Οικογενειακοί μύθοι: Η συμμετοχή του διαγενεαλογικού στην ψυχοπαθολογία του εφήβου

 

της Ελένης  Λαζαράτου

 

Το αίσθημα της γενεαλογίας είναι ένα ψυχικό φαινόμενο που χτίζεται σ’ένα κοινωνικό πλαίσιο.

Τρεις διαστάσεις συμμετέχουν στον καθορισμό της γενεαλογίας

-  βιολογική

-  νομική , απαραίτητη και διαφορετική σε κάθε κοινωνικό σύστημα.

Όπως λέει ο Legendre στο βιβλίο «L’inestimable objet de la transmission» (Το ανεκτίμητο αντικείμενο της μετάδοσης) δεν αρκεί να αναπαράγεις την ανθρώπινη σάρκα θα πρέπει και να την εγκαταστήσεις «.

-  ψυχική , που βασίζεται στις ταυτίσεις και που το μεγαλύτερο κομμάτι της είναι ασυνείδητο

Η γενεαλογία είναι ο πυρήνας του να ανήκεις .Το οικογενειακό δέντρο , ένα κοινό όνομα , μια κοινή θρησκεία , παραδόσεις , μια κοινή γλώσσα δημιουργούν την συνοχή της ομάδας.

Η γενεαλογία κρατάει το νήμα της ζωής, δίνει στο υποκείμενο την θέση του . Για να λειτουργήσει μπαίνουν στο παιχνίδι όχι δύο αλλά τρεις γενιές . Όταν γεννιέται ένα παιδί υποκείμενο της τρίτης γενιάς καλείται να παίξει ένα ρόλο καθοριστικό , να παρέμβει στην αλυσίδα των ασυνείδητων ταυτίσεων , να αναγνωριστεί ξεχωριστά από τον πατέρα του , ο οποίος επίσης καλείται να αρνηθεί την θέση του και να την παραχωρήσει στο παιδί του.

Η άρνηση της γενεαλογίας προκαλεί το άδειασμα της ταυτότητας ένα βίωμα δυνητικά ψυχωτικό.

Ο Freud σε πολλά σημεία  του έργου του χρησιμοποιεί την διαγενεαλογική μετάδοση για να μιλήσει για την οργάνωση της ψυχικής λειτουργίας είτε  ατομικά , είτε ομαδικά .

Το υπερεγώ του παιδιού λεει ο  Freud είναι χτισμένο σύμφωνα με το υπερεγώ των γονιών του . Εάν υπολογίσουμε τον λόγο του πατέρα που απαγορεύει στη δημιουργία του υπερεγώ , καταλαβαίνουμε εύκολα ότι η ταύτιση δεν είναι με την εικόνα του γονέα αλλά με το απαγορευμένο μήνυμα που προέρχεται από τον γονέα του γονέα , δηλαδή τον πρόγονο του παιδιού .

Βέβαια το υπερεγώ δεν στηρίζεται μόνο στις ταυτίσεις , σαφώς τις ξεπερνάει .

Μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε  την γενεαλογική αλυσίδα και ένα λόγο με το οποίο μεταδίδεται ένα μήνυμα από τους προγόνους .

Ο S. Freud το 1914 στην «Εισαγωγή στον ναρκισσισμό» γράφει  «Το υποκείμενο έχει μια διπλή ύπαρξη, από την μια είναι ο ίδιος του ο εαυτός με τους δικούς του σκοπούς και από την άλλη είναι ένας κρίκος μιας αλυσίδας στην οποία χρησιμεύει ενάντια στην επιθυμία του ή τουλάχιστον χωρίς την θέληση του».

Η διάκριση ανάμεσα στις σεξουαλικές ενορμήσεις του εγώ αντανακλά αυτή τη διπλή λειτουργία του ατόμου . Η αυτοσυντήρηση αναφέρεται στο σώμα και η σεξουαλικότητα παραπέμπει στη σχέση με την ομάδα .

Στο totem και taboo (1912-13) ο Freud υποδεικνύει πως ο δεσμός ανάμεσα στις γενεές συμμετέχει στην δόμηση του ψυχισμού του υποκειμένου . Δίνει προβάδισμα στην ομάδα και στο συνολικό όσο αφορά τις βαθιές ρίζες της ενδοψυχικής διαφοροποίησης και μιλά για την ενοχή που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά .

Στο τέλος της ζωής του (1939) στο Μωυσή και την Μονοθεϊκή θρησκεία υπογραμμίζει ακόμα μια φορά «Η αρχαϊκή κληρονομιά του ανθρώπου δεν περιλαμβάνει μόνο τις διαθέσεις αλλά επίσης και τα περιεχόμενα , μνημονικά ίχνη σχετικά με τα βιώματα προηγούμενων γενεών».

Φαίνεται λοιπόν ότι σ’όλο το έργο του Freud υπολογίζει τις ατομικές αλλά και τις συλλογικές  ρίζες της ταυτότητας.

Στην συνέχεια του Freud διάφοροι ψυχαναλυτές ασχολήθηκαν με τη διαγενεαλογική μετάδοση , κάτω από διαφορετικές οπτικές γωνίες , κυρίως όμως προσπαθώντας να εξηγήσουν μηχανισμούς που οδηγούν στην έκφραση της παθολογίας .

Η γνωστότερη και σημαντικότερη ίσως συνεισφορά είναι εκείνη του Nicolas Abraham και της Maria Torok (1978)που μίλησαν για την «κρύπτη» . Ένας πρόγονος μακρινός ή κοντινός έκανε κάτι κακό αλλά αυτό παρέμεινε μυστικό και αγνοείται , απ’όλους. Ένα παιδί ή ένας ενήλικας υιοθετεί συμπεριφορές που είναι ακατανόητες από το περιβάλλον αλλά θυμίζουν εκπληκτικά την συμπεριφορά του προγόνου. Εντούτοις δεν του έχει ποτέ γνωρίσει  ούτε έχει ποτέ ακούσει να μιλούν γι’αυτόν . Πρόκειται για ένα πρόσωπο που λειτουργεί μέσα από φάντασμα του , σαν το κεντρικό πρόσωπο ενός μη επιλυμένου πένθους, ένα άψυχο , άλιωτο σώμα μέσα σε μια κρύπτη . Η λιβιδινική επένδυση του προγόνου απορροφά όλη την ψυχική λειτουργία του υποκειμένου και εμποδίζει τη διεργασία της σκέψης. Έτσι αυτό το κενό της αναπαράστασης , η μη δυνατότητα σκέψης μπορεί να παράγει παραλήρημα ή κάποιο άλλο ψυχωτικό ή ψυχοσωματικό σύμπτωμα.

O Α. de Mijolla (1981) γράφει για τους  » Les visiteurs du moi»( επισκέπτες του Εγώ) , επισκέπτες πάνω στους οποίους βασίζονται ασυνείδητες ταυτοποιήσεις .Προσπαθεί να ορίσει τις μεταψυχολογικές συνθήκες μετάδοσης από το αναδρομικό υλικό των θεραπειών, παίρνονταςι υπ’όψη τη δυναμική της γενεαλογίας σε τρεις διαδοχικές γενιές απαραίτητες για την κατασκευή του υποκειμένου.

Για τον A.de Mijolla δεν ισχύει η άποψη μιας σταθερής και αμετακίνητης ταυτότητας που παίρνει την οριστική της μορφή στην αποδρομή   του Οιδιποδείου .

Προτείνει μια δυναμική διεργασία ικανή να υιοθετεί διαδοχικά διαφορετικά μοντέλα προσώπων γνωστών ή αγνώστων για το υποκείμενο , διαφυλαγμένων όμως σε κλειστά συρτάρια της οικογενειακής μνήμης . Αυτά τα πρόσωπα τροφοδοτούν τις ονειροπολήσεις και τις φαντασιώσεις όλης της οικογένειας , δημιουργούν σενάρια που διατηρούνται σε περισσότερες από μια γενεές.

