Οι μονάδες των Ζοντερκομάντο αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα σύμβολα της ναζιστικής φρίκης. Εβραίοι αιχμάλωτοι στα ναζιστικά στρατόπεδα του θανάτου εξαναγκάζονταν από τους Γερμανούς να γίνουν ουσιαστικά οι «νεκροθάφτες» όσων δολοφονούνταν στους θαλάμους αερίων. Ήταν αυτοί που αναλάμβαναν να κάψουν στους φούρνους τις σορούς των Εβραίων που έφταναν στο στρατόπεδο και να θρυμματίσουν στη συνέχεια τα κόκαλά τους που δεν είχαν καεί, ώστε να μην μείνει πίσω κανένα σημάδια ότι από εκεί είχαν περάσει άνθρωποι. Οι ομάδες αυτές «ανανεώνονταν» κάθε λίγους μήνες με την επόμενη ομάδα Ζοντερκομάντο να καίει στους φούρνους την προηγούμενη ώστε να μην επιβιώσει κανείς για να μαρτυρήσει τα όσα συνέβαιναν στους θαλάμους αερίων.

Ο Έλληνας Σεφαραδίτης Εβραίος Μαρσέλ Νατζαρή ήταν ένας από τους Ζοντερκομάντο που δούλευαν στο Κρεματόριο 3 του Άουσβιτς λίγους μήνες πριν οι Ναζί  χάσουν τον πόλεμο. Δύο μήνες πριν από την εκκένωση του στρατοπέδου, τον Νοέμβριο του 1944, ο Νατζαρή καταλαβαίνει ότι το τέλος πλησιάζει. Έτσι, γράφει μια χειρόγραφη επιστολή με παραλήπτες τους φίλους και τους οικείους του. Την τοποθετεί μέσα σε ένα παγούρι και το παγούρι μέσα σε μια δερμάτινη τσάντα. Θάβει την τσάντα στο έδαφος σε βάθος μισού μέτρου στον περίβολο του κρεματορίου 3, με την ελπίδα ότι κάποιος θα το βρει και θα το ταχυδρομήσει στους δικούς του. Ο Νατζαρή είχε καταφέρει να κόψει σελίδες από ένα σημειωματάριο και εκεί- για να μην τρελαθεί, όπως έλεγε- προσπάθησε να βάλει στο χαρτί όλη την φρίκη που έβλεπε μπροστά του.

Τον Ιανουάριο του 1945, οι Ναζί βλέποντας το τέλος να έρχεται, εκκένωσαν το Άουσβιτς οδηγώντας σε μια πορεία θανάτου τους τελευταίους κρατούμενους. Στους Ζοντερκομάντο δεν επετράπη να φύγουν από το στρατόπεδο καθώς έπρεπε να εξοντωθούν, για να μην αποκαλύψουν όσα συνέβαιναν εκεί. Ο Νατζαρή όμως μαζί με κάποιους άλλους της ομάδας κατάφεραν να μπερδευτούν στο πλήθος και να δραπετεύσουν. Οδηγήθηκαν αρχικά στο Ματχάουζεν και στη συνέχεια στο Μελκ και το Γκουσέν από όπου τελικά απελευθερώθηκαν από την 11η Μεραρχία του αμερικανικού στρατού στις 5 Μαΐου 1945.

Ο ίδιος κατάφερε έτσι να σωθεί παρ’ όλες τις πληγές-σωματικές και ψυχικές- που του άφησε το Άουσβιτς. Πίσω του όμως στο στρατόπεδο του θανάτου άφησε εκείνο το μικρό δερμάτινο φλασκί θαμμένο στο χώμα του Κρεματορίου, όπου ο ίδιος είχε κάψει χιλιάδες ομόθρησκούς του κι όχι μόνο κατ’ εντολή των Ναζί. Θα χρειάζονταν 35 χρόνια για να ανακαλυφθεί το ιστορικό αυτό χειρόγραφο. Το 1980 το έγγραφο ανακαλύφθηκε τυχαία από έναν φοιτητή που έκανε ανασκαφές κοντά στο πρώην στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ωστόσο ήταν σε τόσο κακή κατάσταση με την υγρασία να έχει αλλοιώσει το μελάνι που μόνο το 10-15% αυτού μπορούσε να διαβαστεί. Ύστερα από προσπάθεια αρκετών χρόνων αποκατάστασης ο κόσμος μπορούσε πια να διαβάσει για τη φρίκη από τα χέρια ενός ανθρώπου που την ζούσε εκείνη τη στιγμή και έγραφε «Τα δράματα που έχουν δει τα μάτια μου είναι απερίγραπτα».

Το χειρόγραφο

Η αφήγηση του Νατζαρή στις 12 σελίδες του χειρογράφου του είναι γραμμένη στα ελληνικά και ξεκινά θέλοντας να ενημερώσει τους φίλους του για όσα έχει ζήσει. Μάλιστα στην αρχή του χειρογράφου του συμπεριέλαβε μια εισαγωγή στα γερμανικά, τα πολωνικά και τα γαλλικά με την έκκληση σε όποιον βρει το κείμενο να το πάει στην ελληνική πρεσβεία και να ζητήσει να δοθεί στον Δημήτριο Στεφανίδη.

