chatbot της OpenAi έχει εκτοξεύσει το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας της τεχνολογικής εταιρείας, σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο, Σαμ Όλτμαν.

Αν και κάποιοι δεν μπαίνουν στον κόπο να είναι ευγενικοί όταν μιλούν με την τεχνητή νοημοσύνη, υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων που φροντίζει να είναι ευγενικό.

Και δεδομένου ότι ο Όλτμαν αποκάλυψε πρόσφατα πως η λειτουργία μνήμης του ChatGPT έχει «βελτιωθεί σημαντικά» ώστε να μπορεί να θυμάται όλες τις προηγούμενες συνομιλίες σου, ίσως τελικά δεν είναι κακή ιδέα…

Δηλαδή, το τελευταίο πράγμα που θα θέλατε είναι ένα ρομπότ να σας θυμάται ως αγενή, σωστά;

Φαίνεται πως αυτή είναι η άποψη της συντριπτικής πλειοψηφίας των Βρετανών, καθώς έρευνα που πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο έδειξε ότι το 71% των ανθρώπων στο Ηνωμένο Βασίλειο κάνουν επιπλέον προσπάθεια για να είναι ευγενικοί όταν συνομιλούν με το ChatGPT.

Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι και πραγματοποιήθηκε από το Tech Radar’s Future, έδειξε ότι όσοι παραλείπουν τις ευγένειες το κάνουν με την πρόθεση να είναι όσο το δυνατόν πιο συνοπτικοί.

Ανάμεσα σε διάφορους άλλους λόγους, το 12% των ανθρώπων παραδέχτηκαν ότι κάνουν επιπλέον προσπάθεια για να χρησιμοποιούν καλούς τρόπους λόγω του φόβου για μελλοντικές συνέπειες.

Σε μια ανάρτηση στο X την περασμένη εβδομάδα, ο Όλτμαν αποκάλυψε ότι αυτό κοστίζει στην εταιρεία «δέκα εκατομμύρια δολάρια» λόγω της επιπλέον κατανάλωσης ενέργειας.

Η αποκάλυψη ήρθε όταν χρήστης των κοινωνικών μέσων είχε μοιραστεί ένα tweet, εξηγώντας ότι θα ήθελε να υπολογίσει το κόστος της ευγένειας των χρηστών στην εταιρεία.

Η ανάρτηση έγραφε: «Αναρωτιέμαι πόσα χρήματα έχει χάσει η OpenAI σε κόστος ηλεκτρικής ενέργειας από το ότι οι άνθρωποι λένε «παρακαλώ» και «ευχαριστώ» στα μοντέλα τους.»

Η ανάρτηση πήρε χιλιάδες retweets καθώς και 182.000 likes, οπότε φαίνεται ότι αυτή η απορία απασχολεί και άλλους χρήστες.

Ευτυχώς, ο Όλτμαν μπήκε στη συζήτηση για να αποκαλύψει τη χρέωση που συνοδεύει την ευγένεια των χρηστών για όλη τη σκληρή δουλειά του ChatGPT.

Απαιτεί τεράστια ποσότητα ενέργειας για να λειτουργεί αποδοτικά το chatbot τεχνητής νοημοσύνης, και εκτιμάται ότι χρησιμοποιούνται έως και 0,14 κιλοβατώρες (kWh) ενέργειας για κάθε σύντομη απάντηση που παράγει.

Αυτό ισοδυναμεί με το να κρατάς αναμμένους 14 λαμπτήρες LED για μία ώρα, εάν αναρωτιόσουν —αλλά φαντάσου πόσο συγκεντρώνεται αυτό όταν το ChatGPT δημιουργεί δισεκατομμύρια από αυτές τις απαντήσεις κάθε μέρα.

Ωστόσο, φαίνεται ότι ο Όλτμαν πιστεύει πως η ευγένεια αξίζει τα χρήματα, επειδή επιτρέπει στην τεχνολογία να συνεχίσει να εξελίσσεται και να γίνεται όλο και πιο προηγμένη.