Στην ίδια οπτική των τακτοποιήσεων ο Baranes γράφει «το διαγενεαλογικό εγκαθιστά τον άλλο πάντα παρόντα μέσα στο Εγώ , παράδοξα  παρόντα στη δόμηση κάθε ατόμου» .

Ο J.Cornut στο «Deuil rates , mort meconues»  (Αποτυχημένα πένθη , άγνωστοι νεκροί) μελετά τα διαγενεολογικά αποτελέσματα του παθολογικού πένθους.

Μιλά για την μετάδοση της ασυνείδητης ενοχής σ’ένα μέλος μιας συγκεκριμένης γενιάς από μέλη της προηγούμενης γενιάς που έκαναν ένα παθολογικό πένθος. Μιλά επίσης για πένθη που έμειναν μπλοκαρισμένα και σιωπηλά ή δεν αναγνωρίστηκαν από μια ή πολλές ενδιάμεσες γενιές.

Τέλος η Fraiberg γράφει για τα φαντάσματα στο δωμάτιο των παιδιών (Chosts in the nursery).

Σύμφωνα με την Fraiberg σε κάθε νηπιακή ηλικία υπάρχουν φαντάσματα / επισκέπτες από το ξεχασμένο παρελθόν των γονιών του παδιού . Σαν να έχει καταδικαστεί ο γονιός να επαναλαμβάνει την τραγωδία του δικών του παιδικών χρόνων. Υπάρχουν μάλιστα φαντάσματα που έχουν εγκατασταθεί / επιβληθεί για τρεις και παραπάνω γενιές και έτσι δεν είναι εύκολο να αναγνωριστούν ως εκπρόσωποι του παρελθόντος των γονέων .

Έτσι ξεκίνησε στην Αμερική δεκαετία του 1970 η ψυχοθεραπεία βρέφους-γονιού βασισμένη στην παραδοχή ότι οι διαταραχές του δεσμού απορρέουν από τις άλυτες ψυχοσυγκρούσεις των γονιών. Όταν υπάρχει ένα φάντασμα στο παιδικό δωμάτιο οι γονείς έχουν ελαττωμένες ικανότητες να επενδύσουν για να αγαπήσουν το παιδί . Τα φαντάσματα αντιπροσωπεύουν άγνωστες και ανολοκλήρωτες  αναμνήσεις που βρίσκονται εκτός του χώρου του συνειδητού.

Συνεχίζουν όμως να επηρεάζουν την εικόνα των γονέων για τον εαυτό τους και εκφράζονται στα πλαίσια των πιο στενών τους σχέσεων.

 

Ο Γιάννης ήταν 16 ετών όταν συνάντησα για πρώτη φορά, μαθητής στη Β΄ Λυκείου .

Τους τελευταίους μήνες η σχολική απόδοση ήταν αρκετά χαμηλή , φαινόταν να μην ενδιάφερεται για τα μαθήματα και τους βαθμούς. Ήταν κάτι που παραξένευε τους γονείς , οι οποίοι μέχρι τότε είχαν την εικόνα ενός καλού και μελετηρού μαθητή.

Η συμπεριφορά του επίσης είχε αλλάξει τους  τελευταίους μήνες . Ήταν εκνευρισμένος , θύμωνε με το παραμικρό, μιλούσε άσχημα και στον τελευταίο θυμό του είχε σπάσει την κιθάρα του την οποία αγαπούσε πολύ. Είχε σχεδόν απομονωθεί από τους φίλους του και έμενε αρκετές ώρες στο κρεβάτι άυπνος ακούγοντας επαναληπτικά την ίδια μουσική .

Οι γονείς πανικοβλήθηκαν όταν βρήκαν ένα σημείωμα στο οποίο έγραφε ότι δεν αξίζει να ζει κανείς αυτή τη ζωή .

