
Δ Ε Ι Τ Ε Ε Δ Ω : el_fotografo_era_pintor
Εὐτυχισμένος ἂν στὸ ξεκίνημα, ἔνιωθε γερὴ τὴν ἁρμα-
τωσιὰ μιᾶς ἀγάπης, ἁπλωμένη μέσα στὸ κορμί του,
σὰν τὶς φλέβες ὅπου βουίζει τὸ αἷμα.
Μιᾶς ἀγάπης μὲ ἀκατέλυτο ρυθμό, ἀκατανίκητης σάν τὴ
μουσικὴ καὶ παντοτινῆς
γιατὶ γεννήθηκε ὅταν γεννηθήκαμε καὶ σὰν πεθαίνουμε,
ἂν πεθαίνει, δὲν τὸ ξέρουμε οὔτε ἐμεῖς οὔτε ἄλλος
κανείς.
Παρακαλῶ τὸ θεὸ νὰ μὲ συντρέξει νὰ πῶ, σὲ μιὰ στιγμὴ
μεγάλης εὐδαιμονίας, ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀγάπη·
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος ἀπὸ τὴν ξενιτιά, κι ἀκούω
τὸ μακρινὸ βούισμά της, σὰν τὸν ἀχὸ τῆς θάλασσας
ποὺ ἔσμιξε μὲ τὸ ἀνεξήγητο δρολάπι.
Καὶ παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι καὶ πάλι, τὸ φάν-
τασμα τοῦ Ὀδυσσέα, μὲ μάτια κοκκινισμένα ἀπὸ τοῦ
κυμάτου τὴν ἁρμύρα
κι ἀπὸ τὸ μεστωμένο πόθο νὰ ξαναδεῖ τὸν καπνὸ ποὺ
βγαίνει ἀπὸ τὴ ζεστασιὰ τοῦ σπιτιοῦ του καὶ τὸ σκυλί
του ποὺ γέρασε προσμένοντας στὴ θύρα.
Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ἀνάμεσα στ᾿ ἀσπρισμένα
του γένια, λόγια τῆς γλώσσας μας, ὅπως τὴ μιλοῦσαν
πρὶν τρεῖς χιλιάδες χρόνια.
Ἁπλώνει μία παλάμη ροζιασμένη ἀπὸ τὰ σκοινιὰ καὶ τὸ
δοιάκι, μὲ δέρμα δουλεμένο ἀπὸ τὸ ξεροβόρι ἀπὸ τὴν
κάψα κι ἀπὸ τὰ χιόνια.
Θἄ ῾λεγες πὼς θέλει νὰ διώξει τὸν ὑπεράνθρωπο Κύκλωπα
ποὺ βλέπει μ᾿ ἕνα μάτι, τὶς Σειρῆνες ποὺ σὰν τὶς ἀ-
κούσεις ξεχνᾶς, τὴ Σκύλλα καὶ τὴ Χάρυβδη ἀπ᾿ ἀνά-
μεσό μας·
τόσο περίπλοκα τέρατα, ποὺ δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ στοχα-
στοῦμε πὼς ἦταν κι αὐτὸς ἕνας ἄνθρωπος ποὺ πά-
λεψε μέσα στὸν κόσμο, μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα.
Εἶναι ὁ μεγάλος Ὀδυσσέας· ἐκεῖνος ποὺ εἶπε νὰ γίνει τὸ
ξύλινο ἄλογο καὶ οἱ Ἀχαιοὶ κερδίσανε τὴν Τροία.
Φαντάζομαι πῶς ἔρχεται νὰ μ᾿ ἀρμηνέψει πῶς νὰ φτιάξω
κι ἐγὼ ἕνα ξύλινο ἄλογο γιὰ νὰ κερδίσω τὴ δική μου
Τροία.
Γιατὶ μιλᾶ ταπεινὰ καὶ μὲ γαλήνη, χωρὶς προσπάθεια,
λὲς μὲ γνωρίζει σὰν πατέρας
εἴτε σὰν κάτι γέρους θαλασσινούς, ποὺ ἀκουμπισμένοι στὰ
δίχτυα τους, τὴν ὥρα ποὺ χειμώνιαζε καὶ θύμωνε ὁ
ἀγέρας,
μοῦ λέγανε, στὰ παιδικά μου χρόνια, τὸ τραγούδι τοῦ
Ἐρωτόκριτου, μὲ τὰ δάκρυα στὰ μάτια·
τότες ποὺ τρόμαζα μέσα στὸν ὕπνο μου ἀκούγοντας τὴν
ἀντίδικη μοίρα τῆς Ἀρετῆς νὰ κατεβαίνει τὰ μαρμα-
ρένια σκαλοπάτια.
Μοῦ λέει τὸ δύσκολο πόνο νὰ νιώθεις τὰ πανιὰ τοῦ καρα-
βιοῦ σου φουσκωμένα ἀπὸ τὴ θύμηση καὶ τὴν ψυχή
σου νὰ γίνεται τιμόνι.
Καὶ νἄ ῾σαι μόνος, σκοτεινὸς μέσα στὴ νύχτα καὶ ἀκυβέρ-
νητος σὰν τ᾿ ἄχερο στ᾿ ἁλώνι.
Τὴν πίκρα νὰ βλέπεις τοὺς συντρόφους σου καταποντι-
σμένους μέσα στὰ στοιχεῖα, σκορπισμένους: ἕναν-
ἕναν.
Καὶ πόσο παράξενα ἀντρειεύεσαι μιλώντας μὲ τοὺς πεθα-
μένους, ὅταν δὲ φτάνουν πιὰ οἱ ζωντανοὶ ποὺ σοῦ
ἀπομέναν.
Μιλᾶ… βλέπω ἀκόμη τὰ χέρια του ποὺ ξέραν νὰ δοκιμά-
σουν ἂν ἦταν καλὰ σκαλισμένη στὴν πλώρη ἡ γορ-
γόνα
νὰ μοῦ χαρίζουν τὴν ἀκύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα
στὴν καρδιὰ τοῦ χειμῶνα.
Λίγο ἀκόμα
Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν.
Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν,
νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο
κι ἡ θάλασσα νὰ κυματίζει.
Λίγο ἀκόμα, νὰ σηκωθοῦμε
λίγο ψηλότερα.
Πυθαγόρας ο πρώτος Διδάσκαλος της Αυτογνωσίας (580-500 π.Χ.)Ο μύστης αυτός επέβαλε πρακτικά στους μαθητές του την άσκηση της αυτογνωσίας.
Κατά τον Ιάμβλιχο (του Γ’ μ.Χ. αιώνα), οι μαθητές του ήσαν:
Οι ακουστικοί (άκουγαν μόνο, δεν ρωτούσαν τίποτε, δεν έλεγαν τίποτε).
Οι μαθηματικοί (η φιλοσόφηση γινόταν με αριθμούς, ως σύμβολα ερμηνευόμενα).
Οι φυσικοί (ανώτερου βαθμού, εισάγονταν σε πληρέστερη γνώση της φύσης και των όντων) και
Η τέταρτη τάξη: αυτοί που κατείχαν την ανώτατη μύηση και γνώση.
Ασκούντο σε μυστηριακές αρετές, πρώτα της σιγής (να σιωπούν) και της εχεμύθειας (να κρατούν απόλυτα μυστικά απ’ τους άλλους ό,τι άκουγαν ή διδάσκονταν και μάθαιναν). Μ’ αυτά κατόρθωναν τη θεληματική χρήση του Νου, ηρεμία, αταραξία, αυτόβουλη κατεύθυνση της σκέψης, όπου η ηθική και η λογική απαιτούν και όχι όπου το συναίσθημα (η συγκίνηση) και η τυχαία παρόρμηση απ’ τους ερεθισμούς. Επιδίωκαν και την καταστολή των ορμών, των επιθυμιών, των ορέξεων και γενικά των παθών και όλων όσων αποτελούν εμπόδιο στην αυτογνωσία.
Επέβαλλε έπειτα ο Πυθαγόρας στους μαθητές του να εφαρμόζουν στη ζωή τους τις αρετές:
α) της ευσέβειας. “Θεόν τίμα, πρώτα και σέβου”.
