Ποτέ μη λες “καλή επιτυχία”

Η φράση “break a leg” (μτφ. “σπάσε ένα πόδι’) που σήμερα είναι ένα πολύ διαδεδομένο υποκατάστατο των ευχών για καλή τύχη ή καλή επιτυχία, επινοήθηκε στο θέατρο γιατί εδώ και αιώνες οι ηθοποιοί όλου του κόσμου θεωρούν πολύ μεγάλη γκαντεμιά το να τους ευχηθείς κάτι καλό πριν από μια παράσταση (και ειδικά πριν από κάποια πρεμιέρα).

Καθολικά αποδεκτή θεωρία για την καταγωγή της φράσης δεν υπάρχει, αλλά οι μελετητές της ιστορίας του θεάτρου έχουν καταλήξει σε δύο – τρία επικρατέστερα σενάρια. Το πρώτο μας γυρίζει πίσω στα ελισαβετιανά χρόνια (η εποχή του Σέξπιρ), όταν το κοινό δεν χειροκροτούσε τους ηθοποιούς, αλλά έδειχνε την ευαρέσκειά του για την παράσταση κοπανώντας τις καρέκλες στο έδαφος. Όσο πιο ενθουσιώδης ήταν ο κόσμος, τόσα περισσότερα καρεκλοπόδαρα έσπαγαν.

Μια λιγότερο καταστροφική θεωρία μεταφέρει τη γένεση του “break a leg” στις πρώτες θεατρικές σκηνές που εξοπλίστηκαν με αυλαία. Στο τέλος της παράστασης, η αυλαία ανεβοκατέβαινε ανάλογα με το πόσο παρατεταμένο ήταν το χειροκρότημα του κοινού. Σε κάθε ανκόρ, η αυλαία ξανασηκωνόταν και οι ηθοποιοί υποκλίνονταν με σεμνότητα, “σπάζοντας” ελαφρώς το πόδι τους για να γείρουν προς το κόσμο που τους τιμούσε με το χειροκρότημά του. Η πιο πειστική ιστορία εντοπίζει ως λίκνο του “break a leg” τις σκηνές του βοντβίλ. Εκεί οι κωμικοί, οι μουσικοί, οι γελωτοποιοί και οι κάθε είδους performers σχημάτιζαν ουρές πίσω το “πόδι’, τη γραμμή που χώριζε το ορατό κομμάτι της σκηνής από το αόρατο. Όσοι προλάβαιναν να “σπάσουν το πόδι’, να περάσουν, δηλαδή, τη γραμμή και να βγουν στη σκηνή, πληρώνονταν. Οι υπόλοιποι γύριζαν στα σπίτια τους χωρίς μεροκάματο.

Στην Ελλάδα, το καλύτερο που μπορείς να ευχηθείς σε έναν ηθοποιό πριν ανέβει στη σκηνή είναι το “σκατά’. Λιγότερο οδυνηρό από το να σπάσεις ένα πόδι και αντίστοιχο του “merde” που ανταλλάζουν μεταξύ τους εδώ και αιώνες οι χορευτές των ευρωπαϊκών μπαλέτων. Τα σκατά πιθανότατα προκαλούσαν θετικούς συνειρμούς από την εποχή που οι θεατές κατέφθαναν στα θέατρα με τα άλογά τους, τα οποία όσο περίμεναν δεμένα, έκαναν την ανάγκη τους στο προαύλιο. Πολλή κοπριά=πολλοί πελάτες=πολλά λεφτάκια στο ταμείο.

Ποτέ μη σβήνεις όλα τα φώτα

Σε όλα τα θέατρα του κόσμου, αυτός που φεύγει τελευταίος και κλείνει την πόρτα, φροντίζει να αφήσει ένα φωτάκι αναμμένο. Κάποτε άφηναν ένα κερί ή ένα φαναράκι, σήμερα τα περισσότερα θέατρα είναι υποχρεωμένα να έχουν ένα φως ασφαλείας (το γνωστό LED φωτάκι που υπάρχει πλέον υποχρεωτικά σε όλους τους δημόσιους χώρους).

Η συγκεκριμένη συνήθεια πιθανότατα υιοθετήθηκε όντως για λόγους ασφαλείας, αφού οι περισσότερες θεατρικές αίθουσες είναι σκοτεινές (επίτηδες, για να αποδίδει καλύτερα ο σκηνικός φωτισμός) και κρύβουν παγίδες: τροχαλίες και άλλους μηχανισμούς στα παρασκήνια, σκαλοπατάκια και καταπακτές που οδηγούν στη σκηνή κλπ. Ο άνθρωπος που άνοιγε το θέατρο έπρεπε να έχει έναν αχνό μπούσουλα για να ξέρει πού πατάει μέχρι να ανάψει τα κανονικά φώτα.

