Τέχνη υπό εξαφάνιση η ανάγνωση;


«Παρακολούθησα ένα μάθημα γρήγορης ανάγνωσης και διάβασα το Πόλεμος και Ειρήνη σε είκοσι λεπτά. Έχει να κάνει με την Ρωσία».
Γούντι Άλεν

Διαβάζεις τη ρήση του Γούντι Άλεν και αρχικά μπορεί και να γελάσεις. Αλλά αν δεν την προσπεράσεις βιαστικά, σοβαρεύεσαι. Σκέφτεσαι τι βλέπεις γύρω σου: πιτσιρίκια πάνω από ταμπλέτες, βυθισμένα σε εικόνα κυρίως, όχι σε κείμενο. Εφήβους απορροφημένους σε βιντεοπαιχνίδια. Ενήλικες χωμένους στα κινητά τους να καταβροχθίζουν βιαστικά μηνύματα και ειδήσεις. Ποτέ δεν διάβαζαν πάρα πολύ οι άνθρωποι ιδίως στην Ελλάδα, σκέφτεσαι. Κι ύστερα αναρωτιέσαι τι κάνεις εσύ – μήπως δυσκολεύεσαι να συγκεντρωθείς στο βιβλίο σου όπως συγκεντρωνόσουν παλιά; Τι συμβαίνει; Χάνεται –ή μήπως χάθηκε ήδη– η τέχνη της ανάγνωσης; Κι αν δεν τη χρειαζόμαστε πια, δεν εξυπηρετεί κάτι μέσα στον κόσμο μας, με τον τρόπο που ζούμε; – να ο αντίλογος.

Δεν μπορούμε να οδηγηθούμε σε συμπεράσματα αν δεν εξετάσουμε δεδομένα. Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου έκανε μια σειρά από έρευνες την πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας. Στην τελευταία που εκπόνησε το 2010, πριν ανασταλεί η λειτουργία του, βγήκε το συμπέρασμα πως «το 43% των ερωτώμενων διάβασαν τουλάχιστον ένα βιβλίο το τελευταίο έτος έναντι 34% το 2004». Όμως αυτό το θετικό στοιχείο συνοδευόταν από τη δήλωση του υπεύθυνου της έρευνας Σωκράτη Καμπουρόπουλου ότι «διαπιστώνεται μια μετατόπιση του κοινού από τη συστηματική προς την ασθενέστερη ανάγνωση», συνεπώς υπήρχε ανάγκη να διαμορφωθούν συστηματικοί αναγνώστες. Η πιο πρόσφατη σχετική έρευνα πραγματοποιήθηκε το δίμηνο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2018 από την QED Market Research σε συνεργασία με ΤΟ ΒΗΜΑ: πρόκειται για μια πανελλαδική έρευνα αναγνωστικής συμπεριφοράς με προσωπικές συνεντεύξεις και δομημένο ερωτηματολόγιο σε δείγμα 1.674 ατόμων ηλικίας 18-74 ετών, τα αποτελέσματα της οποίας μπορείτε να δείτε εδώ. To 44% των ερωτηθέντων είχε διαβάσει ένα τουλάχιστον βιβλίο τον προηγούμενο χρόνο. Όμως το 24% ήταν περιστασιακοί αναγνώστες (διάβασαν ένα βιβλίο την προηγούμενη χρονιά) ή αραιοί αναγνώστες (διάβασαν 2-3). Βλέπουμε πως στη δεκαετία που μεσολάβησε δεν μεταβλήθηκε στην Ελλάδα η αναλογία αναγνωστών προς μη αναγνώστες αλλά αυτό αποτελεί μια πρώτη, ποσοτική εκτίμηση που είναι σημαντική μεν αλλά δεν αποτυπώνει θέματα ουσίας, όπως το είδος των αναγνωσμάτων, το μέσο της ανάγνωσης, την ικανοποίηση που αντλείται κ.λπ.

Σε διεθνές επίπεδο ο Ziming Liu, καθηγητής στο San Jose State University, έχει πραγματοποιήσει μελέτες  που καταδεικνύουν τη διαφοροποίηση στη συμπεριφορά όταν διαβάζουμε στην οθόνη  σε σχέση με την ανάγνωση στο χαρτί. Στην πρώτη περίπτωση ακολουθούνται μια σειρά από στρατηγικές, όπως η διαγώνια ανάγνωση και ο εντοπισμός των λέξεων-κλειδιών σε μια προσπάθεια να κατανοηθούν οι άπειρες πληροφορίες στις οποίες έχουμε πρόσβαση στον ψηψιακό μας κόσμο, σε αντίθεση με την ανάγνωση στο χαρτί όπου παρατηρείται μεγαλύτερη εμβάθυνση. Καταλαβαίνουμε ότι στην πρώτη περίπτωση διαβάζουμε περισσότερα αλλά η απουσία εμβάθυνσης δεν μας επιτρέπει να επεξεργαστούμε τις πληροφορίες, να τις ελέγξουμε κριτικά, να αντιληφθούμε συναισθηματικά αυτό που διαβάζουμε, να στοχαστούμε και εντέλει να μάθουμε. Η Maryanne Wolf, Διευθύντρια του Center for Dyslexia, Diverse Learners, and Social Justice του UCLA, τονίζει στην έρευνά της την αναγκαιότητα της εμβάθυνσης κατά την ανάγνωση και τις αρνητικές συνέπειες της επιφανειακής ανάγνωσης.
Μπορούμε να καταλήξουμε κάπου; Η τεχνολογία δεν θα πάψει να κυριαρχεί στη ζωή μας, άρα και στην ανάγνωση. Η εμβάθυνση σε ό,τι διαβάζουμε και η κριτική επεξεργασία του πρέπει να αποτελούν τη βάση της σκέψης του ανθρώπου. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι να βρούμε μια νέα προσέγγιση, ώστε να μπορούμε να εμβαθύνουμε τόσο σε έντυπα όσο και ψηφιακά κείμενα. Η Wolf μιλά για την ανάγκη να διαμορφώσει το είδος μας ένα «bi-literate reading brain». Μένει σε όλους μας να τα συνειδητοποιήσουμε όλα αυτά σε πρώτη φάση – κι έπειτα να τα επεξεργαστούμε.
Aπό Πέτρο