Οδυσσέας

Ο μέγας άνδρας γύρισε την πλάτη στο νησί.

Τώρα πια δεν θα πεθάνει στον παράδεισο

ούτε θ’ ακούσει ξανά

τα λαούτα του παραδείσου πλάι στις ελιές,

στις διαυγείς τις λίμνες κάτω απ’ τα κυπαρίσσια. Ο χρόνος

τώρα ξεκινά, και ακούει ξανά

εκείνον τον παλμό που είναι της θάλασσας

η αφήγηση, την αυγή, με το δυνατότερο τράβηγμα του νερού.

Ό,τι μας έφερε ως εδώ

μακριά θα μας πάρει – το καράβι μας

λικνίζεται στα μαύρα του λιμανιού τα νερά.

Το ξόρκι έχει λήξει.

Δώσ’ του πίσω τη ζωή του

Θάλασσα, εσύ που μόνον εμπρός προχωράς.

*

Τηλεσκόπιο

Υπάρχει μια στιγμή αφότου κινήσεις το μάτι σου

όπου ξεχνάς πού είσαι

γιατί έζησες, φαίνεται,

κάπου αλλού, στη σιγή του νυχτερινού ουρανού.

Σταμάτησες να βρίσκεσαι εδώ στον κόσμο.

Βρίσκεσαι κάπου αλλού,

όπου η ανθρώπινη ζωή δεν έχει αξία.

Δεν είσαι ένα ενσώματο πλάσμα.

Υπάρχεις όπως υπάρχουν τ’ αστέρια,

μετέχοντας στην ακινησία τους,

στην απεραντοσύνη τους.

Κι έπειτα είσαι στον κόσμο ξανά.

Νύχτα, σ’ έναν κρύο λόφο,

αποσυναρμολογώντας το τηλεσκόπιο.

Καταλαβαίνεις πια

πως δεν είναι η εικόνα ψευδής

μα ο συσχετισμός.

Βλέπεις ξανά πόσο μακριά

το κάθε τι βρίσκεται απ’ το άλλο.

*

Οκτώβριος (6)

Η λαμπρότητα της μέρας γίνεται

η λαμπρότητα της νύχτας·

η φωτιά γίνεται καθρέφτης.

Η φίλη μου η γη πικραμένη – νομίζω

το φως την απογοήτευσε.

Πικραμένη ή αποκαμωμένη, δύσκολο να διακρίνω.

Ανάμεσα σ’ εκείνην και τον ήλιο

κάτι έχει τελειώσει.

Θέλει πια την ησυχία της –

νομίζω πρέπει να σταματήσουμε

να ζητάμε την επιβεβαίωσή της.

Πάνω από τους αγρούς

πάνω από τις στέγες των σπιτιών του χωριού

η λαμπρότητα που έκανε τη ζωή υπαρκτή

γίνεται κρύα αστέρια.

Στάσου ακίνητος και δες –

τίποτα δεν δίνουν τίποτα δεν ζητούν.

Μέσ’ απ’ της γης

την πικρή την ντροπή, την παγωνιά και τη στειρότητα

η φίλη μου η σελήνη ανατέλλει –

είναι όμορφη, αλλά και πότε δεν ήταν;

*

Η άγρια ίριδα

Στο τέρμα του μαρτυρίου μου

υπήρχε μία πόρτα.

Ακούστε με – αυτό που λέτε θάνατο

θυμάμαι.

Ψιθύρους ψηλά και τα κλαριά του πεύκου ν’ αλλάζουν.

Έπειτα τίποτα. Ο αδύναμος ήλιος

τρεμόσβηνε στην ξερή επιφάνεια.

Απαίσιο να επιβιώνεις

συνείδηση

στη σκοτεινή τη γη θαμμένη.

Κι έπειτα τέλειωσε – αυτό που φοβάστε,

την ψυχή ανήμπορη

να μιλήσει, σβήνοντας απότομα, με την άκαμπτη γη

να λυγίζει για λίγο. Κι αυτό που νόμιζα πως ήταν

πουλιά που πετούσαν σε θάμνους χαμηλά.

Σ’ εσάς που δεν θυμάστε

το πέρασμα του άλλου κόσμου

λέω πως μπορούσα να μιλήσω ξανά – ό,τι

επιστρέφει από την λήθη επιστρέφει

για να βρει μια φωνή –

από το κέντρο της ζωής μου φάνηκε

η μεγάλη πηγή, μαβιές σκιές

στα γαλανά της θάλασσας νερά.