Σύμφωνα με τη μυθολογία του θεάτρου, πάντως, το φωτάκι μένει αναμμένο γιατί σε κάθε θέατρο κατοικεί τουλάχιστον ένα φάντασμα που τις νύχτες, όταν φεύγουν όλοι θέλει να ανεβαίνει στη σκηνή και να δίνει τη δική του παράσταση. Εννοείται ότι δεν θα παίξει χωρίς φώτα και εννοείται ότι αν δεν παίξει θα καταραστεί τους ανθρώπους που στερούν τη δυνατότητα να εξασκήσει την τέχνη του και όλα μετά θα πάνε στραβά.

Σε κάποια παραδοσιακά θέατρα, στην Αγγλία, στη Γαλλία και σε κάποιες χώρες της κεντρικής Ευρώπης, μια θέση μένει πάντα κενή, συνήθως σε ένα από τα πλαϊνά θεωρεία, για να κάθεται το φάντασμα και να απολαμβάνει την εκάστοτε παράσταση με την άνεσή του. Η συγκεκριμένη αιτία είναι και ο λόγος που πάντα τα θέατρα έμεναν κλειστά μια μέρα της εβδομάδας (τη Δευτέρα, συνήθως): για να έχει το φάντασμα όλη τη σκηνή για πάρτη του και να μην γκρινιάζει.

Μη σφυρίξεις ποτέ

Ακόμα και σήμερα, πολλοί ηθοποιοί θεωρούν πολύ μεγάλη γκαντεμιά το να ακουστεί ένα σφύριγμα όσο βρίσκονται στη σκηνή. Είναι μια από τις πολλές δεισιδαιμονίες του θεατρικού κόσμου, που -όμως- έχει μια εύλογη εξήγηση.

Από τον 15ο αιώνα, όταν άρχισαν να δημιουργούνται στις ευρωπαϊκές πόλεις μεγάλα θέατρα, που φιλοξενούσαν επαγγελματικούς θιάσους κι ανέβαζαν παραστάσεις μεγάλης κλίμακας, οι θεατρώνηδες προσελάμβαναν ξέμπαρκους ναυτικούς ως τεχνικούς σκηνής. Αυτό, γιατί το σύστημα των σχοινιών που κινούσε τα πάντα στα παρασκήνια (τους τεράστιους πολυελαίους, τα έπιπλα, τα βαριά σκηνικά κλπ) δημιουργήθηκε με βάση το σύστημα των σχοινιών που μανουβράριζαν τα πανιά στις φρεγάτες, στις καραβέλες και στα ποντοπόρα ιστιοφόρα. Οι ναύτες μετέφεραν στα θεατρικά παρασκήνια την εμπειρία τους στον χειρισμό των σχοινιών και των τροχαλιών, αλλά και την τυπική μέθοδο συνεννόησης και επικοινωνίας στα πλοία: τον κώδικα των σφυριγμάτων. Ένα άσχετο σφύριγμα που θα ακουγόταν από τη σκηνή ή από την πλατεία, θα μπορούσε να μπερδέψει τον φροντιστή, να τον οδηγήσει σε ένα λάθος χειρισμό και να προκληθεί κάποιο σοβαρό ατύχημα. Στα πρακτικά αρκετών θεάτρων έχουν καταγραφεί αρκετά τέτοια περιστατικά, ανάμεσά τους και κάποιοι πολύ σπλάτερ θάνατοι.

Μη φορέσεις ποτέ κίτρινα

Απ” όλα τα χρώματα που κατά καιρούς θεωρήθηκαν γρουσούζικα από τους ανθρώπους του θεάτρου, την πιο χοντρή ρετσινιά την είχε το κίτρινο, που στα θρησκευτικά θεάματα του Μεσαίωνα συμβόλιζε τον διάβολο. Οι ηθοποιοί άρχισαν να το αποφεύγουν, θεωρώντας ότι μεταφέρει στη σκηνή αρνητική ενέργεια και κακοτυχία σ” αυτόν που το φοράει. Από ένα σημείο και μετά η κίτρινες φορεσιές καθιερώθηκαν ως στεροτυπικές ενδυμασίες των “κακών’, των διεφθαρμένων και των αμαρτωλών χαρακτήρων.

Σήμερα, πιο γρουσούζικο για τους ηθοποιούς θεωρείται το πράσινο, το χρώμα που φορούσε ο Μολιέρος στην τελευταία του παράσταση. Ο σπουδαίος Γάλλος δραματουργός κατέρρευσε στη σκηνή ενώ υποδυόταν τον υποχόνδριο Αργκάν, τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα του “Κατά φαντασίαν ασθενή’. Παρότι ήταν βαριά άρρωστος με φυματίωση, επέλεξε το τελευταίο βράδυ της ζωής του να πάει στο θέατρο και να παρουσιάσει το έργο του κανονικά. Μετά από δύο αιμοπτύσεις και την δραματική του κατάρρευση, κατάφερε όντως να ολοκλήρωσει την παράσταση, αλλά πέθανε μερικές ώρες αργότερα στο σπίτι του.