Ο Νατζαρή περιγράφει με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια τη χωροταξία του Κρεματορίου: τα δυο μεγάλα υπόγεια δωμάτια κάτω από έναν «κήπο», στο ένα εκ των οποίων ξεντύνονταν οι κρατούμενοι και το άλλο όπου έμπαιναν για να οδηγηθούν στο θάνατο.

«Την 11η Απριλίου φτάσαμε στο Άουσβιτς και στο στρατόπεδο του Μπιρκενάου. Μείναμε ένα μήνα στην καραντίνα και από εκεί μας απόσπασαν γερούς δυνατούς, σε ένα κρεματόριο. Είναι ένα μεγάλο κτίριο με ένα πλατύ φουγάρο με 15 φούρνους. Από κάτω από ένα κήπο είναι δύο μεγάλοι υπόγειοι θάλαμοι, απέραντοι. Ο ένας χρησιμεύει για να ξεντυνόμαστε και ο άλλος είναι ο θάλαμος του θανάτου, όπου ο κόσμος μπαίνει γυμνός και αφού συμπληρώνονται περίπου 3.000 άτομα κλείνει και τους γκαζεύουν. Μετά από 6 – 7 λεπτά μαρτυρίου παραδίδουν το πνεύμα. Η δουλειά μας είναι πρώτον να τους υποδεχόμαστε. Οι περισσότεροι δεν ήξεραν το λόγο. Τους έλεγαν ότι επρόκειτο να κάνουν λουτρό. Πήγαιναν ανήξεροι προς το θάνατο. Τούς έλεγα ότι δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα που μιλάνε», αναφέρει ο Νατζαρή.

Ανατριχιαστική είναι και η περιγραφή όσων ακολουθούσαν στο «λουτρό».

«Μέσα εκεί είχαν βάλει οι Γερμανοί σωλήνες για να νομίσουν ότι ετοιμάζονται για το λουτρό. Με το μαστίγιο στο χέρι, οι Γερμανοί τους ανάγκαζαν να στριμωχτούν για να χωρούν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Τα κουτιά του γκαζιού τα έφερναν δύο Ες Ες με το αυτοκίνητο του γερμανικού Ερυθρού Σταυρού. Είναι γκαζαριστές, οι οποίοι από κάποια ανοίγματα τους έριχναν το γκάζι. Μετά από μισή ώρα άνοιγαν τις πόρτες και μεταφέραμε τα πτώματα των αθώων αυτών γυναικόπαιδων και από εκεί τους βάζαμε στους φούρνους όπου τους έκαιγαν χωρίς βοήθεια καυσίμου ύλης λόγω του λίπους που έχουμε. Τη στάχτη οι Γερμανοί μας ανάγκαζαν να την κοπανήσουμε, να την περάσουμε από ένα χοντρό κόσκινο και μετά την έπαιρνε αυτοκίνητο και την έριχνε στο ποτάμι και έτσι εξαφανίζεται κάθε ίχνος», περιγράφει σε ένα απόσπασμα τονίζοντας ότι μετά από αυτό «ένα ανθρώπινο σώμα καταλήγει να είναι 640 γραμμάρια στάχτης».

«Σχεδόν κάθε φορά που σκοτώνουν, αναρωτιέμαι αν υπάρχει Θεός και όμως πάντα πίστευα σε Αυτόν και ακόμα πιστεύω ότι αν αυτό είναι που θέλει ο Θεός ας γίνει το θέλημά του», αναφέρει σε ένα σημείο.

Σε ένα άλλο σημείο αναφέρει: «Σήμερα έφεραν έναν τρένο από το στρατόπεδο Τερεζίν στην Τσεχοσλοβακία, αλλά δόξα τω Θεώ δεν τους έφεραν σε εμάς, τους κράτησαν στην αποθήκη. Λένε ότι ήρθε μια διαταγή να σταματήσουν να σκοτώνουν Εβραίους και φαίνεται ότι είναι αλήθεια. Τώρα που το τέλος πλησιάζει άλλαξαν γνώμη, τώρα που δεν έχουν μείνει καθόλου Εβραίοι στην Ευρώπη».

Ο Μαρσέλ Νατζαρή, απευθυνόμενος στους φίλους του Δημήτριο Στεφανίδη, συνεταίρο του, τον Ηλία Κοέν, τον Γιώργο Γούναρη και τη Σμαρώ Ευφραιμίδου τους λέει στο χειρόγραφό του: «Θα πείτε διαβάζοντας, τι εργασία έκαμα, πώς μπόρεσα να κάνω εγώ, η ένας οποιοσδήποτε άλλος αυτή τη δουλειά, καίγοντας τους ομοθρήσκους μου. Σκέφτηκα πολλές φορές να μπω κι εγώ μαζί τους, να τελειώσω, αλλά με κρατούσε πάντα η εκδίκησις. Θέλησα και θέλω να ζήσω για να εκδικηθώ το θάνατο του μπαμπά μου, της μαμάς μου και της αγαπημένης μου αδερφής. Δεν φοβάμαι το θάνατο, είναι δυνατόν να τον φοβηθώ μετά από τόσα που είδαν τα μάτια μου;».