Πατήσαμε χωρίς έλεος στα μεγαλύτερα “γιατί όχι’ και τα στραγγαλίσαμε. Ακλόνητοι στυλοβάτες ενός πλασαρισμένου ονείρου έτσι για να καυχιόμαστε και μεις πως μαθητεύσαμε στα δύσκολα. Για να’ χουμε και μεις μερίδιο στις επευφημίες, τα καλογυαλισμένα σαλόνια και στις δωδεκάποντες ανασφάλειες.
Για ποιες ευρώπες, οξφόρδες και αμέρικες με ζαλίζεις. Εγώ με την αλητεία φλέρταρα σαν έκλεινα τα μάτια. Μ’ αυτήν έχω χρωστούμενα είκοσι πέντε παρά κάτι χρόνια συνεπείας. Η ζωή είναι εκεί έξω αγόρι μου. Όχι μέσα σε βάσεις δεδομένων, ανεξάντλητες ευρυζωνικές και συναισθηματικές επιδειξιομανίες τύπου “ζωή ντεκαφεϊνέ’. Ίσως έτσι τη γλιτώσεις από τον ψυχίατρο με τα οχτώ χιλιάδες και τρία citations που με το γαμημένο εκκρεμές θα σε γυρίζει είκοσι χρόνια πριν, την ώρα που πίνατε σπιτική λεμονάδα στο μπαλκόνι χαϊδεύοντας της τα μάγουλα και που όλος ο κόσμος χωρούσε σε απόσταση ενός βλέμματος.