Ποτέ -μα ποτέ- μην προφέρεις το όνομα του Μακμπέθ

Είναι το πιο σύντομο, το πιο αιματηρό και το πιο δημοφιλές έργο του Ουίλιαμ Σέξπιρ, αλλά και το πιο “καταραμένο” έργο της παγκόσμιας δραματουργίας. Η κυρίαρχη δεισιδαιμονία που σχετίζεται με τον Μακμπέθ είναι ότι δεν πρέπει να τον κατονομάσεις, εκτός και αν το κάνεις στην πρόβα ή στη ροή της παράστασης. Αν ακουστεί σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση, ο Μακμπέθ θα προκαλέσει κάποια φοβερή καταστροφή. Μέχρι και σήμερα, οι αγγλόφωνοι χρησιμοποιούν τη φράση “The Scottish Play” (μτφ. Το σκωτσέζικο έργο) όταν αναφέρονται στο έργο που όντως διαδραματίζεται στη Σκωτία και τις φράσεις “Scottish King” και “Scottish Lady” για να προσφωνήσουν τον ίδιο τον Μακμπέθ και τη γυναίκα του.

Η κατάρα του Μακμπέθ εδράζεται στην παρουσία των μαγισσών στο έργο. Την εποχή που γράφτηκε και πρωτοπαίχτηκε το έργο, οι συμπατριώτες του Σέξπιρ κυνηγούσαν ακόμα και έκαιγαν τις μάγισσες. Η εμφάνισή τους στη σκηνή προσέδισε στο έτσι κι αλλιώς σκοτεινό έργο μια απόκοσμη, τρομακτική ενέργεια. Πολύ γρήγορα εξαπλώθηκαν εξωφρενικές φήμες. Ότι τα ξόρκια που χρησιμοποίησε ο συγγραφέας ήταν αληθινά, οπότε το έργο ήταν καταραμένο από γραφής. Ή ότι στην πρώτη του παράσταση, ένα μέλος του θιάσου έκλεψε ένα καζάνι από μια πραγματική μάγισσα και το χρησιμοποίησε ως σκηνικό αντικείμενο. Ή -ακόμα χειρότερα- ότι ο ίδιος ο Σέξπιρ καταράστηκε το έργο του, προκειμένου να μην τολμήσει ποτέ κανείς άλλος να το ανεβάσει.

Συμπτωματικά (ή όχι και τόσο συμπτωματικά), οι παραστάσεις του Μακμπέθ συνδέθηκαν με φοβερές καταστροφές. Σε ένα από τα πρώτα του ανεβάσματα από τον θίασο του Σέξπιρ, το έργο στιγματίστηκε από τον θάνατο ενός ηθοποιού που ξεψύχησε επί σκηνής όταν ένας συμπρωταγωνιστής του τον κάρφωσε με ένα αληθινό στιλέτο που βρέθηκε κατά λάθος ανάμεσα στον ψεύτικο οπλισμό της σκευής του θεάτρου. Πολλά θέατρα έχουν καεί ολοσχερώς σε περιόδους που ανέβαζαν τον Μακμπέθ, ενώ πολλοί διάσημοι ηθοποιοί -ακόμα και σύγχρονοι- όπως ο Λόρενς Ολίβιε και ο Τσάρλον Ίστον έχουν τραυματιστεί σοβαρά υποδυόμενοι τον καταραμένο Σκωτσέζο πολέμαρχο.

Οι πιο ορθολογιστές προτιμούν να πιστεύουν ότι επειδή το έργο έχει περισσότερη δράση, περισσότερες μάχες και περισσότερους φόνους απ” όλα τα υπόλοιπα έργα του Σέξπηρ, είναι λογικό στις παραστάσεις του να σημειώνονται και περισσότερα σκηνικά ατυχήματα. Οι σκέτοι λογιστές έχουν αποφανθεί ότι η δημοφιλία του έργου το μετέτρεψε σε “σωσίβιο” για τους θιάσους που λίγο πριν χρεωκοπήσουν ανέβαζαν έναν Μακμπέθ με την ελπίδα ότι θα κόψουν περισσότερα εισιτήρια και θα σώσουν τη σεζόν. Πολλοί δεν τα κατάφερναν, οπότε μοιραία το έργο συνδέθηκε με μία ακόμα κακοδαιμονία. Αυτοί, πάντως, που βλέπουν μακριά, διαισθάνονται ότι κάθε φορά που ο Μακμπέθ έρχεται στο προσκήνιο, φέρνει μαζί του και κάτι άλλο, που δεν είναι του κόσμου τούτου. Something wicked this way comes…