Ειδήσεις Σή
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Απριλίου 2025

Σιω­πή

Πα­ρά­θυ­ρο κλει­στό
το πρό­σω­πό σου
και οι ρυ­τί­δες,
που το μέ­τω­πό σου χά­ρα­ζαν,
γρίλ­λιες μι­σα­νοιγ­μέ­νες.
Έσκυ­ψα τά­χα
για να πά­ρω ένα φι­λί
κι εί­δα το λο­γι­σμό σου
ένα­στρο οὐρα­νό.

Από­πει­ρες φω­τός
, 1966

Η ποί­η­ση

                        J’ai pétri de la boue et j’en ai fait de l’or.
Charles Baudelaire, «Bribes»

Η ποί­η­ση εί­ναι ένα πο­τή­ρι αδεια­νό
που το γε­μί­ζου­με με το αί­μα μας.
Ύστε­ρα το προ­σφέ­ρου­με στους άλ­λους
ή δεν το προ­σφέ­ρου­με αλ­λά μας το παίρ­νουν
και το μυ­ρί­ζουν και το δο­κι­μά­ζουν
και μι­λού­νε για το χρώ­μα του
και ανα­λύ­ου­νε στο μι­κρο­σκό­πιο τη σύν­θε­σή του
και το τα­ξι­νο­μού­νε σε ομά­δες
και βρί­σκου­νε συ­χνά μι­κρό­βια
και μας κα­τα­δι­κά­ζουν.
Η ση­μα­σία βέ­βαια εί­ν’ αλ­λού·
η αι­μορ­ρα­γία να συ­ντε­λεί­ται
κι ό,τι θέ­λει ας λέ­ει η επι­στή­μη τους.
Ο ποι­η­τής δεν εί­ναι αστρο­νό­μος
μα αστρο­λό­γος·
τ’ άστρα τον εν­δια­φέ­ρουν μό­νο
για τη δύ­να­μή τους πά­νω στη ζωή
τον έρω­τα ή το θά­να­το·
κι­νεί­ται μες στη μαγ­γα­νία
κι ανα­μει­γνύ­ο­ντας βο­τά­νια μα­γι­κά,
ευ­χές, ξόρ­κια και δη­λη­τή­ρια
φτιά­χνει το ατί­μη­το χρυ­σά­φι
που εί­ναι αδύ­να­το οι άλ­λοι
να το κά­νου­νε νο­μί­σμα­τα.

[ Τρα­πέ­ζι ]

Η´

Εί­μ᾽ ένα ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τί­πο­τ᾽ άλ­λο
Κά­πο­τε θά ᾽μουν οπωσ­δή­πο­τε ένα δέ­ντρο
Όμως τι δέ­ντρο δεν θυ­μά­μαι
Η πλά­νη το πριό­νι τα καρ­φιά και τα βερ­νί­κια
–ω Θεέ μου πό­σ᾽ απα­νω­τά βερ­νί­κια–
Μπο­ρούν να ξε­κου­τιά­νουν και το πιο γε­ρό μνη­μο­νι­κό
Εί­μ᾽ ένα ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τί­πο­τ᾽ άλ­λο
Πα­λιό πα­μπά­λαιο και για τού­το απα­νω­τά βερ­νι­κω­μέ­νο
Για να μη δεί­χνει η ηλι­κία μου και το σα­κά­τε­μά μου
Για να δια­τη­ρη­θεί η αξιο­πρέ­πεια των κα­τό­χων μου
Για τη δι­κή μου ποιος σκο­τί­ζε­ται
Δε­κά­ρα εγώ δεν δί­νω για ανώ­φε­λες γυα­λά­δες
Η μό­νη μου φρο­ντί­δα εί­ναι ν᾽ ἀντέ­ξω
Στο βά­ρος των αγκώ­νων τους και στις γρο­θιές τους
Να σφί­ξω τις αρ­θρώ­σεις μου να μην πα­ρα­πα­τώ
Να πνί­ξω μέ­σα μου να μην τ᾽ ακού­σουν το τρί­ξι­μο του σα­ρα­κιού
Ν᾽ απο­μα­κρύ­νω έτσι όσο γί­νε­ται την ώρα της φω­τιάς

