Ευτυχής που ποθεί και που νοιάζεται
Την πατρική γη να φυλάξει,
Το γενέθλιο αγέρι,
Στο χώμα του να ανασαίνει
Που με γάλα ή ξερό ψωμί τρέφεται
Και στους φίλους του πάει στολισμένος
Που τα δέντρα του καλοκαιριού
Του δίνουνε παχιά σκιά
Και φωτιά το χειμώνα.

Ευλογημένος που μπορεί χωρίς έγνοια να νιώθει
Ώρες, ημέρες και χρόνια,
Ότι φεύγουνε από πάνω του
Απαλά στο κορμί του υγεία αφήνοντας
Στο νου ειρήνη, τη μέρα γαλήνη
Βαθύ ύπνο τη νύχτα
Ξεκούραση και μελέτη
Πλάι πλάι πάντα σε τέρψη γλυκιά
Κι αγαθότητα που πιο πολύ ευφραίνει
Με της ζωής τη σπουδή αξεχώριστη
Πάντα αν είναι να ζήσω άγνωστος, απαρηγόρητος, και άκλαυτος μονάχος, να πεθάνω,
Από τον κόσμο μακριά, μα όχι πέτρινος, θα ποθούσα.