β) της ευορκίας. “Σέβου όρκον” που θα πει συνέπεια και ακριβή τήρηση του όρκου που δόθηκε, αλλά και κάθε υπόσχεσης.
γ) τιμή προς τους γονείς. “Τους γονείς τίμα”.
δ) της εγκράτειας. “Ειθίζεο, γαστρός μεν πρώτιστα και ύπνου, λαγνείας, θυμού…”, δηλ. να συνηθίζεις να κυριαρχείς στις επιθυμίες πρώτα, πρώτα του φαγητού και του ποτού, του ύπνου, των αφροδισίων, της οργής (θυμού). Απόφευγε τις αισχρές πράξεις και με άλλους και μόνος.
ε) της δικαιοσύνης. “Δικαιοσύνην ασκείν έργω τε λόγω τε”.
στ) να γνωρίζουν ότι πεπρωμένο είναι όλοι ανεξαιρέτως να πεθαίνουν. `Αρα να είναι πάντα έτοιμοι, αγνοί και ενάρετοι. “Γνώθι θανέειν, πέπρωται άπασι”.
ζ) της λιτότητας. “Υγείας της περί το σώμα χρη έχειν· αλλά μέτρον (το κανονικό ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο) ποτού, σίτου, γυμνασίων”. `Αριστη συμβουλή και προτροπή.
η) η ελευθερία, μεγάλο αγαθό· αρετή η διαφύλαξή της. “Μηδέ ανελεύθερον ίσθι· επί πάσι μέτρον άριστον”.
θ) δια της προσευχής κατάκτησε μεγάλες δυνάμεις. Αλλά αναλάμβανε με θάρρος το έργο αφού προσευχηθείς στο Θεό να σε βοηθήσει να τελειώσεις. “Αλλ’ έρχου επ’ έργον θεοίσιν επευξάμενος τελέσαι”.
ι) Δια της καθάρσεως του σώματος και της ψυχής σώζεται το Εγώ.
ια) συνεχής επιδίωξη της φρόνησης. “Ηνίοχον γνώμιν στήσας καθύπερθεν αρίστην” δηλ. πάνω απ’ όλα ας έχεις άριστο κυβερνήτη το νου.
Το κορύφωμα όμως της πρακτικής εφαρμογής της αυτογνωσίας απ’ τους Πυθαγόρειους κατορθωνόταν με τον αυτοέλεγχο κάθε βράδυ πριν τον ύπνο με τα πολυθρύλητα τρία ερωτήματα: Οι περίφημοι αυτοί στίχοι των “χρυσών επών” (στίχ. 40-45) έχουν ως εξής:
“Μηδ’ ύπνον μαλακοίσιν επ’ όμμασι προσδέξασθαι. Πριν των ημερινών έργων λογίσασθαι έκαστον·΄Πη παρέβην; Τι δ’ έρεξα; Τι μοι δέον ούκ ετελέσθη; Αρξάμενος δ’ από πρώτου επέξιθι και μετέπειτα. Δεινά μεν εκπρήξας επιπλήσσεο· χρηστά δε τέρπου. Ταύτα πόνει· ταύτ’ εκμελέτα· τούτων χρη εράν σε”.
Δηλ. κατά πιστή και κατά λέξη μετάφρασή μας: μη δεχθείς ποτέ στα μάτια σου τον ύπνο πριν εξετάσεις προσεκτικά ένα ένα τα έργα της ημέρας εκείνης ρωτώντας τον εαυτό σου: σε ποια έσφαλα; Τι καλό έκανα; Τι έπρεπε να κάνω και το παρέλειψα;
Αφού αρχίσεις από το πρώτο έργο της ημέρας προχώρα μέχρι το τελευταίο. Έπειτα από τον έλεγχο να επιπλήττεις (καταδικάζεις) τον εαυτό σου για τις κακές πράξεις για δε τις καλές να ευχαριστιέσαι ολόψυχα. Μ’ αυτά ασχολήσου, αυτά μελέτα με προσοχή, αυτά είναι ανάγκη να αγαπήσεις με ζήλο.
AΠΟ yahoo.gr
Τα ρουγκατσάρια
Η Ελλάδα είναι πλούσια σε έθιμα των Φώτων. Ρουγκατασάρια, αράπηδες, καμήλες, μπαμπόγεροι, μωμόγεροι, φωταράδες είναι κάποια από τα έθιμα που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα και τις διονυσιακές γιορτές αλλά και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και αναβιώνουν κάθε χρόνο τις ημέρες των Θεοφανίων. Στη Θεσσαλία ανήμερα των Θεοφανίων αναβιώνουν τα ρουγκάτσια (ρουγκατσάρια). Αυτά αποτελούνταν από ομάδες (10 – 15 μεταμφιεσμένων ατόμων) οι οποίες περιφέρονταν από σπίτι σε σπίτι παίρνοντας την ανάλογη αμοιβή. Μερικά από τα απαραίτητα μέλη του κάθε ομίλου ήταν ο γαμπρός, η νύφη (νέος μεταμφιεσμένος), ο παπάς, ο παππούς, ο γιατρός και οι “αρκουδιάρηδες”. Εντυπωσιακός είναι ο αριθμός των τραγουδιών με τα οποία οι ρουγκατσάρηδες συνόδευαν το πέρασμά τους. Στην Καστοριά αναβιώνουν τα «Ραγκουτσάρια». Οι κάτοικοι μεταμφιέζονται και φορούν απαραιτήτως μάσκες που έχουν συμβολικό χαρακτήρα, αφού η όψη τους είναι τρομακτική και αποσκοπούν στο να ξορκίσουν το κακό από την πόλη. Οι μασκαράδες έχουν τη συνήθεια να ζητιανεύουν από τον κόσμο την ανταμοιβή τους, επειδή διώχνουν τα κακά πνεύματα. Το ίδιο έθιμο αναβιώνει και σε χωριά της Δράμας με το όνομα ροκατζάρια. Οι κάτοικοι φορούν τρομακτικές μάσκες και κάνοντας εκκωφαντικούς θορύβους με τα κουδούνια που φέρουν περιφέρονται στους δρόμους.
Τα μπαμπούγερα
Tα μπαμπούγερα είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εθιμικές παραδόσεις στην Καλή Βρύση της Δράμας. Το εθιμικό πλαισίωμα της θρησκευτικής γιορτής αρχίζει το πρωί της παραμονής. Οι γυναίκες παίρνουν στάχτη και τη σκορπίζουν με το δεξί χέρι γύρω από το σπίτι προφέροντας ξορκιστικές λέξεις για να φύγουν τα καλακάντζουρα και να μην έχει φίδια το καλοκαίρι. Μετά το τέλος της τελετής του αγιασμού των υδάτων τα μπαμπούγερα συγκεντρώνονται έξω από την εκκλησία. Η αμφίεσή τους είναι ζωόμορφη και παλιότερα κρατούσαν στα χέρια ένα μικρό σακούλι με στάχτη με το οποίο, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, χτυπούσαν όσους συναντούσαν για να φοβερίζουν τα καλακάντζουρα. Σήμερα, για αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων από τους αμύητους στο τοπικό έθιμο επισκέπτες, επειδή η στάχτη λέρωνε τα ρούχα, το σακίδιο είναι κενό. Ομάδες-ομάδες τα μπαμπούγερα ή χωριστά γυρίζουν τους δρόμους του χωριού κυνηγώντας όσους συναντούν και ζητώντας συμβολικά κάποιο φιλοδώρημα.
