Τα καλοκαίρια στον Κλειδό, η μάνα, πέρα απ όλα τ άλλα, έκανε και την βοηθό βοσκού. Έμπαινε στην μάντρα την ώρα του αρμέγματος, επέλεγε το λαάριο ζο ή πρόβατο, το έπιανε απ το πισινό του πόδι και το πήγαινε στον πατέρα μου να τ αρμέξει. Ο πατέρας μου καθόταν πάνω σε μια μεγάλη πέτρα στην είσοδο της μάντρας, με τα γόνατα ανοιχτά να εμποδίζουν την έξοδο των ζω και τον αρμεό ανάμεσα στα πόδια του. Μου έκανε εντύπωση πως, παρά του ότι βλαστημούσε με το παραμικρό τα θεία, πάντα όταν ξεκινούσε το άρμεγμα έκανε τον σταυρό του και ψιθύριζε «έλα Χριστέ μου». Έπιανε σφιχτά απ τα βυζιά το ζο, σάλιωνε τα δάχτυλα του ενός χεριού, πίεζε ελαφρά χαμηλά τις ρώγες για να βγει λίγο γάλα και μετά με τις χούφτες τα έσφιγγε ρυθμικά με δύναμη. Το ζο βέλαζε και κουνούσε το κεφάλι. Ήταν εμφανές πως πονούσε. Όσο το άρμεγε καθόταν υπομονετικά ακίνητο. Μόλις καταλάβαινε πως το γάλα στα βυζιά του τελειώνει, άρχιζε ανυπόμονα να ψάχνει με το κεφάλι του την έξοδο, την ελευθερία του. Ο πατέρας δεν έβλεπε στον αρμεό. Κοιτούσε μπροστά και καθοδηγούσε την μάνα για την επόμενη επιλογή. Θυμάμαι πάντα πως ένα μεγάλο μέρος απ το αρμεγμένο γάλα, χυνόταν στο χώμα δίπλα στον αρμεό και πάνω στα παπούτσια του. Στην αρχή που το έβλεπα νόμιζα πως το έκανε επίτηδες. Πως ένα μέρος του γάλακτος δεν έπρεπε για κάποιο λόγο να μπει στον αρμεό. Στη συνέχεια κατάλαβα πως ήταν ακόμα ένα στοιχείο της τσαπατσουλιάς του πατέρα μου.
Στα δώδεκα μου χρόνια λοιπόν αντικατέστησα τη μάνα και έγινα εγώ βοηθός βοσκού. Στην αρχή ένιωσα υπερήφανος, συγκινημένος και γεμάτος υπευθυνότητα για τον τίτλο που μου είχε αποδοθεί. Στην πράξη όμως αποδείχτηκε πως δεν μπορούσα να ανταποκριθώ στις προσδοκίες του πατέρα μου και τον έκανα να μετανιώσει για την επιλογή του.
Ο πατέρας μου σηκωνόταν αξημέρωτα, αντιραβδιαζόταν και ξεκινούσε να ρεβάρει τα ζουλοπρόβατά του. Όταν τα συγκέντρωνε, αυτά σταλιάζανε κάτω απ τις ελιές και περίμεναν πότε θα αρμεχτούν, για να πάνε στην συνέχεια να ποτιστούν στο πηγάδι και μετά να είναι πάλι ελεύθερα να βοσκήσουν. Μάντριζε λοιπόν πρώτα τα ζα -πιο ατίθασα και ανυπόμονα απ τα πρόβατα- και ξεκινούσε το άρμεγμα.
Στην αρχή, που η μάντρα είναι γεμάτη, είμαι όρθιος στο βάθος της. Τα ζα φοβούνται την παρουσία μου και στριμώχνονται προς τον πατέρα μου. Αυτός σηκώνεται ελάχιστα απ την πέτρα που κάθεται τα πιάνει ένα-ένα και τα αρμέγει. Όσο λιγοστεύουν τα ζα, τόσο δυσκολότερη γίνεται η προσπάθειά του να τα πιάσει. Τότε αρχίζει ο δικός μου ρόλος. Με αδέξιες κινήσεις προσπαθώ να του τα γυρίσω. Μάλλον δεν τα καταφέρνω καλά. Βλέπω στο πρόσωπό του ένα χαμόγελο ειρωνείας για τις άγαρμπες κινήσεις μου.
– Μουρέ τη Λιβανοχελιά
– Μουρέ όχι ευτή
– Μα δε σκαμπάζεις ελεϊκό παιδί μου;
Εγώ, προσπαθώντας να του αποδείξω πως τα καταφέρνω, κάνω γρήγορες και νευρικές κινήσεις, αγριεύοντας τα ζα και δημιουργώντας μέσα στη μάντρα πανικό. Σκόνη, φασαρία, φωνές, νευρικότητα. Μια φορά ο πατέρας μου θυμάμαι, σηκώθηκε εντελώς απ την πέτρα και έκανε μερικά βήματα για να πιάσει ένα ζο. Εγώ κάνω γρήγορη κίνηση να το πιάσω για να του το πάω και τα αγριεύω. Αυτά είδαν την έξοδο αφύλαχτη και άρχισαν να τρέχουν για να βγουν. Ο πατέρας μου προσπαθεί, κρατώντας απ το πόδι το ζο, να ξανακαθίσει στη θέση του. Τα ουρλιαχτά του και η βλαστήμιες τα τρομάζουν. Με φοβερή ταχύτητα και δύναμη, τον παρασέρνουν και τον ρίχνουν κάτω. Ρίχνουν και τον αρμεό και χύνεται το γάλα. Δεν θα ξεχάσω τη σκηνή, να είναι πεσμένος στο χώμα, να κρατάει με το ένα χέρι το ζο, με το άλλο την τραγιάσκα, τα ζα να πηδούν από πάνω του και να φεύγουν και το έρημο που κρατούσε απ το πόδι να προσπαθεί να φύγει και να μη μπορεί. Στο τέλος που έχει αδειάσει η μάντρα, αφήνει ελεύθερο το ζο, κάθεται οκλαδόν, τινάζει την τραγιάσκα για να την ξεσκονίσει πάνω στο γόνατό του και την φοράει. Πιάνει το ραβδί του, στηρίζεται και σηκώνεται όρθιος. Ξέρω πως είμαι η αιτία για την καταστροφή που μόλις έχει γίνει. Περιμένω την αντίδρασή του. Η αλήθεια είναι πως φοβάμαι, παρότι δεν είχε σηκώσει χέρι ποτέ πάνω μου. Με αργά βήματα βγαίνει από την μάντρα μονολογώντας δυνατά για ν ακούω: «Που να ‘χει ανάθεμα που σε έσπερνε. Μα ήντα αχρηστεμός του παιδιού ήτονε ευτός. Μα ήντα ‘θελα να σε κάμω υιέ μου.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΑΡΔΑΝΗ