Από  τον Μανόλη Μπαρδάνη

“Ο Κλειδός είναι ο τόπος των παιδικών καλοκαιρινών αναμνήσεων. Με το που έμπαινε ο Ιούλης – ο (Γ)Υαλιστής που τον έλεγαν στο χωριό μου, ξεκινούσαμε για τη δίμηνη παραμονή μας στον μαγευτικό Τόπο.
Από την επομένη που έκλειναν τα σχολεία, άρχιζαν οι ετοιμασίες για την μετακόμισή μας στον Κλειδό. Η λαχτάρα και των τριών αδελφιών δεν μπορούσε να κρυφτεί. Το λεωφορειάκι του Τζιγκοϊώργη έφευγε στις 7 το πρωί. Ο πατέρας έχει έρθει από βραδύς για να βοηθήσει στην μεταφορά μέχρι την Παναγία. Εννοείται πως το λεωφορείο ήταν αποκλειστικά μόνο για την οικογένειά μου. Δύο καφάσια μεγάλα, σκεπασμένα και δεμένα με σεντόνι στο πάνω μέρος, που περιείχαν τις κότες μας. Δύο γουρούνια, δύο κατσίκες γκριβίτσες με τα δυό τους ριφάκια. Τρία στρώματα και ένα ράντζο. Κατσαρόλες, τηγάνια και άπειρα τσουμπλέκια. Και μαζί μ αυτά έπρεπε να πάρουμε και τον πάππο μας μαζί. Τον αφέντη της μάνας. Ένας γίγαντας 90 χρόνων, υγιέστατος, ακμαιότατος. Μυλωνάς στο επάγγελμα και καλός τεχνίτης. Δεν του άρεσε ο Κλειδός. Δεν άντεχε την ζέστη. Φορούσε τη βράκα του με το μεγάλο κάτασπρο σώβρακο από μέσα, το πουκάμισο το ντρίλινο με τον μπιρίκο από πάνω του σταυρωτά. Την μάλλινη ζώνη του σφιχτά δεμένη στη μέση. Το φέσι με το γκρι μαντήλι στο κεφάλι του. Τα παπούτσια του τα βρακαδίστηκα με τις χοντρές μάλλινες κάλτσες και τους κεντητούς καλτσοδέτες σφιχτά δεμένους στην κάλτσα, κάτω απ το γόνατο. Καθόταν στην πρώτη θέση πάντα του λεωφορείου με τα χέρια του ανοιχτά να πιάνει όλο το κάθισμα. Οι δύο κατσίκες με τα ρίφια ήταν στην καμπίνα του λεωφορείου. Τα στρώματα με το ράντζο και τα καφάσια με τις κότες φορτωνόταν στην οροφή. Οι χοίροι στους πλαϊνούς χώρους. Οι μάνα, με την ρόμπα της, με το μαντήλι περασμένο στο κεφάλι και δεμένο κάτω από το σαγόνι, έδειχνε με την έκφραση στο πρόσωπό της, πως, για ακόμα μια φορά τα κατάφερε.
Και να που ξεκινήσαμε, με τον πατέρα ν ανάβει τσιγάρο και την μάνα να σταυροκοπιέται ψιθυρίζοντας διάφορες προσευχές μέχρι το πέταλο. Ο Τζιγκοιώργης, ο οδηγός, εβδομηντάχρονος σχεδόν, ασπρομάλλης, με την τραγιάσκα σηκωμένη ψηλά και πλάγια στο κεφάλι, είχε πιάσει συζήτηση με τον πάππο μου. Χαρακτηριστικό του και ελάττωμά του για μας τα παιδιά, η μικρή ταχύτητα που οδηγούσε το αμάξι του. Εμείς λαχταρούσαμε να φθάσουμε γρήγορα στον τόπο μας, να δούμε τους φίλους μας, να κάνουμε το πρώτο μας μπάνιο. Μετά από μιάμιση ώρα εποχούμενοι, ζαλισμένοι και ταλαιπωρημένοι από τον επικίνδυνο και γεμάτο στροφές δρόμο, φθάνουμε στην Μουτσούνα. Πάντα την υπολογίζαμε ως το μέσο της διαδρομής.
Αρχίζει ο κουραστικός χωματόδρομος. Το λεωφορείο πάει εκνευριστικά σιγά. Αλμυρό νερό, στροφή στα Λιαρίδια, περνάμε στ Αμοργινοπέτρου το μαζωμό και λίγο πριν τελειώσει η ευθεία, ο Τζιγκοιώργης στρίβει το όχημά του δεξιά, εκτός του κύριου δρόμου. Σε καμιά εκατοσταριά μέτρα σταματάει. Κατεβαίνει απ τη θέση του και αρχίζει να σφυρίζει βοσκήστικα. Σε λίγο μαζεύονται καμιά τριανταριά προβατίνες, τις μαντρίζει κι αρχίζει να τις αρμέγει. Μία ώρα καθυστέρηση και φυσικά το πρωινό μπάνιο κινδυνεύει να χαθεί. Ξεκινάμε πάλι. Αρχίζει να μυρίζει ο Τόπος θυμάρι και θάλασσα. Η ζέστη αφόρητη στην καμπίνα.
Μεσημέρι επιτέλους, φθάνουμε στον προορισμό μας. Θυμάμαι δεν υπήρχε ούτε νερό να κεράσουμε το Τζιγκοιώργη. Το νερό στον Κλειδό το κουβαλούσαμε απ το πηγάδι που ήταν στο λιμανάκι κάτω. Τετρακόσια μέτρα απόσταση σχεδόν. Από δύο πεντόκιλα μπιτόνια άδεια, για μένα και την αδελφή μου, μας περίμεναν πάντα πριν ξεκινήσουμε για το πρωϊνό και το απογευματινό μας μπάνιο. Ποτέ δεν κατεβήκαμε στην παραλία χωρίς τα μπιτόνια μας. Έπρεπε να τα γυρίσουμε γεμάτα. Ένιωθα σαν το Σίσυφο. Ειδικά την μέρα που φθάναμε, η τιμωρία ήταν σκληρή. Έπρεπε να κατεβούμε με τα μπιτόνια μας στην παραλία, εκεί που οι φίλοι μας οι Αθηναίοι ανέμελοι θα κολυμπούσαν, κι εμείς, ούτε να τους χαιρετήσουμε δεν είχαμε χρόνο. Έπρεπε να τα γεμίσουμε και να τα πάμε σπίτι. Να μαγειρέψει η μάνα, να πλύνει και να καθαρίσει, να ποτίσει τις δύο κατσίκες, τα ριφάκια, τους χοίρους. Κουβαλούσε κι ο πατέρας νερό. Πως θα γινόταν αλλιώς; Η μάνα όμως τραβούσε το μεγάλο ζόρι.”