Ο Γιάννης είναι το δεύτερο παιδί μιας οικογένειας χωρίς προβλήματα . Η μητέρα εκπαιδευτικός , έδινε μεγάλη σημασία στη σχολική πρόοδο των παιδιών της και εκείνα την αντάμειβαν με το να είναι καλοί μαθητές .Δεν υπήρχαν έντονες συγκρούσεις στο σπίτι . Η εφηβεία του μεγαλύτερου γιου εξελίχθηκε ομαλά . Οι γονείς λένε ότι του έδιναν ελευθερία και ότι εκείνος ποτέ δεν την καταχράστηκε .

Έτσι βρέθηκαν έκπληκτοι μπροστά στο πρόβλημα του Γιάννη .Ήταν κάτι που δεν περίμεναν .

Η μητέρα αναφέρει φυσιολογική εγκυμοσύνη και τοκετό. Παραδοσιακά σαν δεύτερο παιδί ο Γιάννης πήρε το όνομα του μητρικού παππού που όμως δεν γνώρισε γιατί εκείνος είχε πεθάνει πριν το γάμο των γονιών του .

Σαν μωρό ο Γιάννης ήταν ήσυχος και διήλθε τα αναπτυξιακά στάδια φυσιολογικά . Στο παιδικό σταθμό και στο νηπιαγωγείο δεν παρουσίασε προβλήματα προσαρμογής . Ήταν κοινωνικός και συμμετείχε στα ομαδικά παιχνίδια . Στα χρόνια του Δημοτικού έδειξε έφεση στην μάθηση , με την προτροπή βέβαια και μερικές φορές την πίεση της μητέρας του .

Η εφηβεία τον βρήκε απροετοίμαστο. Στα 16 του είχε την όψη και την προβληματική του παιδιού. Δεν διεκδικούσε ελευθερίες , ήταν συνεσταλμένος με τα κορίτσια, οι παρέες του ακόμη ήταν κυρίως του ίδιου φύλου . Συνέχιζε να είναι καλός μαθητής και ασχολιόταν πολύ με τα μαθήματα μέχρι την έναρξη του καταθλιπτικού επεισοδίου .

 

Ενώ έχει εγκατασταθεί η σχέση μου με το Γιάννη και έχει προχωρήσει η θεραπευτική αντιμετώπιση η μητέρα ζητάει να με δει μόνη της.  Μέχρι τότε έδειχνε να αντιμετωπίζει με σχετική ψυχραιμία το πρόβλημα του παιδιού της. Σ’ αυτή τη συνέντευξη όμως καταρρέει. Κατηγορεί τον εαυτό της, είναι μια  ανίκανη μητέρα που δεν μπόρεσε να προφυλάξει το παιδί της από αυτό που ήξερε ότι θα συνέβαινε .

Μιλάει για κληρονομικότητα.  Κλαίγοντας λέει ότι ο πατέρας της που ο Γιάννης έχει το ονομά του , είχε μανιοκατάθλιψη . Τον θυμάται πάντα να παίρνει φάρμακα , να νοσηλεύεται κατά καιρούς , να είναι άλλοτε καλός και τρυφερός απέναντι της και άλλοτε να θυμώνει απότομα και να την χτυπάει . Ο πατέρας της αυτοκτόνησε πέφτοντας από το μπαλκόνι του σπιτιού τους όταν εκείνη ήταν 13 ετών . Είναι κάτι για το οποίο κανείς δεν μιλάει . Δεν το ανακοίνωσε ποτέ στον σύζυγο της και στην νέα της οικογένεια .

Με βάση της δικές προβολές η μητέρα του Γιάννη είχε προκαθορίσει την μοίρα του . Ένα κεντρικό φαντασιωσικό σενάριο την  ένωνε μ’αυτό το παιδί .

 

Το δόσιμο του ονόματος του παππού στον εγγονό είναι μια κοινή συνήθεια της ελληνικής κοινωνίας . Το όνομα είναι η πρώτη γλωσσική στιγμή που τοποθετεί το άτομο σαν ξεχωριστό όν , η πρώτη συμβολική καταγραφή του .