Οι Μωμόγεροι
Οι Μωμόγεροι είναι ένα Ποντιακό έθιμο που γινόταν στον Πόντο τα αρχαία χρόνια μέχρι και τις ημέρες μας. Το έθιμο είναι σατιρικό και συνηθίζετε κατά τη διάρκεια της περιόδου των Χριστουγέννων (15 Δεκεμβρίου) μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, άλλα μερικές φορές μέχρι τον μήνα του Φεβρουαρίου. Λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης των Ποντίων, το έθιμο ήταν μια μορφή αναγνώρισης της Ελληνικής προέλευσής τους, και επίσης ένας τρόπος να ξεχαστεί από την Τουρκική δουλεία, και τις βίαιες εξισλαμίσεις. Το έθιμο Μωμόγεροι είναι ζωντανό ακόμα και σήμερα ιδιαίτερα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας όπου οι πολύ Πόντιοι κατοικούν. Στην εβδομάδα πριν από το νέο έτος, τα άτομα θα ντυθούν με διάφορα κοστούμια, όπου κάθε κοστούμι συμβολίζει ένα μέρος του πολιτισμού και της λαογραφίας των Ποντίων. Η αρκούδα συμβολίζει τη δύναμη, η ηλικιωμένη γυναίκα ένα σύμβολο του παρελθόντος, η νύφη για το μέλλον, το άλογο για την ανάπτυξη, ο γιατρός για την υγεία, ο στρατιώτης για την υπεράσπιση, την αίγα (κατσίκα) για τα τρόφιμα και ο Άγιος Βασίλης συμβολίζει το νέο έτος που θα φτάσει σε μερικές μέρες. Σήμερα το έθιμο είναι περισσότερο ψυχαγωγικό, ενώ στο παρελθόν ήταν μαγικό.
Oι φωταράδες
Στο Παλαιόκαστρο της Χαλκιδικής τηρείται το έθιμο των φωταράδων. Ο «βασιλιάς» φορώντας το ταλαγάνι και φορτωμένος με κουδούνια ανοίγει το χορό ενώ ακολουθούν οι φωταράδες κρατώντας ξύλινα σπαθιά για να ξυλοφορτώσουν εκείνους που θα επιδιώξουν να πάρουν το λουκάνικο που στήνεται στη μέση του χωριού.
Οι φούταροι
Στον Άγιο Πρόδρομο της Χαλκιδικής πρωταγωνιστές των Θεοφανίων είναι οι φούταροι. Την παραμονή των Φώτων νεαροί άντρες λένε τα κάλαντα μαζεύοντας κρέας, λουκάνικα και χρήματα και την ημέρα του Αϊ Γιαννιού χορεύουν στην πλατεία του χωριού. Όταν κάνουν διάλειμμα τρέχουν να πάρουν από ένα ρόπαλο και όταν ξαναμπαίνουν στο χορό πετούν τα ρόπαλα ψηλά σφυρίζοντας με όλη τους τη δύναμη για να σηματοδοτήσουν το τέλος του Δωδεκαημέρου.
Οι αράπηδες
Σε χωριά της Καβάλας και της Δράμας, όπως η Νικήσιανη, το Μοναστηράκι, ο Ξηροπόταμος, η Πετρούσα και ο Βώλακας αναβιώνει το έθιμο των αράπηδων. Άντρες ντύνονται με προβιές και ζώνονται κουδούνια. Λέγεται ότι οι αράπηδες ήταν πολεμιστές που μετείχαν στην εκστρατεία του Μεγαλέξανδρου και έδιωξαν με τους αλαλαγμούς τους ελέφαντες των Ινδών.
Η καμήλα
Η καμήλα που στολίζεται μετά τον αγιασμό των υδάτων είναι ένα έθιμο της Γαλάτιστας Χαλκιδικής. Συνήθως έξι άντρες μπαίνουν κάτω από το ομοίωμα μιας καμήλας βαδίζοντας ρυθμικά ή χορεύοντας, κουνώντας κουδούνια και τραγουδώντας. Πρόκειται για την αναπαράσταση ενός πραγματικού γεγονότος, την απαγωγής μιας όμορφης κοπέλας από το γιο του Τούρκου επιτρόπου που συνέβη στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο αγαπημένος της για να την ξαναπάρει πίσω έστησε γλέντι και για να μπει στο τούρκικο σπίτι έφτιαξε ένα ομοίωμα καμήλας κάτω από το οποίο κρύφτηκαν οι φίλοι του. Αφού έκρυψαν την κοπέλα κάτω από την καμήλα την έβγαλαν έξω και την επομένη τη στεφάνωσαν με τον αγαπημένο της πριν προλάβουν να την ξαναπάρουν οι Τούρκοι.
Για τους περισσότερους γονείς έρχεται η στιγμή να αντιμετωπίσουν το αίτημα του παιδιού για την υιοθεσία ενός κατοικίδιου ζώου και συχνότερα ενός σκύλου. Όταν οι γονείς αξιολογήσουν αυτό το αίτημα θα αναγνωρίσουν τα κίνητρα του παιδιού π.χ. παιχνίδι, παρέα κ.τ.λ., όμως ενδέχεται να μην αναλογιστούν τα πολλαπλά οφέλη που η συμβίωση με το σκύλο έχει για το παιδί, σε ψυχοκοινωνικό επίπεδο. Η ευκαιρία για μάθηση, η ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης, η ανάληψη ευθύνης, η δυνατότητα του παιδιού να αυτενεργεί και να εξελίσσει με φυσικό τρόπο την προσωπικότητά του, αποτελούν τα πιο σημαντικά οφέλη της ζωής του με το σκύλο.
Ο A. Adler, θεμελιωτής μιας απο τις σημαντικότερες σχολές σκέψης της ψυχολογίας, (Αντλεριανή Ψυχολογία) διατύπωσε την άποψη πως κάθε παιδί υποφέρει απο σύνδρομο κατωτερότητας ακριβώς επειδή είναι το μικρότερο σε ένα κόσμο ενηλίκων ή μεγαλύτερων παιδιών, συνεπώς και το τελευταίο στην ιεραρχία της οικογένειας. Υποστήριξε πως προκειμένου να αναπτυχθεί η προσωπικότητα επιτυχώς, αυτό το σύνδρομο χρειάζεται να εξασθενήσει στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού. Η παρουσία του σκύλου στην οικογένεια, ακριβώς επειδή είναι ο τελευταίος στην ιεραρχία της, ενισχύει κι επιταχύνει την επίλυση του συνδρόμου κατωτερότητας και βοηθά το παιδί να εξελίξει ομαλά την προσωπικότητά του.
Σύμφωνα με την παιδοψυχολογία τα παιδιά διδάσκονται τα συναισθήματα των άλλων και τα δικά τους μέσα απο την αλληλεπίδραση. Στην αλληλεπίδραση με το σκύλο, το παιδί μαθαίνει με ευχάριστο κι ενδιαφέροντα σε εκείνο τρόπο, τις αντιδράσεις που αντιστοιχούν στα συναισθήματα και τη λειτουργία τους. Επιπλέον, η θεωρία του Goleman για τη Συναισθηματική Νοημοσύνη των παιδιών περιέχει σαν βασικό χαρακτηριστικό της την ʽενσυναίσθησηʼ. Με τον όρο ενσυναίσθηση ο Goleman αναφέρεται στη ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται και να κατανοεί τα συναισθήματα και τις ανάγκες των άλλων μέσα από τη δική τους εμπειρία και όχι μέσα από δικές του υποθέσεις. Συνεπώς, για να έχει αυξημένη συναισθηματική νοημοσύνη ένα παιδί, χρειάζεται να έχει ενσυναίσθηση. Ο σκύλος, είναι απο τη φύση του επικοινωνιακός και ως κατοικίδιο προσφέρει μια εξαιρετική ευκαιρία για την ανάπτυξη ενσυναίσθησης. Η απουσία λεκτικής επικοινωνίας εκπαιδεύει το παιδί στο να αναγνωρίσει και να προβλέπει τις διαφορετικές ανάγκες του σκύλου και να αρχίσει να αντιλαμβάνεται την επιρροή που έχει η δική του συμπεριφορά στα συναισθήματα του ζώου. Σε αυτή τη διαδικασία μάθησης είναι ιδιαιτέρως βοηθητική η συμβολή των γονέων και του εκπαιδευτή του κατοικίδιου όταν εξηγούν και δίνουν έμφαση στα συναισθήματα και τις ανάγκες του σκύλου σε σχέση με το παιδί.