Κ´

Η νύ­χτα με τρο­μά­ζει απ᾽ το πρωί
Ο φό­βος μου τη στή­νει εμπρός μου
Ο ήλιος ανα­τέλ­λει όμως η σκέ­ψη της
Δεν βγαί­νει απ᾽ το μυα­λό μου ώρες πολ­λές
Πριν σκο­τει­νιά­σει ανά­βω όλα τα φώ­τα

Σχή­μα­τα απου­σί­ας, 1973

Ετού­τος ο κα­θρέ­φτης ]

ΙΖ΄

Ετού­τος ο κα­θρέ­φτης ο πα­λιός
Έχει φθα­ρεί από την επα­φή
Με τό­σα πρό­σω­πα
Θά­μπω­σε γέ­μι­σε απο­τυ­πώ­μα­τα
Μα­τιών που κά­πο­τε κοι­τά­χτη­καν
Μες στο γυα­λί του μ’ έκ­πλη­ξη
Ή θαυ­μα­σμό ή χα­ρά ή θλί­ψη
Χεί­λια και δά­χτυ­λα σαν νε­κροί νάρ­κισ­σοι
Μες στο θα­μπό νε­ρό του αδύ­να­το να κοι­τα­χτείς
Χω­ρίς τον κίν­δυ­νο να μπερ­δευ­τείς
Και να πι­στέ­ψεις για πρό­σω­πό σου
Έν’ άλ­λο πρό­σω­πο ή το συ­νταί­ρια­σμα
Από πα­ρά­ται­ρα κομ­μά­τια
Και να χα­θείς μέ­σα σε τού­το το λα­βύ­ριν­θο
Μορ­φών που ήταν κά­πο­τε
Και να μην εί­σαι πια

Με­τα­μορ­φώ­σεις, 1974

Εί­μαι η λυ­κο­πα­γί­δα ]

γ΄

Εί­μαι η λυ­κο­πα­γί­δα κι εί­μαι ο λύ­κος
που πιά­στη­κε σ’ αυ­τή
Κα­νέ­νας δεν το βλέ­πει δεν το ξέ­ρει
Ού­τε εκεί­νοι που με χαι­ρε­τούν από μα­κριά
Ού­τε αυ­τοί που μ’ αγκα­λιά­ζουν ή μου σφίγ­γου­νε το χέ­ρι
Τό­σο έντε­χνα έχω πνί­ξει μέ­σα μου το ουρ­λια­χτό
Του θριάμ­βου το ουρ­λια­χτό του πό­νου

Κυ­κλο­φο­ρώ ανά­με­σά τους μ’ άνε­ση φο­ρώ­ντας
Το πιο αδιά­φο­ρο χα­μό­γε­λο το πιο κα­θη­μερ­νό
Ενώ οι δα­γκά­νες μου χώ­νο­νται βα­θιά
Όλο και πιο βα­θιά μες στα πλευ­ρά μου

Τύ­ποι ήλων, 1978

Βρο­χή ]

ΠΑΡΑ ΕΝΑ ΔΩΔΕΚΑ ΜΑΓΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΙΙ

Η βρο­χή κρύ­ω­νε έξω, στο δρό­μο. Χτυ­πού­σε το τζά­μι και φώ­να­ζε, κρυώ­νω. Ήτα­νε, πράγ­μα­τι, χει­μώ­νας.
Το τζά­μι τη λυ­πή­θη­κε, της άνοι­ξε, την έβα­λε μες στο δω­μά­τιο; Εί­σαι τρε­λό.
Μα εί­ναι βρο­χή δω­μα­τί­ου, εί­πε ήρε­μα το τζά­μι, δεν ακούς τι ωραία που ηχεί πά­νω στο πά­τω­μα, πά­νω στο τρα­πέ­ζι, πά­νω στο μέ­τω­πό σου; Εί­ναι βρο­χή δω­μα­τί­ου.