Ταυτόχρονα το όνομα αποτελεί τη συμβολική μετάδοση μιας κληρονομιάς . Η πίστη ενός είδους μετενσάρκωσης του προγόνου στο πρόσωπο του εγγονού είναι μια πίστη σχεδόν παγκόσμια .Σε πολλούς πολιτισμούς και στον δικό μας δίνεται το όνομα του πεθαμένου στο πρώτο παιδί του ίδιου φύλλου που θα γεννηθεί. Έτσι το όνομα αποτελεί τη σύνδεση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.

Αλλά και γενικότερα , το δόσιμο ενός ονόματος τις περισσότερες φορές έχει σχέση μ’ένα πρόγονο που είναι ήδη νεκρός ή που πρόκειται να πεθάνει πρίν από το νεογέννητο , από κάποιο συγγενή στην ευρύτερη οικογένεια ή κάποιο όνομα εκτός οικογένειας σημαντικό για κάποιο λόγο για τον ένα ή τον άλλο γονέα .

Το όνομα αποδεικνύεται έτσι φορέας των γονικών φαντασιώσεων και επιθυμιών και αποτελεί μια ταυτησιακή δυνατότητα για το υποκείμενο.

Αυτό που μεταφέρεται στο παιδί από το όνομα είναι κάτι σαν μοίρα. Είτε την υιοθετεί , είτε την απωθεί , είτε την δέχεται , είτε απομακρύνεται απ’αυτήν .Πάντα υπάρχει σαν μια βασική αναφορά σαν ένα σχέδιο που κάποιος άλλος έχει επεξεργαστεί γι’αυτό.

Ο Rosolato μιλάει για κατοχή του ατόμου από την κατοχή του ονόματος του.

 

Στην γενεαλογία υπάρχει κατ’ανάγκη η μετάδοση.

Μετάδοση γενετικού υλικού στην βιολογική συγγένεια , μετάδοση υλικών αγαθών , ονόματος στην νομική .

Σε ψυχικό επίπεδο αυτό που μεταδίδεται έχει μια θετική πλευρά , αντικειμενοτρόπο (μια γνώση , ένα αντικείμενο , μια παρουσία) και μια αρνητική πλευρά , ναρκισσιστική (μια έλλειψη , ένα μη-αντικείμενο , μια απουσία). Εδώ μεταδίδεται αυτό που λείπει , αυτό που δεν έχει ειπωθεί.

«Η συνέχεια  μεταδίδεται από την ασυνέχεια» λέει ο D.Sibony. Έτσι βλέπουμε να σχηματίζεται η αναπαράσταση της οικογένειας σαν ένα σύνολο ανθρώπων αποφασισμένων να σιωπήσουν πάνω στο ίδιο θέμα και αναγνωρίζονται μεταξύ τους χάρη σ’αυτή την συμφωνία της σιωπής.

Το συναίσθημα να ενσωματώνεσαι σ’ένα γενεαλογικό δένδρο βασίζεται τόσο σε όσα γνωρίζουμε αντικειμενικά γι’αυτή την ιδιαίτερη γενεαλογία όσο και σε όσα αγνοούμε, σαν η επιβεβαίωση του να ανήκεις μπορεί να προέρχεται από τα κενά και τις ελλείψεις του λόγου του άλλου. Οι αναπαραστάσεις προβάλλονται και δημιουργούν ασυνείδητους δεσμούς στην οικογένεια . Κάθε μέλος απευθύνεται στον άλλο μ’αυτό το μοντέλο σχέσεων. Εδώ οι διαγενεαλογικές αναπαραστάσεις έχουν ένα ρόλο δομικό και βρίσκονται στην βάση των δυσκολιών της οικογένειας .

Το διανενεαλογικό αντικείμενο  ένας πρόγονος , άμεσος ή έμμεσος συγγενής από τις προηγούμενες γενιές  διακινεί φαντασιώσεις και προκαλεί ταυτίσεις σ’ένα ή περισσότερα μέλη της οικογένειας. Συνήθως είναι το αποτέλεσμα της τήρησης ενός μυστικού .