Σχετική με την ενσυναίσθηση είναι και η οριοθέτηση του εαυτού. Η κατανόηση των συναισθημάτων και των αναγκών των άλλων αποτελεί την υγιή βάση οποιασδήποτε μορφής οριοθέτησης. Αυτή η γνώση αποτελεί το βασικό κίνητρο του παιδιού για να οριοθετήσει τη συμπεριφορά του ακριβώς επειδή μπορεί να αναγνωρίσει τις φυσικές συνέπειες (σύμφωνα με τον Ρ. Ντράικωρς) που αυτή θα έχει σε άλλα πρόσωπα. Στην περίπτωση του σκύλου το παιδί μαθαίνει εμπειρικά να οριοθετεί την κινητικότητά του όταν το σκυλί δείχνει να πονά, να μην ενοχλεί το ζώο όταν τρώει ή κοιμάται κτλ. Η οριοθέτηση δεν χρειάζεται να επιβληθεί ως τιμωρία απο τους γονείς αλλά μετατρέπεται σε μια ιδιαιτέρως σημαντική ικανότητα αυτορρύθμισης.

Επιπλέον, η συμβίωση με το σκύλο αποτελεί μια ευκαιρία για το παιδί να διδαχθεί και να εξοικειωθεί με τα φυσιολογικά φαινόμενα του κύκλου της ζωής όπως η αναπαραγωγή, η γέννηση, τα γηρατειά, ο θάνατος και η απώλεια, με εμπειρικό και ουσιαστικό τρόπο. Μέσω της παρατήρησης, θα κατανοήσει βιωματικά τις αναλογίες της ανθρώπινης ζωής και της ζωής των ζώων αποκτώντας μια καλύτερη επαφή με τη δική του φύση και τις υπαρξιακές της διαστάσεις. Αρκεί να αναλογιστούμε το περιβάλλον στο οποίο ζούν σήμερα τα περισσότερα παιδιά και την απόσταση που αυτό έχει απο τον τρόπο και το περιβάλλον ζωής για τα οποία η φύση μας προόρισε, για να αντιληφθούμε τη σημασία αυτής της εξοικείωσης. Οι περισσότερες ψυχολογικές θεωρίες υποστηρίζουν πως η βιωματική μέθοδος γνώσης, η εμπειρία, ενισχύει ουσιαστικά το άτομο, σε σχέση με την απόκτηση θεωρητικής γνώσης η οποία απλά το ενημερώνει αλλά δεν το προετοιμάζει να ζήσει ικανοποιητικά.
Μια επιπλέον ευκαιρία που παρουσιάζεται στο μικρό παιδί που ζεί με το σκύλο είναι αυτή της ανάληψης ευθύνης για κάποια άλλη οντότητα. Τα παιδιά απο τη φύση τους χαρακτηρίζονται από εγωκεντρισμό. Αυτή η πνευματική ʽατέλειαʼ, πολύ σοφά υφίσταται σε αυτή την ηλικία, διότι αποτελεί το φυσικό κίνητρο και ικανότητα για μάθηση. Το παιδί συγκρίνει και συσχετίζει τα αντικείμενα και τα άτομα με τον εαυτό του, το μόνο σημείο αναφοράς που κατέχει, ώστε να τα κατανοήσει και αργότερα να τα διαφοροποιήσει. Ο εγωκεντρισμός υποβοηθά τη μάθηση, όμως προοδευτικά πρέπει να αντικαθίσταται με γνώση, ώστε να καταφέρει το παιδί να αναπτύξει την προσωπικότητα και την κοινωνικότητά του. Συνεπώς, το ενδιαφέρον και η φροντίδα του σκύλου ενισχύουν το πέρασμα απο τον εγωκεντρισμό στην κοινωνικότητα. Επιπλέον, στη σύγχρονη ζωή τα παιδιά συνήθως δεν καλούνται να καλύψουν άμεσα ανάγκες άλλων με αποτέλεσμα να νοιώθουν άβουλα και ανίσχυρα. Η ικανότητα για φροντίδα ενδυναμώνει το παιδί και τονώνει την αυτοπεποίθησή του, δίνοντας του παράλληλα με την ευθύνη και ένα ρόλο ο οποίος προσεγγίζει αυτόν που θα κληθεί να παίξει στην ενήλικη ζωή του.
Το παιχνίδι αποτελεί την καλύτερη μορφή μάθησης για τα παιδιά καθώς και μια απο τις πιο βασικές τους ανάγκες. Τα οφέλη του είναι γνωστά όμως αξίζει να σταθούμε στα οφέλη που παρουσιάζει το παιχνίδι με το σκύλο συγκεκριμένα. Η διαθεσιμότητα του σκύλου αποτελεί μια βασική ευκολία. Αυτός, συχνότερα από οποιονδήποτε άνθρωπο, ενήλικο ή παιδί, είναι έτοιμος να ξεκινήσει το παιχνίδι. Μαζί με τα παιδιά έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη για κίνηση και το πιο ζωντανό και πηγαίο κέφι και χαρά, μέσα στην οικογένεια, με αποτέλεσμα το παιδί να βρίσκει άμεσα ανταπόκριση. Πέρα από τη διαθεσιμότητα, το παιχνίδι με το σκύλο είναι αυθόρμητο και το παιδί το οργανώνει σύμφωνα με τις ανάγκες του. Αυτό είναι σημαντικό διότι τα παιδιά σήμερα ʽδιασκεδάζουνʼ στα πλαίσια δομών κατασκευασμένων απο τους ενήλικες πχ. τέννις, παιδότοποι, παιδικά πάρτυ, σχολείο, κινηματογράφος κ.α. δίχως να τους δίνεται η δυνατότητα να αυτενεργούν και να αποφασίζουν μόνα τους συνεπώς και να διδάσκονται κάτι εμπειρικά. Επιπλέον, το παιχνίδι με το σκύλο ενέχει έντονη και συχνή σωματική επαφή, η οποία σύμφωνα με πολλές θεωρίες ενισχύει την ψυχοσωματική ανάπτυξη. Η σωματική επαφή, το χάδι, η αγκαλιά και το αίσθημα που αυτά προκαλούν, πυροδοτεί, σύμφωνα με τους νευροψυχολόγους, την έκκριση ενδορφινών στον εγκέφαλο οι οποίες ενισχύουν την ανάπτυξη και την ανοσοποιητική λειτουργία.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν μόνο κάποια από τα οφέλη της συμβίωσης με το σκύλο στην ψυχική, πνευματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Οι γονείς, προκειμένου να ενισχύσουν τη λειτουργία αυτών των διαδικασιών χρειάζεται να θέσουν τις ψυχολογικές προϋποθέσεις για την υιοθεσία του κατοικίδιου, πέρα από τις πρακτικές. Η πιο βασική προϋπόθεση είναι η δική τους αποδοχή για την άφιξη του νέου μέλους της οικογένειας. Οι προσδοκίες τους και ο βαθμός στον οποίο αυτές είναι ρεαλιστικές θα παίξουν σημαντικό ρόλο. Η ευθύνη που θα αναλάβουν σε σχέση με το σκύλο καθώς και μια δυναμική προσέγγιση απέναντι στη σχέση του παιδιού με το ζώο θα ενισχύσουν θετικά την εμπειρία του.
Κλείνοντας, οφείλω να τονίσω πως η παρουσία του σκύλου στο σπίτι είναι μια εμπειρία κυρίως ευχάριστη και θετική. Ο ερχομός του αλλάζει τη διάθεση της οικογένειας, τη συσφίγγει και την ανανεώνει, όταν πλεον οι πρακτικές δυσκολίες έχουν αντιμετωπιστεί. Άλλωστε ο μικρός μας φίλος είναι το νέο ʽπαιδίʼ ολόκληρης της οικογένειας χωρίς διακρίσεις ανάμεσα σε ενήλικες και παιδιά, μας ευαισθητοποιεί, μας βοηθά να μαθαίνουμε τον εαυτό μας και μας κάνει καθημερινά να χαμογελάμε…
«Ζήσε», κραυγάζει. «Οι νόμοι θα πεθάνουν, οι ηγεσίες θα χαθούν, τα έθνη θα παρακμάσουν, τα σύνορα θα παραβιαστούν αλλά η ζωή…αυτήν δεν μπορεί να σου την πάρει κανείς, ούτε ακόμα κι ο χρόνος, ο τελικός, ο πιο σκληρός αντίπαλος. Η ζωή σου, όλα αυτά που έζησες, οι μικρές αδιάφορες στιγμές ηδονής κι απόλαυσης θα διαποτίσουν τον χρόνο και την ιστορία, θα την υπερβούν, θα παραμείνουν αμετακίνητες κι αδιάβλητες στο πέρασμα των αιώνων και θα ορίσουν υπαρξιακά το μέλλον όταν όλοι οι κανόνες θα έχουν καταρρεύσει κι όλες οι θυσίες θα έχουν ξεχαστεί…».
