Πάρε μόνο τα πιο σημαντικά.
Πάρε τα γράμματα.
Ό,τι μπορείς να κουβαλήσεις πάρε μόνο.
Τις εικόνες πάρε, και τα κεντήματα,
πάρε τ’ ασημικά, πάρε τον ξύλινο σταυρό,
και τις χρυσές ρεπλίκες.
Πάρε λίγο ψωμί, λαχανικά απ’ τον κήπο
κι έπειτα φύγε.
Δεν θα γυρίσουμε ποτέ.
Την πόλη μας δεν θα την ξαναδούμε.
Πάρε τα γράμματα, όλα τα γράμματα,
ως και το τελευταίο κακό μαντάτο.
Το μαγαζάκι εκείνο στη γωνία δεν θα το ξαναδούμε.
Ούτε θα πιούμε ξανά απ’ το πηγάδι μας το ξεραμένο.
Οικεία πρόσωπα δεν θ’ αντικρίσουμε ξανά.
Είμαστε πρόσφυγες.
Θα τρέχουμε όλη νύχτα.
Θα τρέχουμε μες σε χωράφια μ’ ηλιοτρόπια.
Θα τρέχουμε για να ξεφύγουμε απ’ τα σκυλιά. Θα αναπαυόμαστε δίπλα σε αγελάδες.
Θα πίνουμε απ’ τις χούφτες μας νερό.
Μες σε στρατόπεδα θα περιμένουμε,
τους δράκους του πολέμου ενοχλώντας.
Δεν θα επιστρέψεις ξανά,
ούτε κι οι φίλοι σου θα επιστρέψουν.
Δεν θα υπάρξουν ξανά κουζίνες καπνισμένες,
συνηθισμένες δουλειές,
φώτα ονειρικά σε νυσταγμένες πόλεις,
λιβάδια πράσινα, επαρχιώτικοι χερσότοποι.
Ο ήλιος μια κηλίδα θα είναι
σε τρένου φτηνού το παράθυρο, που θα περνά βιαστικό μπροστά από χολεριασμένους λάκκους καλυμμένους μ’ ασβέστη.
Θα έχουν ματώσει οι φτέρνες των γυναικών,
κουρασμένοι σκοποί θα φρουρούν χιονισμένα σύνορα.
Ένας ταχυδρόμος μ’ άδειους τους σάκους σκοτωμένος θα κείτεται,
κάποιος παπάς, μ’ ένα κακόμοιρο χαμόγελο στα χείλη, θα κρέμεται απ’ τα πλευρά του,
κοιμητηρίου σιωπή, θόρυβος στρατηγείου,
κι ανεπεξέργαστες λίστες νεκρών θα υπάρχουν,
λίστες τόσο μακρές που δεν θα προλαβαίνεις καν να ψάξεις
για το δικό σου όνομα.
Ποίημα του Ουκρανού Σέρχι Ζαντάν
(Serhiy Zhadan), σε ελληνική απόδοση του
Σπύρου Κιοσσέ.