Κάθε οικογένεια έχει μια εικόνα μυθική , ιδεατή που τη συνδέει με το γενεαλογικό της δένδρο. Στην περίπτωση ύπαρξης μυστικού η οικογένεια θέλει να κόψει με τις ρίζες της , να αρνηθεί το γενεαλογικό της δένδρο. Αυτό δεν μπορεί παρά να κινητοποιεί συμπτώματα , συγκρούσεις , υπονοούμενα , ατομικές ή ομαδικές δυσφορίες.

 

Στην περίπτωση του Γιάννη η μητέρα  , θέλησε να προφυλάξει το παιδί από οιανδήποτε αναφορά σ ’αυτό το αντικείμενο. Ο πατέρας της είχε αυτοκτονήσει και αυτό από τη μια  είχε βιωθεί τραυματικά και από την άλλη της είχε προκαλέσει ντροπή.

Όταν οι αναπαραστάσεις που το διαγενεαλογικό αντικείμενο είναι εγγεγραμμένο στον ψυχισμό των γονιών, λέει ο Eiguer,  αναφέρονται σε επώδυνο τραυματισμό ή είναι ηθικά κατακριτέες  στις επόμενες γενιές υπάρχει έλλειψη αναπαράστασης ή μια πρώτο- αναπαράσταση του πράγματος ανίκανη να φτάσει στο επίπεδο του λόγου .

 

Στην διαγενεαλογική μετάδοση η παθολογία στηρίζεται στην ύπαρξη ενός μυστικού που με την σειρά του συνδέεται μ’ένα άλυτο πένθος .Το μυστικό δεν είναι ατομικό ή ενδοψυχικό – εμπλέκει την σχέση με τον άλλο – αν δεν υπάρχει άλλος δεν υπάρχει μυστικό. .Δηλώνει επίσης μια ισχύ πάνω στον άλλο που συνοδεύεται με μια απειλή : την αποκάλυψη του μυστικού .

Στην διαγενεαλογική μετάδοση είναι η ενοχή που μεταφέρουν τα μυστικά και είναι αυτή η ίδια η ενοχή που επηρεάζει την άρση τους.

Τα μυστικά προσπαθούν να καλύψουν μια ναρκισσιστική πληγή , μια απαξίωση της εικόνας της οικογένειας που δεν θέλουμε να μεταδώσουμε. Εδώ κατοικούν τα φαντάσματα – οι μη – αναπαραστάσεις των αντικειμένων , το κενό , τα μη-αναπαρισπώμενα συναισθήματα του άδειου. Το παιδί εκφράζει με τα  συμπτώματα του όχι μια εσωτερική σύγκρουση αλλά την σύγκρουση ενός άλλου .Ενός προγόνου από τον οποίο κατοικείται όπως ένα κάστρο στοιχειωμένο από φάντασμα .

Το μυστικό σ ’αυτές τις περιπτώσεις είναι τα πράγματα τα οποία μη μοιραζόμενα με τον άλλο με τα λόγια μεταφέρουν και στοιχειώνουν τις ανθρώπινες ζωές .

«Μέσα στην κοιλία της κρύπτης στέκονται χωρίς λόγια , όμοια με κουκουβάγιες , σε μια εγρήγορση χωρίς  αναπαμό  , οι λέξεις θαμμένες ζωντανές»  λέει η Maria Τorok.

Πρόκειται για μια απώθηση συντήρησης -  όχι δυναμική απώθηση κατά Freud όπου το «παρελθόν-παρόν» σχηματίζει ένα συμπαγές μόρφωμα θαμμένης πραγματικότητας. Τόσο αδύνατο να ξαναγεννηθεί όσο και να γίνει σκόνη

Σ’αυτή την ενδοψυχική σπηλιά , αυτή την κρύπτη , θα μένουν κλεισμένες «όλες οι λέξεις που δεν μπόρεσαν να ειπωθούν όλες οι σκηνές που δεν μπόρεσαν να επανέλθουν στη μνήμη , όλα τα δάκρυα που δεν μπόρεσαν να χυθούν»  είναι λοιπόν ένα ανείπωτο πένθος που βρίσκεται στην αρχή , στην γένεση της κρύπτης στο εσωτερικό του υποκειμένου .