Ίσμήνη/Γιάννης Ρίτσος
Πατήσαμε χωρίς έλεος στα μεγαλύτερα “γιατί όχι’ και τα στραγγαλίσαμε. Ακλόνητοι στυλοβάτες ενός πλασαρισμένου ονείρου έτσι για να καυχιόμαστε και μεις πως μαθητεύσαμε στα δύσκολα. Για να’ χουμε και μεις μερίδιο στις επευφημίες, τα καλογυαλισμένα σαλόνια και στις δωδεκάποντες ανασφάλειες.
Για ποιες ευρώπες, οξφόρδες και αμέρικες με ζαλίζεις. Εγώ με την αλητεία φλέρταρα σαν έκλεινα τα μάτια. Μ’ αυτήν έχω χρωστούμενα είκοσι πέντε παρά κάτι χρόνια συνεπείας. Η ζωή είναι εκεί έξω αγόρι μου. Όχι μέσα σε βάσεις δεδομένων, ανεξάντλητες ευρυζωνικές και συναισθηματικές επιδειξιομανίες τύπου “ζωή ντεκαφεϊνέ’. Ίσως έτσι τη γλιτώσεις από τον ψυχίατρο με τα οχτώ χιλιάδες και τρία citations που με το γαμημένο εκκρεμές θα σε γυρίζει είκοσι χρόνια πριν, την ώρα που πίνατε σπιτική λεμονάδα στο μπαλκόνι χαϊδεύοντας της τα μάγουλα και που όλος ο κόσμος χωρούσε σε απόσταση ενός βλέμματος.
(Οἱ ποιητές µᾶς διασώζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου µας. Στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονικῆς πραγµατικότητάς µας καθαρίζουν τὴν ὅραση ἀπὸ τὶς τρέχουσες ἐπιχωµατώσεις καὶ µᾶς κάνουν αἰσθητὸ τὸ αἴτηµα γιὰ πραγµατικότητα βίου ἑορταστικὴ καὶ πένθιµη συνάµα.)
«Ἐὰν τὸ Πάσχα εἶναι ἡ λαµπροτάτη τοῦ Χριστιανισµοῦ ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως εἶναι ἡ συγκινητικωτάτη» γράφει στὴν Ἐφηµερίδα τῆς 25ης Δεκεµβρίου τοῦ 1887 ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης. Γιὰ τὸν πεζογράφο Παπαδιαµάντη διόλου τυχαῖα ὁ Μαλακάσης δήλωνε ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος ποιητὴς ποὺ γνώρισε. Ἀλλὰ ὁ Παπαδιαµάντης ἔγραφε καὶ ποιήµατα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀναφέρεται στὸν ναὸ τῆς Γεννήσεως, τόσο ἀπαράµιλλα εἰκονιζόµενο στὸ διήγηµα «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» (1892):
Μὲ χρόνους µὲ καιροὺς καὶ ἥµισυ καιροῦ,
κάποιος ἀµαθής, ἁµαρτωλὸς χυδαῖος,
καµµία γυναίκα τοῦ λαοῦ πτωχὴ
σ᾿ ἐνθυµεῖται κι ἔρχεται νὰ σοῦ φέρ᾿
ὄχι χρυσόν, ἀλλὰ ὀλίγο λιβάνι,
ἕνα κερί, κι ὀλίγο λάδι στὴν µποτίλια
σ᾿ ἐσὲ ποὺ εἶσαι ὅλων ὁ δοτήρ.
Ἂν ὁ Παπαδιαµάντης (ἀλλὰ καὶ ὁ Μωραϊτίδης) πηγάζουν ἀπὸ τὴν ὑµνογραφία τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρευτικῆς ἐµπειρίας καὶ τῆς βαθύρριζης ἀπήχησής της στὸ συλλογικὸ σῶµα, ὅµως καὶ οἱ δυὸ διαπιστώνουν ὅτι ἡ νεοελληνικὴ συνθήκη διαµορφώνεται µέσα στὰ ὅρια τοῦ νεωτερικοῦ κόσµου, ἀποµακρυνόµενη ἀπὸ τὸν πυρήνα τῆς Γιορτῆς, ὡς ἀναφορᾶς νοήµατος. Πάντως στὴν πεζογραφία µας, καὶ µάλιστα στὴ διηγηµατογραφία, οἱ χριστουγεννιάτικες ἱστορίες ἔχουν διαµορφώσει ὁλόκληρο ξεχωριστὸ εἶδος, µὲ ἐξαιρετικὰ ἐπιτεύγµατα. Δειγµατοληπτικὰ ὑπενθυµίζουµε ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν δυὸ παραπάνω συγγραφέων τὸ «Θεῖον ὅραµα» τοῦ Ἀνδρέα Καρκαβίτσα (Λόγια τῆς πλώρης, 1899), τὰ «Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα» τῆς Πηνελόπης Δέλτα (Παραµύθια καὶ ἄλλα, 1915), «Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Ἀµερικάνου» τοῦ Ἀντώνη Τραυλαντώνη (1922), τὸν «Ξένο τῶν Χριστουγέννων» τοῦ Στέφανου Δάφνη (1927).
Ἡ δίψα γιὰ διάρκεια
Στὴν ποιητικὴ ἐπικράτεια οἱ χριστουγεννιάτικες ἀναφορὲς εἶναι ἐξίσου πλούσιες, ἀλλὰ ἴσως καὶ περισσότερο πολυσήµαντες. Στὸν καθρέφτη τοῦ ποιητικοῦ ἀποτελέσµατος, δηλαδὴ στὰ ἑκάστοτε µέσα στὴν ποιητική µας παράδοση µορφικὰ ἐπιτεύγµατα, τὰ πράγµατα δὲν µένουν µόνο στὴν ἀναπόληση ἢ στὴ νοσταλγία τῆς παιδικῆς καθαρότητας κατὰ τὴν πρόσληψη τῆς γιορταστικῆς ἀτµόσφαιρας. Ἀλλά, µέσῳ τῆς µεταµορφωτικῆς διαδικασίας, ποὺ ἐπιτυγχάνεται µὲ τὴν ἀληθινὴ ποίηση, ἀναιρεῖται ἡ χρονικὴ ἀπόσταση, καὶ ὁ χρόνος λειτουργεῖ ὡς ἑνότητα βιώµατος. Ἐπιπλέον χαρτογραφεῖται ἡ δίψα γιὰ διάρκεια, κι ἂς γίνεται τοῦτο πολλὲς φορὲς διὰ τῆς ἀντιστροφῆς: µὲ ἄλλα λόγια, µέσα ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀ-λογίας τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου καὶ τῶν – συχνὰ – αἱµατηρῶν ἢ ἀπάνθρωπων δεδοµένων.
Ὁ Κωστὴς Παλαµᾶς στὸ αὐτοβιογραφικὸ «Τὰ χρόνια µου καὶ τὰ χαρτιά µου» ἐντάσσει δυὸ κείµενα µὲ ἀντίστοιχα χριστουγεννιάτικα περιστατικά. Εἶναι ὁ περίφηµος «Ταβᾶς» (1924) καὶ τὸ «Ὁ Λαµαρτίνος» (1922). Ὡστόσο στὴν ποίησή του ἀλλοῦ λάµπει τὸ νόηµα τῆς γιορτῆς:
Μέσα µου λάµπουν ξάστεροι οὐρανοί,
καὶ τὸ κορµί µου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι ἀλλάζει, γίνεται ναός.
Ὤ! µέσα µου γεννιέται ἕνας Θεός.
Καὶ ἀλλοῦ τὸ νόηµα ἀναδεικνύεται διὰ τῶν ὑλικῶν τῆς ἀπόλυτης ἀπελπισίας ἢ τῶν ἀνθρώπινων ἀντιφάσεων:
Εἴδωλα, δαίµονες, ξωθιές, φαντάσµατα, στοιχειά,
τῆς νύχτας µέσα µου ὁ λαὸς κυλιέται καὶ κουνιέται,
καὶ µέσα στὴ χιλιόδιπλη καρδιά µου µιὰ σπηλιά,
κι ἕνας Χριστὸς γεννιέται.
