Όταν ήμουν μικρή, δεν πίστευα καθόλου στα παραμύθια, μεγάλη το έπαθα το κακό!
Πετσόκοβα τα μαλλάκια από τις κούκλες που μου χάριζαν κι έτρεχα να παίξω με τα σπαθιά και τα τόξα που έφτιαχνα από τα κλαδιά της φουντουκιάς. Γελούσα με το γυάλινο γοβάκι και θαρρούσα πως η Σταχτοπούτα έπρεπε απλά να πάει στο χορό ξυπόλητη, ο πρίγκιπας αν την αγαπούσε δεν θα την άφηνε να φύγει.
Στη ζωή αρνήθηκα ελεημοσύνες ευτυχίας και δώρα ξεπουλήματος, γρατσουνίζοντας πολλάκις τα ποδαράκια μου στα αγκάθια και τις τσουκνίδες. Βούτηξα στα λασπόνερα όταν χρειάστηκε και φιλτράρισα τις αξίες μου. Κάθε στιγμή μου τη σημάδεψα ψίχουλο ψίχουλο να μου χαράζει πορεία και το μονοπάτι το διέσχισα με δρασκελιές και όχι βήματα.
Πλήρωσα τα καμώματά μου ακριβά και τα στραβά τα δέχτηκα να με σφαλιαρίζουν δίχως μετάνοιες και μοιρολατρίες. Όταν κλάφτηκα σκούπισα με καραβόπανο τα δάκρυα και όταν γέλασα βροντοφώναξα τόσο που ακούστηκα μέχρι την άλλη άκρη του πλανήτη. Σιχάθηκα τη μιζέρια και μέθυσα στα θέλω μου. Όλα στη φωτιά και ακόμη ακόμη και την ψυχή μου, στο γόνατο την έκοψα μερίδες σαν ήταν αναγκαίο και όταν το ‘νιωσα, αδίσταχτα τις μοίρασα για φαγοπότι στα θηρία και τις σαύρες, στις ύαινες και τα φίδια. Κάποια κομμάτια της όμως δεν κατάφεραν ποτέ να μου τ’ αρπάξουν, τα άφησα να πετάξουν ψηλά σαν αετόπουλα, πάνω από τα σύννεφα σε καθαρό ουρανό, και όσο και να μου λέγαν σταμάτα, εγώ δεν απαρνήθηκα ποτέ την αδιάκοπη φύση μου. Ελεύθερες στιγμές έβλεπα στον ορίζοντα, με γλάρους και πεταλούδες έκανα παρέα, μ’ αυτά πορεύτηκα μια ζωή κι ας λέγαν ότι θέλαν. Στη μοίρα παλιά δεν πίστευα, μα όταν μου το φύλαξε και με κυνήγησε, κατάματα την κοίταξα και τσιγγάνικα της χόρεψα το χορό του πολέμου.
Διάβασα· ΠΟΛΥ. Σπούδασα· ΠΟΛΥ. Ταξίδεψα· ΠΟΛΥ. Δούλεψα· ΠΟΛΥ. Ερωτεύτηκα· ΠΟΛΥ. Αγαπήθηκα· ΠΟΛΥ. Μισήθηκα – θέλω να πιστεύω ΛΙΓΟ.
Δεν έμαθα να σκύβω το κεφάλι μήτε όμως και να προσποιούμαι το λυγμό μου. Δάγκωσα τα χείλη και αγκομαχώντας έπαιξα κορόνα γράμματα το αύριο και μία και δυο και άλλες, απίθανες φορές ξαναξεκίνησα, ανακατάταξα, ματαμπόρεσα! .
Δε μου χαρίστηκαν τα βραβεία και οι περγαμηνές, τα κέρδισα με το σπαθί μου. Δε δέχτηκα τα διαμάντια της εκποίησης, ότι κατάφερα ή απαρνήθηκα είναι ατόφια κατορθώματά μου. Απόλυτα και γενναιόδωρα αγνάντεψα το μελτέμι και τη φουρτούνα αντάμα και με μακροβούτια κορόιδεψα το άγνωστο ή απέφυγα το γνωστό.
Προσπάθησα· να μην εκφυλίσω αυτά που ένιωσα· να μη μαγαρίσω τα αισθήματά μου· να μην τσιγκουνευτώ τα χαμόγελά μου. Φιλοδώρημα στη ζωή όλες οι ευκαιρίες και όλα τα χτυποκάρδια.
Στις συμβουλές? Δεν είμαι ομολογώ ιδιαίτερα καλή να τις ακολουθώ. Εξάλλου, δεν εθελοτυφλώ, το έργο αυτό το ξέρω καλά, γεννήθηκα για να αλητεύω, με τη συμβατικότητα μάλωσα από πολύ νωρίς.
Εδώ οι δράκοι, αλλά δίπλα τους και η νεραϊδόσκονη. Καλό το μαζί, μπορώ όμως και το χώρια. Μούσκεμα στη βροχή μα χαϊδεμένη και στον ήλιο.
Άφθαρτη ακόμη, πιο σοφή από πριν, σημαδεμένη μα νικήτρια απ’ το χθες, πιο χαμογελαστή από το τώρα, γεμάτη και ικανοποιημένη, τα παραμύθια πλέον πραγματικά πιστεύω πως υπάρχουν και είναι ευλογία να ζεις με τη μαγεία τους. Ενίοτε με κοροϊδεύουν και πονάνε, μα με κάνουν ονειροπόλα, δυνατή, αισιόδοξη. Και αλώβητη. Ζω· ΠΟΛΥ.
Από την φίλη μου Χριστίνα