Και είναι με την μορφή του φαντάσματος που θα επανεμφανιστεί στις επόμενες γενεές  «Το φάντασμα είναι μια κατασκευή του ασυνείδητου που έχει σαν ιδιαιτερότητα να μην υπήρξε ποτέ συνειδητό και να είναι αποτέλεσμα περάσματος , ο τρόπος με το οποίο το πέρασμα μένει να ορισθεί , από το ασυνείδητο του γονέα στο ασυνείδητο του παιδιού.»

Εντούτοις αυτά τα φαντάσματα είναι εφεύρεση των ζωντανών και δημιουργούνται από τα κενά που αφήνουν μέσα μας τα μυστικά των άλλων .

Η εμφάνιση του φαντάσματος συνδέεται με την ενόρμηση θανάτου και αποτελεί μια ναρκισσιστική καταστροφή . Το φάντασμα είναι ένας νεκρός θαμμένος μέσα στον άλλο που επανέρχεται για να στοιχειώσει τους ζωντανούς .

Περισσότερο από το μυστικό  ενδιαφέρον έχουν  οι σχέσεις γύρω απ ’αυτό. Η αποκάλυψη του μυστικού  κάνει  τους γονείς να φοβούνται την επανάληψη της τραυματικής πράξης , την παρακμή της οικογένειας , την άφιξη μιας καινούργιας δυστυχίας. Το κεντρικό πρόβλημα είναι εκείνο της ατομικής ψυχικής οικονομίας , των επενδύσεων και των απο-επενδύσεων.

Σ’αυτές τις οικογένειες η αποεπένδυση λόγω της επένδυσης του φαντάσματος και της αμυντικής προσπάθειας στη δόμηση της σχέσης για να κατοικήσει το φάντασμα αφήνουν ελάχιστη λιβιδινική ενέργεια διαθέσιμη για το εξωτερικό αντικείμενο δηλαδή το παιδί . Έτσι το παιδί βιώνει είτε ένα συναισθηματικό κανό είτε υπερβολή μιας ναρκισσιστικής επένδυσης όπου δεν έχει δικαίωμα να υπάρξει το ίδιο εξω απ’αυτό που του προβάλλουν οι γονείς .

Ο πατέρας ή η μητέρα απορροφημένοι από το φάντασμα δεν προσφέρονται για πρωτογενή ταυτοποίηση απαραίτητη για τη δημιουργία αντικειμενοτρόπου σχέσης ικανή να δημιουργήσει εμπάθεια και οικειότητα .Όλα λειτουργούν με ναρκισσιστικές ταυτίσεις που συγχέουν το εγώ με τον άλλον .

Συμπερασματικά οι κρύπτες αγγίζουν δυο ζευγάρια αντίθετων ψυχικών διεργασιών . Από τη μια πλευρά η διαγενεαλογική βία απέναντι στο διαγενεαλογικό συμβολικό μήνυμα , από την άλλη πλευρά η ναρκισσιστική ταύτιση απέναντι στη πρωτογενή ταύτιση .

 

«Δεν είναι μόνο απ’αυτό που λείπει και αποτυνχάνει που οργανώνεται η μετάδοση αλλά και απ’αυτό που δεν καταλήγει , αυτό που είναι απουσία εγγραφής και αναπαράστασης ή απ’αυτό που είναι σε στάση , σε κατάσταση αναμονής χωρίς να έχει εγγραφεί», γράφει ο Golse .

Έτσι η διαγενεαλογική μετάδοση ζωής ευνοεί τις δομικές ταυτοποιήσεις και μπορεί να είναι ασυγκρουσιακή ενώ η διαγενεαλογική μετάδοση θανάτου προκαλεί ταυτοποιήσεις αλλοτριώσεις , είναι συγκρουσιακή και οδηγεί στην παθολογία .

Η διαγενεαλογική μετάδοση βοηθάει άρα στο καλύτερο και στο χειρότερο. Μπορεί να  βοηθήσει στη δόμηση και την ελευθερία του ατόμου ή αντίθετα να αποδειχθεί παραλυτική και θανατηφόρα .