(«Χριστούγεννα», 1928)
Στὰ ἑορταστικὰ σχολικὰ ἀναγνώσµατα – καὶ ἐκ τούτου διόλου περιφρονητέα – παραπέµπουν οἱ στίχοι τοῦ ἐπιπόλαια ὑποτιµηµένου Γεωργίου Δροσίνη («Νύχτα χριστουγεννιάτικη», 1935):
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ χριστουγεννιάτικη, / ποιὸς δὲν τὸ ξέρει;
Τῶν µάγων κάθε χρόνο τὰ µεσάνυχτα / λάµπει τ᾿ ἀστέρι.
Κι ὅποιος τὸ βρεῖ µέσ᾿ στ᾿ ἄλλα ἀστέρια ἀνάµεσα / καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ µία ἄλλη Βηθλεὲµ ἀκολουθώντας το / µπορεῖ νὰ φτάσει.
Παρόµοια καὶ ὁ Μιλτιάδης Μαλακάσης µὲ τὰ ποιήµατα «Χριστός»(1894) καὶ «Χριστουγεννιάτικος» (1934) µιλάει γιὰ τὴν παραµυθητικὴ σηµασία τῶν Χριστουγέννων:
Κι ὅσο κι ἂν µατώνεις, ὦ ψυχή, στὸ γύρισµα ἅγιων ἡµερῶν
µόνο αὐτὸ σοῦ µένει
στὶς θύελλες µέσα τῆς ζωῆς καὶ στὰ παιχνίδια τῶν καιρῶν
σκληρὰ παραδοµένη.
Ἡ βαθύτερη φλέβα
Ξανακερδίζουµε στὶς µέρες µας τὸν λόγο αὐτῶν τῶν ποιητῶν καὶ νοοῦµε τὶς φωνές τους σὰν κλαδιὰ ἑνὸς πλούσιου δέντρου – τοῦ σώµατος τῆς ἔµµετρης ποιητικῆς µας ἰδιοπροσωπίας. Διαβάζοντας καὶ µελετώντας τὶς κατακτήσεις τους, βρίσκουµε ρυθµοὺς ποὺ µποροῦν νὰ συγκραθοῦν µὲ τοὺς ἤχους τοῦ παρόντος γιὰ τὴ δηµιουργία νέων διόδων, στὸν ἀγώνα γιὰ µίαν ἔκφραση σύγχρονη ἀλλὰ µὲ βάθος.
Ὑπάρχει καὶ µία ἄλλη, θαλερή, φλέβα στὴν ποίησή µας ὅσον ἀφορᾶ τὶς µεγάλες ἐκκλησιαστικὲς ἑορτές. Πρόκειται γιὰ τοὺς ποιητὲς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἄσχετα ἀπὸ τὸ ἂν ἀνήκουν στὸ ρεῦµα τοῦ µοντερνισµοῦ ἢ στὴν «παραδοσιακή» τεχνοτροπία – ἐκφράζουν µία µυστικὴ βιωµατικὴ σχέση µὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γενόµενοι ἀντηχεῖα µιᾶς ὁλόκληρης συλλογικῆς ἰδιοσυγκρασίας, καθὼς διατυπώνουν ἕνα πλατὺ (καὶ παραθεωρηµένο στὴ σύγχρονη µαζικὴ πραγµατικότητα) ἀνθρωπολογικὸ αἴτηµα. Ἐξέχουσα θέση µεταξύ τους κατέχει ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς µὲ τὸ ποίηµα «Ἡ Γέννηση» (1919;) ἀπὸ τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων. Μέσα σε µία καυτὴ σὰν χιόνι λυρικὴ αὔρα οἱ στίχοι του περιγράφουν τὴν πορεία τῆς Θεοτόκου πρὸς τὸ Σπήλαιο:
Ἀπ᾿ ὅλα Ἐκείνη λόγιαζε τὰ πλάσµατα πὼς σ᾿ Ἕνα
ποτάµια οἱ πόνοι ἐτρέχανε κι ἀστέρευτοι κρουνοί,
κι ἂν ἤτανε τὰ σπλάγχνα της ν᾿ ἀνοίξουν µατωµένα
πὼς µατωµένοι θ᾿ ἄνοιγαν µαζί τους κι οἱ οὐρανοί.
Νεωτερικὲς ἐκφράσεις
Ὁ ἑλληνικὸς µοντερνισµὸς καὶ οἱ ὑψηλὲς – ἀξεπέραστες ὡς σήµερα, ἐν πολλοῖς – κατακτήσεις του συχνὰ διαβάζονται µονότροπα ἢ παραναγιγνώσκονται. Ἔτσι, οἱ κατευθύνσεις του ταυτίζονται ἄστοχα µὲ τὸ χαµηλόφωνο καὶ τὴν ἀποτύπωση τῆς κενότητας τοῦ µοντέρνου καθηµερινοῦ βίου. Βεβαίως «οἱ κρίκοι στὴν ἁλυσίδα τοῦ ἱεροῦ» φαίνονται στὴ νεωτερικότητα νὰ ἔχουν σπάσει. Ὡστόσο εἶναι µέσα σὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ὅπου ἡ ἔκφραση τῆς δίψας γιὰ ἁγνότητα καὶ γιὰ πλήρωµα νοήµατος, ρητὴ ἢ διατυπούµενη ὡς αἴτηµα, ἀποτελεῖ µία κορυφαία µοντερνιστικὴ ἀναζήτηση. Στὰ καθ᾿ ἡµᾶς, στεκόµαστε στὸν T. K. Παπατσώνη, πρωτοπόρο νεωτερικό, καὶ θρησκευτικό, ποιητή, ποὺ µὲ τὰ τρία του ποιήµατα γιὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ («Χριστουγεννιάτικη ἀγρυπνία», 1914, «Κατὰ τὴν Γέννησιν τοῦ Κυρίου», 1915, «Τὰ Χριστούγεννα τῶν δακρύων», 1962) µᾶς ἔδωσε βαθιὰ κατανυκτικοὺς στίχους:
Δὲν περιµένω τὴν ὀσµὴ καµιᾶς σπανίας βοτάνης,
ἀλλὰ τὸ Ὑπερουράνιο, ποὺ Θεέ µου, θὰ µὲ ῥάνεις,
καὶ θὰ φανῶ Ποιµενικὸν θαῦµα, θὰ φανῶ φάσµα,
ποὺ φέρνει τὸ Ἀρχαγγελικὸ τῆς νύχτας τούτης ἄσµα.
Συγκεκριµένη πνευµατικὴ στάση καὶ ὀπτικὴ συγκεφαλαιωτικὴ τῆς ἐκκλησιαστικότητας στὴν ὑπαρκτικὴ περιπέτεια τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου καταθέτει ἡ οὐσιώδης Ζωὴ Καρέλλη µὲ τὸ ποίηµα «Παραµονὴ τῆς Γέννησης» (Πορεία, 1940):
Ἐκεῖνος ποὺ δὲν γεννᾶ, δὲν γεννᾶται,
δὲν ἀναγεννᾶται ποτέ, Κύριε,
τῆς Γέννησης, «σκήνωσον ἐν ἐµοί»,
ἐνῶ ἐφιαλτικὸς σκηνοποιὸς ὁ Μίλτος Σαχτούρης στοὺς ὄχι λίγους «χριστουγεννιάτικους» στίχους του («Χριστούγεννα», 1948, «Ὁ νεκρὸς στὶς γιορτές», 1986, «Τὰ λυπηµένα Χριστούγεννα», 1990), ἐνστικτώδης καὶ διὰ τῆς ὁµοιοπαθητικῆς µεθόδου, µεταµορφωτὴς ἑνὸς µηδενιστικοῦ παρόντος, συνδέει ἀγχωτικὰ τὴ Γέννηση µὲ τὰ γεγονότα τοῦ Ἐµφυλίου:
Σηµαία / ἀκόµη / τὰ δόκανα στηµένα στοὺς δρόµους /
τὰ µαγικὰ σύρµατα / τὰ σταυρωτὰ / καὶ τὰ σπίρτα καµένα /
καὶ πέφτει ἡ ὀβίδα στὴ φάτνη / τοῦ µικροῦ Χριστοῦ /
τὸ αἷµα τὸ αἷµα τὸ αἷµα.
