Το χωριό μου η Απείρανθος ή τ’ Απεράθου όπως το λένε οι κάτοικοί του, είναι ορεινό, σχεδόν στα 700μ υψόμετρο, χτισμένο στην πλαγιά του βουνού Φανάρι. Πετρόχτιστο όλο, με τα στενά σοκάκια του, τα στιαστά του, τα σπίτια του με τις αυλές και την κληματαριά από πάνω, την πλάτσα του με τα έξι καφενεία που πρόφθασα τριγύρω της. Οι κάτοικοί του ξεχωριστοί απ τους υπόλοιπους Ναξιώτες. Με ιδιαίτερη ντοπιολαλιά, φερμένη απ ότι ισχυρίζονται απ την ορεινή Κρήτη, με αξιοθαύμαστη ευκολία στο να φτιάχνουν κοτσάκια και πατινάδες, με ετυμολογία στο λόγο τους και πειράγματα στ αστεία τους. Συγχρόνως ανέδειξε σπουδαίους επιστήμονες, καλλιτέχνες, λογοτέχνες, ποιητές και σημαντικούς πολιτικούς.
Ναι. Οι Απεραθίτες «έπαιρναν» τα γράμματα όπως λένε. Δεν ξέρω αν ήταν το υψόμετρο, οι δάσκαλοι ή κάτι άλλο. Ξέρω όμως πως σαφώς στη μόρφωση και στην διαμόρφωση του πνεύματος του παιδιού προς την κλίση και την αγάπη στα γράμματα, σημαντικότατο ρόλο έπαιξε η Απεραθίτισσα μάνα.
Υπήρχε μητριαρχία στο χωριό. Και πώς να μην υπάρχει, όταν οι μισοί άντρες ήταν βοσκοί που έλειπαν απ τα σπίτια τους μέρες, εβδομάδες και μήνα ορισμένες φορές; Οι υπόλοιποι ήταν σμυριδεργάτες που έφευγαν αξημέρωτα και γύριζαν βράδυ αποκαμωμένοι απ τη δύσκολη δουλειά τους. Υπήρχαν και κάποιοι που έμεναν στο χωριό όπως ο οι δάσκαλοι, οι παππάδες (ναι, πρόφθασα τρεις), οι μαγαζάτορες, οι καφετζήδες, οι βιοτέχνες κ.α.
Χαρακτηριστικό είναι το δεύτερο συνθετικό που συνόδευε τα ονόματα των παιδιών. Εγώ ήμουν ο Μανώλης τς Αννεζάρας –λόγω σωματικού μεγέθους της μάνας-, ο φίλος και γείτονας ο Ιώργης τση Βούλας του Νικόλαου, οι άλλοι φίλοι ο Ντώνης τση Χάρκας, ο Ιάννης τση Φιλίππας, ο Κώστας τση Ρουδιάς κλπ. Αλλά υπήρχαν και ο Μιχάλης του Λαφαζανοϊάννη, ο Νικόλας του Φρατζεσκάκη, ο Ιώργης του Φραγκιά, ο Ιάννης του Γλεζολοθέτη. Ο Φραγκιάς ήταν ο Χασάπης, ο Φρατζεσκάκης ο μπακάλης, ο Γλεζολοθέτης ο καφετζής και ο Λαφαζανοϊάννης ο Φούρναρης. Αυτοί και καμιά δεκαριά ακόμα, ήταν οι άντρες που έμεναν καθημερινά στο χωριό.
Κάτω απ αυτές τις συνθήκες, ο ρόλος της μάνας μέσα στο σπίτι ήταν καθοριστικός, με σημαντικότερο, τη βοήθεια στο διάβασμα του παιδιού. Μανάδες που δεν είχαν τελειώσει ούτε το δημοτικό σχολείο, μιλούσαν λατινικά, για την μάχη των Θερμοπυλών και τη στάση του Νίκα, για λίμνες, όρη και πρωτεύουσες κρατών, για εξισώσεις και εμβαδά. Το πάθος τους για να μάθει το παιδί τους, τις έκανε να διαβάζουν το μάθημα του πρώτα αυτές, να το αποστηθίζουν και στη συνέχεια να προσπαθούν να του το εμπεδώσουν. Ήθελαν το παιδί τους να είναι ο καλύτερος μαθητής και αυτό του το είχαν μεταδώσει. Ο συναγωνισμός ήταν μεγάλος και διαρκής. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν και αθέμιτα μέσα για να πετύχουν τον σκοπό τους. Σπίτια δασκάλων και καθηγητών είχαν γεμίσει από τυριά κάθε είδους, υφαντά και ότι καλό και ακριβό είχε μια μάνα να διαθέσει, για να πάρει το παιδί της έναν βαθμό παραπάνω.