Τα δέ­ντρα ]

ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Θα ᾽ρ­θει μια μέ­ρα που τα δέ­ντρα θα μι­σή­σουν την αχα­ρι­στία των αν­θρώ­πων και θα στα­μα­τή­σουν να πα­ρά­γουν ίσκιο, θρο­ΐ­σμα­τα κι οξυ­γό­νο. Θα πά­ρου­νε τις ρί­ζες τους και θα φύ­γουν. Με­γά­λες τρύ­πες θα μεί­νου­νε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέ­ντρα. Όταν οι άν­θρω­ποι κα­τα­λά­βου­νε τι έχα­σαν, θα πά­νε και θα κλά­ψου­νε πι­κρά πά­νω απ᾽ αυ­τές τις τρύ­πες. Πολ­λοί θα πέ­σου­νε μέ­σα. Τα χώ­μα­τα θα τους σκε­πά­σουν. Κα­νείς δεν θα φυ­τρώ­σει.

[Τα έπι­πλα]

Ποιος να του τό ᾽λε­γε ότι τα έπι­πλά του θα γί­νο­νταν μια μέ­ρα τέ­τοια τέ­ρα­τα… Το τρα­πέ­ζι του έβγα­λε φύλ­λα, η ντου­λά­πα του κα­τα­βρό­χθι­σε όλα του τα κο­στού­μια, το κο­μό του έγι­νε ένας πο­λύ­στο­μος δρά­κος· κά­θε συρ­τά­ρι του κι ένα αδη­φά­γο στό­μα· πά­νε τα σώ­βρα­κά του όλα, πά­νε τα που­κά­μι­σά του, πά­νε και τα χέ­ρια του· τά ᾽χα­σε ψά­χνο­ντας μέ­σα σ᾽ αυ­τά τα φρι­χτά συρ­τά­ρια.
Τώ­ρα, γυ­μνός κι ανά­πη­ρος, στέ­κε­ται στη μέ­ση του δω­μα­τί­ου του, χα­μέ­νος. Δεν ξέ­ρει τι να κά­νει, που να πά­ει. Τον πιά­νει το πα­ρά­πο­νο. Κλαί­ει.

[Σαν τον τυ­φλό]

ΚΔ´

Σαν τον τυ­φλό μπρο­στά στον κα­θρέ­φτη
Σαν τον τυ­φλό που ζη­τά­ει επί­μο­να την μπλε γρα­βά­τα και το γκρί­ζο κο­στού­μι του
Σαν τον τυ­φλό που χα­μο­γε­λά μπρο­στά στη φω­το­γρα­φι­κή μη­χα­νή
Σαν τον άσπρο τυ­φλό που μι­σεί τους μαύ­ρους
Σαν τον τυ­φλό που λα­τρεύ­ει τις ξαν­θές γυ­ναί­κες
Σαν τον τυ­φλό που χαϊ­δεύ­ει τις λέ­ξεις
Που αγ­γί­ζει τη λέ­ξη φλό­γα και καί­γε­ται
Που αγ­γί­ζει τη λέ­ξη μα­χαί­ρι και κό­βε­ται
Που αγ­γί­ζει τη λέ­ξη ρώ­γα και γλυ­καί­νο­νται οι ρώ­γες των δα­χτύ­λων του
Που αγ­γί­ζει τη λέ­ξη μα­στός και γε­μί­ζουν οι χού­φτες του γά­λα
Που αγ­γί­ζει τη λέ­ξη θά­να­τος και μου­διά­ζει το χέ­ρι του
Σαν τον τυ­φλό που αγκα­λιά­ζει το φο­νιά του, θαρ­ρώ­ντας τον φί­λο του, και νιώ­θει το λά­θος του μα­ζί με το μα­χαί­ρι στην καρ­διά
Σαν τον τυ­φλό που πο­τέ του δεν έτρε­ξε, ακό­μα κι όταν άνοι­γαν όλοι οι κρου­νοί του ου­ρα­νού, ακό­μα κι όταν στί­φη οχη­μά­των χυ­μού­σαν κα­τα­πά­νω του
Σαν τον τυ­φλό που κρε­μά­ει ζω­γρα­φιές στους τοί­χους του και γε­μί­ζει λου­λού­δια το σπί­τι του και τις νύ­χτες όλες τις λά­μπες
Σαν τον τυ­φλό που επι­μέ­νει να τρα­γου­δά το φά­ος ἡελί­οιο, αυ­τό το φως που πο­τέ του δεν γνώ­ρι­σε και πο­τέ του δεν έπα­ψε να υπε­ρα­σπί­ζε­ται σαν μο­νά­κρι­βο κτή­μα του
Τέ­τοιος εγώ