(«Χριστούγεννα 1948»)
Ὡστόσο τὸ πλέον «χριστολογικό» ποίηµα γιὰ τὰ Χριστούγεννά µας τὸ ἔχει, κατὰ τὴ γνώµη µου, χαρίσει ὁ Τάσος Λειβαδίτης στὴν ἑνότητα ποιηµάτων του «Ὁ ἀδελφὸς Ἰησοῦς». Ἔχει τίτλο «Ἡ Γέννηση» (1983):
Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ µπῆκα. Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κοµοδίνο ἕνα µικρὸ ξύλινο σταυρό. «Εἶδες – µοῦ λέει – γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία». Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.
Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες καὶ δὲ θά ῾χαµε νὰ ποῦµε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό.
Οἱ ποιητές µας διασώζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου µας. Στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονικῆς πραγµατικότητάς µᾶς καθαρίζουν τὴν ὅραση ἀπὸ τὶς τρέχουσες ἐπιχωµατώσεις καὶ µᾶς κάνουν αἰσθητὸ τὸ αἴτηµα γιὰ πραγµατικότητα βίου ἑορταστικὴ καὶ πένθιµη συνάµα. Ἀφοῦ, κατὰ τὸ λόγιον ἐκεῖνο, «βίος ἀνεόρταστος, µακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος». Ἢ γιὰ νὰ θυµηθοῦµε τὸν Ἐλύτη:
Πολλὰ δὲ θέλει ὁ ἄνθρωπος /
νά ῾ν᾿ ἤµερος νά ῾ναι ἄκακος /
λίγο φαΐ, λίγο κρασί /
Χριστούγεννα κι Ἀνάσταση.
ΤΟ ΒΗΜΑ, 24/12/2005
καὶ προσκυνοῦν γονατιστὰ στὴ φάτνη τους τ’ ἄδολα βόδια.
Κι ὁ ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα σταυροκοπιέται
καὶ λέει μὲ πίστη ἀπ’ τῆς ψυχῆς τ’ ἀπόβαθα, Χριστὸς γεννιέται!
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη κάποιοι ποιμένες
ξυπνοῦν ἀπὸ φωνὲς ὕμνων μεσούρανες στὴ γῆ σταλμένες.
Κι ἀκούοντας τὰ Ὡσαννὰ ἀπ’ ἀγγέλων στόματα στὸ σκόρπιο ἀέρα,
τὰ διαλαλοῦν σὲ χειμαδιὰ λιοφώτιστα μὲ τὴ φλογέρα.
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη – ποιὸς δὲν τὸ ξέρει; –
τῶν Μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα λάμπει τ’ ἀστέρι.
Κι ὅποιος τὸ βρεῖ μὲσ’ στ’ ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ μιὰ ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθώντας το μπορεῖ νὰ φτάσει.
Κάθεται μόνος
καὶ καθαρίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στὸ τζάκι.
Κανεὶς δὲ θὰ ’ρθει καὶ τὸ ξέρει,
κλείσαν οἱ δρόμοι ἀπὸ τὸ χιόνι, σὰν πέρυσι,
σὰν πρόπερσι, Χριστούγεννα καὶ πάλι
καὶ τὰ ποτὰ κρυώνουν στὸ ντουλάπι.
Τὸ τσίπουρο στυφό, τὸ οὖζο γάλα
καὶ τὸ κρασὶ ραγίζει τὰ μπουκάλια.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.
Κάθεται μόνος του δίπλα στὸ τζάκι,
δὲν πίνει, δὲν καπνίζει, δὲ μιλάει.
Στὴν τηλεόραση χιονίζει,
τὸ στρώνει ἀργὰ στὸ πάτωμα καὶ στὸ τραπέζι
καὶ στὶς παλιὲς φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια τῶν νεκρῶν,
ποὺ τὸν κοιτάζουν ἀπ’ τὸ μέλλον.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
καὶ μόνο τὸ δικό της βλέμμα
ἔρχεται ἀπὸ τὰ περασμένα.
Κοντεύουνε μεσάνυχτα
καὶ καθαρίζει τ’ ὅπλο του ἀπ’ τὸ πρωί.
Πῶς νὰ τοῦ πῶ «Καλὰ Χριστούγεννα»,
εὐχὲς δὲ φθάνουν ὡς ἐδῶ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
ἡ σκέψη ἁρπάζεται ἀπ’ τὸ κλαδὶ τῆς μνήμης,
μὰ νὰ τρυπώσει δὲν μπορεῖ στὴ μοναξιά του.
Μία μοναξιὰ ποὺ χτίστηκε σιγὰ σιγὰ
μ’ ὅλα τὰ ὑλικὰ καὶ δίχως λόγια.
Κοντεύουνε ξημερώματα κι ἀκόμη
γυαλίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στὸ τζάκι
μὲ ἀργὲς κινήσεις σὰ νὰ τὸ χαϊδεύει.
Μένει στὰ δάχτυλα τὸ λάδι
ἀλλὰ τὸ χάδι χάνεται.
Θυμᾶται κυνηγετικὲς σκηνὲς
μὲ ἀγριογούρουνα καὶ χιόνια ματωμένα,
πρὶν γίνει θήραμα κι ὁ ἴδιος
στὴν μποῦκα ἑνὸς κρυμμένου κυνηγοῦ,
ποὺ τὸν παραμονεύει ἀθέατος
ἀφήνοντας νὰ τὸν προδίδουν κάθε τόσο
πότε μιὰ λάμψη κάνης,
πότε μιὰ κίνηση στὶς κουμαριὲς
κι ἡ μυρωδιὰ ἀπ’ τὸ βαρὺ καπνό του.
Ξέρει καλὰ ὅτι κρατάει
μακρύκανο παλιὸ μπροστογεμὲς
γεμάτο σκάγια καὶ μπαροῦτι μαῦρο.
Ὅταν ἀποφασίσει νὰ τοῦ ρίξει
δὲ θὰ προλάβει πάλι νὰ τὸν δεῖ
πίσω ἀπ’ τὸ σύννεφο τῆς ντουφεκιᾶς του.
Ἂν σκέφτεται στ’ ἀλήθεια κάτι τέτοια,
καὶ δὲν τὸν τιμωρῶ ἐγὼ μ’ αὐτὲς τὶς σκέψεις,
πῶς νὰ πλαγιάσει καὶ νὰ κοιμηθεῖ.
Λέω νὰ γίνω πατέρας τοῦ πατέρα μου,
ἕνας πατέρας ποὺ τοῦ ἔτυχε
σιωπηλὸ καὶ δύστροπο παιδί,
καὶ νὰ τοῦ πῶ μιὰ ἱστορία
γιὰ νὰ τὸν πάρει ὁ ὕπνος.
Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ πάρε καὶ τὸν πατέρα…
Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ
πάρε καὶ τὸν πατέρα• ἀπ’ τὶς μασχάλες πιάσ’ τονε
σὰ νὰ ’ταν λαβωμένος. Ὅπου πηγαίνεις τὰ παιδιὰ
ἐκεῖ περπάτησέ τον, μὲ τὸ βαρὺ ἀμπέχωνο στὶς πλάτες του ν’ ἀχνίζει.
Δῶσ’ του κι ἕνα καλὸ σκυλὶ
καὶ τοὺς παλιούς του φίλους, καὶ ρῖξε χιόνι ὕστερα
ἄσπρο σὰν κάθε χρόνο. Νὰ βγαίνει ἡ μάνα νὰ κοιτᾶ
ἀπὸ τὸ παραθύρι, τὴν ἔγνοια της νὰ βλέπουμε
στὰ γαλανά της μάτια, κι ὅλοι νὰ τῆς τὸ κρύβουμε πὼς εἶναι πεθαμένη.
Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ
πάρε κι ἐμᾶς μαζί σου, μὲ τοὺς ἀνήλικους γονεῖς,
παιδάκια τῶν παιδιῶν μας. Σὲ στρωματσάδα ρῖξε μας
μιὰ νύχτα τοῦ χειμῶνα, πίσω ἀπ’ τὰ ματοτσίνορα
ν’ ἀκοῦμε τοὺς μεγάλους, νὰ βήχουν, νὰ σωπαίνουνε,
νὰ βλαστημοῦν τὸ χιόνι. Κι ἐμεῖς νὰ τοὺς λυπόμαστε
ποὺ γίνανε μεγάλοι καὶ νὰ βιαζόμαστε πολὺ
νὰ μοιάσουμε σ’ ἐκείνους, νὰ δοῦν πὼς μεγαλώσαμε νὰ παρηγορηθοῦνε.
Τα κάλαντα ψάλλονται κυρίως από παιδιά μέχρι ορισμένου ορίου ηλικίας (14-15 ετών) αλλά και από ώριμους άνδρες, είτε μεμονωμένα είτε κατά ομάδες που περιέρχονται οικίες, καταστήματα, δημόσιους χώρους κλπ με τη συνοδεία του πατροπαράδοτου σιδερένιου τριγώνου αλλά ενίοτε και άλλων μουσικών οργάνων (φυσαρμόνικας, ακορντεόν, τύμπανου κλπ).
Κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι μετά τις αποδιδόμενες ευχές τα “Χρόνια Πολλά” το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα (σήμερα) είτε σε προϊόντα (παλαιότερα). Σχετική με αυτό είναι και η παρασκευή “κουλούρας” ονομαζόμενη “κολλίκι” (Βέροια) ή “κουλιαντίνα” (Σιάτιστα) και εξ αυτών οι φέροντες αυτά ονομάζονται “Κουλουράδες” ή “Φωτάδες”.
Τα κάλαντα ξεκινούν κυρίως με χαιρετισμό στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Χαρακτηριστικό σημείο είναι η γλώσσα στην οποία αυτά ψάλλονται, στη καθαρεύουσα, καταδηλούντα την άμεση καταγωγή τους από τους Βυζαντινούς χρόνους τις Καλένδες του Ιανουαρίου που γιορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα.
Ο μεγάλος αριθμός των διαφόρων παραλλαγών εξανάγκασε να διακρίνονται αυτά σε εθνικά ή αστικά και στα τοπικά ή παραδοσιακά (κατά περιοχή). Στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα έχουν καταμετρηθεί περισσότερες από τριάντα παραλλαγές μόνο στον Ελλαδικό χώρο. Σήμερα εκτός των παραπάνω έχουν εισαχθεί και διάφορα αγγλοσαξωνικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια, μερικά των οποίων έχουν και μεταγλωττιστεί στην ελληνική που δυστυχώς τείνουν να υπερκαλύψουν τα παραδοσιακά.
Επίσης και η ημέρα που ψάλλονται τα κάλαντα σε ορισμένες περιοχές ονομάζονται “Κάλαντα” (Κόλιντα, Κόλεντας, Κόλιαντας) με εξαίρεση τη νήσο Μήλο που ψέλνονταν μόνο τη παραμονή της Πρωτοχρονιάς, συντασσόμενα κάθε φορά νέα κάλαντα, με τα οποία όμως ζητούσαν οικονομική συνδρομή για κάποιο κοινωνικό σκοπό (πχ ανέγερση ή επιδιόρθωση ναού) δίδοντας και συμβουλές προς τους άρχοντες η παρατηρήσεις με σκωπτικό χαρακτήρα. Τέτοιες είναι και οι σχετικές “μαντινάδες” της Κρήτης ή “κοτσάκια” της Νάξου με σκωπτικό επίσης χαρακτήρα που ψάλλονται ως “κάλαντα”.
Πολλές φορές όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές τότε τα παιδιά συνέχιζαν με πολύ δυνατή φωνή έξω από την οικία δίστιχα σκωπτικά, επαναλαμβανόμενα:
«Αφέντη μου στη κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες,
άλλες γεννούν, άλλες κλωσούν κι άλλες αυγά μαζώνουν!»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
Hundreds Participate In Good Riddance Day In Times Square

ΕΙΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ
Εις αυτό το νέον έτος, εις την πρώτη του μηνός
ήρθα να σας χαιρετήσω, δούλος σας ο ταπεινός.
Ο Βασίλειος ο Μέγας είναι πάντα θαυμαστός
και στην οικογένειά σας, να ’ναι πάντα βοηθός.
Τα παιδιά σας στο σχολείο να τα στέλνετε συχνά
να μαθαίνουν ιστορίες, της Ελλάδος τα καλά.
Έχω κι άλλα να σας πω, μα δεν έχω πια καιρό,
σας αφήνω καληνύχτα κι αύριο με το καλό.
Και του χρόνου.
ΑΡΧΙΝ,ΑΡΧΙΝ ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ
Άρχιν, άρχιν τα κάλαντα κι άρχιν καλά χρόνια
τα πουλιά λαλούν και χερολόνια πάλι κράζνε.
Άγιον Βασίλειον καλόν ζευγάρι λάμνει
καλόν εν’ αφέντη, καλόν κι ευλο(γ)ημένον.
Έχει και τα βόδια του, παραδείσου πουλίτσι
έχει και το τσίφτσι του πανώριον παλικάρι.
Έχει και τ’ αλέτιρι τ’ σ’ άγχου βουτημένο
έχει και το γύνι του σ’ ασήμι κονωμένο
έχει και το βέρκενι τ’ κιπριγιού καλέμι
έχει και τα ζεύγολα τ’ κουκιά μαργαριτάρια
έχει και τα ζεύγολα τ’ ξανά κλωστιά μετάξια
καλόν εν’ αφέντη, καλόν κι ευλο(γ)ημένον.
Σον ξερόν τον πέτρα έσπειρα πολύ φακουδίτσι
δώκεν ο Θεός κι εγένεν, εγένεν παρουρίτσι
ήρθεν ‘να πουλίτισι το ‘κα τσακωσα το κ(ου)ίτσι τ’
ήρθεν μαυρομάνα, κλαίγ’ και καμουρίτσει
ήρθεν μαυροκάκα, κλαίγ’ και καμουρίτσει.
Άκου τα μανίτσα μ’ αν κείσαι κι αν κοιμάσαι
άρι το καλέρι σου και σέβα στο κελάρι
σέβα στο κελάρι σ’ και φώτ΄σε το φενέρι σ’
φώτ’σε το φενέρ μας κι όλην τη γενιά μας,
φώτ’σε το φενέρ μας κι ας ‘σε φωτισταίος.
Και του χρόνου.
ΑΡΧΙΜΗΝΙΑ ΚΙ ΑΡΧΙΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ
Παινέματα για τον αφέντη
Μα σένα πρέπει αφέντη μου καρέκλα καρυδένια
για ν’ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια.
Και πάλι ξαναπρέπει σου τρικούβερτο καράβι
να ’ναι η πλώρη μάλαμα κι η πρύμνη του λουβάρι
και τα πανιά και τα σκοινιά να ’ναι μαργαριτάρι.
Παινέματα για την κυρά
Επό ’παμε τ’αφέντη σας να πούμε τσι κερά σας
κερά ψηλή, κερά λιγνή και καστανομαλλούσα
π’ όταν σε γέννα η μάνα σου όλα τα δέντρ’ ανθούσαν
κι όταν σε κοιλοπόνησε ήταν ημέρα σχόλη
και δώκανέ σου την ευχή οι δώδεκ’ αποστόλοι.
Παινέματα για τον γιό και την κόρη
Έχετε το γιό στα γράμματα και σέρνει το κοντύλι
να του τ’αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι.
Επόπαμε τα και του γιου να πούμε και τση κόρης
έχετε κόρη όμορφη γραμματικός τη θέλει
μα αν είναι και γραμματικός πολλά προυκιά γυρεύει
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα αμπέλια τρυγημένα
γυρεύει μύλους δώδεκα και μέσα οι μυλωνάδες
γυρεύγει και τη θάλασσα μ’ όλα τζι τα καράβια
γυρεύγει και τον κυρ Βοριά να τα καλαρμενίζει.

