Κόκκινα παπούτσια του πόθου

ένα άρθρο των πρωταγωνιστών- της Ρέας Βιτάλη

Με το που βγαίναμε από το μαγαζί της τραβούσα το χέρι για να σκύψει να τη φιλήσω. «Ευχαριστώ μαμά» της έλεγα. «Να κρατήσω εγώ τη σακούλα;», «Όχι μη σου πέσει».   Από κείνο το σημείο άρχιζε η διαδικασία του Όχι. Και πήγαινε σε μάκρος…Μιλάμε για πολύ μάκρος. Ατελείωτες οι μέρες…Ή έτσι μου φαίνονταν; Όλα «ατελείωτα» έμοιαζαν τότε. Θαρρείς αλλιώς μετριόταν ο χρόνος…Ατελείωτος.

Όταν φτάναμε στο σπίτι ξανάνοιγα το κουτί. Το έπαιρνα στο δωμάτιό μου., το έβαζα στο κομοδίνο. Τα έβγαζα από το χαρτί. Τα καινούργια μου πασχαλινά παπούτσια! Κόκκινα!! Από του Μούγερ. Μια χρονιά ήταν και χρυσά. Χρυσές μπαλαρίνες. Τα φορούσα κρυφά. Με παρέσερνε η χαρά. Ξετρύπωνα δειλά δειλά από το δωμάτιο. Έτρεχα μέχρι το σαλόνι. Πάταγα απαγορευμένη ζώνη. Χτύπαγα τα τακουνάκια στο παρκέ «Μαμά η Ρέα φόρεσε τα καινούργια της παπούτσια»….Κατέφθανε. «Δε σου είπα να μη τα φορέσεις; Είναι για την Ανάσταση. Θα τα ανοίξεις!»…Πώς τα αντιμετωπίζαμε τα παπούτσια; Ούτε αβγά νάτανε…Θα τα ανοίξεις! Θα τα γρατσουνίσεις! Θα τα φθείρεις! Και όλα αυτά τα –ΟΧΙ- τα μετέτρεπαν σαν αντικείμενα απόλυτου πόθου. Η Μεγάλη βδομάδα δεν ήταν των Παθών του Χριστού ήταν των παθών των δικών μας μέχρι να βάλουμε τα παπούτσια…Τα καινούργια μας παπούτσια και τα ρούχα.

Μεγάλη Δευτέρα «Να τα βάλω για την εκκλησία;», «Θα σου πω εγώ πότε», Μεγάλη Τρίτη «Να τα βάλω;» «Σου είπα όχι!», Μεγάλη Τετάρτη «Να τα φορέσω;» «Είναι για την Ανάσταση είπαμε!», Μεγάλη Πέμπτη « Μα γιατί βρε μαμά; Θέλω σου λέω θέλω. Θα κλάψω!» «Να κλάψεις και να πλαντάξεις. Είναι για την Ανάσταση», Μεγάλη Παρασκευή «Αν δε βάλω τα καινούργια παπούτσια δε πάω πουθενά», «Παιδί μου βρέχει! Κάθε Μεγάλη Παρασκευή βρέχει. Που θα πας με το λουστρινένιο στη βροχή», «Εγώ δε πάω!», «Προχώρα και μη βγάζεις κιχ! Είδες κανένα άλλο παιδάκι με …Προχώρα σου λέω!», Μεγάλο Σάββατο «Να τα βάλω;», «Βάλτα να ησυχάσεις! Μου έσπασες να νεύρα μια εβδομάδα»…Τα φορούσα! Από το πρωί!!
Τα έκανα πρόβα. Καθρεφτιζόμουν. Τα έστριβα δεξιά αριστερά. Κρέμαγα και το κεφάλι προς τα πίσω και κοίταζα το τακούνι. Καθόμουν και έβαζα το πόδι «αναπαντάλον»…Τι έκφραση Θεέ μου…Έφερνε προς το γαλλικό! Κούναγα το πόδι που ήταν από πάνω. Τα καινούργια πασχαλινά παπούτσια! Και όταν το βράδυ πηγαίναμε προς την εκκλησία… Τι να σου λένε όλες οι χαρές του κόσμου!!! Περπατούσα και κοίταζα τα παπούτσια. Κάθε βήμα παρακολουθούσα τα πόδια μου λες και ήταν ξένα. Τα καινούργια μου πασχαλινά παπούτσια!

Πόσες χαρές μας έκλεψε η ευμάρεια; Κοιτάζω την ντουλάπα μου. Μετρώ και ντρέπομαι. Τσαντίζομαι. Δίπλα ακριβώς μια σακούλα. Καινούργιο ζευγάρι. Πάσχα είναι. Σε όλους κάτι πήρα και φέτος. Δικαιούμαι και γω λοιπόν…Δικαιούμαι. Δεν λέω ψέματα…Μόνο μια ερώτηση εδώ και καιρό σουβλίζει το μυαλό. Μήπως όλα αυτά τα –δικαιούμαι- μας λοξοδρόμησαν τόσο που χάσαμε τον προορισμό. Αυτά τα αυθάδη, ανυποψίαστα, ετοιμοπόλεμα, παμφάγα  –δικαιούμαι- θαρρείς κατάπιαν αμάσητα ερωτήσεις…Μάλλον τις έφτυσαν ως άνοστες. Γιατί δικαιούμαι; Στα πόσα
–δικαιούμαι- χορταίνει το μάτι του ανθρώπου;

O Πικάσο έλεγε –μου πήρε μια ζωή για να ζωγραφίσω σαν παιδί-…Τούτο το Πάσχα δίνω μια υπόσχεση. Λίγο πριν την Ανάσταση…Θα κοιτάξω τα πόδια μου ενώ περπατώ. Σαν νάναι πόδια άλλου. Σαν νάναι ξένα…Όπως κάποτε…Η θύμηση θα με πάει σε ποιο ενδιαφέροντα μονοπάτια. Κι αν έχει μονοπάτια η ζωή! Αρκεί να μη νομίσεις αφελώς ότι θα σε οδηγήσουν εκεί τα παπούτσια.

Υ.Γ Καλή ως άσκηση αρκεί βέβαια να μη μπουρδουκλωθείς…