Λε­κτι­κά το­πία, 1986

Αν όπως λέ­νε ]

Αν, όπως λέ­νε, το χαρ­τί φτιά­χνε­ται από ξύ­λο, ετού­το το δω­μά­τιο, που γέ­μι­σε χαρ­τιά κου­βα­ρια­σμέ­να, εί­ν’ ένα τσα­λα­κω­μέ­νο δά­σος κι η γά­τα που πλα­νιέ­ται μέ­σα του, ερε­θι­σμέ­νη απ’ τους τριγ­μούς του, εί­ναι μια τί­γρη σ’ ανα­ζή­τη­ση θη­ρά­μα­τος.
Όσο για τα ποι­ή­μα­τα, μες στα κου­βά­ρια των χαρ­τιών, εί­ναι που­λιά που πέ­θα­ναν πριν μά­θουν να πε­τά­νε.

[ Γέ­ρα­σες ]

Γέ­ρα­σες, φί­λε, και βου­βά­θη­καν τα μά­τια σου, δεν τρα­γου­δά­νε πια, όπως πρώ­τα, δεν μι­λούν, δεν ψι­θυ­ρί­ζουν καν. Δυό σκο­τει­νά πα­ρά­θυ­ρα τα μά­τια σου, χτι­σμέ­να, και πια δεν φτά­νει ώς εμέ­να η μέ­σα μου­σι­κή σου. Υπάρ­χει, αλή­θεια, ακό­μα αυ­τή η μέ­σα μου­σι­κή ή μή­πως εί­σαι ώς εκεί χτι­σμέ­νος, ώς τα μύ­χια της ψυ­χής σου, πλή­ρης σιω­πής και συ­μπα­γής σαν πέ­τρι­νο άγαλ­μα;

Εσω­τι­κά το­πία, 1991

Οι μέ­ρες του περ­νούν ]

Οι μέ­ρες του περ­νούν δί­χως να έρ­χο­νται. Αυ­τός, ωστό­σο, εί­ν’ εκεί και τις προ­σμέ­νει· έν’ αδεια­νό ορί­ζο­ντα κοι­τώ­ντας, καρ­τε­ρεί να υπο­δε­χτεί τις μέ­ρες που, χω­ρίς να φτά­νουν, έχουν κιό­λας φύ­γει.
Το πα­ρελ­θόν αυ­ξά­νει ιλιγ­γιω­δώς, το πα­ρελ­θόν ενός αβί­ω­του πα­ρό­ντος· οι ανα­μνή­σεις μί­ας άζω­ης ζω­ής σω­ρεύ­ο­νται, αδιά­κο­πα, και τον συν­θλί­βουν.

[Ια­νουά­ριος]

Ια­νουά­ριος; Φε­βρουά­ριος; Δευ­τέ­ρα ή Τρί­τη; Ή, μή­πως, Πέμ­πτη; Δώ­δε­κα, πά­ντως, πα­ρά εί­κο­σι. Μπο­ρεί να έχει χά­σει τον ρου ετών, μη­νών και ημε­ρών, αλ­λ᾽ έχει από­λυ­τα στοι­χεία για τις ώρες, τα λε­πτά, τα δευ­τε­ρό­λε­πτα· η μνή­μη του έχει ατο­νή­σει, μες στη μο­να­ξιά, όχι όμως και του ρο­λο­γιού η μπα­τα­ρία.
Σέρ­νε­ται στον κα­θρέ­φτη μπρος, κοι­τά­ζε­ται. Τι ηλι­κία νά ᾽χει, τά­χα, ανα­ρω­τιέ­ται. Δώ­δε­κα πα­ρά εί­κο­σι, οπωσ­δή­πο­τε· δώ­δε­κα πα­ρά εί­κο­σι και κά­τι· και νύ­χτα, νύ­χτα οπωσ­δή­πο­τε.