Η μάνα ήταν ο διαχειριστής του Νοικοκυριού. Θυμάμαι τον πατέρα μου, όταν ερχόταν, να της ζητάει χαρτζιλίκι για να πάει στο καφενείο. Για όλες τις σημαντικές αποφάσεις που έπρεπε να παρθούν, ο λόγος της μάνας έπαιζε καθοριστικό ρόλο. Ειδικά σ αυτές που διακυβευόταν οι σπουδές των παιδιών και δη του γιου. Πάντα υπήρχε ένα μικρό οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Ο γιος ήταν το καμάρι της. Για τον γιο η μάνα έκανε τα πάντα, μέχρι να τον δει επιστήμονα. Γιατρό, καθηγητή ή δάσκαλο. Άντε και πολιτικό μηχανικό ή δικηγόρο. Αν τύχαινε δε και σπούδαζε στην Αθήνα, το πιο πιθανόν ήταν να ξεσηκωθεί όλη η οικογένεια να μετακομίσει. Να αναγκάσει τον πατέρα να πουλήσει το κοπάδι του ή ότι άλλο είχε, να αγοράσουν ένα μικρό διαμέρισμα στο Γαλάτσι, ο πατέρας να δουλεύει στην οικοδομή ή θυρωρός σε πολυκατοικία και η μάνα να προσέχει τον γιο. Να τον νταντεύει. Να τον κανακεύει. Να τον ευνουχίζει. Αρκετές οικογένειες εκεί, στην δεκαετία του ’70, μετακόμισαν στην Αθήνα γι αυτό το λόγο. Και ήταν αρκετές γιατί τα Απεραθιτόπουλα τα έπαιρναν τα γράμματα και πετύχαιναν στις σχολές, κάνοντας κατά κύριο λόγο το χατίρι της μάνας τους.
Ο ρόλος της κόρης προδιαγεγραμμένος. Να τελειώσει το δημοτικό, αν σκάμπαζε στα γράμματα, άντε να τελειώσει και το (εξατάξιο) γυμνάσιο. Μετά η μάνα θα ήθελε να βρει έναν καλό γαμπρό να την παντρέψει. Να της δώσει προίκα το σπίτι της. Η κόρη έπαιρνε την περιουσία της μάνας και ο γιος του πατέρα. Η κόρη αυστηρά στο πρώτο της κορίτσι θα του έδινε το όνομα της μάνας της. Ένα οικογενειακό πρωτόκολλο, κατάλοιπο μητριαρχικό, που συντηρείται ακόμη και σήμερα. Θυμάμαι την αδελφή μου όταν γέννησε το πρώτο της παιδί που ήταν κορίτσι. Ο άντρας της ήταν απ την Μάνη. Βρέθηκα μπροστά σε μια λογομαχία για την επιλογή του ονόματος του παιδιού. Πριν η λογομαχία γίνει καυγάς, θέλοντας να ηρεμήσω τα πνεύματα ρωτάω:
– Βρε Κυριάκο, εμείς στο χωριό μας έχουμε σαν έθιμο, το πρώτο κορίτσι που κάνει η Απεραθίτισσα, να είναι δικό της. Εννοώ το όνομα που θα πάρει να είναι της μάνας της το όνομα. Εσείς στη Μάνη τι έθιμο έχετε;
– Τα οχτώ πρώτα παιδιά είναι του πατέρα.
Κι όμως, το όνομα της ανιψιάς μου βγήκε Αννέζα.

Από τον Μανόλη Μπαρδάνη