 

 

Στην περίπτωση του Γιάννη  η  έναρξη του καταθλιπτικού επεισοδίου συμβαίνει στην εφηβεία. Όπως έλεγε προηγουμένως ο Β. Golse  οι αναλογίες στην ψυχική λειτουργία των βρεφών και των εφήβων είναι πολλές. Εκείνο που θάθελα εδώ να τονίσω είναι η επικράτηση του ναρκισσισμού απέναντι στην επένδυση του εξωτερικού αντικειμένου.

Και στις δύο περιόδους έχουμε κατ’εξοχήν ναρκισσιστικές ταυτίσεις .Γνωρίζουμε ότι η ναρκισσιστική ταύτιση προκαλεί την υποκατάσταση του Εγώ από το αντικείμενο και καταργεί την αναπαράσταση του αντικειμένου. Βρίσκεται εξ’άλλου στον πυρήνα της διεργασίας του πένθους .

Η εφηβεία συχνά περιγράφεται με όρους που θα ταίριαζαν για την περιγραφή ενός καταθλιπτικού επεισοδίου . Μελετώντας για την εφηβεία αναφέρουμε αυθόρμητα λύπη , τη διέγερση , το θυμό , το πεσσιμισμό , την αυτο-υποτίμηση .

Ένα μεγάλος μέρος των διεργασιών της εφηβείας ταυτίζονται με τις διεργασίες του πένθους . Ο έφηβος είναι αναγκασμένος να αποχωρισθεί συμβολικά τους γονείς του και να απομακρυνθεί από τον παράδεισο των παιδικών του χρόνων για να αντιμετωπίσει μονός του μια νέα πραγματικότητα .Αυτή η διεργασία διακοπής των δεσμών και απώλειας αντικειμένου έχει ακριβώς τα ίδια στάδια όπως η διεργασία αντιμετώπισης του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου .

Παρ’ όλη την ομοιότητα όμως υπάρχει μια πορεία δυναμική . Ο έφηβος περνάει σταδιακά από διεργασίες που θα τον οδηγήσουν μακριά από την επώδυνη κατάσταση.

Στην περίπτωση του Γιάννη όμως έχουμε ένα πραγματικό καταθλιπτικό επεισόδιο με ψυχιατρική συμπτωματολογία .Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η ανησυχία της μητέρας επιδείνωσε μια «φυσιολογική κατάθλιψη της εφηβείας». Το τραγικό που είχε συμβεί στην εφηβεία της μητέρας «έπρεπε» να επαναληφθεί στην εφηβεία του Γιάννη.  Είχαν οι μητρικές προβολές τέτοια επίδραση ώστε να σπρώξουν τον Γιάννη στο καταθλιπτικό επεισόδιο.

Ο παππούς του Γιάννη παρουσίαζε μανιοκατάθλιψη . Κανείς δεν αρνείται πλέον τον γενετικό παράγοντα στην εκδήλωση αυτής της διαταραχής . Κατά πόσο ένα καταθλιπτικό επεισόδιο κατά την διάρκεια της εφηβείας μπορεί να αποτελεί το εναρκτήριο επεισόδιο μιας διπολικής διαταραχής μόνο η εξέλιξη μπορεί να το δείξει.

Εκείνο που έχει σημασία είναι να μην θεωρηθεί ότι η μοίρα του Γιάννη είναι προκαθορισμένη .

Είτε για λόγους βιολογικούς, γενετικής μετάδοσης είτε για λόγους φαντασιωσικής διαγενεολογικής μετάδοσης ο Γιάννης δεν πρέπει να μείνει δέσμιος της προγονικής κληρονομιάς. Και εδώ είναι η πρόσκληση της θεραπευτικής αντιμετώπισης: να μπορέσεις να δώσεις στο διαγενεαλογικό την κινητικότητα του και η συμμετοχή του στη ζωή.

 

Αναδημοσίευση από : http://www.inpsy.gr/el/digital-library/arthra/arthra-ellinika/257-2013-04-24-17-20-07