Μό­νο η σιω­πή ]

Μό­νο η σιω­πή, η από­λυ­τη σιω­πή προ­σφέ­ρε­ται για τη χα­μη­λό­φω­νη συ­νο­μι­λία των πραγ­μά­των που, κά­τω από άλ­λες, ηχη­ρές συν­θή­κες, ού­τ’ ένα νεύ­μα δεν μπο­ρούν να ανταλ­λά­ξουν, για­τ’ εί­ν’ ευαί­σθη­τα τα πράγ­μα­τα στον ήχο και δεν απο­κα­λύ­πτουν την ψυ­χή τους εν μέ­σω οιου­δή­πο­τε θο­ρύ­βου.
Σφαλ­νά τις πόρ­τες, τα πα­ρά­θυ­ρα, τα μά­τια, εξώ­νει από το χώ­ρο ήχο και φως. Ακί­νη­τος, σε μια γω­νιά, και σιω­πη­λός, γί­νε­ται κοι­νω­νός των μυ­στι­κών τους, γί­νε­ται κι αυ­τός πράγ­μα δι­κό τους· κα­λό­γε­ρος με λί­γα ρού­χα κρε­μα­σμέ­να πά­νω του.

Ο ακί­νη­τος δρο­μέ­ας, 1996

[Το τη­λέ­φω­νο]

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ

Δύ­σκο­λη η ζωή, κή­πος που για να θάλ­λει θέ­λει αδιά­κο­πη φρο­ντί­δα: σκά­λι­σμα και βο­τά­νι­σμα και πό­τι­σμα και ψέ­κα­σμα… Και με αμ­φί­βο­λο, βε­βαί­ως, απο­τέ­λε­σμα, αφού το λά­θος το πα­ρα­μι­κρό, μια ξαφ­νι­κή αλ­λα­γή στις και­ρι­κές συν­θή­κες, ένας απρό­σμε­νος εχθρός, ένα αό­ρα­το πα­ρά­σι­το, μπο­ρούν να ακυ­ρώ­σουν κά­θε σου προ­σπά­θεια και άκαρ­ποι να μεί­νου­νε οι κό­ποι σου.
Δύ­σκο­λη η ζωή κι απλού­στα­τος ο θά­να­τος, αυ­τή η έρη­μος που τί­πο­τε από σέ­να δεν ζη­τά, που πε­ρι­μέ­νει απλώς να την δια­νύ­σεις.

Χτυ­πά­ει το τη­λέ­φω­νο, χτυ­πά­ει και ξα­να­χτυ­πά­ει· δεν το ση­κώ­νω, όχι, δεν πρό­κει­ται να το ση­κώ­σω· ποιος ξέ­ρει τι και­νούρ­γιες συμ­φο­ρές θα μου αναγ­γεί­λει; Πέ­θα­νε αυ­τός, πέ­θα­ν᾽ εκεί­νος, ο τά­δε βη­μα­τί­ζει με βη­μα­το­δό­τη, ο δεί­να δεν μπο­ρεί το σπί­τι του να βρει κι ο Ερυ­θρός Σταυ­ρός τον ψά­χνει. Εί­ναι η γε­νιά μου που αρ­χί­ζει να θο­λώ­νει και να σβή­νει. Έτσι που πά­ει το πράγ­μα, θα μά­θω, σύ­ντο­μα, και το δι­κό μου θά­να­το από τη­λε­φώ­νου.
Χτυ­πά­ει το τη­λέ­φω­νο, χτυ­πά­ει και ξα­να­χτυ­πά­ει· δεν το ση­κώ­νω, όχι· θα το βγά­λω από την πρί­ζα, θα βγω από τον κα­τά­λο­γο του ΟΤΕ· δεν πρό­κει­ται να πα­ρα­μεί­νω εγώ συν­δρο­μη­τής θα­νά­των.